ενημέρωση 5:52, 19 August, 2026

Τζατζίκι - το κλασικό και άλλες δύο συνταγές-έκπληξη!

Μια τέλεια συνταγή για κλασικό τζατζίκι και δύο πιο… γκουρμέ: με καρότο και γαλομυζήθρα η μία, με παντζάρι και καρύδια η άλλη. Διαλέξτε!

Υλικά

Κλασικό τζατζίκι

 1 μεγάλο αγγούρι

 1-2 σκελίδες σκόρδο, τριμμένες ή πολτοποιημένες

 400 γρ. στραγγιστό γιαούρτι

 3 κουτ. σούπας φρέσκος δυόσμος ή άνηθος, ψιλοκομμένος

 50 ml ελαιόλαδο

 30-50 ml ξίδι από κόκκινο κρασί

 αλατοπίπερο

Τζατζίκι με καρότο και γαλομυζήθρα (χωρίς σκόρδο)

 300 γρ. στραγγιστό γιαούρτι

 100 γρ. γαλομυζήθρα

 1/2 φλιτζ. τσαγιού ανάμεικτα μυρωδικά της αρεσκείας μας (π.χ. δυόσμο, κόλιανδρο, βασιλικό και μάραθο), χοντροκομμένα

 1 καρότο, τριμμένο στη λεπτή πλευρά του τρίφτη

 50 ml ελαιόλαδο

 20 ml χυμός λεμονιού

 1 κουτ. γλυκού ξύσμα λεμονιού

 αλατοπίπερο

 μαυροκούκι και καυτερό μπούκωβο για πασπάλισμα

Τζατζίκι με παντζάρι και καρύδια

 400 γρ. στραγγιστό γιαούρτι

 1 φλιτζ. τσαγιού ωμό τριμμένο παντζάρι

 1-2 σκελίδες σκόρδου, τριμμένες ή πολτοποιημένες

 50 ml ελαιόλαδο

 30-50 ml ξίδι από κόκκινο κρασί

 3 κουτ. σούπας φρέσκος δυόσμος, ψιλοκομμένος

 αλατοπίπερο

 3 κουτ. σούπας καρύδια, καβουρδισμένα και χοντροσπασμένα για το σερβίρισμα

επι το έργον

Κλασικό τζατζίκι

  1. Καθαρίζουμε το αγγούρι και το κόβουμε στη μέση, κατά πλάτος, και έπειτα κάθε μέρος ξανά στη μέση, κατά μήκος. Με ένα κουτάλι αφαιρούμε τα σπόρια και κόβουμε το αγγούρι σε μικρά κυβάκια (ή το τρίβουμε στη χοντρή πλευρά του τρίφτη, αλλά το αποτέλεσμα δεν θα είναι τόσο ωραίο). Παίρνουμε λίγο λίγο αγγούρι στη χούφτα μας και στύβουμε να φύγουν τα πολλά ζουμιά. Το βάζουμε σε ένα μπολ, προσθέτουμε το σκόρδο, το γιαούρτι, το μυρωδικό, το ελαιόλαδο, το ξίδι  και αλατοπίπερο και ανακατεύουμε καλά. Σκεπάζουμε με μεμβράνη και φυλάσσουμε στο ψυγείο (διατηρείται μέχρι 2 μέρες). Αν όμως σκοπεύουμε να το αφήσουμε παραπάνω από 3 ώρες, κρατάμε το μυρωδικό και το σκόρδο για να τα προσθέσουμε λίγο πριν από το σερβίρισμα.

Τζατζίκι με καρότο και γαλομυζήθρα (χωρίς σκόρδο)

  1. Σε ένα μπολ ανακατεύουμε το γιαούρτι με τη γαλομυζήθρα, τα μυρωδικά, το 1 καρότο, το ελαιόλαδο, τον χυμό και το ξύσμα λεμονιού, αλάτι και φρεσκοτριμμένο πιπέρι. Σκεπάζουμε και διατηρούμε στο ψυγείο. Σερβίρουμε το τζατζίκι πασπαλισμένο με λίγο μαυροκούκι και καυτερό μπούκοβο.

Τζατζίκι με παντζάρι και καρύδια

  1. Σε ένα μπολ ανακατεύουμε το τριμμένο παντζάρι με το σκόρδο, αλατοπίπερο, το ελαιόλαδο και το ξίδι. Προσθέτουμε τον δυόσμο και το γιαούρτι και ανακατεύουμε καλά. Διατηρούμε στο ψυγείο. Λίγο πριν σερβίρουμε, προσθέτουμε τα καρύδια.

Porsche Cayenne Electric - Θηριοδαμαστής 1.156 ίππων

H Porsche Cayenne Electric έχει ανέβει στο βάθρο ως το πιο ισχυρό μοντέλο παραγωγής στην ιστορία της μάρκας με την κορυφαία έκδοση να αγγίζει τα 1.156 άλογα!

H νέα Porsche Cayenne Electric συστήνεται στο Ελληνικό κοινό με ανεβασμένες τις μετοχές του, όντας ότι πιο γρήγορο έχει υπάρξει στη γκάμα της φίρμας με πρωταγωνιστή το …ρεύμα και την κορυφαία τεχνολογική καινοτομία, που θα φέρει τον ανταγωνισμό σε δύσκολη θέση.

Το νέο μοντέλο στην πρώτη επίσημη δοκιμή από την Ελληνική αντιπροσωπεία μας άφησε με πολλές δόσεις αδρεναλίνης στο τέλος της ημέρας, πατώντας σε ένα νέο πεδίο που κυριαρχούν τα ηλεκτρικά SUV.

 

Σε διαστάσεις, η νέα Cayenne Electric είναι 55 χιλιοστά μακρύτερη από τη θερμική Cayenne. Σε διαστάσεις αγγίζει τα 5 μέτρα – για την ακρίβεια 4.985 χλστ., πλάτος 1.980 χλστ., και ύψος 1.674 χλστ – ενώ η αύξηση σχεδόν 13 εκατοστών σημαίνει ότι η ηλεκτρική Cayenne προσφέρει περισσότερο χώρο για τα πόδια των πίσω επιβατών.

 

Στον χώρο αποσκευών, η Porsche τονίζει ότι η χωρητικότητα είναι στα 553 λτ. που αυξάνεται στα 781 λτ. χάρη και φτάνει σε μέγιστη τιμή τα 1.588 λτ. Κάτω από το καπό, υπάρχει επίσης ένα frunk, χωρητικότητας 90 λίτρων.

Το νέο μοντέλο που ήδη ξεκίνησε την εμπορική του καριέρα στην Ελλάδα, οπου είχαμε την ευκαιρία να το οδηγήσουμε στο πλαίσιο του Porsche Cayenne Electric Roadshow που διοργανώθηκε στο ελληνικό κοινό σε μικτές διαδρομές, τόσο σε άσφαλτο όσο και σε χώμα.

