ενημέρωση 6:05, 26 August, 2026

Η Δικαιοσύνη και τα λουκάνικα

Δείχνει μια παγερή αλαζονεία η στάση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα

είχνει μια παγερή αλαζονεία η στάση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα. Που αρνήθηκε να πάει στη Βουλή –στη Βουλή, όχι στα Εξάρχεια– για να εξηγήσει στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας κάποιες από τις αποφάσεις του. Κυρίως την απόφαση να αφήσει στο αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών, παρά τα νέα στοιχεία που είχαν εν τω μεταξύ προκύψει από την απόφαση του μονομελούς και τις δηλώσεις Ντίλιαν. Επικαλέστηκε κάποια νομικά επιχειρήματα, που ο πολύς κόσμος δεν καταλαβαίνει, αλλά η εικόνα που προέκυψε είναι σαφής: Εγώ δεν δίνω λογαριασμό ούτε στη Βουλή, κι ας είναι θεμέλιο της αντιπροσωπευτικής μας δημοκρατίας.

 

Εχει ενδιαφέρον το αφήγημα όσων στηρίζουν αυτή τη στάση. Η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη, λένε, και αλίμονο αν έδινε λογαριασμό στις άλλες εξουσίες. Μάλιστα. Η ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, όμως, όταν ο ίδιος Τζαβέλλας ήταν εισαγγελέας στην ΕΥΠ, έδωσε πράσινο φως για την παρακολούθηση του υπουργού Χατζηδάκη. Του δημοσιογράφου Κουκάκη. Του εισαγγελέα Μπαρδάκη. Γιατί; Με ποια στοιχεία; Δεν καταδέχεται να δώσει λογαριασμό ούτε σε μας ούτε στη Βουλή ο κύριος εισαγγελέας. Μόνο στη διορισμένη από τον Μητσοτάκη ηγεσία της ΕΥΠ έδινε πρόθυμα λογαριασμό. Τι είδους ανεξαρτησία και από ποιον υποδηλώνει αυτό, είναι στην κρίση του καθενός.

Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο και δεν αφορά μόνο τον εν λόγω κύριο. Οι ανώτατοι κύκλοι της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα, με ευθύνη συγκεκριμένων λειτουργών της, κατάφεραν να πείσουν τη μεγάλη πλειονότητα της κοινωνίας ότι όσο περισσότερο εξαρτημένοι είναι από την κυβέρνηση τόσο περισσότερο επικαλούνται την ανεξαρτησία τους. Δείτε την υπόθεση της ΕΥΠ. Υπογράφω ό,τι μου βάζει στο τραπέζι ο διοικητής της, που διόρισε ο Μητσοτάκης. Υστερα ο ίδιος ο Μητσοτάκης με προωθεί στην ηγεσία του Αρείου Πάγου. Και ύστερα, όταν μου ζητούν τον λόγο για αποφάσεις που εμφανώς βολεύουν την κυβέρνηση, επικαλούμαι την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

Ο πιο άσχημος ευτελισμός με το πιο όμορφο περιτύλιγμα, εν ολίγοις. Που εμφανίστηκε και με την τροπολογία Φλωρίδη, η οποία προβλέπει να «καθαρίζουν» γρήγορα οι βουλευτές τις ποινικές τους υποθέσεις. Και εύλογα θεωρήθηκε ότι έχει να κάνει με τους βουλευτές της Δεξιάς που εμπλέκονται στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Οι υπουργοί ξεπλύθηκαν από την κυβερνητική πλειοψηφία στη Βουλή – πάει αυτό. Οι βουλευτές θα ξεπλυθούν με φαστ τρακ διαδικασίες, που περιορίζουν την ενοχλητική «Ρουμάνα» και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Ετσι, στις εκλογές το κόμμα που βαρύνεται με σκάνδαλα και εγκλήματα θα μπορεί να εμφανιστεί ως λευκή περιστερά: η ανεξάρτητη Δικαιοσύνη αποφάνθηκε!

Τα Τέμπη, οι υποκλοπές, ο ΟΠΕΚΕΠΕ, ο Τζαβέλλας, ο Φλωρίδης, η Αδειλίνη. Η επιβεβαίωση του Μπίσμαρκ: Οι άνθρωποι δεν πρέπει να βλέπουν πώς φτιάχνονται δύο πράγματα, η Δικαιοσύνη και τα λουκάνικα. Με αποτέλεσμα, στην Ελλάδα του Μητσοτάκη, η Δικαιοσύνη ως έσχατο καταφύγιο του πολίτη να είναι το τελευταίο ανέκδοτο. Με το οποίο δυστυχώς δεν γελάει κανείς, εκτός ίσως από τους τυφλοπόντικες του τούνελ που οδηγεί από συγκάλυψη σε συγκάλυψη…

