Ο «σιωπηλός φόρος» στα χαμηλά εισοδήματα
Η ακρίβεια στα τρόφιμα είναι πολιτική επιλογή της κυβέρνησης, όπως και οι χαμηλοί μισθοί. Είναι το αποτέλεσμα μιας αγοράς χωρίς έλεγχο
Ηακρίβεια στα τρόφιμα δεν είναι ένα παροδικό φαινόμενο ούτε μια «εισαγόμενη κρίση» που απλώς μας έτυχε. Είναι το αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών, μιας αγοράς που λειτουργεί χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και ενός παραγωγικού μοντέλου που εγκαταλείπει συστηματικά τόσο τους αγρότες όσο και τα νοικοκυριά.
Τα τελευταία χρόνια, οι τιμές βασικών ειδών διατροφής αυξήθηκαν με ρυθμούς πολύ ταχύτερους από τον γενικό πληθωρισμό. Κρέας, γαλακτοκομικά, ελαιόλαδο, ψωμί, ζυμαρικά και λαχανικά κατέγραψαν διψήφιες ετήσιες αυξήσεις, με σωρευτικές ανατιμήσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνούν το 30% ή και το 40% μέσα σε μία τριετία. Την ίδια στιγμή, οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι, διαρκώς πίσω από τον πληθωρισμό, μετατρέποντας το καθημερινό τραπέζι σε πεδίο πίεσης.
Τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν πλέον πάνω από το 20% των συνολικών τους εξόδων για τρόφιμα, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στα χαμηλά εισοδήματα, αυτό μεταφράζεται σε περικοπές, υποκατάσταση ποιοτικών προϊόντων, περιορισμό κατανάλωσης κρέατος και φρέσκων τροφίμων. Η επισιτιστική ασφάλεια παύει να αφορά μόνο τη διαθεσιμότητα τροφίμων και γίνεται πρωτίστως ζήτημα πρόσβασης· ποιος μπορεί να αγοράσει και τι. Γι’ αυτό δεν είναι λύση τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα.
Την ίδια ώρα οι αγρότες κινητοποιούνται, όχι από ιδιοτροπία αλλά επειδή βρίσκονται σε οικονομική ασφυξία. Υψηλό κόστος ενέργειας, ζωοτροφών και λιπασμάτων, περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, χαμηλές τιμές παραγωγού. Το παράδοξο και αποκαλυπτικό είναι ότι οι καταναλωτές πληρώνουν ακριβά τα ελληνικά προϊόντα, ενώ οι παραγωγοί τα πουλούν συχνά κάτω από το κόστος. Η απόσταση ανάμεσα στην τιμή παραγωγού και την τιμή στο ράφι δεν είναι το «αόρατο χέρι της αγοράς», είναι αποτέλεσμα συγκέντρωσης ισχύος, ολιγοπωλιακών πρακτικών και πολιτικής ανοχής.
Μέτρα όπως το «καλάθι του νοικοκυριού» αποδείχθηκαν επικοινωνιακά πυροτεχνήματα. Δεν άγγιξαν τον πυρήνα του προβλήματος, τη λειτουργία της αλυσίδας τιμών και τη διανομή του κόστους και του κέρδους. Αντίθετα, νομιμοποίησαν την ακρίβεια, παρουσιάζοντάς την ως αναπόφευκτη.
Οι συνέπειες δεν είναι μόνο κοινωνικές, αλλά και παραγωγικές. Η εγκατάλειψη καλλιεργειών και ο περιορισμός της παραγωγής αυξάνονται, απειλώντας τη διαθεσιμότητα τροφίμων στο μέλλον. Με την κλιματική κρίση να εντείνει τις πιέσεις και το κόστος εισροών να παραμένει υψηλό, ο κίνδυνος ενός νέου κύκλου ανατιμήσεων είναι απολύτως υπαρκτός.
Βρισκόμαστε σε κρίσιμη καμπή. Είτε θα υπάρξει ουσιαστική ενίσχυση της εγχώριας αγροτικής παραγωγής, δημόσια παρέμβαση στην αγορά και έλεγχος της αλυσίδας τιμών, είτε η Ελλάδα θα παγιωθεί ως χώρα με ευρωπαϊκές τιμές και βαλκανικούς μισθούς. Αυτό δεν είναι απλώς οικονομικό ζήτημα, είναι ζήτημα κοινωνικής συνοχής και δημοκρατίας.
Η ακρίβεια στα τρόφιμα λειτουργεί ως σιωπηλός φόρος στα χαμηλά εισοδήματα. Χρειάζεται να αμφισβητηθεί, όμως, το μοντέλο που τη γεννά. Το θέμα δεν είναι αν οι τιμές θα αυξηθούν ξανά, αλλά πόσο ακόμη μπορούν να αντέξουν τα νοικοκυριά. Η δίαιτα της επιβίωσης που μας έχει επιβληθεί δεν μας αξίζει και μπορούμε να την ανατρέψουμε.