Στην πράξη η Porsche Cayenne Electric έχει ανέβει στο βάθρο ως το πιο ισχυρό μοντέλο παραγωγής στην ιστορία της μάρκας. Και επειδή οι αριθμοί φέρνουν τα χαμόγελα, η βασική της έκδοση, η ηλεκτρική Cayenne είναι τετρακίνητη και αποδίδει 408 ίππους σε κανονική λειτουργία ( ενώ με το πρόγραμμα Launch Control η ισχύς της αυξάνεται στα 442 ίππους), επιταχύνοντας από στάση στα 100 χλμ./ώρα σε 4,8 δευτερόλεπτα φτάνοντας τελική ταχύτητα 230 χλμ./ώρα.

Στην κορυφή βρίσκεται η τετρακίνητη έκδοση, που αποδίδει 857 ίππους, αλλά πολύ εύκολα πατώντας το πρόγραμμα Push-to-Pass, προστίθενται εύκολα 176 ίπποι κάτι που εκτοξεύει την ισχύ στο τετραψήφιο νούμερο των 1.156 ίππων.

Με το Launch Control, η Cayenne Turbo επιταχύνει από στάση έως τα 100 χλμ./ώρα σε 2,5 δευτερόλεπτα, έως τα 200 χλμ./ώρα σε 7,4 δευτερόλεπτα και τα φτάνει σε τελική ταχύτητα τα 260 χλμ./ώρα.

Και επειδή αναφερόμαστε σε ένα ηλεκτρικό μοντέλο, η Cayenne Electric έχει στο πάτωμα της μια μπαταρία υψηλής τάσης χωρητικότητας 113 kWh, η οποία προσφέρει έως 642 χιλιόμετρα αυτονομία (WLTP) στη βασική έκδοση και έως 623 χλμ. στην Turbo.

Στον τομέα της τεχνολογία των ηλεκτροκινητήρων, που έχει έρθει από την τεχνογνωσία της Porsche από την Formula E ξεχωρίζει η ανάκτηση ενέργειας κατά το φρενάρισμα που φθάνει έως τα 600 kW, τιμή αντίστοιχη με αυτή που επιτυγχάνουν τα μονοθέσια της Formula E.

Δεν θα αναφερθούμε στον μακροσκελή πίνακα του εξοπλισμού σε θέματα συστημάτων υποβοήθησης και την αρτιότητα στην άνεση.

Ξεχωρίζει η στάνταρ αερανάρτηση με ηλεκτρονικά ελεγχόμενα αμορτισέρ αλλά και το ενεργό σύστημα Porsche Active Ride με ηλεκτροϋδραυλικές μονάδες που η δουλειά του έιναι να ελέγχει πλήρως τις κλίσεις του αμαξώματος κατά τον εγκάρσιο και διαμήκη άξονα.

Στην ελληνική αγορά το νέο μοντέλο κοστίζει για την έκδοση Cayenne Electric από 111.700 ευρώ, η Cayenne S Electric από 133.950 ευρώ και η Cayenne Turbo Electric από 174.980 ευρώ.

48 ώρες στη Νάπολη

Στην «Città Partenopea» περπατάμε στο ιστορικό κέντρο, επισκεπτόμαστε κάστρα και μουσεία, θαυμάζουμε τις γειτονιές και τις πλατείες – και, φυσικά, τρώμε ναπολιτάνικη πίτσα.

Στη Νάπολη φτάσαμε οδικώς, αφού πρώτα πήραμε το πλοίο από Ηγουμενίτσα για Μπάρι, σε μια προσπάθεια να μειώσουμε τις ώρες παραμονής στο πλοίο –καθώς τη βγάζουμε «σπαρτιάτικα»– αλλά και το κόστος.

Η αλήθεια είναι πως αν σκοπεύετε να πάτε μόνο στη Νάπολη, καλύτερα να πετάξετε, καθώς το πάρκινγκ στην πόλη είναι πανάκριβο και ανεβάζει τα έξοδα – εκτός αν εν αγνοία σας νοικιάσετε δωμάτιο του οποίου ο ιδιοκτήτης έχει τις άκρες του και καταλήξετε να δώσετε το κλειδί του αυτοκινήτου σας στον «μικρομαφιόζο» της γειτονιάς για να το… προσέχει.

Ας ξεκαθαρίσουμε πως η Νάπολη δεν μας φάνηκε επ’ ουδενί πιο επικίνδυνη από άλλες ιταλικές πόλεις, και σε γενικές γραμμές για να «μπλέξει» κανείς, πρέπει να κινηθεί σε μέρη που ένας επισκέπτης, θεωρητικά, δεν πρόκειται να βρεθεί – τα αυτονόητα μέτρα αυτοπροστασίας είναι αρκετά· μαθημένα, εξάλλου, τα βουνά απ’ τα χιόνια.

Η Νάπολη έχει και ένα πρόσωπο διαφορετικό από αυτό που κυριαρχεί στις ιταλικές ταινίες, ένα πρόσωπο αριστοκρατικό, που δεν υστερεί καθόλου από τις πόλεις του ιταλικού Bορρά.  

Η πρώτη μας επαφή με την πόλη, και μάλιστα με ένα από τα πιο αυθεντικά της κομμάτια, ήταν μια βόλτα στη Rione Sanità –που στην αρχαιότητα χρησιμοποιήθηκε ως νεκρόπολη, εξού και οι Κατακόμβες του San Gennaro (2ος αι. μ.Χ.)–, τη λαϊκή συνοικία με τα εντυπωσιακά μπαρόκ παλάτια και τις εκκλησίες του 17ου και του 18ου αιώνα, η οποία, παρότι γνώρισε για χρόνια την παρακμή, σήμερα μαγνητίζει όσους αγαπούν τη χαρακτηριστική ναπολιτάνικη ατμόσφαιρα.

https://cm.teads.tv" scrolling="no" title="native" id="teads-native-iframe" sandbox="allow-same-origin allow-scripts" style="box-sizing: border-box; margin: 0px; padding: 0px; border-width: medium; border-style: none; width: 520px; height: 315px; overflow: hidden; display: block; float: none;">
 

Περπατώντας ανάμεσα σε ένα πολύβουο πλήθος και αποφεύγοντας τα σκούτερ που διέσχιζαν σαν τρελά τους στενούς δρόμους, μετατρέποντας τη βόλτα σε παιχνίδι επιβίωσης, φωτογραφίσαμε «αρχαία» ψαράδικα και μανάβικα αλλά και γκράφιτι με τη χαρακτηριστική θλιμμένη φάτσα του διάσημου Ιταλού ηθοποιού Totò (1898-1967).

Η Νάπολη δεν είναι μόνο μαφία και Μαραντόνα
 Φωτ.: Gaetano Balestra
Η Νάπολη δεν είναι μόνο μαφία και Μαραντόνα
 Φωτ.: Gaetano Balestra
Η Νάπολη δεν είναι μόνο μαφία και Μαραντόνα
 Η πρώτη μας επαφή με την πόλη, και μάλιστα με ένα από τα πιο αυθεντικά της κομμάτια, ήταν μια βόλτα στη Rione Sanità, τη λαϊκή συνοικία με τα εντυπωσιακά μπαρόκ παλάτια και τις εκκλησίες του 17ου και του 18ου αιώνα.