Πηγή: efsyn

Σφαίρες από προεπιλογή

Πώς οι παραχωρήσεις των ΗΠΑ γίνονται σιωπηλά κινεζική επιρροή

Από τότε που ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανέλαβε τα καθήκοντά του τον περασμένο Ιανουάριο, οι αναλυτές συζητούν για το αν ακολουθεί μια στρατηγική σφαίρας επιρροής - μια προσέγγιση με την οποία οι μεγάλες δυνάμεις χωρίζουν τον κόσμο σε προνομιούχα μπλοκ, με ελάχιστη ανησυχία για τα συμφέροντα ή τις προτιμήσεις των μικρότερων κρατών που υπάγονται σε αυτά τα μπλοκ. Κατά την καταφατική άποψη, η κυβέρνηση Τραμπ διεκδικεί το Δυτικό Ημισφαίριο -μεταξύ άλλων μέσω στρατιωτικών εκστρατειών και εκστρατειών επιρροής στη Βενεζουέλα και την Κούβα- ενώ αφήνει την Κίνα να επεκτείνει την πολιτική, στρατιωτική και οικονομική της επιρροή στην Ασία. Ωστόσο, η πλούσια αλλά ουσιαστικά μέτρια σύνοδος κορυφής μεταξύ του Τραμπ και του Κινέζικου ηγέτη Σι Τζινπίνγκ που πραγματοποιήθηκε αυτή την εβδομάδα δεν κατέληξε σε τέτοια συμφωνία. Ο Τραμπ δεν ξεπούλησε οριστικά την Ταϊβάν ή άλλους συμμάχους των ΗΠΑ στον Ινδο-Ειρηνικό ενώ βρισκόταν στο Πεκίνο, κάτι που ήταν τόσο ανακούφιση όσο και ένα επιβεβαιωτικό αποτέλεσμα για όσους απορρίπτουν την προσέγγιση των σφαιρών επιρροής.

Και οι δύο πλευρές αυτής της συζήτησης, ωστόσο, βασίζονται σε μια ξεπερασμένη αντίληψη για το τι σημαίνει για τις μεγάλες δυνάμεις να μοιράζονται τον κόσμο. Στον εικοστό πρώτο αιώνα, οι σφαίρες επιρροής μπορούν να αναδυθούν όχι μόνο ως μορφές στρατιωτικής και γεωγραφικής κυριαρχίας, όπως συνέβαινε τον δέκατο ένατο και τον εικοστό αιώνα, αλλά και σε κρίσιμους τομείς τεχνολογίας ή υποδομών. Επιπλέον, τέτοιες σφαίρες δεν χρειάζεται να προκύψουν μέσω ρητής συμφωνίας - μπορούν να προκύψουν εξ ορισμού. Ιδωμένη με αυτούς τους όρους, μια κινεζική σφαίρα στην Ασία είναι ακόμη πολύ πιθανή. Και γίνεται ακόμη πιο πιθανή καθώς ο Τραμπ εξετάζει παραχωρήσεις στον Σι. Για παράδειγμα, μετά τη σύνοδο κορυφής, όταν ο Τραμπ ρωτήθηκε για τις πωλήσεις όπλων των ΗΠΑ στην Ταϊβάν, ο Τραμπ είπε ότι θα «λάβει μια απόφαση κατά το επόμενο αρκετά σύντομο χρονικό διάστημα» και αργότερα αναφέρθηκε στη συμφωνία όπλων της Ταϊβάν ως «πολύ καλό διαπραγματευτικό χαρτί».

Ο Τραμπ έχει κάνει τέτοιες μονομερείς παραχωρήσεις στον Σι στο παρελθόν: τον Δεκέμβριο του 2025, για παράδειγμα, ενέκρινε την πώληση των προηγμένων τσιπ H200 της Nvidia σε μεγάλες κινεζικές εταιρείες, παρά τις ανησυχίες πολλών αναλυτών για την εθνική ασφάλεια ότι αυτό θα ωφελούσε μόνο την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης της Κίνας. Οι συνεχιζόμενες παραχωρήσεις στην πολιτική των ΗΠΑ στην Ασία θα μπορούσαν να επιταχύνουν την άφιξη μιας κινεζικής σφαίρας στον Ειρηνικό, ιδίως καθώς εντείνεται η στρατηγική αντιπερισπασμός της Ουάσιγκτον. 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πολλά να χάσουν εάν αναδυθεί μια τέτοια σφαίρα, είτε σκόπιμα είτε εξ αμελείας. Στο οικονομικό μέτωπο, τα πλεονεκτήματα της Ουάσινγκτον στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης θα μπορούσαν να μειωθούν και η Κίνα θα μπορούσε να ενθαρρυνθεί να προσπαθήσει να αλλάξει το καθεστώς της Ταϊβάν μέσω του εξαναγκασμού. Και αντί να δημιουργήσει μια ειρηνευτική ισορροπία δυνάμεων, μια τέτοια διαίρεση θα μπορούσε στην πραγματικότητα να αυξήσει τον κίνδυνο μιας τιτάνιας σύγκρουσης μεταξύ Πεκίνου και Ουάσινγκτον σε λίγα χρόνια.

