ενημέρωση 4:24, 2 September, 2026

Πόσα αιγοπρόβατα έχει η Ελλάδα δεν μετράνε, όσο θεωρούν ότι εκατομμύρια «πρόβατα» ό,τι και αν γίνει δεν αντιδράνε

«Τυράκι» για σταδιακή κατάργηση των τεκμηρίων διαβίωσης μπας και ξεχαστούν τα πειστήρια ότι με την ακρίβεια ο αγώνας πλέον για τους πολλούς είναι αυτός της απλής επιβίωσης.

Αγαπημένοι μου συγκάτοικοι στην τρέλα και στην παρακμή, αγαπημένα μου golden boys, αδικημένοι μου μικροαστοί, φτωχοί μου προλετάριοι, προσφέρουμε στιγμές ψυχαγωγίας και στο εξωτερικό. Ακόμη ασχολούνται -και δικαίως- με τα αιγοπρόβατα. Τα μετρήσατε παιδιά τα ζωντανά; Όχι το παλεύουμε. Γίναμε ο καλύτερος πελάτης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ανεχθήκαμε από την κυβέρνηση της υπευθυνότητας το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, ενώ έχουμε φάει τρία μνημόνια στο κεφάλι, ακόμη αναρωτιόμαστε ποιος να ‘χει άραγε το υλικό των υποκλοπών από τέσσερις «ιδιώτες» που ανενόχλητοι αποφάσισαν να παρακολουθούν πολιτικούς, στρατιωτικούς και δικαστές, η ηγεσία της Δικαιοσύνης πυροβολεί την κοινή λογική και το κοινό περί δικαίου αίσθημα, τα συστήματα ασφαλείας στα τρένα, την ανυπαρξία των οποίων πληρώσαμε με την τραγωδία στα Τέμπη, ακόμη είναι στο θα λειτουργήσουν… και απτόητοι συνεχίζουμε. Τωρα η συζήτηση θα εστιαστεί στα μέτρα στη ΔΕΘ.  Γιατί…  «δε βρίσκω τίποτε που να μην το συνηθίσατε» γράφει ο Σεφέρης.

Οποιος πρόλαβε τον Κύριο οίδε

Επιτέλους επέστρεψε – ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Παύλος Μαρινάκης, να πάρει μια ανάσα και η κυρία Αλεξάνδρα Σδούκου! Του έκανε τα … ρεπά του η έρμη και στη βάρδια της υπήρξε άτυχη, αν μη τι άλλο. Της έτυχαν οι … ταρζανιές της Τουρκίας – και μόνη αυτή, εκτός κυβέρνησης, τοποθετούνταν για την κυβέρνηση! Αλλά τελικά η τάξη αποκαταστάθηκε. Ο κ. Μαρινάκης μάλιστα έδωσε χθες και συνέντευξη στο news247.gr κι έβαλε τα πράγματα στη θέση τους. Κατ΄αρχήν – κι αυτό που ενδιαφέρει κόσμο και κοσμάκη – το «πακέτο της ΔΕΘ» θα είναι μόλις πάνω από 1 δισ. ευρώ – τόσος είναι ο «δημοσιονομικός χώρος». Ως εκ τούτου τα όσα ακούγονται, διαρρέονται και γράφονται για 1,5 και 2 δισ. ευρώ – ευγενικά το λέω – είναι εκ του περισσού. Επ΄ αυτού σας έχω ενημερώσει προ καιρού. Και γι΄ αυτό υπάρχει και η σκέψη οι παροχές του 2027 να «αμπαλαριστούν» μαζί με όσα … φαντάζεται ο πρωθυπουργός κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, ότι θα δώσει ως το … 2030! Ξέρετε για να προκαλέσει προσδοκίες, ελπίδες και τα συναφή – δεν έχει διδαχθεί ακόμη από το πάθημα του και … μέντορα του, Κώστα Σημίτη το 2003. Ας είναι….

Τα έσπασαν;

Όμως όταν ρωτήθηκε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος σχετικά με τα ..… γυαλιά του υπουργού Υγείας κ. Αδωνι Γεωργιάδη, με ένα εξαιρετικά αριστοτεχνικό τρόπο – οφείλω να το ομολογήσω – περίπου τον άδειασε. Όχι για τα γυαλιά, αλλά για το υπουργείο του! Επ΄ αυτού να σας υπενθυμίσω ότι ο κ. Γεωργιάδης και ο κ. Μαρινάκης είναι συνυποψήφιοι στον Βόρειο Τομέα της Αττικής. Τελευταία ο κ. Γεωργιάδης επειδή – όπως σας ενημέρωσα – νιώθει το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια του, λόγω της απόφασης του πρώην πρωθυπουργού κ. Αντώνη Σαμαρά να κάνει κόμμα, έκανε «δίδυμο» με την συνυποψήφια τους και υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων κυρία Νίκη Κεραμέως. Γιατί δεν έκανε με τον κ. Μαρινάκη δεν το γνωρίζω – μόλις το μάθω θα σας ενημερώσω. Και όπως καταλαβαίνετε ο κ. Μαρινάκης του την φύλαγε! Πηγαίνοντας προς τις εκλογές θα δούμε πολλά τέτοια….

