ενημέρωση 3:40, 2 September, 2026

Οι σούπερ ήρωες της Marvel ζητάνε την αποφυλάκιση του Παλαιστίνιου ηγέτη Μαρουάν Μπαργούτι

Πηγή: New Arab

Περισσότεροι από 20 ηθοποιοί που έχουν εμφανιστεί σε ταινίες και τηλεοπτικές σειρές της Marvel στηρίζουν τις εκκλήσεις προς το Ισραήλ για την απελευθέρωση του φυλακισμένου Παλαιστίνιου ηγέτη Μαρουάν Μπαργούτι.

Ο Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, ο οποίος υποδύεται τον Doctor Strange, ο Μαρκ Ράφαλο, γνωστός για τον ρόλο του Hulk, και ο Ντον Τσιντλ, που ενσαρκώνει τον War Machine, συγκαταλέγονται στα μεγάλα ονόματα της Marvel που υποστηρίζουν τη διεθνή εκστρατεία «Free Marwan». Μεταξύ των υποστηρικτών της εκστρατείας που έχουν επίσης συμμετάσχει σε παραγωγές της Marvel βρίσκονται οι Κέιτ Μπλάνσετ, Τίλντα Σουίντον, Τατιάνα Μασλάνι, Ντάνιελ Μπριλ, Ζάουι Άστον, Έμα Κόριν, Μέι Καλαμάουι, Έλιοτ Πέιτζ, Ίαν ΜακΚέλεν, Χιούγκο Γουίβινγκ, Μπράιαν Κοξ, Νταν Στίβενς, Ρομπ Ντιλέινι και Κίνγκσλεϊ Μπεν-Αντίρ.

Η εκστρατεία «Free Marwan» ξεκίνησε στα τέλη του περασμένου έτους από τη σύζυγο και δικηγόρο του, Φάντουα Μπαργούτι, και με τη στήριξη οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών στο Ηνωμένο Βασίλειο. Πρόκειται για την αναβίωση παλαιότερης εκστρατείας που είχαν ξεκινήσει η Φάντουα Μπαργούτι και ο Νοτιοαφρικανός αγωνιστής κατά του απαρτχάιντ Άχμεντ Καθράντα από το Ρόμπεν Άιλαντ – τη φυλακή όπου είχε κρατηθεί ο Νέλσον Μαντέλα την εποχή του απαρτχάιντ.

Η εκστρατεία εκφράζει «σοβαρή ανησυχία για τη συνεχιζόμενη φυλάκιση του Μαρουάν Μπαργούτι, τη βίαιη κακομεταχείρισή του και τη στέρηση των νομικών δικαιωμάτων του κατά τη διάρκεια της κράτησής του» και καλεί τον ΟΗΕ και τις κυβερνήσεις ανά τον κόσμο να αναλάβουν δράση για την απελευθέρωσή του.

Οι ηθοποιοί της Marvel συγκαταλέγονται μεταξύ εκατοντάδων ηθοποιών, μουσικών, συγγραφέων, κινηματογραφιστών και άλλων προσωπικοτήτων που έχουν εκφράσει τη στήριξή τους στην εκστρατεία. Περισσότερες από 200 προσωπικότητες του πολιτισμού φέρεται να είχαν συνυπογράψει επιστολή που δημοσιοποιήθηκε τον Δεκέμβριο.

Ο 67χρονος Μπαργούτι είναι μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της παλαιστινιακής πολιτικής σκηνής και βρίσκεται στις ισραηλινές φυλακές από το 2002. Υψηλόβαθμο στέλεχος της Φατάχ και πρώην μέλος του Παλαιστινιακού Νομοθετικού Συμβουλίου, αναδείχθηκε σε ηγετική φυσιογνωμία κατά την Πρώτη και τη Δεύτερη Ιντιφάντα και εδώ και χρόνια τάσσεται υπέρ της δημιουργίας ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους δίπλα στο Ισραήλ.

