ενημέρωση 12:53, 6 August, 2026

H Γαλλία σε ελεύθερη πτώση

Χαμηλότερη έκθεση στους αμερικανικούς δασμούς, φθηνότερη ηλεκτρική ενέργεια και καλύτερες δημογραφικές προοπτικές δεν αρκούν για να προστατεύσουν τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης

Για χρόνια η Γαλλία θεωρούνταν η μεγάλη ευρωπαϊκή οικονομία με τις περισσότερες άμυνες απέναντι στις διεθνείς κρίσεις. Σε αντίθεση με τη Γερμανία, η οποία εξαρτάται έντονα από τις εξαγωγές και τη βιομηχανία, ή την Ιταλία, η οποία αντιμετωπίζει χρόνια δημογραφικά προβλήματα και υψηλό δημόσιο χρέος, η Γαλλία έμοιαζε να διαθέτει ένα ισχυρότερο προστατευτικό δίχτυ. Η περιορισμένη έκθεση στους αμερικανικούς δασμούς, η μεγάλη συμμετοχή της πυρηνικής ενέργειας στο ενεργειακό της μείγμα και οι σχετικά ευνοϊκές δημογραφικές προοπτικές δημιουργούσαν την εικόνα μιας χώρας καλύτερα θωρακισμένης απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις.

Ωστόσο, η πραγματικότητα των τελευταίων μηνών δείχνει κάτι διαφορετικό. Η γαλλική οικονομία εξελίσσεται πλέον στον πιο πιθανό υποψήφιο μεταξύ των μεγάλων οικονομιών της Ευρωζώνης να εισέλθει πρώτη σε τεχνική ύφεση. Η αναθεώρηση του ΑΕΠ του πρώτου τριμήνου από μηδενική ανάπτυξη σε αρνητικό πρόσημο αποτέλεσε ένα πρώτο προειδοποιητικό σήμα. Ταυτόχρονα, οι δείκτες επιχειρηματικής δραστηριότητας, εμπιστοσύνης και κατανάλωσης αποτυπώνουν μια οικονομία που χάνει σταδιακά τη δυναμική της.

Το παράδοξο είναι ότι αυτή η επιδείνωση καταγράφεται τη στιγμή που η Γαλλία εμφανίζεται λιγότερο εκτεθειμένη από άλλες χώρες στα εξωτερικά σοκ. Οι εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες αντιστοιχούν σε σημαντικά μικρότερο ποσοστό της οικονομικής δραστηριότητας σε σχέση με τη Γερμανία και την Ιταλία. Αυτό σημαίνει ότι οι αμερικανικοί δασμοί στα ευρωπαϊκά προϊόντα δεν πλήττουν τη γαλλική οικονομία στον ίδιο βαθμό. Παράλληλα, η χώρα εξακολουθεί να απολαμβάνει ένα από τα σημαντικότερα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα στην Ευρώπη: το χαμηλότερο ενεργειακό κόστος. Η εκτεταμένη χρήση πυρηνικής ενέργειας επιτρέπει στις γαλλικές επιχειρήσεις να λειτουργούν με σαφώς μικρότερη επιβάρυνση σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους, ενώ η ολοκλήρωση των εργασιών συντήρησης στους πυρηνικούς αντιδραστήρες περιορίζει τους κινδύνους ενεργειακών διαταραχών για τα επόμενα χρόνια.

Εξίσου σημαντικός είναι και ο δημογραφικός παράγοντας. Σε αντίθεση με τη Γερμανία και την Ιταλία, όπου ο ενεργός πληθυσμός αναμένεται να μειωθεί σημαντικά μέσα στην επόμενη δεκαετία, η Γαλλία διατηρεί ακόμη πιο ισορροπημένες προοπτικές. Η αγορά εργασίας της δεν απειλείται στον ίδιο βαθμό από τη γήρανση του πληθυσμού και την έλλειψη εργατικού δυναμικού.