Προεκλογικές καντρίλιες

Όμως όταν οι προεκλογικές καντρίλιες μεταξύ των υποψηφίων εμπλέκονται στην άσκηση της πολιτικής, σίγουρα να περιμένετε και τις συνέπειες. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος στη συνέντευξη του αναφέρθηκε και στην περίπτωση των ελευθέρων επαγγελματιών και στην τεκμαρτή φορολόγηση τους. Είπε, λοιπόν, ο κ. Μαρινάκης ότι ένας μέρος αυτού του φορολογικού βάρους θα αρθεί για να ελαφρυνθούν οι ελεύθεροι επαγγελματίες. Μάλιστα.

Στο στόχαστρο ο κ. Χατζηδάκης;

Σας θυμίζω ότι την τεκμαρτή φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών την εφάρμοσε από τον Δεκέμβριο του 2023 ο τότε υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών – και νυν αντιπρόεδρος της κυβέρνησης – κ. Κωστής Χατζηδάκης. Και μάλιστα επειδή τότε το συγκεκριμένο μέτρο απέδωσε περί τα 500 εκατ. ευρώ, αυτά δόθηκαν σε κάποια άλλη κυβερνητική παροχή. Εκτοτε ο νυν υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο κ. Κυριάκος Πιερρακάκης προσπάθησε να άρει το συγκεκριμένο μέτρο και να χρεώσει τις δημοσκοπικές του συνέπειες στον κ. Χατζηδάκη. Μέχρι προσφάτως δεν τα είχε καταφέρει. Φαίνεται ότι τώρα του πέρασε – για να το ανακοινώνει δημοσίως ο κ. Μαρινάκης. Με την προσθήκη ότι η άρση θα γίνει σταδιακά, για τους συνεπείς και με την προϋπόθεση ότι αποδίδουν άλλα μέτρα. Σας υπενθυμίζω επίσης ότι και ο κ. Χατζηδάκης είναι συνυποψήφιος στον Βόρειο Τομέα της Αττικής – και αρκετοί φιλοδοξούν να του αποσπάσουν την πρώτη θέση, που είχε πετύχει το 2023. Αναμένω τις αντιδράσεις….

Η αστική ευγένεια κι άλλα … ανέκδοτα

Α, να μην το ξεχάσω. Ο πρωθυπουργός κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, όπως γνωρίζετε έκανε ανάρτηση για την … Μαντόνα στα κοινωνικά δίκτυα. Σωστό! Ολόκληρη Μαντόνα ήρθε στην Ελλάδα να μην την … ξεβγάλει ως την πόρτα ο πρωθυπουργός; Τι θα σκεφτόταν η γυναίκα; Παρατήρησα όμως την αφωνία του για τον θάνατο του σπουδαίου ακαδημαϊκού Κωνσταντίνου Τσουκαλά, ο οποίος συμπτωματικά ανήκε στην αριστερά. Θα μου πείτε, τι να προλάβει ο άνθρωπος; Δύο χέρια έχει! Ετσι δεν είναι; Η μήπως πρόκειται για την κουλτούρα του … Χάρβαρντ; Δυστυχώς είναι κάτι χειρότερο. Όταν η αστική ευγένεια πηγαίνει περίπατο! Αντιθέτως ο πρώην πρωθυπουργός κ. Αντώνης Σαμαράς είχε την ευγένεια να γράψει δύο λόγια χωρίς «μεμψοιμιρίες»!

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Πόσο δεξιά μπορεί να πάει η ΝΔ; Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το πρόβλημα των διαρροών στην Ακροδεξιά

Η ΝΔ και η αγωνία της για τις διαρροές προς την Ακροδεξιά. Πως επιχειρεί να τις ανακόψει, υιοθετώντας τη λογική της ενσωμάτωσης, με το ρίσκο να αλλάξει η ίδια την πολιτική της φυσιογνωμία.

Η πίεση που δέχεται η Νέα Δημοκρατία από τα κόμματα που βρίσκονται στα δεξιά της – κυρίως την Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου και τη Φωνή Λογικής της Αφροδίτης Λατινοπούλου – έχει οδηγήσει την κυβέρνηση σε μια εμφανή αναπροσαρμογή της δημόσιας ρητορικής της. Το Μαξίμου ακολουθεί τη λογική που στην πολιτική επιστήμη είναι γνωστή ως «ενσωμάτωση»: το κυβερνών κόμμα επιχειρεί να αφαιρέσει από την Ακροδεξιά το μονοπώλιο σε ζητήματα που οι εκπρόσωποί της θεωρούν προνομιακό πεδίο πολιτικής έκφρασης. Πάρτε για παράδειγμα το μεταναστευτικό.

Αμφιλεγόμενο και ακροδεξιό

Στη διαχείρισή του συγκεκριμένου ζητήματος αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ο Θάνος Πλεύρης στη συνέντευξη που έδωσε πριν μερικές μέρες στο εξαιρετικά αμφιλεγόμενο αμερικανικό δίκτυο, Breitbart News. Πρόκειται για ένα δίκτυο που στήριξε φανατικά την επανεκλογή Τραμπ στις αμερικανικές εκλογές. Αξίζει να σημειωθεί ότι έχει χαρακτηριστεί από μεγάλο μέρος του αμερικανικού Τύπου και της ακαδημαϊκής κοινότητας ως μέσο της αμερικανικής άκρας δεξιάς και έχει κατηγορηθεί επανειλημμένα για διασπορά παραπληροφόρησης και θεωριών συνωμοσίας.