Πηγή: Foreign Affairs 

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Από τον Ντόναλντ στον Βλαντίμιρ

Μέσα σε λίγες μέρες ο Σι Τζινπίνγκ συναντήθηκε πρώτα με τον Τραμπ και στη συνέχεια με τον Πούτιν σε μια διαβούλευση η οποία θα μπορούσε να διαβαστεί ως πρόπλασμα μιας μελλοντικής φόρμουλας διαβούλευση ανάμεσα στις τρεις υπερδυνάμεις.

 

Οι τριμερείς διαβουλεύσεις και συμμαχίες ήταν ο κανόνας στην Ευρώπη του τέλους του 19ου αιώνα. Η Τριπλή Συμμαχία (Γερμανία Αυστροουγγαρία και Ιταλία) από τη μια μεριά και η Εγκάρδια Συνεννόηση (Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία) από την άλλη.

Το ηγεμονικό τρίγωνο επανήλθε στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1941 με την εμπλοκή της ΕΣΣΔ και των ΗΠΑ στο πλευρό της Βρετανίας η οποία ήδη αντιμετωπιζόταν ως απερχόμενη ηγεμονική δύναμη.

Στην προσπάθειά της να μην προσδεθεί αυτόματα στις επιλογές του δίδυμου ΗΠΑ-ΕΣΣΔ, η Βρετανία πέτυχε στη Γιάλτα την αποδοχή, από τους Ρούζβελτ και Στάλιν, της Γαλλίας ως τέταρτης μεγάλης δύναμης.

Η παρακμή και διάλυση της ΕΣΣΔ και η αλματώδης ανάπτυξη της Κίνας έθεσαν το ερώτημα αν το δίδυμο ΗΠΑ-Κίνας θα αντικαταστήσει τη διπολική αντιπαράθεση Ανατολής Δύσης.

Μετά τη συνάντηση Τραμπ-Πούτιν στην Αλάσκα άρχισε να τίθεται το ερώτημα αν μια τριγωνική συνεννόηση ΗΠΑ, Ρωσίας και Κίνας θα ήταν ένα επαρκές δίχτυ ασφαλείας για τη διαφύλαξη της παγκόσμιας σταθερότητας.

Μία πιο προσεκτική ματιά στις παγκόσμιες ισορροπίες μάς επιτρέπει να δούμε ότι υπάρχει ένας τομέας όπου η διμερής λογική του Ψυχρού Πολέμου ζει και βασιλεύει και αποτελεί αξεπέραστο με τα σημερινά δεδομένα εμπόδιο για μια τριγωνική σταθερότητα.

Πρόκειται για την ποσοτική και ποιοτική υστέρηση του πυρηνικού οπλοστασίου της Κίνας έναντι της Ρωσίας και των ΗΠΑ που συντηρεί ακόμη σε επίπεδο γεωπολιτικού συνολικού αθροίσματος ισχύος την ισοτιμία της Μόσχας με την Ουάσινγκτον – όχι μόνον γιατί όλες οι συνθήκες που υπογράφηκαν την εποχή της διπολικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ έχουν συνταχθεί με δεδομένη την προνομιακή θέση των δύο υπερδυνάμεων στο παγκόσμιο σύστημα.

Ακόμη και στην καλύτερη περίπτωση της βελτίωσης των σχέσεων Μόσχας-Πεκίνου δεν μπορούμε να δεχθούμε ότι οι δύο σημερινές σύμμαχες χώρες θα συναποφασίσουν μια κοινή γραμμή πλεύσης για τα πυρηνικά όπλα απέναντί στις ΗΠΑ.

Η αδιαμφισβήτητη υπεροχή των ΗΠΑ και της Ρωσίας στην παγκόσμια πυρηνική ισορροπία οριοθετεί και τη διαμόρφωση ενός διευθυντικού πυρήνα και καθιστά νομοτελειακή τη διεκδίκηση της πυρηνικής ισοτιμίας από τα αναδυόμενα κέντρα ισχύος του νέου πολυπολικού και πολυκεντρικού κόσμου.

Το 1947 η Βρετανία κατέρρευσε ως υπερδύναμη ανοίγοντας τον δρόμο για ένα διπολικό σύστημα που σήμερα δίνει μάχη οπισθοφυλακής για τη διατήρηση της συντριπτικής πυρηνικής του υπεροχής.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Κούβα - Έξι δεκαετίες τρομοκρατικών επιθέσεων από την Ουάσινγκτον

του Αντρέα Λόμπο | WSWS

Στις 20 Μαΐου, ημέρα που σηματοδοτεί τη συμπλήρωση 124 χρόνων από τον τερματισμό της αμερικανικής στρατιωτικής κατοχής της Κούβας και την επίσημη ανακήρυξη της Κουβανικής Δημοκρατίας το 1902, η κυβέρνηση Τραμπ εξαπέλυσε την πιο ωμή έως σήμερα απειλή εναντίον του νησιού.