Ο μεγάλος κωμικός γεννήθηκε στη Rione Sanità και, παρόλο που ήταν νόθος, αναγνωρίστηκε από το δικαστήριο της Νάπολης ως απόγονος της οικογένειας των Φωκάδων και νόμιμος διάδοχος και κληρονόμος του Μεγάλου Κωνσταντίνου – το σπίτι του, πάντως, μαρτυρά τη μεγάλη φτώχεια των παιδικών του χρόνων.

Κατηφορίζοντας, κατευθυνθήκαμε προς το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης, ένα από τα σπουδαιότερα αρχαιολογικά μουσεία στον κόσμο και από τα ωραιότερα που έχω δει στη ζωή μου.

Στο όχι και τόσο καλοσυντηρημένο, επιβλητικό κτίριο του 16ου αιώνα φιλοξενούνται ανεκτίμητα ευρήματα από την Πομπηία και το αρχαίο Ερκολάνο –ή Ηράκλειον, αν προτιμάτε–, με τα υπέροχα ψηφιδωτά να κλέβουν την παράσταση.

Εδώ βρίσκεται και η περίφημη Συλλογή Φαρνέζε, από τις σημαντικότερες συλλογές κλασικής γλυπτικής, που ανήκε στην οικογένεια Φαρνέζε, μια από τις ισχυρότερες δυναστείες της Αναγέννησης. Ο γιγαντιαίος Ηρακλής κλέβει την παράσταση.

Μην παραλείψετε να μπείτε στο «Μυστικό Δωμάτιο» με τα έργα ερωτικού περιεχομένου κυρίως από την Πομπηία και το Ερκολάνο, που άνοιξε μόνιμα για το κοινό μόλις το 2000, καθώς το περιεχόμενό του θεωρούνταν «ακατάλληλο» και είχαν πρόσβαση σε αυτό λίγοι «εκλεκτοί» – κάποια στιγμή τον 19ο αιώνα είχαν χτίσει κυριολεκτικά την πόρτα.

Η Νάπολη δεν είναι μόνο μαφία και Μαραντόνα
 Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης

Στο Centro Storico di Napoli, που έχει χαρακτηριστεί ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, χτυπά η καρδιά της αρχαίας ελληνικής (Νεάπολις) και ρωμαϊκής Νάπολης – το ιπποδάμειο σύστημα, εξάλλου, εξακολουθεί να διακρίνεται.

Περπατήστε στο Quartieri Spagnoli, τη Via dei Tribunali και τη Spaccanapoli και δεν θα αργήσετε να διαπιστώσετε πως οι Ναπολιτάνοι έχουν βρει τον τρόπο να ζουν στην πόλη τους χωρίς να την έχουν παραδώσει άνευ όρων στον τουρισμό.

Η Spaccanapoli είναι ένας από τους πιο εμβληματικούς «άξονες» της Νάπολης, απαρτίζεται από συνεχόμενα δρομάκια και διασχίζει το ιστορικό της κέντρο, δίνοντας την αίσθηση ότι «κόβει» την πόλη στα δύο – αυτό εξάλλου σημαίνει και το όνομά της.

Όσα περιμένει να δει κανείς στη Νάπολη βρίσκονται εδώ: αεικίνητα πλήθη, κρεμασμένες μπουγάδες, μαγαζιά, εργαστήρια, πιτσαρίες και σημαντικές εκκλησίες, όπως ο ελαφρώς μυστήριος Gesù Nuovo (16ος αιώνας) και η αντικρινή Santa Chiara (14ος  αιώνας), το γυναικείο μοναστήρι της οποίας διαθέτει μια καταπληκτική αυλή με λεμονιές, πολύχρωμες κεραμικές κολόνες και ασορτί παγκάκια.

Χαϊδέψτε στην Piazza Nilo τον Pulcinella για να σας φέρει τύχη και καθίστε να γλυκαθείτε στην Piazza San Domenico Maggiore, στο Scaturchio, το ζαχαροπλαστείο που από το 1905 φτιάχνει ασυναγώνιστα ναπολιτάνικα γλυκά: μπαμπάδες με ρούμι, frolle, sfogliatelle αλλά και ministeriali, τα δημοφιλή σοκολατάκια του με λικέρ μέντας.

Τα Quartieri Spagnoli δημιουργήθηκαν τον 16ο αιώνα, όταν η πόλη βρισκόταν υπό ισπανική κυριαρχία, για να στεγαστούν τα στρατεύματα. Πρόκειται για μια πρώην κακόφημη λαϊκή συνοικία με στενά δρομάκια, πολυώροφα γηραιά κτίρια και ποδοσφαιρόφιλους που φτάνουν εδώ για να αποτίσουν φόρο τιμής στον «θεό» της μπάλας και της Νάπολης, τον Μαραντόνα.

Ο Μαραντόνα έτσι κι αλλιώς βρίσκεται παντού στην πόλη –ακόμα και μεζούρες για σπαγγέτι υπάρχουν με τη μορφή του–, στα Quartieri Spagnoli, όμως, από το 1990 διατηρείται η φημισμένη τοιχογραφία που δημιούργησε ο νεαρός Μάριο Φιλάρντι, όταν η Νάπολη κατέκτησε το δεύτερό της πρωτάθλημα.

Η Νάπολη δεν είναι μόνο μαφία και Μαραντόνα
 Φωτ.: Άκης Κατσούδας
Η Νάπολη δεν είναι μόνο μαφία και Μαραντόνα
 Φωτ.: Άκης Κατσούδας

Σήμερα μπροστά της είναι στημένος ένας «ναός»: σημαίες, κασκόλ, φανέλες, εικονοστάσια, αφίσες και δεκάδες «πιστοί» με υψωμένα κινητά. Παντού πουλάνε τα σχετικά σουβενίρ και ομολογώ ότι μια μπλούζα με το απαραίτητο «δεκάρι» και κάμποσους αναπτήρες τα προμηθευτήκαμε.

Αφού κάναμε το χρέος μας, καθίσαμε για πίτσα στο Santa Maradona, παραβιάζοντας τον κανόνα που λέει ότι δεν τρώμε στις πολύ τουριστικές περιοχές: στη Νάπολη, όπου και να φάτε πίτσα, είναι αφρατούλα, νοστιμότατη και πάμφθηνη, δεν χρειάζεται να στήνεστε στις ουρές με τις ώρες, οι άνθρωποι έχουν το know how – ειλικρινά.

Η Νάπολη έχει και ένα πρόσωπο διαφορετικό από αυτό που κυριαρχεί στις ιταλικές ταινίες, ένα πρόσωπο αριστοκρατικό, που δεν υστερεί καθόλου από τις πόλεις του ιταλικού Bορρά.  