Σε αυτό το μέσο λοιπόν ο κ. Πλεύρης βρήκε την ευκαιρία να εκφράσει τον θαυμασμό του στο πρόσωπο του Ντόναλντ Τραμπ, εξαίροντας την μεταναστευτική πολιτική του από τότε που ανέλαβε και πάλι τα ηνία των ΗΠΑ. Μάλιστα, ήταν τέτοιος ο θαυμασμός του κ. Πλεύρη, που ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος αναδημοσίευσε στη συνέχεια τη συνέντευξη στο Truth Social.

Δεν είναι η πρώτη φορά που στελέχη της ΝΔ «φλερτάρουν» με το ακροδεξιό μέσο, επιχειρώντας να αποκτήσουν μεγαλύτερη επαφή με τον αμερικανικό παράγοντα και τον Λευκό Οίκο. Λίγες μέρες πριν τον κ. Πλεύρη, είχαν προηγηθεί ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, αλλά και ο γραμματέας της ΝΔ, Κωνσταντίνος Κυρανάκης.

Μάλιστα, επιδόθηκαν σε έναν… άτυπο διαγωνισμό αναφορικά με το ποιος θα υμνήσει καλύτερα τον Αμερικανό Πρόεδρο. Για τον κ. Γεωργιάδη, ο Ντόναλντ Τραμ είναι «ο φυσικός ηγέτης του δυτικού κόσμου», ενώ για τον κ. Κυρανάκη, «ο πραγματικός ηγέτης της Δύσης».

Η προσέγγιση

Η προσέγγιση αυτή δεν αποτελεί πρωτοβουλία μεμονωμένων υπουργών. Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δώσει δύο συνεντεύξεις στο Breitbart μέσα σε διάστημα περίπου ενός έτους, παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο μέσο βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο της κριτικής για τη δημοσιογραφική του αξιοπιστία. Η επιλογή δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί τυχαία, καθώς εντάσσεται στην προσπάθεια καλλιέργειας διαύλων επικοινωνίας με το περιβάλλον του Ντόναλντ Τραμπ και τον Λευκό Οίκο.

Η στρατηγική αυτή απέδωσε και σε επίπεδο συμβολισμών. Μετά τη δεύτερη συνέντευξη, ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε δημοσίως τον Κυριάκο Μητσοτάκη «εξαιρετικό σύμμαχο» και «φανταστικό τύπο», προσφέροντας στον Έλληνα πρωθυπουργό μια ιδιαίτερα θετική αναφορά σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνησή του επιχειρεί να ανακτήσει το πιο συντηρητικό εκλογικό ακροατήριο.

Το κρίσιμο ερώτημα

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή η στρατηγική. Η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να απορροφήσει την πολιτική πίεση που δέχεται από τα δεξιά της, χωρίς να επιτρέψει στους φορείς της Ακροδεξιάς να μετατραπούν σε αυτόνομους, ισχυρούς πόλους.

Πρόκειται για μια λεπτή ισορροπία: από τη μία πλευρά, το Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζει ότι ένα τμήμα του εκλογικού σώματος που παραδοσιακά ψήφιζε ΝΔ έχει μετακινηθεί προς την Ελληνική Λύση και τη Φωνή Λογικής· από την άλλη, αντιλαμβάνεται ότι η πλήρης υιοθέτηση της πολιτικής τους ατζέντας θα μπορούσε να αλλοιώσει το ευρωπαϊκό και φιλελεύθερο προφίλ που αποτελεί βασικό στοιχείο της κυβερνητικής ταυτότητας.

Μπορεί να ζήσει με αυτό; Η εικόνα της και τα πεπραγμένα της κατά την τελευταία επταετία που βρίσκεται στην εξουσία λέει ότι μπορεί. Εξάλλου δεν κάνει τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από άλλες συντηρητικές κυβερνήσεις της Ε.Ε. που αντιμετωπίζουν το ίδιο ακριβώς πρόβλημα: τη διαρροή ψηφοφόρων στα δεξιά τους.

Η επιλογή της ενσωμάτωσης

Έτσι, η επιλογή που διαμορφώνεται είναι περισσότερο αυτή της ενσωμάτωσης παρά της σύγκρουσης. Η κυβέρνηση υιοθετεί σκληρότερη γλώσσα σε ζητήματα μετανάστευσης και ασφάλειας, επιχειρεί να επαναφέρει στο προσκήνιο έννοιες όπως η προστασία των συνόρων και η αυστηρότερη εφαρμογή των επιστροφών και ταυτόχρονα επενδύει σε μια ρητορική που απευθύνεται στο αίσθημα εθνικής ασφάλειας.

Η πρόσφατη δημόσια παρουσία του Θάνου Πλεύρη στο μεταναστευτικό -αλλά και του προκατόχου του Μάκη Βορίδη- αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετατόπισης, καθώς η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο αποτελεσματικότερος εκφραστής μιας πολιτικής που τα κόμματα στα δεξιά της διεκδικούν ως προνομιακό τους πεδίο.