Το 2004, ισραηλινό δικαστήριο καταδίκασε τον Μπαργούτι για επιθέσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Ιντιφάντα και είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο πέντε ανθρώπων. Του επιβλήθηκαν πέντε φορές ισόβια κάθειρξη και επιπλέον 40 χρόνια φυλάκισης.

Η δίκη του έχει αποτελέσει αντικείμενο μακροχρόνιας διεθνούς κριτικής. Έκθεση εμπειρογνωμόνων, η οποία εκπονήθηκε κατόπιν εντολής της Διακοινοβουλευτικής Ένωσης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία δεν πληρούσε τα πρότυπα μιας δίκαιης δίκης, ενώ διατύπωσε επίσης ενστάσεις σχετικά με τη σύλληψή του στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη και τη μεταφορά του στο Ισραήλ.

Παρά το γεγονός ότι βρίσκεται στη φυλακή για περισσότερες από δύο δεκαετίες, ο Μπαργούτι εξακολουθεί να διατηρεί ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία στην παλαιστινιακή πολιτική σκηνή, με την απήχησή του να υπερβαίνει την παραδοσιακή βάση υποστήριξης της Φατάχ. Η δημοτικότητά του έχει επανειλημμένα τροφοδοτήσει σενάρια σύμφωνα με τα οποία θα μπορούσε να διαδεχθεί τον πρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής, Μαχμούντ Αμπάς, ή να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο σε μια μελλοντική παλαιστινιακή ηγεσία.

Δημοσκόπηση του Palestinian Center for Policy and Survey Research, που δημοσιεύθηκε στις 12 Αυγούστου, έδειξε ότι σε μια υποθετική προεδρική αναμέτρηση μεταξύ του Μπαργούτι, του ηγέτη της Χαμάς Χαλίλ αλ-Χάγια και του Αμπάς, ο Μπαργούτι θα συγκέντρωνε το 54% μεταξύ όσων δήλωναν ότι θα συμμετείχαν στην ψηφοφορία. Ο αλ-Χάγια συγκέντρωνε 26% και ο Αμπάς 14%, ενώ το ποσοστό του Μπαργούτι ανερχόταν στο 63% μεταξύ των πιθανών ψηφοφόρων στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη.

Οι υποστηρικτές του θεωρούν ιδιαίτερα σημαντική την απήχησή του πέρα από τη Φατάχ και τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των παλαιστινιακών παρατάξεων, σε μια περίοδο βαθιών πολιτικών διαιρέσεων και έντονης αβεβαιότητας για τη μελλοντική ηγεσία τόσο της Παλαιστινιακής Αρχής όσο και του ευρύτερου παλαιστινιακού εθνικού κινήματος.

Παράλληλα, οι εκκλήσεις για την απελευθέρωσή του έχουν ενταθεί λόγω των ανησυχιών για τις συνθήκες κράτησης και τη μεταχείρισή του στις ισραηλινές φυλακές. Οι δικηγόροι του ανέφεραν νωρίτερα φέτος ότι έχει υποστεί επανειλημμένες σωματικές επιθέσεις, στερείται επαρκούς ιατρικής φροντίδας και αντιμετωπίζει ολοένα και χειρότερες συνθήκες κράτησης. Οι καταγγελίες αυτές έχουν προκαλέσει νέες ανησυχίες στην οικογένειά του και στους υποστηρικτές του διεθνώς.

Η εκστρατεία «Free Marwan» υποστηρίζει ότι η απελευθέρωσή του θα μπορούσε να συμβάλει στην αποκατάσταση της παλαιστινιακής πολιτικής ενότητας και να ενισχύσει τις προοπτικές για μια διαπραγματευμένη λύση που θα έθετε τέλος στην ισραηλινή κατοχή. Διαδοχικές ισραηλινές κυβερνήσεις, ωστόσο, έχουν απορρίψει τις εκκλήσεις για την απελευθέρωσή του.