Ο κεντρικός εμπορικός δρόμος της πόλης είναι η αρχοντική και «ατελείωτη» Via Toledo (1536), έργο του αντιβασιλέα Δον Πέδρο του Τολέδο, στον οποίο προφανώς οφείλει το όνομά της.

Η λεωφόρος καταλήγει στην επιβλητική Piazza del Plebiscito, την πιο γνωστή πλατεία της Νάπολης, στην οποία κυριαρχεί η νεοκλασική –και εμπνευσμένη από το Πάνθεον της Ρώμης– εκκλησία San Francesco di Paola (1815), με τις χαρακτηριστικές ημικυκλικές κιονοστοιχίες.

48 ώρες στη Νάπολη
 Η εντυπωσιακή Galleria Umberto I (τέλη 19ου αιώνα), χαρακτηριστικό δείγμα αρχιτεκτονικής από σίδηρο και γυαλί, που καλύπτεται από έναν θεαματικό γυάλινο θόλο, παραπέμπει στην αντίστοιχη εμπορική στοά του Μιλάνου.

Αντικριστά στην εκκλησία βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά κτίρια της πόλης, το Palazzo Reale, που χτίστηκε στις αρχές του 17ου αιώνα για τους Ισπανούς αντιβασιλείς και αργότερα χρησιμοποιήθηκε από τους Βουρβόνους.

Αν δεν σας αρκεί η μνημειώδης πρόσοψη που έχει μήκος μόλις 169 μέτρα, να ξέρετε ότι το παλάτι λειτουργεί ως μουσείο, φιλοξενεί έργα τέχνης, έπιπλα εποχής και την Εθνική Βιβλιοθήκη Βιτόριο Εμανουέλε Γ’, μία από τις σημαντικότερες της χώρας.

Δίπλα στην πλατεία στέκει το Gran Caffè Gambrinus (1860), ένα από τα πιο διάσημα ιστορικά καφέ της Νάπολης και στέκι πολιτικών, καλλιτεχνών και συγγραφέων, όπως ο Όσκαρ Ουάιλντ και ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Ο φημισμένος ναπολιτάνικος εσπρέσο του μπορεί να σας κοστίσει κάτι παραπάνω, όμως θα μεταφερθείτε μαγικά στην Μπελ Επόκ – αξίζει.

Πολύ κοντά βρίσκεται και η εντυπωσιακή Galleria Umberto I (τέλη 19ου αιώνα), χαρακτηριστικό δείγμα αρχιτεκτονικής από σίδηρο και γυαλί, που καλύπτεται από έναν θεαματικό γυάλινο θόλο, έχει μωσαϊκό δάπεδο με μαρμάρινες διακοσμητικές λεπτομέρειες και παραπέμπει στην αντίστοιχη εμπορική στοά του Μιλάνου – ενδεχομένως και να την κερδίζει στα σημεία.

Δυο βήματα από τη στοά είναι το φημισμένο Teatro di San Carlo (1737), ένα από τα αρχαιότερα εν ενεργεία λυρικά θέατρα στον κόσμο –παλαιότερο από τη γνωστή μας Σκάλα–, με χρυσοποίκιλτη διακόσμηση και εξαιρετική ακουστική. Aν έχετε οργανώσει το ταξίδι εγκαίρως, προσπαθήστε να βρείτε εισιτήρια για μια από τις σπουδαίες παραγωγές του.

Σημαντικός είναι και ο καθεδρικός (13ος αιώνας) της πόλης, που είναι αφιερωμένος στον προστάτη της, Άγιο Ιανουάριο (San Gennaro). Με στοιχεία γοτθικής, μπαρόκ και νεογοτθικής αρχιτεκτονικής και πλούσια διακοσμημένο εσωτερικό, ο ναός φυλάσσει τα λείψανα και το αίμα του αγίου, το οποίο ρευστοποιείται «θαυματουργικά» τρεις φορές τον χρόνο, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης στους Ναπολιτάνους.

Η Νάπολη εννοείται πως έχει κάστρα, πύργους και οχυρώσεις, με πιο σημαντικά το Castel dell’Ovo και το Castel Nuovo (Maschio Angioino).

Το Castel dell’Ovo (πήρε την τελική μορφή του τον 12ο  αιώνα), με την εντυπωσιακή θέα στον κόλπο, είναι το παλαιότερο κάστρο της πόλης και βρίσκεται στο νησάκι Μεγαρίς, που συνδέεται με τη στεριά. Το «Κάστρο του Αυγού» χρωστά το όνομά του σε έναν θρύλο, σύμφωνα με τον οποίο ο ποιητής Βιργίλιος –που θεωρούνταν και μάγος– έκρυψε στα θεμέλιά του ένα μαγικό αυγό μέσα σε κλουβί που λειτουργεί ως φυλαχτό για την πόλη όσο παραμένει ακέραιο.

Το επιβλητικό, γοτθικό Castel Nuovo (13ος  αιώνας), που χτίστηκε από τους Ανδεγαυούς βασιλείς, προστατεύει το λιμάνι και ξεχωρίζει για τη μεγάλη αναγεννησιακή θριαμβική αψίδα (15ος αιώνας) της μνημειακής του πύλης. Σήμερα διαθέτει χώρους για εκθέσεις και για εκδηλώσεις.

Αν έχετε τον απαραίτητο χρόνο, είναι αυτονόητη μια επίσκεψη στην Πομπηία, καθώς πρόκειται για εμπειρία μοναδική, που θα θυμάστε σε όλη σας τη ζωή. Ο πιο εύκολος και οικονομικός τρόπος να φτάσετε εκεί είναι ο προαστιακός, που ενίοτε είναι ασφυκτικά γεμάτος.

Η Νάπολη δεν είναι μόνο μαφία και Μαραντόνα
 Το επιβλητικό, γοτθικό Castel Nuovo προστατεύει το λιμάνι και ξεχωρίζει για τη μεγάλη αναγεννησιακή θριαμβική αψίδα της μνημειακής του πύλης.
Η Νάπολη δεν είναι μόνο μαφία και Μαραντόνα
 Το Castel dell’Ovo είναι το παλαιότερο κάστρο της πόλης και βρίσκεται στο νησάκι Μεγαρίς.

Επειδή τα εισιτήρια είναι «αλμυρά», έχετε στο μυαλό σας ότι την πρώτη Κυριακή κάθε μήνα η είσοδος σε αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία είναι ελεύθερη – εμείς εξοικονομήσαμε γύρω στα 150 ευρώ κάνοντας χρήση αυτής της πληροφορίας.

Το σημαντικότερο, όμως, για όποιον βρεθεί στη Νάπολη είναι να αφεθεί στον ρυθμό της, να απολαύσει την ενέργεια και ταυτόχρονα τη χαλαρότητα μιας πόλης απόλυτα ιδιοσυγκρασιακής, που δεν μοιάζει με καμία άλλη – τουτέστιν να κλείνει την ημέρα του πίνοντας spritz και κοκτέιλ και μασουλώντας ταράλι, τα ασυναγώνιστα αλμυρά ναπολιτάνικα κουλουράκια που θα βρείτε παντού.