Αντίστροφα

Το πρόβλημα για τη ΝΔ είναι ότι η πολιτική αυτή μπορεί να λειτουργήσει και αντίστροφα. Όσο περισσότερο υιοθετεί στοιχεία της ατζέντας των κομμάτων της Ακροδεξιάς, τόσο δυσκολότερο γίνεται να πείσει τους ψηφοφόρους ότι η αυθεντική εκδοχή αυτής της ατζέντας βρίσκεται στο κυβερνητικό κόμμα και όχι στους αυθεντικούς εκφραστές της. Η Αφροδίτη Λατινοπούλου, άλλωστε, επιχειρεί ακριβώς να οικοδομήσει αυτή την αντίφαση, κατηγορώντας τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι έχει μετατρέψει τη ΝΔ σε ένα κόμμα χωρίς σαφή δεξιά ταυτότητα.

Κι εδώ τίθεται το διαχρονικό ερώτημα: Γιατί κάποιος να προτιμήσει το αντίγραφο όταν έχει την επιλογή του πρωτότυπου; Στη ΝΔ υπάρχουν σήμερα ουκ ολίγα πρόσωπα που γνωρίζουν την απάντηση. Άδωνις Γεωργιάδης, Θάνος Πλεύρης, Μάκης Βορίδης προέρχονται από τον ακροδεξιό ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη και ήταν εκείνοι που πριν κάποια χρόνια ασκούσαν έντονη κριτική στη ΝΔ από τα δεξιά.

Το ίδιο ισχύει και για τον Κυριάκο Βελόπουλο, ο οποίος επιχειρεί να εμφανιστεί ως η πιο συνεπής αντιπολιτευτική δύναμη απέναντι στην κυβέρνηση, επενδύοντας στην οργή, στην απογοήτευση και στην αίσθηση ότι η ΝΔ έχει απομακρυνθεί από ένα τμήμα της παραδοσιακής δεξιάς βάσης της.

Ας μην ξεχνάμε και την εκκρεμότητα για το κόμμα Σαμαρά, όπου στην κυβέρνηση κάνουν υπολογισμούς για την εκλογική ζημιά που αυτό μπορεί να επιφέρει. Εν ολίγοις μιλάμε για έναν τριπλό πονοκέφαλο για το Μαξίμου.

Η μάχη

Κατά συνέπεια, η μάχη της ΝΔ με όσους βρίσκονται στα δεξιά της δεν είναι απλώς μάχη για μερικές εκλογικές μονάδες. Είναι μάχη για το ποιος θα καθορίσει το περιεχόμενο της ελληνικής Δεξιάς στην επόμενη πολιτική περίοδο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να κρατήσει ενωμένη μια ευρύτερη εκλογική συμμαχία, στην οποία συνυπάρχουν φιλελεύθεροι, κεντροδεξιοί, συντηρητικοί και ψηφοφόροι με σαφώς πιο σκληρές θέσεις σε ζητήματα ταυτότητας και μετανάστευσης.

Η πρόκληση είναι να μετατοπίσει τη ρητορική του αρκετά ώστε να ανακόψει τις διαρροές προς τα δεξιά, χωρίς να μετατρέψει τη ΝΔ σε κάτι διαφορετικό από το κόμμα που κέρδισε τις εκλογές του 2019 και του 2023.

Ο κίνδυνος

Σε αυτή την εξίσωση βρίσκεται και ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το κυβερνών κόμμα. Η Ακροδεξιά δεν χρειάζεται απαραίτητα να γίνει κυβέρνηση για να κερδίσει πολιτικά. Αρκεί να επιβάλει τη θεματολογία της. Αν η ΝΔ υποχρεώνεται διαρκώς να απαντά με τους δικούς της όρους στα ζητήματα που θέτουν ο Κυριάκος Βελόπουλος και η Αφροδίτη Λατινοπούλου, τότε ένα μέρος της πολιτικής ατζέντας έχει ήδη μετακινηθεί προς τα δεξιά.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα καταφέρει να επαναφέρει στη ΝΔ τους ψηφοφόρους που έχουν φύγει προς τα δεξιά. Είναι αν, στην προσπάθειά του να τους επαναφέρει, θα καταφέρει να κρατήσει εκείνους που είχε κερδίσει από το κέντρο. Και αυτή είναι ίσως η πιο δύσκολη εξίσωση με την οποία θα βρεθεί αντιμέτωπος.

«Εκπυρσοκροτεί» ο πόλεμος του Τραμπ στα ΜΜΕ – Γιατί οι μεγάλοι όμιλοι περνούν στην αντεπίθεση

Από τη Disney μέχρι το BBC, μεγάλα μέσα επιλέγουν πλέον τη σύγκρουση με τον Τραμπ, μεταφέροντας τον πόλεμο για την ελευθερία του Τύπου στα δικαστήρια

Για ένα διάστημα, η τακτική των μεγάλων αμερικανικών μέσων απέναντι στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έμοιαζε να υπακούει σε έναν απλό κανόνα: καλύτερα ένας γρήγορος συμβιβασμός παρά μια μακρά και ακριβή σύγκρουση με τον Λευκό Οίκο. Μετά τις εκλογές του 2024, τόσο η Disney όσο και η Paramount επέλεξαν να κλείσουν δικαστικές διαφορές με τον Τραμπ καταβάλλοντας εκατομμύρια δολάρια.