Πηγή: infowar

Axios - Το «σοκ της Κίνας» πιέζει τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες – Υπό εξέταση το σενάριο επιβολής ευρύτερων δασμών

Η Ευρώπη συζητά σοβαρά πλέον αν και σε ποιο βαθμό θα πρέπει να ακολουθήσει το αμερικανικό μοντέλο.

 Η οικονομική αναταραχή που πυροδοτήθηκε από την Κίνα και συνέβαλε στον μετασχηματισμό της αμερικανικής πολιτικής, πλήττει τώρα και την Ευρώπη.

Σύμφωνα με σχετικό δημοσίευμα του Axios, η «ένταση» που δέχεται η ευρωπαϊκή βιομηχανία ενισχύει τις πιέσεις, ωθώντας τη γηραιά ήπειρο να υιοθετήσει μια πιο σκληρή στάση απέναντι στην Κίνα, την οποία μέχρι σήμερα αντιστεκόταν να εφαρμόσει. Πρόκειται για την επόμενη μεγάλη δοκιμασία σχετικά με το κατά πόσο η εκρηκτική αύξηση των κινεζικών εξαγωγών θα ωθήσει και άλλες μεγάλες οικονομίες προς μια πιο προστατευτική εμπορική πολιτική: δηλαδή, την προσέγγιση που οι ΗΠΑ υιοθέτησαν εδώ και χρόνια.

Η Ευρώπη συζητά σοβαρά πλέον αν και σε ποιο βαθμό θα πρέπει να ακολουθήσει το αμερικανικό μοντέλο, επιβάλλοντας ευρύτερους περιορισμούς και φραγμούς στα κινεζικά προϊόντα.

Οι Ευρωπαίοι πολιτικοί αναγκάζονται να επανεξετάσουν τη στάση τους

«Η έννοια του «κινεζικού σοκ» γίνεται ολοένα και πιο παγκόσμια», δήλωσε στο Axios η πρώην επίτροπος Εμπορίου της Ε.Ε., Σεσίλια Μάλμστρεμ, αναφερόμενη στην απότομη αύξηση των κινεζικών εισαγωγών μετά την ένταξη της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001, η οποία έπληξε αρκετούς αμερικανικούς κλάδους της μεταποίησης και ολόκληρες τοπικές κοινωνίες.

«Αυτό που συμβαίνει στην ευρωπαϊκή βιομηχανία -με δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας στη μεταποίηση στη Γερμανία να εξαφανίζονται κάθε μήνα- αναγκάζει τους πολιτικούς να επανεξετάσουν τη στάση τους. Βρισκόμαστε πραγματικά στην αρχή αυτής της διαδικασίας», λέει ο Noah Barkin, ανώτερος σύμβουλος στην ερευνητική εταιρεία Rhodium Group.

«Θα ήθελαν πολύ να έχουν ένα εργαλείο όπως οι δασμοί… και θα ήθελαν πολύ να πάρουν το πράσινο φως από τα κράτη-μέλη για να το χρησιμοποιήσουν», προσθέτει ο Barkin, αναφερόμενος στην αμερικανική εμπορική νομοθεσία που χρησιμοποιήθηκε για την επιβολή ευρείας κλίμακας δασμών στην Κίνα και σε άλλους εμπορικούς εταίρους.

Το πρόβλημα

Τα κινεζικά εργοστάσια παράγουν αγαθά με πολύ ταχύτερο ρυθμό από όσο μπορεί να απορροφήσει η υποτονική εγχώρια οικονομία της χώρας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα τεράστιο κύμα εξαγωγών, το οποίο ασκεί πρωτοφανή πίεση σε κρίσιμους κλάδους της ευρωπαϊκής οικονομίας. Οι Κινέζοι κατασκευαστές μπορούν συχνά να υποτιμήσουν τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές τους σε τιμές, βοηθούμενοι σε ορισμένους κλάδους από εκτεταμένη κρατική στήριξη.