Το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης έδωσε στη δημοσιότητα κατηγορητήριο για ανθρωποκτονία και συνωμοσία σε βάρος του 94χρονου Ραούλ Κάστρο, σχετικά με την κατάρριψη, το 1996, δύο αεροσκαφών της εξόριστης αντι-κουβανικής οργάνωσης Brothers to the Rescue, με έδρα το Μαϊάμι.

Ο Κάστρο, που έχει αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή εδώ και σχεδόν μία δεκαετία, είχε διατελέσει πρόεδρος της Κούβας και επικεφαλής του κυβερνώντος κόμματος. Υπήρξε ένας από τους κομαντάντες του αντάρτικου στρατού που, υπό την ηγεσία του αδελφού του Φιντέλ, κατέλαβε την εξουσία το 1959.

Λίγες ώρες πριν από την ανακοίνωση του κατηγορητηρίου, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δημοσίευσε βίντεο στα ισπανικά απευθυνόμενο στον κουβανικό λαό, απαιτώντας αλλαγή καθεστώτος και υπερασπιζόμενος την πολιτική επαναποικιοποίησης που προωθεί η Ουάσιγκτον σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική.

Η δημοσιοποίηση του κατηγορητηρίου στο Μαϊάμι, την Τετάρτη, έμοιαζε λιγότερο με δικαστική διαδικασία και περισσότερο με προεκλογική συγκέντρωση, όπου οι αντεπαναστατικοί σύμμαχοι της Ουάσιγκτον χειροκροτούσαν τον Ντόναλντ Τραμπ και επευφημούσαν το ενδεχόμενο άμεσης αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης στην Κούβα.

Μέσα σε αυτή τη δεξιά φιέστα, ένα ερώτημα αποσιωπήθηκε επιμελώς: ποιος θα λογοδοτήσει για τα 66 χρόνια αδιάκοπης αμερικανικής βίας, δολοφονιών και τρομοκρατίας εναντίον της Κούβας;

Το κατηγορητήριο κατά του Ραούλ Κάστρο αποτελεί μια αποκρουστική πράξη πολιτικής προπαγάνδας, με στόχο να νομιμοποιήσει μια σχεδιαζόμενη στρατιωτική επίθεση εναντίον μιας φτωχής χώρας με λιγότερους από 10 εκατομμύρια κατοίκους.

Το περιστατικό στο οποίο αναφέρεται το κατηγορητήριο -και το οποίο συνέβη πριν από σχεδόν τρεις δεκαετίες- αφορά την κατάρριψη, στις 24 Φεβρουαρίου 1996, δύο αεροσκαφών της Brothers to the Rescue πάνω από τα Στενά της Φλόριντα. Το γεγονός αυτό έχει συστηματικά διαστρεβλωθεί από όλες τις αμερικανικές κυβερνήσεις μετά τον Μπιλ Κλίντον. Η κυβέρνηση Κλίντον, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης το χαρακτήρισαν «εν ψυχρώ δολοφονία», επικαλούμενοι διεθνείς συμβάσεις που απαγορεύουν τη χρήση στρατιωτικής βίας κατά πολιτικών αεροσκαφών. Η CIA επέμενε ότι ο Χοσέ Μπασούλτο -πιλότος του αεροσκάφους που διέφυγε- και οι συνεργάτες του δεν ήταν πληρωμένοι πράκτορες των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών.

Τίποτε από αυτά δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Η κουβανική πρεσβεία στις ΗΠΑ, απαντώντας στο κατηγορητήριο, υπενθύμισε ότι η Κούβα είχε καταγγείλει επισήμως περισσότερες από 25 παραβιάσεις της εθνικής της κυριαρχίας από την Brothers to the Rescue μεταξύ 1994 και 1996 – διαμαρτυρίες που η Ουάσιγκτον αγνόησε συστηματικά.

Η Brothers to the Rescue κάθε άλλο παρά ανθρωπιστική οργάνωση ήταν. Τα αεροσκάφη της πραγματοποιούσαν επανειλημμένες προκλητικές υπερπτήσεις πάνω από κουβανικό έδαφος, πετώντας ακόμη και πάνω από την Αβάνα και ρίχνοντας φυλλάδια που καλούσαν τους Κουβανούς να εξεγερθούν κατά της κυβέρνησης. Ο ίδιος ο Μπασούλτο, βετεράνος της εισβολής στον Κόλπο των Χοίρων που οργανώθηκε από τη CIA, καυχιόταν ότι είχε εκπαιδευτεί σε τεχνικές τρομοκρατίας στη διαβόητη School of the Americas του αμερικανικού στρατού στον Παναμά. Συμμετείχε επίσης σε επίθεση εναντίον ξενοδοχείου της Αβάνας από θαλάσσης και αργότερα παρείχε, υπό καθοδήγηση της CIA, υποστήριξη στους Κόντρας της Νικαράγουας.