Κι όμως, παρά αυτά τα πλεονεκτήματα, η γαλλική οικονομία παρουσιάζει σημάδια κόπωσης που δεν μπορούν πλέον να αγνοηθούν. Οι δείκτες επιχειρηματικού κλίματος έχουν υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων πέντε ετών. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η κατάσταση στον τομέα των υπηρεσιών, ο οποίος αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της γαλλικής οικονομίας. Οι υπηρεσίες παράγουν πάνω από το 70% της συνολικής προστιθέμενης αξίας της χώρας και οποιαδήποτε επιβράδυνση σε αυτόν τον τομέα έχει άμεσες συνέπειες στην ανάπτυξη.

Οι επιχειρήσεις του κλάδου αναφέρουν όλο και συχνότερα δύο βασικά προβλήματα: την αδύναμη ζήτηση και τη δυσκολότερη χρηματοδότηση. Τα υψηλότερα επιτόκια έχουν αυξήσει σημαντικά το κόστος δανεισμού, πιέζοντας ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Παράλληλα, η κατανάλωση των νοικοκυριών παραμένει υποτονική και οι επενδύσεις των επιχειρήσεων κινούνται με χαμηλούς ρυθμούς εδώ και δύο χρόνια.

Η εικόνα αυτή αποκαλύπτει ότι το πρόβλημα της Γαλλίας δεν βρίσκεται τόσο στην εξωτερική οικονομική συγκυρία όσο στο εσωτερικό της κλίμα. Οι Γάλλοι καταναλωτές εμφανίζονται σήμερα από τους πιο απαισιόδοξους στην Ευρώπη. Το αξιοσημείωτο είναι ότι η απαισιοδοξία τους δεν αφορά τόσο τα προσωπικά τους οικονομικά όσο τη συνολική κατάσταση της χώρας. Παρά το γεγονός ότι τα πραγματικά εισοδήματα είχαν αρχίσει να ανακάμπτουν πριν από την έκρηξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή, η εμπιστοσύνη δεν επέστρεψε ποτέ στα προ πανδημίας επίπεδα.

Οι φόβοι για την οικονομία και την απασχόληση έχουν ενισχυθεί σημαντικά. Η ανεργία έχει αρχίσει να αυξάνεται ξανά, την ώρα που στις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης παραμένει σταθερή ή υποχωρεί. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά των νοικοκυριών. Όταν οι πολίτες φοβούνται για το μέλλον, περιορίζουν τις δαπάνες τους, αναβάλλουν αγορές και αυξάνουν τις αποταμιεύσεις τους. Η συνέπεια είναι ένας φαύλος κύκλος επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας.

Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται η πολιτική αβεβαιότητα. Η Γαλλία βίωσε τα τελευταία δύο χρόνια μια πρωτοφανή περίοδο θεσμικής αστάθειας. Από τις βουλευτικές εκλογές του 2024 και μετά, η κυβέρνηση έχασε την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία και οι διαδοχικές πολιτικές συγκρούσεις κατέστησαν εξαιρετικά δύσκολη τη λήψη αποφάσεων. Οι διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό μετατράπηκαν σε πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, με αποτέλεσμα να υιοθετούνται προσωρινές λύσεις που ούτε εξασφαλίζουν δημοσιονομική σταθερότητα ούτε προσφέρουν προβλεψιμότητα στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η πολιτική αβεβαιότητα έχει μετατραπεί σε οικονομικό κόστος. Οι επιχειρήσεις καθυστερούν επενδυτικές αποφάσεις, οι καταναλωτές εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί και οι διεθνείς αγορές παρακολουθούν με αυξανόμενη ανησυχία την πορεία των γαλλικών δημόσιων οικονομικών.