Σήμερα, όμως, το κλίμα μοιάζει διαφορετικό. Η Disney βρίσκεται σε ανοιχτή δικαστική σύγκρουση με την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών των ΗΠΑ (FCC), οι New York Times υπερασπίζονται τις δημοσιεύσεις τους απέναντι στις αγωγές του Αμερικανού προέδρου, ενώ BBC και Wall Street Journal δίνουν τις δικές τους νομικές μάχες.

Όπως καταγράφουν οι Financial Times, αρκετοί μεγάλοι όμιλοι φαίνεται να έχουν καταλήξει σε ένα διαφορετικό συμπέρασμα: η υποχώρηση απέναντι στον Τραμπ δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η πίεση θα σταματήσει. Και όσο πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, η επιλογή μιας παρατεταμένης δικαστικής μάχης αποκτά και πολιτική διάσταση.
 

Από τον συμβιβασμό στην αντεπίθεση

Η Disney είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της μεταστροφής. Μετά τις εκλογές του 2024 είχε καταβάλει 15 εκατ. δολάρια, συν τα σχετικά έξοδα, για να διευθετήσει αγωγή του Τραμπ. Αντίστοιχα, η Paramount, ιδιοκτήτρια του CBS, προχώρησε σε συμβιβασμό ύψους 16 εκατ. δολαρίων.

Οι κινήσεις αυτές είχαν προκαλέσει ανησυχίες ότι οι μεγάλοι μιντιακοί όμιλοι θα προτιμούσαν να αποφεύγουν τις συγκρούσεις με έναν ενισχυμένο Τραμπ στη δεύτερη θητεία του.

Η Disney κάνει τώρα ακριβώς το αντίθετο. Προσέφυγε δικαστικά εναντίον της FCC, κατηγορώντας τη ρυθμιστική Αρχή για «εκστρατεία αντιποίνων» εναντίον του ABC εξαιτίας του περιεχομένου που μεταδίδει.

Τον Απρίλιο, η FCC αποφάσισε να προχωρήσει πρόωρα στην εξέταση της ανανέωσης αδειών του δικτύου. Σύμφωνα με τους FT, κάτι αντίστοιχο δεν είχε συμβεί εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα. Παράλληλα, εξετάζεται εάν το «The View», μία από τις γνωστότερες εκπομπές του ABC, παραβίασε τους κανόνες των τηλεοπτικών μεταδόσεων.

Επικεφαλής της FCC είναι ο Μπρένταν Καρ, επιλογή του Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει ζητήσει επανειλημμένα την ανάκληση αδειών του ABC και έχει επιτεθεί δημόσια σε πρόσωπα του δικτύου, μεταξύ των οποίων ο Τζίμι Κίμελ.

Ο Καρ αρνείται ότι οι ενέργειες της Επιτροπής συνδέονται με τις επιθέσεις του Τραμπ. Η Disney, από την άλλη, θεωρεί ότι η χρονική ακολουθία των γεγονότων ενισχύει τον ισχυρισμό της ότι πρόκειται για προσπάθεια πίεσης σε ένα δίκτυο που αρνείται να προσαρμοστεί στις επιθυμίες της κυβέρνησης.

Ακόμη και η Άννα Γκόμεζ, η μοναδική Δημοκρατική στην FCC, έχει κατηγορήσει την Επιτροπή για μια «διαρκή, συντονισμένη εκστρατεία λογοκρισίας και ελέγχου» απέναντι στην Disney και το ABC.

YouTube thumbnail

Όταν ο φόβος των αντιποίνων φτάνει στη σύνταξη

Η προσφυγή της Disney αποκτά μεγαλύτερη σημασία εξαιτίας μιας παραδοχής του ABC. Όπως αναφέρουν οι Financial Times, σε δικαστικό έγγραφο το δίκτυο περιγράφει πώς η πιθανότητα κυβερνητικών αντιποίνων είχε ήδη επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο λάμβανε συντακτικές αποφάσεις.

Σε μία περίπτωση, το ABC αποφάσισε να μεταδώσει ζωντανά ομιλία του Τραμπ γνωρίζοντας ότι ο πρόεδρος επιθυμούσε τη μετάδοση και λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο αντίδρασης της κυβέρνησης εάν δεν το έκανε.

Για την Disney, επομένως, το διακύβευμα ξεπερνά τις άδειες ενός τηλεοπτικού δικτύου. Το επιχείρημά της είναι ότι, εάν μια κυβέρνηση μπορεί να χρησιμοποιεί έναν ομοσπονδιακό μηχανισμό για να πιέσει ένα μέσο εξαιτίας του περιεχομένου του, τότε κάθε ειδησεογραφικός οργανισμός θα αναγκάζεται να συνυπολογίζει τις πιθανές πολιτικές συνέπειες πριν πάρει μια δημοσιογραφική απόφαση.