Η πίεση είναι ιδιαίτερα έντονη στη Γερμανία, της οποίας η οικονομία οικοδομήθηκε εν μέρει στην πώληση αυτοκινήτων, μηχανημάτων και άλλων προϊόντων υψηλής ποιότητας στην Κίνα. Οι Κινέζοι ανταγωνιστές αποκτούν τώρα μερίδιο αγοράς σε πολλές από τις ίδιες βιομηχανίες που τροφοδότησαν την οικονομική επιτυχία της Γερμανίας.

Σημειώνεται ότι οι δασμοί των ΗΠΑ δεν έχουν επιβραδύνει ιδιαίτερα την εξαγωγική μηχανή της Κίνας. Οι εξαγωγές έφτασαν στο επίπεδο ρεκόρ των 3,8 τρισεκατομμυρίων δολαρίων πέρυσι και έχουν αυξηθεί κατά 14% μέχρι τον Ιούλιο του τρέχοντος έτους, ακόμη και καθώς οι αποστολές προς τις ΗΠΑ έχουν καταρρεύσει.

Η Κίνα έχει ανακτήσει έδαφος αλλού, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης – αν και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα λέει ότι οι δασμοί του Τραμπ εξηγούν μόνο ένα μέρος της ευρύτερης αύξησης των εξαγωγών.

Υπάρχουν επίσης τρία σημαντικά στοιχεία:

  • Η Ευρώπη συσσωρεύει εμπορικά ελλείμματα με την Κίνα, με ρυθμό ρεκόρ περίπου 1,15 δισεκατομμυρίων δολαρίων την ημέρα, κάτι που ο κορυφαίος εμπορικός αξιωματούχος της Ε.Ε. αποκαλεί «σαφώς μη βιώσιμο».
  • Η Γερμανία αγοράζει πλέον περισσότερα μηχανήματα και εξοπλισμό εργοστασίων υψηλής τεχνολογίας από την Κίνα από ό,τι πουλάει εκεί: πρόκειται για μια αντιστροφή ενός δεκαετούς μοτίβου. Το εμπορικό της ισοζύγιο σε αυτά τα αγαθά μεταβλήθηκε σε έλλειμμα 600 εκατομμυρίων δολαρίων από πλεόνασμα 900 εκατομμυρίων δολαρίων σε λιγότερο από ένα χρόνο, σύμφωνα με την WSJ.
  • Οι εισαγωγές αυτοκινήτων στην Ε.Ε. από την Κίνα ξεπέρασαν το 1 εκατομμύριο για πρώτη φορά πέρυσι, σημειώνοντας αύξηση περίπου 30% από το 2024, σύμφωνα με την Ένωση Ευρωπαίων Κατασκευαστών Αυτοκινήτων.

Πώς θα αντιδράσει η Ευρώπη

Η Ευρώπη ήδη προσπαθεί να ενεργοποιηθεί, με δασμούς στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα και νέα εμπόδια σε βιομηχανίες από τον χάλυβα έως τα ιατρικά βοηθήματα.

Οι αξιωματούχοι εξετάζουν το ενδεχόμενο να προχωρήσουν περαιτέρω, συμπεριλαμβανομένων νέων εξουσιών για την ταχεία επιβολή δασμών ή ποσοστώσεων στα κινεζικά προϊόντα, παρόμοια με τα εργαλεία που χρησιμοποιούν οι ΗΠΑ.

Η Volkswagen, η οποία αντιτάχθηκε στους δασμούς της ΕΕ στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα πριν από δύο χρόνια, πιέζει τώρα τους Ευρωπαίους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να κινηθούν ταχύτερα για να προστατεύσουν τον κλάδο από τον κινεζικό ανταγωνισμό.

«Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος Oliver Blume στους επενδυτές τον περασμένο μήνα, προσθέτοντας ότι αναμένει ότι οι Ευρωπαίοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα δράσουν φέτος.