Το δημοσιονομικό πρόβλημα αποτελεί πλέον τον μεγαλύτερο πονοκέφαλο για το Παρίσι. Το δημόσιο χρέος παραμένει σε υψηλά επίπεδα και το κόστος εξυπηρέτησής του αυξάνεται διαρκώς. Καθώς τα παλαιότερα ομόλογα αναχρηματοδοτούνται με υψηλότερα επιτόκια, οι δαπάνες για τόκους διογκώνονται και απορροφούν όλο και μεγαλύτερο μέρος του κρατικού προϋπολογισμού. Μέσα στα επόμενα χρόνια η επιβάρυνση αυτή αναμένεται να διπλασιαστεί ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να προχωρήσει σε μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής. Όμως η λιτότητα σε μια οικονομία που ήδη επιβραδύνεται ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Οι περικοπές δαπανών και οι πιθανές φορολογικές αυξήσεις μπορούν να περιορίσουν ακόμη περισσότερο τη ζήτηση, επιδεινώνοντας την αναπτυξιακή προοπτική.

Η κρίση στη Μέση Ανατολή έρχεται να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το περιβάλλον. Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας και καυσίμων μειώνουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και αυξάνουν το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων. Σε αντίθεση όμως με προηγούμενες κρίσεις, η γαλλική κυβέρνηση διαθέτει πλέον περιορισμένα περιθώρια παρέμβασης. Τα δημόσια οικονομικά δεν επιτρέπουν γενναίες επιδοτήσεις ή φορολογικές ελαφρύνσεις που θα μπορούσαν να απορροφήσουν μέρος των επιπτώσεων.

Ακόμη και αν οι γεωπολιτικές εντάσεις αποκλιμακωθούν, οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα συνεχίσουν να μεταφέρονται σταδιακά στην πραγματική οικονομία. Τα αυξημένα κόστη παραγωγής θα περάσουν στις τελικές τιμές, διαβρώνοντας περαιτέρω την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών. Ταυτόχρονα, η αυστηρότερη νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας διατηρεί το κόστος χρηματοδότησης σε υψηλά επίπεδα.

Όλα αυτά συνθέτουν μια εικόνα που πριν από λίγα χρόνια θα φαινόταν απίθανη. Η Γαλλία, η οικονομία που θεωρούνταν καλύτερα προστατευμένη απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις, κινδυνεύει να βρεθεί πρώτη αντιμέτωπη με την ύφεση. Όχι επειδή επλήγη περισσότερο από τους δασμούς, την ενέργεια ή τη δημογραφία, αλλά επειδή η κρίση εμπιστοσύνης, η πολιτική αβεβαιότητα και η δημοσιονομική πίεση διαβρώνουν σταδιακά τα θεμέλια της οικονομίας της.

Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι αν οι προεδρικές και κοινοβουλευτικές εξελίξεις του επόμενου έτους θα μπορέσουν να αποκαταστήσουν τη σταθερότητα και την εμπιστοσύνη. Μέχρι τότε, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης φαίνεται να εισέρχεται σε μια περίοδο παρατεταμένης αδυναμίας, με τους αναλυτές να προειδοποιούν ότι τα δυσκολότερα ίσως δεν έχουν ακόμη έρθει.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

ΕΛΑΣ - Απύθμενο το θράσος Μητσοτάκη – Ο αρχιερέας της διαφθοράς επαίρεται ότι ίδιος εξάρθρωσε τα κυκλώματα

«Η μεγαλύτερη παθογένεια σήμερα στον τόπο μας είναι το καθεστώς διαφθοράς που έχει το δικό του ονοματεπώνυμο και ελέγχεται επιτελικά από το Μαξίμου», τονίζει η ΕΛΑΣ σημειώνοντας ότι το δίλημμα των επόμενων εκλογών είναι σαφές: «Διαφθορά ή εντιμότητα;»

Σφοδρά πυρά κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη, εξαπολύει η ΕΛΑΣ (Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη), σχολιάζοντας την κυριακάτικη ανάρτηση του πρωθυπουργού.

«Χρειάζεται απύθμενο θράσος ώστε κάθε φορά που ένα κυβερνητικό σύστημα σαπίζει και τα γαλάζια παιδιά πιάνονται με τη γίδα στη πλάτη, ο αρχιερέας της διαφθοράς να επαίρεται και από πάνω ότι ίδιος εξάρθρωσε τα κυκλώματα» σημειώνει η ΕΛΑΣ και προσθέτει:

«Τέτοιο θράσος ο κος Μητσοτάκης διαθέτει περίσσιο και το γνωρίζουμε άλλωστε από τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε τα Τέμπη αλλά και τον ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου επιχείρησε πάλι να φορτώσει τις δικές του ευθύνες σε κάποιες δήθεν διαχρονικές παθογένειες του κράτους.