Η Piazza Dante, με το άγαλμα του Δάντη να δεσπόζει στο κέντρο της, και η Piazza Bellini, που βρίσκεται πάνω στα ορατά ερείπια των ελληνικών τειχών της αρχαίας Νεάπολης, είναι από τις πιο ζωντανές και ατμοσφαιρικές πλατείες στο ιστορικό κέντρο αλλά και σημεία συνάντησης για φοιτητές, ντόπιους και επισκέπτες.

Για να φτάσετε από την Piazza Bellini στην Piazza Dante, περνάτε από την Port’ Alba (17ος  αιώνας), μια παλιά αστική πύλη που με τα χρόνια έγινε γνωστή γιατί γύρω της αναπτύχθηκε ένας από τους πιο ιστορικούς δρόμους βιβλίων και χαρτικών της πόλης.

Καθίστε στο καταπληκτικό Libreria Berisio στη Via Port’Alba, το λατρεμένο καφέ-βιβλιοπωλείο που ιδρύθηκε το 1947 και εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο γνωστούς πολιτιστικούς χώρους της πόλης. Απολαύστε το ποτό σας μέχρι αργά και να ξέρετε: είναι ένας από τους λόγους που θα θέλετε να επιστρέψετε.

Η Νάπολη δεν είναι μόνο μαφία και Μαραντόνα
 Φωτ.: Άκης Κατσούδας

 

Όταν η Σοφία Λόρεν ζούσε ανάμεσα στους πίνακες του Φράνσις Μπέικον

Με αφορμή την επανακυκλοφορία σπάνιων εικόνων από τη φωτογράφηση της Vogue στη Villa Ponti, ξανανοίγει η ιστορία της εντυπωσιακής συλλογής έργων του Φράνσις Μπέικον που είχαν η Σοφία Λόρεν και ο Κάρλο Πόντι: ένα σπίτι όπου το ιταλικό glamour, η οικογένεια, η αγορά τέχνης και τα παραμορφωμένα σώματα του Μπέικον έζησαν για λίγο μαζί.

Στη φωτογραφία της Vogue, η Σοφία Λόρεν κάθεται σαν να ξέρει ότι ο φακός θα την αγαπήσει πριν ακόμη την κοιτάξει. Δεν χρειάζεται να κάνει πολλά. Το πρόσωπο, τα μαλλιά, το σώμα, η στάση, αυτή η παράξενη βεβαιότητα μιας γυναίκας που δεν ποζάρει απλώς αλλά καταλαμβάνει τον χώρο, αρκούν. Γύρω της, η Villa Ponti: βαριά έπιπλα, μεγάλοι τοίχοι, χρυσοί τόνοι, ιταλική άνεση, το σπίτι ενός ζευγαριού που είχε μάθει να μετατρέπει την ιδιωτική ζωή σε σκηνικό.

Και πίσω της, στον τοίχο, ο Φράνσις Μπέικον.

Όχι σαν διακριτική επιβεβαίωση γούστου. Σαν ενόχληση. Σαν σώμα που αντιστέκεται στο δωμάτιο. Μια μορφή λυγισμένη, παραμορφωμένη, σχεδόν απροστάτευτη, σαν να κουβαλά όλη τη βία που η δημόσια εικόνα της Λόρεν δεν επιτρεπόταν ποτέ να δείξει. Η πιο μυθική Ιταλίδα σταρ, γυναίκα που έγινε σύμβολο ομορφιάς, μητρότητας, επιβίωσης, φτώχειας που νίκησε και θηλυκότητας που δεν απολογείται, ζούσε σε ένα σπίτι όπου στους τοίχους κρέμονταν οι πίνακες ενός ζωγράφου που δεν πίστευε σε καμία αψεγάδιαστη μορφή.

Όταν η Σοφία Λόρεν ζούσε ανάμεσα στους πίνακες του Φράνσις Μπέικον
 Στο εσωτερικό της Villa Ponti, έργα του Φράνσις Μπέικον κρέμονται πάνω από το μπαρ, ανάμεσα σε πίνακες, γυαλικά και αντικείμενα του σπιτιού. Φωτ.: Lord Snowdon / Vogue / Condé Nast Archive

Αυτό είναι το πρώτο ρίγος της ιστορίας. Όχι ότι η Σοφία Λόρεν και ο Κάρλο Πόντι είχαν ακριβά έργα τέχνης. Ούτε ότι ένας μεγάλος παραγωγός του ιταλικού και διεθνούς σινεμά μάζευε μοντέρνα αριστουργήματα. Αλλά ότι η δημόσια εικόνα της Λόρεν, ένα από τα πιο ανθεκτικά σώματα του ευρωπαϊκού glamour, φωτογραφίζεται μέσα σε έναν ιδιωτικό κόσμο όπου η ζωγραφική του Μπέικον χαλάει κάθε υπόσχεση αρμονίας.

 

Οι εικόνες από τη Vogue του Δεκεμβρίου 1970 ξανακυκλοφόρησαν τις τελευταίες ημέρες μέσα από λογαριασμούς τέχνης και κινηματογραφικής μνήμης, σαν μικρό άνοιγμα προς έναν παλιό, σχεδόν απίθανο κόσμο. Η Λόρεν στη Villa Ponti. Ο Κάρλο Πόντι. Οι κήποι. Τα παιδιά. Τα δωμάτια. Οι πίνακες. Και ανάμεσά τους, οι Μπέικον: όχι σαν στολίδι, αλλά σαν σκοτεινή παρουσία σε ένα σπίτι φτιαγμένο για να δείχνει πλήρες.

Πίσω από το viral στιγμιότυπο υπάρχει τεκμηριωμένη ιστορία. Η φωτογράφηση της Vogue από τον Λόρδο Σνόουντον στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Το προφίλ της Nancy Collins στο Vanity Fair το 1991, όπου ο Πόντι μιλά για τη συλλογή του και η Λόρεν υπερασπίζεται τον γάμο, τη ζωή και τον ιδιωτικό της κόσμο. Το ρεπορτάζ του ARTnews το 2007, που ταυτοποιεί τη Λόρεν ως πωλήτρια ενός σημαντικού έργου του Μπέικον στον Christie’s. Και η πώληση του Study for Portrait II, που έπιασε τότε 14,05 εκατομμύρια λίρες και σημείωσε ρεκόρ για τον ζωγράφο.

Πριν από τη δημοπρασία, όμως, υπάρχει το σπίτι.

Η Villa Ponti δεν εμφανίζεται στις σελίδες της Vogue σαν απλή κατοικία διασήμων. Εμφανίζεται σαν ιδιωτικό βασίλειο, ένας χώρος όπου η Λόρεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα σταρ και μητέρα, γυναίκα του Πόντι και κυρία ενός σπιτιού, δημόσια εικόνα και κάποια που μοιάζει, έστω για λίγο, προστατευμένη από τον κόσμο. Κήποι, πέτρα, δωμάτια με βάρος, οικογενειακές σκηνές, μια επίμονη αίσθηση ιταλικής θεατρικότητας. Το σπίτι δεν μοιάζει μόνο φτιαγμένο για να κατοικείται. Μοιάζει φτιαγμένο για να πείθει. Να πείθει ότι η ζωή της Λόρεν και του Πόντι είχε βρει τελικά μορφή.