Καθώς ο επικεφαλής της μεγαλύτερης αυτοκινητοβιομηχανίας της Γερμανίας πιέζει για μεγαλύτερη προστασία από την Κίνα, ο Barkin του Ομίλου Rhodium σημειώνει ότι «αυτό είναι ένα μήνυμα πως έχουμε φτάσει σε ένα νέο επίπεδο».

Οι ΗΠΑ, λοιπόν, αντέδρασαν στην οικονομική άνοδο της Κίνας, θέτοντας ολοένα και ευρύτερα εμπορικά εμπόδια. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει τώρα το ίδιο ερώτημα, αλλά δεν είναι καθόλου σαφές ότι είναι πρόθυμη να φτάσει τόσο μακριά. «Το να συντρίβεις την Κίνα με μεγάλους δασμούς δεν είναι το ευρωπαϊκό στυλ», επισημαίνει ο Μάλμστρομ.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Politico - Γιατί η Ευρώπη θα επηρεαστεί από την άνοδο του αμερικανικού χρέους στα 40 τρισ. δολάρια

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πρέπει να ανταγωνίζονται την Ουάσιγκτον για την παγκόσμια δεξαμενή αποταμιεύσεων και ο ανταγωνισμός αυτός έχει γίνει πολύ εντονότερος φέτος, δεδομένου ότι οι αμερικανικοί τεχνολογικοί κολοσσοί έχουν δανειστεί εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια, επιδιώκοντας κέρδη από την τεχνητή νοημοσύνη.

Tο χρέος των 40 τρισ. δολαρίων της αμερικανικής κυβέρνησης μετατρέπεται αλυσιδωτά με ταχύτατους ρυθμούς, σε πρόβλημα για όλες τις χώρες του πλανήτη και βέβαια της Ευρώπης.

Το θέμα έθιξε με αναλυτικό του δημοσίευμα το Politico, επισημαίνοντας ότι το κόστος κρατικού δανεισμού σε όλο τον κόσμο έχει εκτιναχθεί τις τελευταίες ημέρες στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών, αντανακλώντας τους φόβους ότι ο πόλεμος, η δημογραφική συρρίκνωση και οι απρόβλεπτες συνέπειες των τεχνολογικών αλλαγών, φέρνουν τα δημόσια οικονομικά της Ουάσιγκτον στα όριά τους.

Αυτό έχει επιπτώσεις και στις χρηματοπιστωτικές αγορές της Ευρώπης, καθώς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πρέπει να ανταγωνίζονται την Ουάσιγκτον για την παγκόσμια δεξαμενή αποταμιεύσεων. Και ο ανταγωνισμός αυτός έχει γίνει πολύ εντονότερος φέτος, δεδομένου ότι οι αμερικανικοί τεχνολογικοί κολοσσοί έχουν δανειστεί εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια, επιδιώκοντας κέρδη από την τεχνητή νοημοσύνη.

Η απόδοση των 10ετών γερμανικών κρατικών ομολόγων, η οποία λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για την υπόλοιπη Ευρώπη, έφτασε νωρίτερα αυτή την εβδομάδα στο υψηλότερο από όλα τα επίπεδα που έχει αγγίξει από το 2011, αφού οι φόβοι για τον πληθωρισμό και τη διεύρυνση του αμερικανικού δημοσιονομικού ελλείμματος οδήγησαν την απόδοση του 30ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου —δηλαδή του ποσού το οποίο αποκομίζουν οι επενδυτές όταν δανείζουν χρήματα στην κυβέρνηση— στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 19 ετών. Το πρόβλημα επιδεινώθηκε από την είδηση, ότι το χρέος της αμερικανικής κυβέρνησης έχει πλέον ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια.