 Ωστόσο η μεγαλύτερη παθογένεια σήμερα στον τόπο μας είναι το καθεστώς διαφθοράς που έχει το δικό του ονοματεπώνυμο και ελέγχεται επιτελικά από το Μαξίμου».

«Και για αυτό οι επόμενες εκλογές, όποτε και αν γίνουν, θα έχουν ένα σαφές δίλημμα : Διαφθορά ή εντιμότητα;», υπογραμμίζει η ΕΛΑΣ.

Το «καρφί», το «πέταλο» και η δυσκολία Μητσοτάκη απέναντι σε Καραμανλή – Σαμαρά

Τα μπαλατζαρίσματα στη στάση του ίδιου του Κυρ. Μητσοτάκη απέναντι στους δύο πρώην πρωθυπουργούς Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά, φανερώνουν την έντονη πίεση που αισθάνεται το Μαξίμου

Την ασφυκτική πίεση που αισθάνεται το μέγαρο Μαξίμου λόγω της σφοδρής κριτικής των δύο πρώην πρωθυπουργών Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά, αλλά και της προαναγγελίας για τη δημιουργία του νέου κόμματος Σαμαρά, φανερώνουν τα μπαλατζαρίσματα απέναντί τους στη στάση του ίδιου του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος πότε τους αντιμετωπίζει με φαρμακερά βέλη (όπως η ρητορική περί «πνιγμένων» στα «ήρεμα νερά», στην πολιτική Επιτροπή της ΝΔ) και πότε κρατάει αμυντική στάση, γιατί δεν θέλει να κλείσει την πόρτα στο ακροατήριο που οι δύο πρώην πρωθυπουργοί εκφράζουν.

Φαίνεται ότι το Μαξίμου αντιλαμβάνεται πλέον ότι, η γραμμή που δημοσίως εκφράστηκε προ ημερών από τα επίσημα χείλη της Πειραιώς ότι το κόμμα Σαμαρά δεν θα επηρεάσει τους ψηφοφόρους της ΝΔ, δε μπορεί να σταθεί, αφού στο κυβερνητικό στρατόπεδο κατανοούν ότι ο κ. Σαμαράς, πέραν των ψηφοφόρων που έχουν φύγει ήδη από τη ΝΔ και ψηφίζουν κόμματα στα δεξιά της, θα απευθυνθεί επίσης στο πολύ απογοητευμένο ακροατήριο της ΝΔ που, μη θέλοντας να ψηφίσει άλλο κόμμα αλλά ούτε και τη ΝΔ, έχει επιλέξει το δρόμο της αποχής, αλλά και σε εκείνους που παραμένουν ψηφοφόροι της ΝΔ, όμως είναι σήμερα δυσαρεστημένοι από την κυβέρνηση.

Η παραδοχή και το blame game

Έτσι πλέον είναι ο ίδιος ο πρωθυπουργός που ουσιαστικά παραδέχεται ευθέως ότι η κυβέρνηση θα έχει πρόβλημα από το κόμμα του κ. Σαμαρά (τον οποίο ο ίδιος αποφάσισε να διαγράψει) και ως τακτική καταφεύγει σε ένα blame game σε βάρος του πρώην πρωθυπουργού, τον οποίο κατηγορεί ότι προχωρώντας στο κόμμα θα βλάψει την παράταξη.

 Είναι χαρακτηριστικό ότι στη συνέντευξή του στον Αντ1 ο Κυρ. Μητσοτάκης θέλησε να πει για τον κ. Σαμαρά πως ο ίδιος εύχεται ότι «θα πρυτανεύσει η λογική και θα αντιληφθεί ότι θα είναι πολύ κακό και για τη δική του υστεροφημία να επιχειρήσει να κάνει ζημιά στην παράταξη».