Στις φωτογραφίες αυτές, η Λόρεν δεν είναι πια η νεαρή γυναίκα που έφτασε από τη φτώχεια της Νάπολης στη Ρώμη, ούτε μόνο η σεξουαλική έκρηξη των πρώτων της ρόλων, ούτε μόνο η παρτενέρ του Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, ούτε μόνο η ηθοποιός που κέρδισε Όσκαρ για την Ατιμασμένη. Είναι κάτι πιο σύνθετο: μια σταρ που έχει περάσει από το σώμα στον θεσμό. Μια γυναίκα της οποίας η δημόσια εικόνα μεγάλωσε τόσο πολύ, ώστε η ίδια μοιάζει πια να κατοικεί μέσα της.

Όταν η Σοφία Λόρεν ζούσε ανάμεσα στους πίνακες του Φράνσις Μπέικον
 Η Villa Ponti ως ιδιωτικό μουσείο: στο σαλόνι, το Van Gogh Going to Work του Φράνσις Μπέικον συνυπάρχει με αρχαιότητες, γλυπτά και αντικείμενα της συλλογής. Φωτ.: Lord Snowdon / Vogue / Condé Nast Archive

Και όμως, αυτό το σπίτι έχει στους τοίχους του Μπέικον.

Ο Κάρλο Πόντι δεν ήταν απλώς ο σύζυγος της Λόρεν. Ήταν ο άνθρωπος που κατάλαβε νωρίς ότι το σώμα της μπορούσε να γίνει κινηματογραφικό γεγονός. Την είδε όταν ήταν ακόμη πολύ νέα, την οργάνωσε, την προστάτευσε, την παρήγαγε, την παντρεύτηκε, την έβαλε σε έναν κόσμο όπου η φτώχεια της Νάπολης μπορούσε να μετατραπεί σε διεθνές glamour. Στη σχέση τους υπήρχε πάντα κάτι που σήμερα διαβάζεται με αμηχανία και ενδιαφέρον μαζί: πατέρας, μέντορας, παραγωγός, εραστής, σύζυγος, διαχειριστής. Η ίδια η Λόρεν, στο Vanity Fair, μιλά για τον Πόντι σαν για τον άνθρωπο που της έδωσε αυτό που χρειαζόταν: πατέρα, σύζυγο, πατέρα για τα παιδιά της. Δεν το λέει σαν θεωρία. Το λέει σαν προσωπική τάξη πραγμάτων.

Ο Πόντι είχε φτιάξει κάτι μεγαλύτερο από μια καριέρα. Ταινίες, χρήματα, σπίτια, συλλογές, επαφές, διεθνές κύρος. Παρήγαγε ταινίες όπως το Doctor Zhivago και το Blow-Up, αλλά παρήγαγε, με έναν τρόπο, και τη δημόσια μυθολογία της Λόρεν. Την προστάτευσε, τη διαχειρίστηκε, την έβαλε στο κέντρο ενός κόσμου όπου η προσωπική ζωή, το σινεμά και η περιουσία δεν χωρίζονταν καθαρά.

Ίσως γι’ αυτό η παρουσία του Μπέικον στους τοίχους της Villa Ponti είναι τόσο ηλεκτρική. Ο άνδρας που παρήγαγε τη μορφή της Λόρεν συνέλεγε τον ζωγράφο που διέλυε τη μορφή.

Στο Vanity Fair του 1991, ο Πόντι φέρεται να λέει ότι είχε τη μεγαλύτερη ιδιωτική συλλογή έργων του Φράνσις Μπέικον στον κόσμο. Η φράση είναι σχεδόν κινηματογραφική, όχι μόνο επειδή αφορά έναν από τους δυσκολότερους και ακριβότερους ζωγράφους του 20ού αιώνα, αλλά επειδή την λέει ένας άνθρωπος που είχε ζήσει παράγοντας εικόνες. Ο Πόντι ήξερε τι σημαίνει πρόσωπο, σώμα, βλέμμα, μύθος. Και όμως, από όλους τους ζωγράφους, μάζευε με πάθος εκείνον που έκανε το ανθρώπινο πρόσωπο να μοιάζει σαν να έχει δεχτεί επίθεση από μέσα.

Το ίδιο προφίλ θυμίζει και το πιο σκοτεινό σκέλος της συλλογής. Το ιταλικό κράτος είχε κατασχέσει έργα τέχνης και περιουσιακά στοιχεία του Πόντι σε υπόθεση που συνδεόταν με φορολογικά και συναλλαγματικά ζητήματα. Χρόνια αργότερα, εκατοντάδες έργα επιστράφηκαν στο ζευγάρι. Η συλλογή, επομένως, δεν ήταν μόνο ιστορία γούστου. Ήταν ιστορία εξουσίας, κράτους, χρήματος, νομικής περιπέτειας, ιδιοκτησίας. Δεν κρεμόταν απλώς στους τοίχους. Είχε περάσει από φακέλους, κατηγορίες, κατασχέσεις, αποθήκες, επιστροφές. Είχε ήδη τη δική της δραματουργία.

Όταν η Σοφία Λόρεν ζούσε ανάμεσα στους πίνακες του Φράνσις Μπέικον
 Francis Bacon, Van Gogh Going to Work, 1957. Το έργο εμφανίζεται στις φωτογραφίες της Villa Ponti και ανήκε στη συλλογή Πόντι-Λόρεν. Credit: The Estate of Francis Bacon

Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, η συλλογή Πόντι-Λόρεν περιλάμβανε περίπου δέκα έργα του Μπέικον: πίνακες από τη σειρά με τους Πάπες, έργα συνδεδεμένα με τον Βαν Γκογκ, αυτοπροσωπογραφίες, τρίπτυχα. Ο Πόντι είχε στην κατοχή του και έργα των Πικάσο, Μπρακ, Καναλέτο, Τζόρτζιο ντε Κίρικο, Μπάρμπαρα Χέπγουορθ και Χένρι Μουρ. Ωστόσο, η φήμη της συλλογής στηριζόταν κυρίως στους Μπέικον.

Αυτό έχει σημασία. Ο Μπέικον δεν είναι ποτέ ουδέτερος μέσα σε ένα δωμάτιο.