Ως αποτέλεσμα, πολλές κυβερνήσεις της ΕΕ είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν πρόσθετες πιέσεις για αυξήσεις φόρων ή για περικοπές δαπανών —ενώ την ίδια στιγμή προσπαθούν να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες— όταν επιστρέψουν από τις θερινές διακοπές τους, για να καταρτίσουν τους προϋπολογισμούς του επόμενου έτους. Και σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ισπανία και η Ιταλία, αυτό θα μπορούσε εύκολα να επηρεάσει τις ούτως ή άλλως πιθανότατα εκρηκτικές, βουλευτικές εκλογές του επόμενου έτους.

Η ηγέτις της γαλλικής ακροδεξιάς Μαρίν Λεπέν εκμεταλλεύτηκε ήδη την κατάσταση την Τετάρτη, για να προωθήσει αυτό που αναμένεται να είναι ένα από τα βασικά μηνύματά της στις προεδρικές εκλογές την ερχόμενη άνοιξη: τον χαρακτηρισμό της ανόδου των αποδόσεων των ομολόγων ως «αμείλικτο απολογισμό ενός μακρονισμού διάρκειας 10 ετών».

«Ήρθε η ώρα να καθαρίσουμε τους στάβλους του Αυγείου, στους οποίους έχουν μετατρέψει τα δημόσια οικονομικά!» δήλωσε η Λεπέν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Ωστόσο, δεν έδωσε καμία λεπτομέρεια για το πώς σκοπεύει να το πράξει. Ο Μπρούνο Λε Μερ, ο οποίος διετέλεσε υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας επί επτά χρόνια, της απάντησε ότι το κόμμα της ανέκαθεν εμπόδιζε τις προσπάθειες των κυβερνήσεων του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν να θέσουν εκ νέου υπό έλεγχο το δημοσιονομικό έλλειμμα — ιδίως όταν τις υποχρέωσε το 2025 να εγκαταλείψουν την προτεινόμενη, μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού.

Η αργή συμπίεση

Η αδυναμία της Γαλλίας να αλλάξει πορεία όλα αυτά τα χρόνια έχει μειώσει σταδιακά την εμπιστοσύνη των επενδυτών, οι οποίοι πλέον απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να αγοράσουν γαλλικά ομόλογα, σε σχέση με τα αντίστοιχα ιταλικά.

Ως αποτέλεσμα, το Παρίσι είναι ιδιαίτερα ευάλωτο σε, ένα φαινόμενο που επηρεάζει σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και είναι γνωστό ως, κίνδυνος αναχρηματοδότησης.

Οι περισσότερες χώρες της Ευρώπης έχουν συσσωρεύσει τεράστια χρέη τα τελευταία 20 χρόνια, ενώ περιοδικές κρίσεις όπως η πανδημία και η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, επιδείνωσαν περαιτέρω μια σταθερή, μακροπρόθεσμη επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών, λόγω της αύξησης των δαπανών για την υγεία και gia τις συντάξεις.

Ένας δείκτης που μετρά το χρέος του δημόσιου τομέα στο σύνολο της ευρωζώνης, αυξήθηκε από το 66% του ΑΕΠ το 2007, σε λίγο κάτω από το 88% πέρυσι. Και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένει ότι θα συνεχίσει να αυξάνεται βραχυπρόθεσμα, όσο τα δημοσιονομικά ελλείμματα διευρύνονται και πάλι, υπό την πίεση των πολέμων στο Ιράν και στην Ουκρανία.

Όσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διατηρούσε τα επιτόκια κοντά στο μηδέν, όπως έκανε από το 2009 έως το 2022, το κόστος εξυπηρέτησης αυτού του χρέους παρέμενε διαχειρίσιμο.

Από τη στιγμή όμως που ο πληθωρισμός κάνει και πάλι την εμφάνισή του, η εξίσωση έχει αλλάξει. Η ΕΚΤ έχει ήδη αυξήσει τα επιτόκια μία φορά φέτος, καθώς ο πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν οδήγησε σε άνοδο των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ο Ντέιβιντ Ρις, επιτελής παγκόσμιας οικονομίας στη Schroders, αναμένει ακόμη δύο αυξήσεις, ύψους 0,25 της ποσοστιαίας μονάδας, έως το τέλος του έτους.