Μια στο καρφί και μια στο πέταλο

Ο νυν πρωθυπουργός υιοθετεί απέναντι στους δύο πρώην πρωθυπουργούς μία ρητορική που συνοψίζεται με τη γνωστή έκφραση: «Μια στο καρφί και μια στο πέταλο», ανεβάζοντας σε ένα βαθμό περισσότερο τους τόνους απέναντι στον κ. Σαμαρά, ενώ το Μαξίμου εξακολουθεί να επιχειρεί να διαχωρίσει τον κ. Καραμανλή (παρότι βέβαια οι κοινές εμφανίσεις των δύο πρώην πρωθυπουργών ρίχνουν την τακτική αυτή στο κενό, αναδεικνύοντας ως πολιτικά απομονωμένο τον κ. Μητσοτάκη).

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Κυρ. Μητσοτάκης, στον Αντ1, αναφερόμενος στην κριτική του κ. Καραμανλή και του κ. Σαμαρά για την εξωτερική πολιτική και τα ελληνοτουρκικά, χαρακτήρισε «άδικη» την «κριτική τους στο συγκεκριμένο θέμα», ενώ θέλησε να αφήσει αιχμές σε βάρος τους, λέγοντας πως «εξ όσων γνωρίζω, είμαι ο μόνος Έλληνας πρωθυπουργός ο οποίος πήγε στην Άγκυρα και έθεσε ευθέως, με ευγένεια, αλλά νομίζω και χωρίς να υποχωρώ από τις ελληνικές θέσεις, το ζήτημα του casus belli» για να πει πως «εγώ δεν θυμάμαι κανέναν άλλον πρώην πρωθυπουργό να έχει θέσει το ζήτημα του casus belli, το οποίο θέλω να σας θυμίσω, κ. Χατζηνικολάου, ότι υπάρχει από το 1995».

Λέγοντας, πάντως, ότι «δεν θέλω να πω πολλά περισσότερα, γιατί σέβομαι και τους δύο πρώην πρωθυπουργούς, εκλεγμένους με τη Νέα Δημοκρατία» και ότι «πρέπει να ρωτήσετε αυτούς και όχι εμένα», θέλοντας έτσι να εμφανίσει τους δύο προκατόχους του, ότι είναι εκείνοι που έχουν το πρόβλημα μαζί του.

Για Σαμαρά

Στο ίδιο πλαίσιο, αναφερόμενος συγκεκριμένα στον Αντώνη Σαμαρά, ο κ. Μητσοτάκης ρητά δήλωσε ότι δεν θεωρεί λάθος την απόφασή του να διαγράψει τον πρώην πρωθυπουργό. Ειδικότερα, στην ερώτηση αν τη θεωρεί λάθος, απάντησε: «Φοβάμαι, εκ των υστέρων, με αυτά τα οποία ειπώθηκαν, όχι. Διότι έχω ακούσει και προσωπικές, θα έλεγα, κουβέντες, πολύ βαριές».

Και στη συνέχεια είπε ότι «ο κ. Σαμαράς είναι ένας άνθρωπος, ο οποίος προέρχεται από την παράταξη. Τον ξαναγκάλιασε η παράταξη κάποια στιγμή, του έδωσε την ευκαιρία, έγινε πρωθυπουργός», εκτοξεύοντας έτσι ένα «καρφί» για την εποχή της δημιουργίας της Πολιτικής Άνοιξης από τον κ. Σαμαρά.

Κι έπειτα θέλησε να πει ότι «ήταν ένας καλός πρωθυπουργός. Εγώ δεν θα αλλάξω την άποψη μου για τον κ. Σαμαρά. Ήμουν υπουργός του. Ήταν ένας καλός πρωθυπουργός, ο οποίος πήγε την χώρα μπροστά, σε μια πολύ δύσκολη συγκυρία».

Για να καταλήξει, κορυφώνοντας την τακτική του blame game, πως «δεν μπορώ να διανοηθώ, λοιπόν, ότι τελικά ο άνθρωπος αυτός θα κάνει κάτι το οποίο θα ζημιώσει την παράταξη που του έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία και που τον έκανε Πρωθυπουργό. Δεν πιστεύω ότι θα γίνει αυτό. Αυτή είναι η άποψη μου. Εύχομαι να μην διαψευστώ».

