ενημέρωση 12:18, 24 August, 2026

«Εκπυρσοκροτεί» ο πόλεμος του Τραμπ στα ΜΜΕ – Γιατί οι μεγάλοι όμιλοι περνούν στην αντεπίθεση

Από τη Disney μέχρι το BBC, μεγάλα μέσα επιλέγουν πλέον τη σύγκρουση με τον Τραμπ, μεταφέροντας τον πόλεμο για την ελευθερία του Τύπου στα δικαστήρια

Για ένα διάστημα, η τακτική των μεγάλων αμερικανικών μέσων απέναντι στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έμοιαζε να υπακούει σε έναν απλό κανόνα: καλύτερα ένας γρήγορος συμβιβασμός παρά μια μακρά και ακριβή σύγκρουση με τον Λευκό Οίκο. Μετά τις εκλογές του 2024, τόσο η Disney όσο και η Paramount επέλεξαν να κλείσουν δικαστικές διαφορές με τον Τραμπ καταβάλλοντας εκατομμύρια δολάρια.

Σήμερα, όμως, το κλίμα μοιάζει διαφορετικό. Η Disney βρίσκεται σε ανοιχτή δικαστική σύγκρουση με την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών των ΗΠΑ (FCC), οι New York Times υπερασπίζονται τις δημοσιεύσεις τους απέναντι στις αγωγές του Αμερικανού προέδρου, ενώ BBC και Wall Street Journal δίνουν τις δικές τους νομικές μάχες.

Όπως καταγράφουν οι Financial Times, αρκετοί μεγάλοι όμιλοι φαίνεται να έχουν καταλήξει σε ένα διαφορετικό συμπέρασμα: η υποχώρηση απέναντι στον Τραμπ δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η πίεση θα σταματήσει. Και όσο πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, η επιλογή μιας παρατεταμένης δικαστικής μάχης αποκτά και πολιτική διάσταση.
 

Από τον συμβιβασμό στην αντεπίθεση

Η Disney είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της μεταστροφής. Μετά τις εκλογές του 2024 είχε καταβάλει 15 εκατ. δολάρια, συν τα σχετικά έξοδα, για να διευθετήσει αγωγή του Τραμπ. Αντίστοιχα, η Paramount, ιδιοκτήτρια του CBS, προχώρησε σε συμβιβασμό ύψους 16 εκατ. δολαρίων.

Οι κινήσεις αυτές είχαν προκαλέσει ανησυχίες ότι οι μεγάλοι μιντιακοί όμιλοι θα προτιμούσαν να αποφεύγουν τις συγκρούσεις με έναν ενισχυμένο Τραμπ στη δεύτερη θητεία του.

Η Disney κάνει τώρα ακριβώς το αντίθετο. Προσέφυγε δικαστικά εναντίον της FCC, κατηγορώντας τη ρυθμιστική Αρχή για «εκστρατεία αντιποίνων» εναντίον του ABC εξαιτίας του περιεχομένου που μεταδίδει.

Τον Απρίλιο, η FCC αποφάσισε να προχωρήσει πρόωρα στην εξέταση της ανανέωσης αδειών του δικτύου. Σύμφωνα με τους FT, κάτι αντίστοιχο δεν είχε συμβεί εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα. Παράλληλα, εξετάζεται εάν το «The View», μία από τις γνωστότερες εκπομπές του ABC, παραβίασε τους κανόνες των τηλεοπτικών μεταδόσεων.

Επικεφαλής της FCC είναι ο Μπρένταν Καρ, επιλογή του Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει ζητήσει επανειλημμένα την ανάκληση αδειών του ABC και έχει επιτεθεί δημόσια σε πρόσωπα του δικτύου, μεταξύ των οποίων ο Τζίμι Κίμελ.

Ο Καρ αρνείται ότι οι ενέργειες της Επιτροπής συνδέονται με τις επιθέσεις του Τραμπ. Η Disney, από την άλλη, θεωρεί ότι η χρονική ακολουθία των γεγονότων ενισχύει τον ισχυρισμό της ότι πρόκειται για προσπάθεια πίεσης σε ένα δίκτυο που αρνείται να προσαρμοστεί στις επιθυμίες της κυβέρνησης.

Ακόμη και η Άννα Γκόμεζ, η μοναδική Δημοκρατική στην FCC, έχει κατηγορήσει την Επιτροπή για μια «διαρκή, συντονισμένη εκστρατεία λογοκρισίας και ελέγχου» απέναντι στην Disney και το ABC.

YouTube thumbnail

Όταν ο φόβος των αντιποίνων φτάνει στη σύνταξη

Η προσφυγή της Disney αποκτά μεγαλύτερη σημασία εξαιτίας μιας παραδοχής του ABC. Όπως αναφέρουν οι Financial Times, σε δικαστικό έγγραφο το δίκτυο περιγράφει πώς η πιθανότητα κυβερνητικών αντιποίνων είχε ήδη επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο λάμβανε συντακτικές αποφάσεις.