Κατά συνέπεια, ομόλογα που πριν από 10 χρόνια εκδίδονταν με σχεδόν μηδενικό κόστος —οι επενδυτές μάλιστα πλήρωναν τη Γερμανία για να δανειστεί από αυτούς, ακόμη και το 2022— πρέπει πλέον να αναχρηματοδοτούνται, με επιτόκια πολύ πιο κοντά στα ιστορικά φυσιολογικά επίπεδα.

Η γαλλική εθνική στατιστική αρχή INSEE εκτιμά ότι οι δαπάνες του Παρισιού για τόκους του χρέους θα υπερτετραπλασιαστούν κατά την τρέχουσα δεκαετία, δηλαδή θα αυξηθούν από 30 δισ. ευρώ το 2020, σε 124 δισ. ευρώ το 2030.

Πρόκειται για χρήματα που, υπό διαφορετικές συνθήκες, θα μπορούσαν να είχαν διατεθεί για τη χρηματοδότηση των νέων νοσοκομείων, της πράσινης μετάβασης, του επανεξοπλισμού της χώρας, — ή ακόμη και για της προσπάθειας μείωσης των φόρων.

Η Γαλλία δεν είναι η μόνη χώρα που καλείται να αντιμετωπίσει υψηλότερο κόστος δανεισμού σε μια δύσκολη χρονική συγκυρία της πολιτικής της ιστορίας. Η Τζόρτζα Μελόνι στην Ιταλία και ο Πέδρο Σάντσεθ στην Ισπανία είναι και οι δύο, υποψήφιοι για επανεκλογή του χρόνου, ενώ στις κάλπες θα προσέλθουν επίσης η Φινλανδία, η Ελλάδα, η Εσθονία και η Σλοβακία, μαζί με την Πολωνία, η οποία δεν ανήκει στην ευρωζώνη.

Τόσο η Μελόνι όσο και ο Σάντσεθ μπορούν τουλάχιστον να αντλήσουν κάποια ανακούφιση, από ορισμένους μετριαστικούς παράγοντες.

Το βάρος εξυπηρέτησης του ιταλικού χρέους είναι πολύ πιο αμβλύ, καθώς τα νέα ομόλογα δεν είναι αισθητά ακριβότερα σε σχέση με αυτά που εξέδιδε η χώρα πριν από μία δεκαετία, όταν εξακολουθούσε να φέρει το στίγμα, της κρίσης δημόσιου χρέους.

Και παρά το γεγονός ότι ο Σάντσεθ δεν έχει καταφέρει να ψηφίσει κανέναν προϋπολογισμό από το 2022, η ταχεία αύξηση του πληθυσμού, την οποία έχει καταστήσει δυνατή η πιο χαλαρή μεταναστευτική πολιτική του, έχει ενισχύσει το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της Ισπανίας, και έχει διασφαλίσει ότι στο μέλλον θα υπάρχουν περισσότεροι άνθρωποι, για να επωμιστούν το βάρος του χρέους. Σύμφωνα με την Επιτροπή, το ισπανικό χρέος αναμένεται να υποχωρήσει και πάλι, κάτω από το 100% του ΑΕΠ φέτος.

Προς το παρόν παραμένει η γενική εκτίμηση, ότι η Ευρώπη απέχει αρκετά από μια νέα κρίση χρέους. Το συνδυασμένο δημοσιονομικό έλλειμμα της ευρωζώνης ανέρχεται μόλις στο ήμισυ του αντίστοιχου αμερικανικού, ενώ η ΕΕ και η ΕΚΤ έχουν καλύψει τα σοβαρότερα θεσμικά και κανονιστικά κενά, που συνέβαλαν στην εκδήλωση της κρίσης δημόσιου χρέους το 2010.