Η δράση της οργάνωσης αποτελούσε συνειδητή πρόκληση, σχεδιασμένη ώστε να προκαλέσει αμερικανική στρατιωτική επίθεση κατά της Κούβας. Η κατάρριψη των αεροσκαφών ήταν πράξη αυτοάμυνας απέναντι σε μια διαρκή, αμερικανοκίνητη εκστρατεία επιθετικότητας.

Η κυβέρνηση Κλίντον δεν απάντησε στρατιωτικά, ωστόσο εγκατέλειψε την αντίθεσή της στον νόμο Helms-Burton, ο οποίος επέβαλε νέες, εξοντωτικές κυρώσεις σε ξένες εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στην Κούβα και απέκλειε οποιαδήποτε άρση του αμερικανικού εμπάργκο.

Το κατηγορητήριο ως πρόσχημα πολέμου

Τριάντα χρόνια αργότερα, η κυβέρνηση Τραμπ επαναφέρει αυτό το κατασκευασμένο περιστατικό για να απαγγείλει κατηγορίες στον Κάστρο, επιδεικνύοντας απεριόριστο κυνισμό. Το κατηγορητήριο ακολουθεί πιστά το μοντέλο που χρησιμοποιήθηκε εναντίον του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο, ο οποίος κατηγορήθηκε για κατασκευασμένη «ναρκοτρομοκρατία» πριν απαχθεί κατά την αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση στο Καράκας στις 3 Ιανουαρίου.

Το κατηγορητήριο προετοιμάστηκε από ειδική ομάδα εργασίας που συγκρότησε τον Μάρτιο ο ομοσπονδιακός εισαγγελέας της Νότιας Φλόριντα, Τζέισον Ρέντινγκ Κινιόνες, με στόχο τη δίωξη Κουβανών αξιωματούχων. Γιος Κουβανών προσφύγων, ο Ρέντινγκ ήταν ο πρώτος εισαγγελέας που διορίστηκε στη δεύτερη θητεία Τραμπ, έπειτα από μακρά καριέρα στον αμερικανικό στρατό και την πολεμική αεροπορία.

Τον προηγούμενο μήνα προήχθη σε έφεδρο συνταγματάρχη, ενώ σήμερα υπηρετεί ως «ανώτερος έφεδρος νομικός σύμβουλος» της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ για τα εγκλήματα πολέμου που διαπράττουν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένου του πολέμου κατά του Ιράν.

Το κατηγορητήριο πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο της ευρύτερης προσπάθειας της κυβέρνησης Τραμπ να κατασκευάσει πρόσχημα πολέμου — μια διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και μήνες. Πρόσφατο δημοσίευμα του Axios υποστήριξε, επικαλούμενο ανώνυμους αξιωματούχους του Λευκού Οίκου και απόρρητες πληροφορίες, ότι η Κούβα είχε αποκτήσει περισσότερα από 300 drones από τη Ρωσία και το Ιράν και ότι συζητούσε σχέδια επίθεσης κατά της αμερικανικής βάσης στο Γκουαντάναμο, αμερικανικών πολεμικών πλοίων και του Κι Γουέστ στη Φλόριντα.

Η κουβανική πρεσβεία κατήγγειλε τον παραλογισμό του ίδιου του δημοσιεύματος: «Το Axios κατασκευάζει μια “απειλή drones”, μόνο και μόνο για να παραδεχθεί λίγες παραγράφους αργότερα ότι “οι αμερικανοί αξιωματούχοι δεν πιστεύουν πως η Κούβα σχεδιάζει ενεργά μια επίθεση”». Η κουβανική κυβέρνηση πρόσθεσε ότι «η Κούβα είναι η χώρα που δέχεται επίθεση», αναφερόμενη στο ενεργειακό εμπάργκο που επέβαλαν οι ΗΠΑ τον Ιανουάριο, απειλώντας με τιμωρητικούς δασμούς κάθε χώρα που προμηθεύει την Κούβα με πετρέλαιο – μέτρο που έχει οδηγήσει το ηλεκτρικό δίκτυο της χώρας στα όρια της κατάρρευσης.

Το ιστορικό αμερικανικής τρομοκρατίας κατά της Κούβας

Η 20ή Μαΐου θα ήταν ίσως η πλέον ενδεδειγμένη ημερομηνία για να απαγγελθούν κατηγορίες εναντίον όσων ευθύνονται για μία από τις πιο μακρόχρονες και αδίστακτες εκστρατείες τρομοκρατίας στη σύγχρονη ιστορία: εκείνη του αμερικανικού ιμπεριαλισμού κατά της Κούβας.