Σε μία περίπτωση, το ABC αποφάσισε να μεταδώσει ζωντανά ομιλία του Τραμπ γνωρίζοντας ότι ο πρόεδρος επιθυμούσε τη μετάδοση και λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο αντίδρασης της κυβέρνησης εάν δεν το έκανε.

Για την Disney, επομένως, το διακύβευμα ξεπερνά τις άδειες ενός τηλεοπτικού δικτύου. Το επιχείρημά της είναι ότι, εάν μια κυβέρνηση μπορεί να χρησιμοποιεί έναν ομοσπονδιακό μηχανισμό για να πιέσει ένα μέσο εξαιτίας του περιεχομένου του, τότε κάθε ειδησεογραφικός οργανισμός θα αναγκάζεται να συνυπολογίζει τις πιθανές πολιτικές συνέπειες πριν πάρει μια δημοσιογραφική απόφαση.

Η FCC απορρίπτει αυτή την ερμηνεία και αναφέρει ότι εξετάζει εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο καταγγελίες για «παράνομες διακρίσεις DEI» από τη Disney.

«Ο κατευνασμός δεν είναι στρατηγική»

Η υπόθεση της Disney εντάσσεται σε μια ευρύτερη αλλαγή που καταγράφουν οι FT. Στην πρώτη θητεία του Τραμπ, η αντιπαράθεση με τα μέσα εκφραζόταν κυρίως μέσα από δημόσιες επιθέσεις, χαρακτηρισμούς περί «fake news» και την επαναλαμβανόμενη κατηγορία ότι δημοσιογράφοι και οργανισμοί αποτελούσαν «εχθρούς του λαού».

Στη δεύτερη θητεία, η σύγκρουση έχει μεταφερθεί περισσότερο στα δικαστήρια και στις ενέργειες κρατικών και ρυθμιστικών φορέων.

Ο δικηγόρος Μπομπ Κορν-Ριβίρ, ειδικός σε θέματα Πρώτης Τροπολογίας, επισημαίνει ότι στην πρώτη θητεία υπήρχαν περισσότερο λόγια, ενώ τώρα υπάρχουν συγκεκριμένες ενέργειες.

Για τον Μάρτι Κάπλαν, καθηγητή επικοινωνίας και δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας, οι εταιρείες έχουν πλέον καταλάβει ότι «ο κατευνασμός δεν είναι στρατηγική».

Ο δικηγόρος Λι Λεβίν εκτιμά ότι ορισμένοι οργανισμοί πίστεψαν αρχικά πως, εάν έκλειναν γρήγορα τις διαφορές τους με τον Τραμπ, η πίεση θα υποχωρούσε. Αυτό, όμως, δεν συνέβη.

Η αναλύτρια Κλερ Έντερς θεωρεί επίσης ότι ο φόβος απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο «δεν λειτουργεί όπως παλιά». Στην εξίσωση μπαίνουν πλέον και οι ενδιάμεσες εκλογές, που θα μπορούσαν να μεταβάλουν τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον.

YouTube thumbnail

Η μάχη για την Πρώτη Τροπολογία

Νομικοί που μίλησαν στους FT θεωρούν ότι πίσω από αυτές τις υποθέσεις βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο ζήτημα: τα όρια της κυβερνητικής εξουσίας απέναντι στην ελευθερία του Τύπου.

Ο γνωστός νομικός Φλόιντ Έιμπραμς δεν πιστεύει ότι τα μέσα αισθάνονται ξαφνικά περισσότερο «ενθαρρυμένα». Θεωρεί ότι έχουν γίνει περισσότερο ανήσυχα για αυτό που αντιλαμβάνονται ως επίθεση στα δικαιώματα της Πρώτης Τροπολογίας. Κατά τον ίδιο, καμία προηγούμενη FCC δεν είχε παίξει τόσο εμφανώς πολιτικό ρόλο.

Υπάρχει, βέβαια, και η αντίθετη ανάγνωση. Ο Ντάνιελ Σουρ, πρόεδρος του συντηρητικού Center for American Rights, υποστηρίζει ότι επί δεκαετίες η FCC είχε απομακρυνθεί από τον ρυθμιστικό της ρόλο και ότι ο Καρ απλώς επαναφέρει κανόνες που αποτελούσαν παραδοσιακά μέρος του αμερικανικού συστήματος ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων.

Από την πλευρά του Τραμπ, δεν υπάρχει ένδειξη υποχώρησης. Εκπρόσωπος της νομικής του ομάδας δήλωσε στους Financial Times ότι ο πρόεδρος θα συνεχίσει να ζητά λογοδοσία από όσους θεωρεί ότι διακινούν «ψέματα, εξαπάτηση και fake news» για να δυσφημήσουν τον ίδιο, το κίνημα MAGA και τους Αμερικανούς.