Η FCC απορρίπτει αυτή την ερμηνεία και αναφέρει ότι εξετάζει εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο καταγγελίες για «παράνομες διακρίσεις DEI» από τη Disney.

«Ο κατευνασμός δεν είναι στρατηγική»

Η υπόθεση της Disney εντάσσεται σε μια ευρύτερη αλλαγή που καταγράφουν οι FT. Στην πρώτη θητεία του Τραμπ, η αντιπαράθεση με τα μέσα εκφραζόταν κυρίως μέσα από δημόσιες επιθέσεις, χαρακτηρισμούς περί «fake news» και την επαναλαμβανόμενη κατηγορία ότι δημοσιογράφοι και οργανισμοί αποτελούσαν «εχθρούς του λαού».

Στη δεύτερη θητεία, η σύγκρουση έχει μεταφερθεί περισσότερο στα δικαστήρια και στις ενέργειες κρατικών και ρυθμιστικών φορέων.

Ο δικηγόρος Μπομπ Κορν-Ριβίρ, ειδικός σε θέματα Πρώτης Τροπολογίας, επισημαίνει ότι στην πρώτη θητεία υπήρχαν περισσότερο λόγια, ενώ τώρα υπάρχουν συγκεκριμένες ενέργειες.

Για τον Μάρτι Κάπλαν, καθηγητή επικοινωνίας και δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας, οι εταιρείες έχουν πλέον καταλάβει ότι «ο κατευνασμός δεν είναι στρατηγική».

Ο δικηγόρος Λι Λεβίν εκτιμά ότι ορισμένοι οργανισμοί πίστεψαν αρχικά πως, εάν έκλειναν γρήγορα τις διαφορές τους με τον Τραμπ, η πίεση θα υποχωρούσε. Αυτό, όμως, δεν συνέβη.

Η αναλύτρια Κλερ Έντερς θεωρεί επίσης ότι ο φόβος απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο «δεν λειτουργεί όπως παλιά». Στην εξίσωση μπαίνουν πλέον και οι ενδιάμεσες εκλογές, που θα μπορούσαν να μεταβάλουν τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον.

YouTube thumbnail

Η μάχη για την Πρώτη Τροπολογία

Νομικοί που μίλησαν στους FT θεωρούν ότι πίσω από αυτές τις υποθέσεις βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο ζήτημα: τα όρια της κυβερνητικής εξουσίας απέναντι στην ελευθερία του Τύπου.

Ο γνωστός νομικός Φλόιντ Έιμπραμς δεν πιστεύει ότι τα μέσα αισθάνονται ξαφνικά περισσότερο «ενθαρρυμένα». Θεωρεί ότι έχουν γίνει περισσότερο ανήσυχα για αυτό που αντιλαμβάνονται ως επίθεση στα δικαιώματα της Πρώτης Τροπολογίας. Κατά τον ίδιο, καμία προηγούμενη FCC δεν είχε παίξει τόσο εμφανώς πολιτικό ρόλο.

Υπάρχει, βέβαια, και η αντίθετη ανάγνωση. Ο Ντάνιελ Σουρ, πρόεδρος του συντηρητικού Center for American Rights, υποστηρίζει ότι επί δεκαετίες η FCC είχε απομακρυνθεί από τον ρυθμιστικό της ρόλο και ότι ο Καρ απλώς επαναφέρει κανόνες που αποτελούσαν παραδοσιακά μέρος του αμερικανικού συστήματος ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων.

Από την πλευρά του Τραμπ, δεν υπάρχει ένδειξη υποχώρησης. Εκπρόσωπος της νομικής του ομάδας δήλωσε στους Financial Times ότι ο πρόεδρος θα συνεχίσει να ζητά λογοδοσία από όσους θεωρεί ότι διακινούν «ψέματα, εξαπάτηση και fake news» για να δυσφημήσουν τον ίδιο, το κίνημα MAGA και τους Αμερικανούς.

YouTube thumbnail

Δεν είναι μόνο η Disney

Ο Τραμπ έχει παράλληλα ανοιχτά δικαστικά μέτωπα με μερικούς από τους μεγαλύτερους ειδησεογραφικούς οργανισμούς διεθνώς.

Οι New York Times έχουν ζητήσει την απόρριψη αγωγής του, υποστηρίζοντας ότι δεν έχει καταφέρει να τεκμηριώσει τον απαιτούμενο «πραγματικό δόλο». Τον Ιούλιο, το υπουργείο Δικαιοσύνης εγκατέλειψε προσπάθεια να κλητεύσει τέσσερις δημοσιογράφους της εφημερίδας μετά από ρεπορτάζ για ζητήματα ασφαλείας στο νέο Air Force One.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διαμάχη με το BBC. Ο βρετανικός οργανισμός ζητά την απόρριψη της αγωγής του Τραμπ και έχει επιδιώξει πρόσβαση σε οικονομικά στοιχεία προκειμένου να εξετάσει κατά πόσο μπορεί να αποδειχθεί η οικονομική ζημία που επικαλείται. Παράλληλα επιχειρεί να κλητεύσει μέλη της οικογένειάς του.