Δεν είναι ο πίνακας που λέει απλώς ότι ο ιδιοκτήτης του έχει χρήματα. Δεν είναι το είδος του έργου που επιβεβαιώνει ήσυχα την κοινωνική θέση ενός συλλέκτη. Ο Μπέικον ενοχλεί. Ακόμη και όταν έχει γίνει πια απόλυτο όνομα της αγοράς τέχνης, ακόμη και όταν τα ποσά γύρω από το έργο του ανήκουν στην οικονομία των υπερπλουσίων, η ζωγραφική του δεν γίνεται ποτέ ήσυχη. Τα σώματά του κάθονται σαν να βασανίζονται από την ίδια τους την ύπαρξη. Τα πρόσωπά του δεν κοιτούν απλώς. Παραμορφώνονται καθώς τα κοιτάς. Οι πάπες του δεν είναι πρόσωπα εξουσίας, αλλά μορφές εγκλωβισμένες μέσα σε μια κραυγή που άλλοτε ακούγεται και άλλοτε μένει βουβή.

Γι’ αυτό ο Μπέικον μέσα στη Villa Ponti δεν είναι πολυτελής λεπτομέρεια. Είναι σχεδόν προσβολή στο ντεκόρ.

Η Λόρεν, αντίθετα, υπήρξε για δεκαετίες η δύναμη της μορφής. Όχι της τέλειας μορφής με ψυχρό, αφηρημένο τρόπο, αλλά της μορφής που γίνεται ζωή. Το μεγάλο στόμα, τα μάτια, οι γοφοί, η φωνή, η ναπολιτάνικη καταγωγή, η αίσθηση ότι η ομορφιά της δεν ήταν αγγελική αλλά γήινη, φτιαγμένη από ήλιο, φτώχεια, πείσμα και χιούμορ. Δεν ήταν ψυχρή ευρωπαϊκή κομψότητα. Ήταν κάτι πιο πληθωρικό και πιο επικίνδυνο: το σώμα ως υπόσχεση ότι η ζωή μπορεί να νικήσει την ταπείνωση.

Το Vanity Fair του 1991 την πιάνει σε μια στιγμή όπου αυτή η εικόνα έχει ήδη αλλάξει ηλικία. Είναι 56 ετών, μητέρα, σύζυγος, γυναίκα που προσπαθεί να ξαναμπεί σε ρόλους, να υπερασπιστεί την καριέρα της, να απαντήσει σε ερωτήσεις για το αν ο Πόντι τη βοήθησε ή την περιόρισε. Το προφίλ τη δείχνει περήφανη, αμυντική, θεατρική, μητρική, ελεγχόμενη, με εκείνη την παλιά σταρ συνείδηση ότι η εικόνα δεν πρέπει ποτέ να αφεθεί εντελώς στην τύχη της.

Εκεί η σύγκρουση με τον Μπέικον γίνεται πιο ενδιαφέρουσα. Η Λόρεν προσπαθεί πάντα να κρατήσει μορφή: γάμο, οικογένεια, πρόσωπο, αξιοπρέπεια, ιστορία. Ο Μπέικον ζωγραφίζει τη στιγμή όπου η μορφή δεν αντέχει άλλο.

Όταν η Σοφία Λόρεν ζούσε ανάμεσα στους πίνακες του Φράνσις Μπέικον
 Francis Bacon, Study for Portrait II, 1956. Το έργο πουλήθηκε στον Christie’s το 2007, με το ARTnews να ταυτοποιεί τη Σοφία Λόρεν ως πωλήτρια. Credit: Christie’s / The Estate of Francis Bacon

Αν το δεις έτσι, η Villa Ponti δεν είναι απλώς το σπίτι ενός διάσημου ζευγαριού. Είναι ένα ψυχολογικό πορτρέτο γάμου. Ο Πόντι συλλέγει. Η Λόρεν κατοικεί. Τα παιδιά εμφανίζονται σαν απόδειξη ότι η επιμονή της στην οικογένεια δικαιώθηκε. Τα δωμάτια οργανώνουν μια αφήγηση πληρότητας. Οι πίνακες όμως, ειδικά οι Μπέικον, κρατούν ανοιχτό ένα ρήγμα. Σαν να λένε ότι κάτω από τον μύθο υπάρχει πάντα κάτι που δεν εξημερώνεται.

Αυτό το ρήγμα δεν ακυρώνει τη Λόρεν. Την κάνει πιο ενδιαφέρουσα. Γιατί η Σοφία Λόρεν δεν υπήρξε ποτέ μόνο μια ωραία γυναίκα. Η ομορφιά της κουβαλούσε από την αρχή κάτι επιζών. Γεννήθηκε ως Sofia Scicolone, παιδί εκτός γάμου, μεγάλωσε με τη στέρηση, πέρασε από την ταπείνωση της φτώχειας, έμαθε να μετατρέπει την ανάγκη σε παρουσία. Η δημόσια εικόνα της ήταν τόσο δυνατή γιατί δεν έμοιαζε να προέρχεται από ασφάλεια. Έμοιαζε να έχει κατακτηθεί.

Ίσως γι’ αυτό μπορούσε να σταθεί δίπλα στον Μπέικον χωρίς να εξαφανιστεί. Μια πιο άψυχη, πιο προστατευμένη ομορφιά θα κατέρρεε δίπλα του. Η Λόρεν όμως έχει κάτι που αντέχει την παραμόρφωση, ακόμη και όταν η εικόνα της δείχνει αψεγάδιαστη. Δεν είναι πορσελάνη. Είναι σάρκα που έμαθε να παίζει τον μύθο της.

Ο Μπέικον, από την άλλη, δεν ζωγραφίζει απλώς άσχημα σώματα. Ζωγραφίζει σώματα μετά την αποκάλυψη ότι καμία δημόσια μορφή δεν μας σώζει. Ζωγραφίζει τον άνθρωπο όταν η εξουσία, ο πόθος, ο φόβος, η μοναξιά και η βιολογία γίνονται ένα. Γι’ αυτό οι πίνακές του δεν μοιάζουν καθόλου ξένοι προς έναν κόσμο σαν της Villa Ponti. Αντιθέτως, μοιάζουν σαν το ασυνείδητό της. Το λαμπρό σπίτι έχει στους τοίχους του αυτό που δεν μπορεί να πει με τα έπιπλα, τα φορέματα, τις φωτογραφίσεις και τις οικογενειακές πόζες.

Η τέχνη, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν είναι γούστο. Είναι σύμπτωμα.

Το 2007, ένα από αυτά τα συμπτώματα βγήκε προς πώληση.

Το Study for Portrait II, έργο του 1956 από τη σειρά των έργων του Μπέικον με Πάπες, παρουσιάστηκε στον Christie’s στο Λονδίνο ως ένα από τα σημαντικότερα έργα της σειράς που είχαν εμφανιστεί στην αγορά. Το ARTnews έγραψε τότε ότι πωλήτρια ήταν η Σοφία Λόρεν και συνέδεσε ευθέως την ιδιοκτησία του έργου με τη συλλογή του Κάρλο Πόντι, ο οποίος είχε πεθάνει λίγες ημέρες αφότου ο Christie’s ανακοίνωσε την πώληση.