Η ημερομηνία σηματοδοτεί την ανακήρυξη της Κουβανικής Δημοκρατίας το 1902, μετά το τέλος του Ισπανοαμερικανικού Πολέμου, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες απέκτησαν τον έλεγχο των πρώην ισπανικών αποικιών της Κούβας, του Πουέρτο Ρίκο, του Γκουάμ και των Φιλιππίνων.

Στη συνέχεια, Αμερικανοί πεζοναύτες κατέλαβαν το νησί από το 1917 έως το 1923, καταστέλλοντας εργατικές κινητοποιήσεις και προστατεύοντας τα συμφέροντα αμερικανικών επιχειρήσεων.

Η τυπική λήξη της στρατιωτικής κατοχής συνοδεύτηκε από την επιβολή της Τροπολογίας Πλατ, η οποία παραχωρούσε στην Ουάσιγκτον το απεριόριστο «δικαίωμα» να επεμβαίνει στρατιωτικά στις εσωτερικές υποθέσεις της Κούβας όποτε το έκρινε αναγκαίο. Η κυβέρνηση του Φιντέλ Κάστρο αφαίρεσε αργότερα την 20ή Μαΐου από το επίσημο ημερολόγιο, αναγνωρίζοντας ότι η «ανεξαρτησία» του 1902 δεν ήταν παρά μια αποικιακή διευθέτηση μεταμφιεσμένη σε δημοκρατία.

Τα 66 χρόνια αδιάκοπης αμερικανικής τρομοκρατίας κατά της Κούβας – όπως και η σημερινή κλιμακούμενη επιχείρηση αλλαγής καθεστώτος – είχαν ως στόχο να εξαλειφθεί κάθε εμπόδιο στην αποκατάσταση του καθεστώτος εξάρτησης που επικρατούσε υπό την Τροπολογία Πλατ και τη δικτατορία του Φουλχένσιο Μπατίστα πριν από το 1959. Επιδίωξη ήταν η επαναφορά των αποικιακού τύπου σχέσεων που επέτρεπαν σε αμερικανικές τράπεζες και επιχειρήσεις να ελέγχουν τη γη, τις υποδομές κοινής ωφέλειας, τους σιδηροδρόμους και τη βιομηχανία ζάχαρης της Κούβας, ενώ παράλληλα άφηναν στη μαφία πλήρη ελευθερία να διαχειρίζεται τους οίκους ανοχής και τα καζίνο που σύχναζαν Αμερικανοί πολιτικοί και επιχειρηματίες. Για να διατηρήσει αυτή την τάξη πραγμάτων, ο Μπατίστα αιματοκύλησε τη χώρα, σκοτώνοντας περίπου 20.000 ανθρώπους.

Όταν ο Φιντέλ Κάστρο ανέτρεψε το 1959 τη δικτατορία του Μπατίστα, που στηριζόταν από τις ΗΠΑ, η αντίδραση της Ουάσιγκτον υπήρξε άμεση. Αποχαρακτηρισμένα έγγραφα της CIA επιβεβαιώνουν ότι οι μυστικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ κατά της Κούβας ξεκίνησαν πριν ακόμη ο Κάστρο ευθυγραμμιστεί με τη Σοβιετική Ένωση – γεγονός που δείχνει ότι οι επιθέσεις σχετίζονταν λιγότερο με την ιδεολογική αντιπαράθεση του Ψυχρού Πολέμου και περισσότερο με την υπεράσπιση της αμερικανικής οικονομικής λεηλασίας του νησιού.

Το ιστορικό της αμερικανικής τρομοκρατίας που ακολούθησε συγκαταλέγεται στα πιο τεκμηριωμένα της σύγχρονης ιστορίας. Αφετηρία αποτέλεσε ο βομβαρδισμός, τον Μάρτιο του 1960, του γαλλικού πλοίου La Coubre, το οποίο μετέφερε οπλισμό που η Κούβα είχε αναγκαστεί να αγοράσει από την Ευρώπη, αφού η Ουάσιγκτον αρνήθηκε να της πουλήσει όπλα. Οι βόμβες είχαν τοποθετηθεί έτσι ώστε να εκραγούν διαδοχικά, με σκοπό οι διασώστες που θα έσπευδαν μετά την πρώτη έκρηξη να παγιδευτούν στη δεύτερη. Περισσότεροι από 100 άνθρωποι σκοτώθηκαν και εκατοντάδες τραυματίστηκαν.