YouTube thumbnail

Δεν είναι μόνο η Disney

Ο Τραμπ έχει παράλληλα ανοιχτά δικαστικά μέτωπα με μερικούς από τους μεγαλύτερους ειδησεογραφικούς οργανισμούς διεθνώς.

Οι New York Times έχουν ζητήσει την απόρριψη αγωγής του, υποστηρίζοντας ότι δεν έχει καταφέρει να τεκμηριώσει τον απαιτούμενο «πραγματικό δόλο». Τον Ιούλιο, το υπουργείο Δικαιοσύνης εγκατέλειψε προσπάθεια να κλητεύσει τέσσερις δημοσιογράφους της εφημερίδας μετά από ρεπορτάζ για ζητήματα ασφαλείας στο νέο Air Force One.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διαμάχη με το BBC. Ο βρετανικός οργανισμός ζητά την απόρριψη της αγωγής του Τραμπ και έχει επιδιώξει πρόσβαση σε οικονομικά στοιχεία προκειμένου να εξετάσει κατά πόσο μπορεί να αποδειχθεί η οικονομική ζημία που επικαλείται. Παράλληλα επιχειρεί να κλητεύσει μέλη της οικογένειάς του.

Για τον Κάπλαν, η υπόθεση δείχνει τη δύναμη που μπορεί να έχει η διαδικασία αποκάλυψης στοιχείων: μια αγωγή εναντίον ενός μέσου μπορεί τελικά να υποχρεώσει τον ίδιο τον ενάγοντα να παραδώσει πληροφορίες που διαφορετικά θα παρέμεναν ιδιωτικές.

Ανοιχτό παραμένει και το μέτωπο με τη Wall Street Journal. Ο Τραμπ χρειάστηκε να τροποποιήσει αγωγή δυσφήμησης ύψους 10 δισ. δολαρίων μετά τη δημοσίευση από την εφημερίδα ενός άσεμνου σκίτσου, το οποίο φέρεται να είχε δημιουργηθεί και υπογραφεί από εκείνον για λεύκωμα γενεθλίων του Τζέφρι Έπσταϊν. Ο ίδιος αρνείται ότι το δημιούργησε.

YouTube thumbnail

Το στοίχημα του χρόνου

Υπάρχει, τέλος, ένας ακόμη παράγοντας που φαίνεται να επηρεάζει τη στάση των μεγάλων ομίλων ενημέρωσης: ο χρόνος.

Μια σύνθετη δικαστική υπόθεση μπορεί να χρειαστεί ακόμη και δύο χρόνια για να εξελιχθεί. Μέχρι τότε, όμως, το πολιτικό τοπίο στις ΗΠΑ μπορεί να έχει αλλάξει σημαντικά. Οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου ενδέχεται να ανατρέψουν τις ισορροπίες στο Κογκρέσο, ενώ όσο οι υποθέσεις παραμένουν ανοιχτές τόσο μικραίνει ο πολιτικός χρόνος που απομένει στη δεύτερη θητεία του Τραμπ.

Για τους ομίλους ενημέρωσης, επομένως, η επιλογή να μην υποχωρήσουν δεν προϋποθέτει ότι περιμένουν μια γρήγορη δικαστική νίκη. Το να κερδίσουν χρόνο μπορεί από μόνο του να αποτελεί μέρος της στρατηγικής τους.

Μια ενδεχόμενη δικαίωση της Disney στη διαμάχη της με την FCC θα μπορούσε, παράλληλα, να αλλάξει τα δεδομένα και για άλλες εταιρείες που βρίσκονται ή μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με ανάλογες πιέσεις. Οι υποθέσεις που εκδικάζονται σήμερα έχουν επίσης τη δυνατότητα να δημιουργήσουν νέα νομολογία για τα όρια της κυβερνητικής παρέμβασης απέναντι στον Τύπο.

Υπάρχει έτσι το ενδεχόμενο η ένταση των δικαστικών συγκρούσεων να φέρει ένα αποτέλεσμα διαφορετικό από εκείνο που θα περίμενε κανείς. Αντί οι αλλεπάλληλες νομικές μάχες να κάνουν τα μέσα περισσότερο επιφυλακτικά, μπορεί να τα ωθήσουν να υπερασπιστούν πιο αποφασιστικά τα δικαιώματά τους.

Σε αυτή τη νέα φάση της αντιπαράθεσης, τα δικαστήρια δεν αποτελούν πλέον μόνο το πεδίο στο οποίο ο Τραμπ επιλέγει να συγκρουστεί με τα μέσα ενημέρωσης. Γίνονται ταυτόχρονα το πεδίο στο οποίο η Disney, το BBC, οι New York Times και άλλοι μεγάλοι οργανισμοί δείχνουν πλέον διατεθειμένοι να δώσουν τη μάχη μέχρι τέλους.

Πολυμέσα

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.