Το έργο είχε μια δική του διαδρομή μισής ορατότητας. Ο κατάλογος της δημοπρασίας σημείωνε ότι είχε να παρουσιαστεί δημόσια από το 1963, όμως το ARTnews επισήμανε ότι είχε εκτεθεί το 1983 στην Πινακοθήκη Μπρέρα του Μιλάνου, σε έκθεση έργων του Μπέικον και του Τζορτζ Γκρος. Εκεί, στις καταχωρίσεις, η προέλευση αναφερόταν ως συλλογή Ponti-Loren. Δεν ήταν, λοιπόν, ένας πίνακας που απλώς πέρασε κάποτε από τα χέρια τους. Ανήκε στο βαθύτερο σώμα της συλλογής.

Όταν η Σοφία Λόρεν ζούσε ανάμεσα στους πίνακες του Φράνσις Μπέικον
 Francis Bacon, Seated Figure on Couch, 1962. Ένα από τα έργα που εμφανίζονται στις φωτογραφίες της Villa Ponti.

Η δημοπρασία του Christie’s το μετέτρεψε σε δημόσιο γεγονός. Ο πίνακας πουλήθηκε για 14,05 εκατομμύρια λίρες, περίπου 27,5 εκατομμύρια δολάρια τότε, σημειώνοντας νέο ρεκόρ για τον Μπέικον. Αγοραστής, σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εποχής, ήταν ο Andrew Fabricant για λογαριασμό της Richard Gray Gallery. Από εκεί και πέρα, η γλώσσα αλλάζει: εκτίμηση, τιμή ασφαλείας, χτύπημα, αγοραστής, ρεκόρ. Το έργο παύει να είναι σκοτεινός συγκάτοικος ενός ιδιωτικού σπιτιού και γίνεται αριθμός, είδηση, απόδειξη αξίας.

Και όμως, ακόμη κι εδώ, το πιο ενδιαφέρον δεν είναι το ποσό. Είναι η αποκόλληση. Ένας πίνακας που είχε υπάρξει μέσα σε έναν κόσμο οικογενειακής μυθολογίας, ανάμεσα σε γεύματα, έπιπλα, παιδιά, φορέματα, βλέμματα, σαλόνια, σιωπές και ιδιωτικές διαδρομές, φεύγει από τον τοίχο και περνά σε άλλη κυκλοφορία. Από το σπίτι στην αίθουσα δημοπρασιών. Από την ιδιωτική ένταση στο διεθνές ρεκόρ. Από το βλέμμα της Λόρεν στον αριθμό της αγοράς.

Αυτό είναι συχνά το τέλος τέτοιων σπιτιών. Κάποτε τα αντικείμενα που κρατούσαν ενωμένο τον μύθο αρχίζουν να φεύγουν. Πίνακες, κοσμήματα, έπιπλα, φωτογραφίες, φορέματα, αρχεία. Ό,τι ήταν ατμόσφαιρα γίνεται προέλευση. Ό,τι ήταν καθημερινότητα γίνεται αριθμός καταλόγου. Ό,τι ήταν σκηνικό ζωής γίνεται υλικό για δημοπρασία.

Η Villa Ponti, στις φωτογραφίες της Vogue, μοιάζει ακόμη ακέραιη γιατί δεν ξέρει το μέλλον της. Δεν ξέρει ότι έργα θα κατασχεθούν και θα επιστραφούν. Δεν ξέρει ότι ο Πόντι θα πεθάνει και λίγες ημέρες μετά μια πώληση θα συνδέσει ξανά το όνομά του με τον Μπέικον. Δεν ξέρει ότι η εικόνα της Λόρεν δίπλα στους πίνακες θα ξανακυκλοφορήσει μισό αιώνα αργότερα στα social media, αποκομμένη από τη ζωή που τη γέννησε, έτοιμη να γίνει ξανά γοητευτική, ξανά μυστηριώδης, ξανά αξιοποιήσιμη.

Οι εικόνες όμως ξέρουν κάτι που τα σπίτια δεν ξέρουν: πώς να επιβιώνουν όταν το σπίτι έχει τελειώσει.

Όταν η Σοφία Λόρεν ζούσε ανάμεσα στους πίνακες του Φράνσις Μπέικον
 Η Σοφία Λόρεν στους κήπους της Villa Ponti, στη φωτογράφηση της Vogue του 1970. Φωτ.: Lord Snowdon / Vogue / Condé Nast Archive

Γι’ αυτό η ιστορία της Σοφίας Λόρεν, του Κάρλο Πόντι και των έργων του Μπέικον στη Villa Ponti δεν είναι ένα μικρό επεισόδιο ανάμεσα σε σινεμά και αγορά τέχνης. Είναι μια εικόνα για το πώς ο ευρωπαϊκός 20ός αιώνας έμαθε να βάζει την ομορφιά και τη βία στο ίδιο δωμάτιο. Από τη μία, η σταρ που ενσάρκωσε μια Μεσόγειο αφθονίας, πόθου, μητρότητας και λαϊκής αντοχής. Από την άλλη, ο ζωγράφος που πήρε το ανθρώπινο σώμα και το έδειξε χωρίς τις προστατευτικές αφηγήσεις του. Στη μέση, ο Πόντι: παραγωγός, σύζυγος, συλλέκτης, άνθρωπος που ήξερε ότι οι εικόνες δεν αρκεί να υπάρχουν. Πρέπει να οργανωθούν, να προστατευτούν, να αποκτήσουν αξία.

Αυτό που μένει είναι η σκηνή. Η Λόρεν, καθισμένη ή όρθια μέσα στο σπίτι της, να κοιτάζει τον φακό. Ο Μπέικον πίσω της να χαλάει τη σιωπή του δωματίου. Η Villa Ponti να προσπαθεί να πείσει ότι η ζωή μπορεί να γίνει όμορφη, τακτοποιημένη, πλήρης. Και η ζωγραφική να υπενθυμίζει ότι η μορφή πάντα τρέμει.

Ίσως γι’ αυτό αυτές οι εικόνες επιστρέφουν τώρα με τόση δύναμη. Όχι μόνο επειδή η Σοφία Λόρεν παραμένει ένα από τα τελευταία μεγάλα πρόσωπα ενός παλιού σινεμά. Όχι μόνο επειδή ο Μπέικον είναι σήμερα ένα από τα πιο βαριά ονόματα της αγοράς τέχνης. Αλλά επειδή μέσα σε αυτές τις φωτογραφίες υπάρχει κάτι που αναγνωρίζουμε αμέσως: η προσπάθεια μιας ζωής να εμφανιστεί ολοκληρωμένη, ενώ στους τοίχους της κρέμεται ήδη η απόδειξη ότι τίποτα δεν είναι.

Η Villa Ponti ήταν ένα σπίτι με κήπους, παιδιά, φως, τέχνη και μυθολογία. Αλλά στους τοίχους υπήρχε ο Μπέικον. Και αυτό αρκεί για να αλλάξει όλη την εικόνα. Γιατί κάτω από κάθε τέλεια φωτογραφία υπάρχει πάντα ένα σώμα που δεν χωράει στο κάδρο. Και ο Μπέικον, στο σπίτι της Σοφίας Λόρεν, ήταν εκεί για να το θυμίζει.

Πηγή: lifo