Η σχέση Σαμαρά – Μητσοτάκη

Αυτό που ο νυν πρωθυπουργός απέφυγε να υπενθυμίσει, κάνοντας την παραπάνω ιστορική αναδρομή, είναι ότι εκτός από το ότι υπήρξε υπουργός του κ. Σαμαρά, ο Κυρ. Μητσοτάκης βασίστηκε στη στήριξη του Αντώνη Σαμαρά (καθώς και του Άδωνη Γεωργιάδη) προκειμένου να καταφέρει να εκλεγεί αρχηγός της ΝΔ απέναντι στον Βαγγέλη Μεϊμαράκη (ο οποίος διέθετε την εμπιστοσύνη του Κ. Καραμανλή, αλλά και της Ντ. Μπακογιάννη), παρότι σήμερα έχει επιλέξει να διαγράψει τον Μεσσήνιο πρώην πρωθυπουργό, τον οποίο άρχισε να «αδειάζει» με αλλεπάλληλους τρόπους όταν έγινε ο ίδιος πρωθυπουργός.

Από τη δική του πλευρά ο Αντ. Σαμαράς ουσιαστικά καταγγέλλει τον κ. Μητσοτάκη ότι είναι εκείνος που έβλαψε την παράταξη, χαρακτηρίζοντας τη σημερινή ΝΔ «μεταλλαγμένη» και σημειώνοντας ότι «η  μεγάλη κεντροδεξιά παράταξη έχει μείνει ανεκπροσώπητη, γιατί η ψυχή της χάθηκε», ενώ από τη σαμαρική πλευρά απαντούν στην κυβέρνηση ότι για τη φθορά και τα χαμηλά ποσοστά της «θα πρέπει να κοιτάξει στον καθρέφτη της».

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Οι ΗΠΑ διαψεύδουν τον ισχυρισμό του Ιράν ότι θα λάβουν 12 δισεκατομμύρια δολάρια από τα παγωμένα περιουσιακά του στοιχεία - Axios

Σύμφωνα με την πύλη, το Ιράν δεν θα μπορέσει να λάβει το ποσό από τα παγωμένα κεφάλαιά του άνευ όρων πριν από την έναρξη μιας περιόδου διαπραγματεύσεων 60 ημερών.

ΟΥΑΣΙΝΓΚΤΟΝ, 15 Ιουνίου. /TASS/. Ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος απέρριψε ως αναληθείς τις αναφορές των ιρανικών μέσων ενημέρωσης ότι η Ουάσινγκτον θα αποδεσμεύσει 12 δισεκατομμύρια δολάρια από τα παγωμένα περιουσιακά στοιχεία του Ιράν, ανέφερε ο Μπαράκ Ραβίντ, ανταποκριτής του Axios, επικαλούμενος δικές του πηγές.

«Αυτό είναι εντελώς αναληθές. Πρόκειται για μια συμφωνία αμοιβής βάσει απόδοσης και δεν θα αποδεσμευτούν παγωμένα κεφάλαια χωρίς οι Ιρανοί να εφαρμόσουν τις δεσμεύσεις τους», δημοσίευσε ο Ravid στο X. Σύμφωνα με τον ίδιο, το Ιράν δεν θα είναι σε θέση να λάβει το ποσό από τα παγωμένα κεφάλαιά του άνευ όρων πριν από την έναρξη μιας περιόδου 60 ημερών διαπραγματεύσεων.

Νωρίτερα, το Mehr ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποδεσμεύσουν 12 δισεκατομμύρια δολάρια σε παγωμένα περιουσιακά στοιχεία προς την Ισλαμική Δημοκρατία πριν από την έναρξη του τελικού σταδίου των διαπραγματεύσεων.

Σύμφωνα με το ιρανικό πρακτορείο ειδήσεων, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους θα πρέπει να παρουσιάσουν σχέδια ανοικοδόμησης αξίας τουλάχιστον 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων για το Ιράν.