Για τον Κάπλαν, η υπόθεση δείχνει τη δύναμη που μπορεί να έχει η διαδικασία αποκάλυψης στοιχείων: μια αγωγή εναντίον ενός μέσου μπορεί τελικά να υποχρεώσει τον ίδιο τον ενάγοντα να παραδώσει πληροφορίες που διαφορετικά θα παρέμεναν ιδιωτικές.

Ανοιχτό παραμένει και το μέτωπο με τη Wall Street Journal. Ο Τραμπ χρειάστηκε να τροποποιήσει αγωγή δυσφήμησης ύψους 10 δισ. δολαρίων μετά τη δημοσίευση από την εφημερίδα ενός άσεμνου σκίτσου, το οποίο φέρεται να είχε δημιουργηθεί και υπογραφεί από εκείνον για λεύκωμα γενεθλίων του Τζέφρι Έπσταϊν. Ο ίδιος αρνείται ότι το δημιούργησε.

YouTube thumbnail

Το στοίχημα του χρόνου

Υπάρχει, τέλος, ένας ακόμη παράγοντας που φαίνεται να επηρεάζει τη στάση των μεγάλων ομίλων ενημέρωσης: ο χρόνος.

Μια σύνθετη δικαστική υπόθεση μπορεί να χρειαστεί ακόμη και δύο χρόνια για να εξελιχθεί. Μέχρι τότε, όμως, το πολιτικό τοπίο στις ΗΠΑ μπορεί να έχει αλλάξει σημαντικά. Οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου ενδέχεται να ανατρέψουν τις ισορροπίες στο Κογκρέσο, ενώ όσο οι υποθέσεις παραμένουν ανοιχτές τόσο μικραίνει ο πολιτικός χρόνος που απομένει στη δεύτερη θητεία του Τραμπ.

Για τους ομίλους ενημέρωσης, επομένως, η επιλογή να μην υποχωρήσουν δεν προϋποθέτει ότι περιμένουν μια γρήγορη δικαστική νίκη. Το να κερδίσουν χρόνο μπορεί από μόνο του να αποτελεί μέρος της στρατηγικής τους.

Μια ενδεχόμενη δικαίωση της Disney στη διαμάχη της με την FCC θα μπορούσε, παράλληλα, να αλλάξει τα δεδομένα και για άλλες εταιρείες που βρίσκονται ή μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με ανάλογες πιέσεις. Οι υποθέσεις που εκδικάζονται σήμερα έχουν επίσης τη δυνατότητα να δημιουργήσουν νέα νομολογία για τα όρια της κυβερνητικής παρέμβασης απέναντι στον Τύπο.

Υπάρχει έτσι το ενδεχόμενο η ένταση των δικαστικών συγκρούσεων να φέρει ένα αποτέλεσμα διαφορετικό από εκείνο που θα περίμενε κανείς. Αντί οι αλλεπάλληλες νομικές μάχες να κάνουν τα μέσα περισσότερο επιφυλακτικά, μπορεί να τα ωθήσουν να υπερασπιστούν πιο αποφασιστικά τα δικαιώματά τους.

Σε αυτή τη νέα φάση της αντιπαράθεσης, τα δικαστήρια δεν αποτελούν πλέον μόνο το πεδίο στο οποίο ο Τραμπ επιλέγει να συγκρουστεί με τα μέσα ενημέρωσης. Γίνονται ταυτόχρονα το πεδίο στο οποίο η Disney, το BBC, οι New York Times και άλλοι μεγάλοι οργανισμοί δείχνουν πλέον διατεθειμένοι να δώσουν τη μάχη μέχρι τέλους.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ψυχιατρείο χρειάζονται όσοι πιστεύουν ότι η χώρα δεν πρέπει ποτέ να αλλάξει κυβέρνηση

Κάποιοι μάλλον έχουν ξεχάσει ότι δημοκρατία σημαίνει κυβερνητική εναλλαγή βάσει της λαϊκής βούλησης και όχι «Μητσοτάκης μέχρι να σβήσει ο ήλιος»

Καταλαβαίνω ότι κάποιοι άνθρωποι δεν θέλουν να αλλάξει η κυβέρνηση. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις είναι γύρω στο 25%. Αυτό αποτυπώνει ιδεολογικές προτιμήσεις ή ίσως απλώς ότι αισθάνονται ότι αυτή η κυβέρνηση υπερασπίστηκε τα συμφέροντά τους. Πάντως, την ίδια στιγμή όλη η υπόλοιπη ελληνική κοινωνία θέλει τα πράγματα να αλλάξουν. Ωστόσο, σαφώς αναγνωρίζω το δικαίωμα, από θέση αρχής, να υποστηρίζει κανείς τη Νέα Δημοκρατία.

Όμως, έχω σοβαρό πρόβλημα με εκείνους που δεν αρκούνται στην υποστήριξη της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά προσπαθούν με επικίνδυνες υπεραπλουστεύσεις και ισοπέδωση των πάντων να μας πείσουν ότι είναι και η μόνη ορθολογική επιλογή. Για την ακρίβεια υποστηρίζουν ότι είναι για το ψυχιατρείο όσοι πιστεύουν ότι η χώρα χρειάζεται κάποιου είδους πολιτική αλλαγή και αναζητούν εναλλακτική.