Η μεγαλύτερη αμερικανική επέμβαση ήταν η εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων, τον Απρίλιο του 1961, με δύναμη περίπου 1.400 Κουβανών εξόριστων μισθοφόρων οργανωμένη και χρηματοδοτημένη από τη CIA. Η Κούβα απέκρουσε την εισβολή, προκαλώντας μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές ταπεινώσεις των ΗΠΑ στην περιοχή, όχι όμως πριν σκοτωθούν 176 άνθρωποι και τραυματιστούν περισσότεροι από 300. Αμέσως μετά, το Μεικτό Επιτελείο των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων συνέταξε, τον Μάρτιο του 1962, την Επιχείρηση Northwoods – σχέδιο που αποχαρακτηρίστηκε αργότερα – το οποίο προέβλεπε τη διοργάνωση ψευδεπίγραφων τρομοκρατικών επιθέσεων σε αμερικανικές πόλεις και αεροπειρατειών αμερικανικών αεροσκαφών, ώστε να δημιουργηθεί πρόσχημα για στρατιωτική εισβολή στην Κούβα.

Η Επιτροπή Church το 1975, επιβεβαίωσε οκτώ απόπειρες δολοφονίας του Φιντέλ Κάστρο από τη CIA μεταξύ 1960 και 1965, καταγράφοντας τη χρήση εκρηκτικών κοχυλιών, δηλητηριασμένων πούρων, στυλό με δηλητήριο και συνεργασίες με μαφιόζους. Η κουβανική αντικατασκοπεία έχει καταγράψει συνολικά 638 διαφορετικά σχέδια δολοφονίας.

Σε μία από τις πιο σκοτεινές υποθέσεις, η Κούβα αποδίδει την επιδημία αφρικανικής πανώλης των χοίρων το 1971 και την επιδημία αιμορραγικού δάγκειου πυρετού το 1981 – που στοίχισε τη ζωή σε 158 ανθρώπους, ανάμεσά τους 101 παιδιά – σε σκόπιμη εισαγωγή των ιών με αμερικανική εμπλοκή.

Τεκμηριωμένες καταγραφές, βασισμένες σε αρχεία της κουβανικής κυβέρνησης και μαρτυρίες αυτοπτών, που συγκέντρωσαν ερευνητές, όπως ο Κιθ Μπόλεντερ και διασταυρώθηκαν εκτενώς με αποχαρακτηρισμένα στοιχεία, υπολογίζουν ότι η αμερικανικά οργανωμένη ή υποστηριζόμενη τρομοκρατία κατά της Κούβας από το 1959 έχει προκαλέσει περισσότερους από 3.000 νεκρούς και σχεδόν 2.100 τραυματίες.

Κανένας από τους υπεύθυνους αυτών των εγκλημάτων δεν λογοδότησε ποτέ ποινικά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα δίκτυα που τους εκπαίδευσαν, τους οργάνωσαν, τους χρηματοδότησαν και τους προστάτευσαν από τη δίωξη οικοδομήθηκαν και καλύφθηκαν από τη CIA και το αμερικανικό κράτος συνολικά.

Η περίπτωση του Λουίς Ποσάδα Καρίλες αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Γεννημένος στην Κούβα και εκπαιδευμένος από τη CIA στο Φορτ Μπένινγκ της Τζόρτζια, ο Ποσάδα συμμετείχε στην οργάνωση της εισβολής στον Κόλπο των Χοίρων και στη συνέχεια εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο διαβόητους τρομοκράτες στην ιστορία του δυτικού ημισφαιρίου, δρώντας επί δεκαετίες με τη γνώση, την προστασία και συχνά την άμεση καθοδήγηση των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών.

Υπήρξε βασικός οργανωτής της βομβιστικής επίθεσης του 1976 στην πτήση 455 της Cubana Airlines -της φονικότερης αεροπορικής τρομοκρατικής ενέργειας στην αμερικανική ήπειρο πριν από την 11η Σεπτεμβρίου 2001- κατά την οποία σκοτώθηκαν και οι 73 επιβαίνοντες, ανάμεσά τους ολόκληρη η εθνική εφηβική ομάδα ξιφασκίας της Κούβας.

Η Βενεζουέλα, όπου σχεδιάστηκε η επίθεση και όπου ο Ποσάδα είχε αποκτήσει υπηκοότητα, τον συνέλαβε για την υπόθεση και τον κράτησε φυλακισμένο επί χρόνια, μέχρι που δραπέτευσε το 1985 ενώ ακόμη ανέμενε να δικαστεί.

Ο Ποσάδα οργάνωσε επίσης την εκστρατεία βομβιστικών επιθέσεων σε ξενοδοχεία της Αβάνας το 1997, κατά την οποία σκοτώθηκε ο Ιταλός τουρίστας Φάμπιο ντι Τσέλμο. Τον Νοέμβριο του 2000 συνελήφθη στην Πόλη του Παναμά με περίπου 90 κιλά εκρηκτικών, στο πλαίσιο σχεδίου δολοφονίας του Φιντέλ Κάστρο. Το 2004 έλαβε χάρη από την απερχόμενη πρόεδρο του Παναμά, Μιρέγια Μοσκόσo, ύστερα από έντονες πιέσεις των ΗΠΑ.