Εξίσου σημαντικό είναι το ότι οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις που προώθησε η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς στη Γερμανία, αναμένεται να στηρίξουν την ανάπτυξη, τόσο εκεί, όσο και στην ΕΕ συνολικά, σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο της Berenberg Bank, Χόλγκερ Σμίντινγκ.

Ωστόσο, η ανησυχία αυξάνεται — ιδιαίτερα υπό το πρίσμα της κατάστασης στη Γαλλία.

«Υπάρχει μια δυνητικά μεγάλη ζώνη κινδύνου, στην οποία η κρίση μπορεί είτε να ξεσπάσει είτε όχι, ανάλογα με τις διαθέσεις των επενδυτών», δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ο Ολιβιέ Μπλανσάρ, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. «Δεδομένου του χρέους και του ελλείμματός μας, πιθανότατα έχουμε ήδη εισέλθει στη ζώνη κινδύνου», προσέθεσε.

 

Σύκα ψημένα σε γλυκό κρασί, σερβιρισμένα με σαντιγί

Μια καταπληκτική κομπόστα σύκου, με γλύκα και βοτανικά αρώματα. Είναι ένα γλυκό που πρέπει να καταναλωθεί μέσα σε δύο μέρες το πολύ. Τώρα που έχει φρέσκα σύκα, σπεύσατε!

Υλικά

Μερίδες: 6
 700 γρ. ώριμα σύκα, με τη φλούδα, καλά πλυμένα, κομμένα στη μέση
 1 κλωνάρι δεντρολίβανο
 1 φύλλο δάφνης
 1 1⁄2 κουτ. σούπας μέλι
 30 γρ. βούτυρο αγελαδινό, σε μικρά κυβάκια
 50 ml γλυκό λευκό κρασί (π.χ. Samos ή Μοσχάτο Λήμνου) ή τσίπουρο
 λίγος ανθός αλατιού
 2-3 κουτ. σούπας χυμός λεμονιού
 250 ml κρέμα γάλακτος με 35% λιπαρά, κρύα από το ψυγείο, χτυπημένη στο μίξερ μέχρι να γίνει σαντιγί

επι το έργον

  1. Για τα σύκα ψημένα σε γλυκό κρασί, σερβιρισμένα με σαντιγί, ξεκινάμε προθερμαίνοντας τον φούρνο στους 200°C (αντιστάσεις).
  2. Αραδιάζουμε τα κομμένα σύκα σε ένα ταψάκι, σε μονή στρώση, με την κομμένη πλευρά προς τα πάνω.
  3. Προσθέτουμε το δεντρολίβανο και τη δάφνη και ραντίζουμε με το μέλι.
  4. Σκορπάμε το βούτυρο εδώ και εκεί, ραντίζουμε με το κρασί ή το τσίπουρο και πασπαλίζουμε με λίγο ανθό αλατιού.
  5. Σκεπάζουμε το ταψάκι με αλουμινόχαρτο σφραγίζοντάς το καλά και ψήνουμε για 30 λεπτά.
  6. Αφαιρούμε το αλουμινόχαρτο και ψήνουμε τα σύκα ξεσκέπαστα για άλλα 10 λεπτά μέχρι να μαλακώσουν καλά και να βγάλουν τους χυμούς τους.
  7. Ραντίζουμε με τον χυμό λεμονιού και αφήνουμε να κρυώσουν.
  8. Τα διατηρούμε σε ένα σκεύος στο ψυγείο και, όταν θέλουμε να σερβίρουμε, μοιράζουμε από 2-3 κομμάτια σε πιάτα και συνοδεύουμε με μια γενναία κουταλιά σαντιγί.

tips

Εκτός από σαντιγί, μπορούμε να σερβίρουμε τα σύκα με γιαούρτι ή παγωτό βανίλια.