Αναρωτιέμαι από πού αντλούν αυτή την αλαζονεία και αυτή τη βεβαιότητα, με ποιο δικαίωμα χλευάζουν τη λαϊκή κρίση και βούληση, όπως αυτή καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις, που με βάση τα όσα αποτυπώνονται, η κυβέρνηση αυτή τη στιγμή έχει κακή βαθμολογία σε όλους τους τομείς και την κοινωνία, στη μεγάλη πλειοψηφία της, εχθρική απέναντί της.

Δηλαδή, καταλαβαίνω κάποιον που θα προέτρεπε την κυβέρνηση να πάρει φιλολαϊκά μέτρα, να κάνει αυτοκριτική, να διορθώσει την πολιτική της στόχευση, ακριβώς επειδή η κοινωνία είναι τόσο εχθρική.

Όμως, το να υποστηρίζεις ότι η πλειοψηφία της κοινωνίας, επί της ουσίας, δεν ξέρει τι της γίνεται, δεν είναι ακριβώς «δημοκρατική τοποθέτηση».

Θυμίζει τις απόψεις των συντηρητικών οπαδών του «Παλαιού Καθεστώτος» στον 19ο αιώνα που υποστήριζαν ότι το πρόβλημα με τη δημοκρατία ήταν ότι θα δινόταν εξουσία στους φτωχούς που εξ ορισμού στα μάτια τους δεν είχαν τις διανοητικές ικανότητες για να μπορούν να αποφασίζουν για το μέλλον μιας χώρας.

Και τώρα κάτι ανάλογο έχουμε. Δεν είναι τυχαίο ότι όσοι σήμερα λένε ότι είναι για το ψυχιατρείο όσοι υποστηρίζουν ότι η χώρα χρειάζεται πολιτική αλλαγή και αυτό είναι εφικτό, είναι οι ίδιοι που έβγαιναν το 2015 και ισχυρίζονταν -προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες στην τρόικα εσωτερικού και εξωτερικού- ότι η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας, που υπέφερε από την ανθρωπιστική καταστροφή και υποστήριξε το «ΟΧΙ» δεν είχε επαφή με την πραγματικότητα και οδηγούσε τη χώρα στα βράχια.

Ούτε είναι τυχαίο ότι από τότε διατηρείται αυτό το ιδιαίτερο μίσος για όσους ανθρώπους δεν ήταν ούτε με τα μνημόνια ούτε με τη σημερινή διακυβέρνηση. Ουσιαστικά, είναι μια αντίληψη που λέει ότι μόνο το ένα τρίτο της ελληνικής κοινωνίας θα πρέπει να έχει αληθινό δικαίωμα πολιτικής συμμετοχής, όπως και ότι οι περισσότερες πολιτικές παρατάξεις, περίπου όλες εκτός από τη Νέα Δημοκρατία και όσα στελέχη του ΠΑΣΟΚ θα ήθελαν συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, δεν θα έπρεπε καν να συμμετέχουν στη Βουλή, παρά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα μιλούν πολύ και θα αποδέχονται να είναι για πάντα στην αντιπολίτευση.

Μικρή σημασία έχει για αυτούς τους «δημοσιολογούντες» ότι έχουν χάσει οποιαδήποτε επαφή με την πραγματικότητα, ιδίως με αυτή που βιώνουν τα λαϊκά στρώματα και η μεσαία τάξη. Τους αρκεί να αισθάνονται ότι παραμένουν κοντά στους διαδρόμους μιας εξουσίας που εξακολουθεί να τους θεωρεί χρήσιμους – αν και το «χρήσιμους ηλίθιους» θα ήταν μάλλον μια πιο ακριβής περιγραφή.

Γι’ αυτόν τον λόγο και πλέον έχουν φτάσει στο σημείο να μιλούν τόσο απαξιωτικά για τα κόμματα της αντιπολίτευσης, για τους ψηφοφόρους τους και βεβαίως για τους ηγέτες αυτών των κομμάτων – αναλογιστείτε εάν ποτέ στο παρελθόν θα τολμούσε κάποιος να ξεστομίσει ή να γράψει ότι όποιον επιθυμεί πολιτική αλλαγή στη χώρα, πρέπει να έρθουν να τον παραλάβουν οι «κύριοι με τις άσπρες μπλούζες».

Πάντως, εάν κάποιοι θα έπρεπε όντως να ζητήσουν μια στοιχειώδη εξέταση ως προς την ικανότητά τους να αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα, είναι όποιοι ακόμη και σήμερα θεωρούν ότι οποιαδήποτε πολιτική αλλαγή στη χώρα θα ήταν καταστροφή.

Σε τελική ανάλυση, μια τέτοια επίσκεψη ίσως ήταν αποκαλυπτική για το ότι πλέον πιθανώς πρέπει να πάρουν σύνταξη και να σταματήσουν να εκτίθενται με ορατό κίνδυνο τη γελοιοποίηση. Γιατί από ένα σημείο και μετά δεν αρκεί να μπορείς ακόμη να χτυπήσεις το πληκτρολόγιο. Θα πρέπει να μπορείς να πεις και κάτι ουσιαστικό. Σε τελική ανάλυση ας το θεωρήσουν και τιμητική αποστρατεία.