Υπό τη συνεχή πίεση της διεθνούς κοινότητας, η κυβέρνηση Μπους συνέλαβε τελικά τον Ποσάδα, αρνήθηκε όμως να ικανοποιήσει τα αιτήματα έκδοσής του από τη Βενεζουέλα και την Κούβα. Ο Χοσέ Περτιέρα, δικηγόρος στην Ουάσιγκτον που εκπροσωπούσε τα συμφέροντα της Βενεζουέλας, σχολίασε σκωπτικά: «Τα μόνα στοιχεία βασανιστηρίων που έχω δει στην Κούβα προέρχονται από την αμερικανική βάση στο Γκουαντάναμο».

Η μοναδική κατηγορία που απήγγειλαν τελικά οι αμερικανικές αρχές στον Ποσάδα ήταν ψευδορκία: ότι είχε πει ψέματα σε αξιωματούχους μετανάστευσης για τον ρόλο του στις βομβιστικές επιθέσεις της Αβάνας κατά τη διαδικασία πολιτογράφησής του. Το 2011, ομοσπονδιακό δικαστήριο στο Ελ Πάσο τον αθώωσε ακόμη και γι’ αυτή την κατηγορία. Ο Ποσάδα Καρίλες πέθανε το 2018, σε ηλικία 90 ετών, ήσυχα, σε οίκο φροντίδας βετεράνων στη Φλόριντα.

Σήμερα, με όλο αυτό το ιστορικό να παραμένει ουσιαστικά ατιμώρητο και ανεξερεύνητο, η ίδια κυβέρνηση ανακοινώνει ποινικό κατηγορητήριο κατά του Ραούλ Κάστρο, επειδή διέταξε την αναχαίτιση αεροσκαφών που ανήκαν σε δίκτυο υπό την ηγεσία ενός από τους στενότερους συνεργάτες του Ποσάδα.

Όσα εκτυλίσσονται σήμερα κατά της Κούβας δεν αποτελούν ιστορική εξαίρεση. Αποτελούν συμπυκνωμένη έκφραση της ευρύτερης επιδίωξης του αμερικανικού ιμπεριαλισμού να συντρίψει κάθε δύναμη που αμφισβητεί την παγκόσμια κυριαρχία του – της ίδιας επιδίωξης που οδήγησε στην καταστροφή του Ιράκ, του Αφγανιστάν, της Λιβύης και της Συρίας, στη γενοκτονία στη Γάζα, στην πολιορκία του Ιράν και στην ανατροπή του Μαδούρο στη Βενεζουέλα.

Στις 14 Μαΐου, η κουβανική κυβέρνηση υποδέχθηκε στην Αβάνα τον διευθυντή της CIA Τζον Ράτκλιφ, ο οποίος απαίτησε «θεμελιώδεις αλλαγές» σε συνάντηση με τον Ραούλ Γκιγιέρμο «Ραουλίτο» Ροντρίγκες Κάστρο -εγγονό του πρώην προέδρου- και στελέχη του υπουργείου Εσωτερικών.

Η συνάντηση αυτή δείχνει ότι η εθνικιστική στρατηγική έχει φτάσει στο ιστορικό αδιέξοδό της: η καστροϊκή ηγεσία, που επέζησε έξι δεκαετιών τρομοκρατίας της CIA, βρίσκεται πλέον απέναντι από τον διευθυντή της CIA διαπραγματευόμενη τους όρους της υποταγής της. Η εργατική τάξη, στην Κούβα και διεθνώς, οφείλει να βγάλει τα αναγκαία πολιτικά συμπεράσματα.

Την ίδια ώρα, οι «αριστερές» εθνικιστικές κυβερνήσεις του Μεξικού, της Βραζιλίας και της Κολομβίας εμφανίζονται πλήρως συνένοχες στην επιχείρηση αλλαγής καθεστώτος και στον ενεργειακό αποκλεισμό που στραγγαλίζει την Κούβα.

Η διέξοδος βρίσκεται στην ανεξάρτητη πολιτική κινητοποίηση της εργατικής τάξης στις ΗΠΑ, στην Κούβα και διεθνώς: λιμενεργάτες, εργαζόμενοι στις μεταφορές, εργάτες πετρελαίου και άλλοι εργαζόμενοι που θα αρνηθούν να εφαρμόσουν τον αποκλεισμό και θα αντιταχθούν σε μια στρατιωτική επίθεση κατά της Κούβας, ως μέρος ενός ευρύτερου αγώνα ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα που καθιστά τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την τρομοκρατία δομικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης πολιτικής ζωής.

Πηγή: infowar