ενημέρωση 7:53, 2 November, 2026

Διονύσης Χαριτόπουλος 1947 -2026 – Πέντε η ώρα που βραδιάζει

Καθόμαστε και τα λέγαμε με τον Διονύση

– Πέντε η ώρα που βραδιάζει, μου λέει.

– Α las cincos de la tarde του λέω και βάλαμε τα γέλια.

– Ο μέγας Φεντερίκο, μου λέει.

– Πηλός και σμαράγδια από τη Γρανάδα η ποίησή του, του λέω.

– Οι ποιητές δεν πεθαίνουν. Κουβαλούν μέσα τους τη γη τους, μου λέει ο Διονύσης.

– Αντε γεια μας.

Τσουγκρίσαμε, ήπιαμε.

Ηχος στο κινητό, κοιτάω ήταν ο Κώστας Κοφινάς. Το βάζω σε ανοιχτή ακρόαση.

– Σε θέλω – μου λέει ο Κώστας – να γράψεις για τον Διονύση.

– Τι έγινε με τον Διονύση του λέω.

Ο Διονύσης δίπλα μου άκουγε.

– Δεν τα έμαθες, μου λέει ο Κώστας.

– Τι να μάθω;

– Ο Διονύσης πέθανε.

Ο Διονύσης δίπλα μου, μου έκανε νόημα «Ασ’ τον να λέει».

– Ποιος το είπε;

Λέω του Κώστα:

– Τι ποιος μου το είπε. Το γράψαν οι εφημερίδες. Το είπε η τηλεόραση. Εβγαλε ανακοίνωση ο εκδοτικός σας οίκος.

– Μην πιστεύεις ό,τι ακούς. Κι αυτό που βλέπεις δεν είναι αυτό που πιστεύεις ότι βλέπεις. Ζούμε σε παράξενη εποχή. Τράμπα από δω τράμπα από κει. Το άσπρο μαύρο. Ο Διονύσης είναι δίπλα μου τα λέμε. Να στον δώσω να τα πείτε;

Ο Κώστας ξαφνιάστηκε.

– Θα το ψάξω, μου είπε.

Εκλεισε το τηλέφωνο. Ο Διονύσης έσκασε στα γέλια.

– Του έβαλες την αμφιβολία.

– Επαψε πια ο κόσμος να αμφιβάλει. Τρας φουντ, μούφα ζωή.

Του είπα:

– Αντε γεια μας.

Ξανατσουγκρίσαμε τα ποτήρια.

– Εμείς για αυτό είμαστε δω. – Μου λέει ο Διονύσης – Να ξανασηκώσουμε παντιέρα την αμφιβολία. Που όλοι κοιτούν τον τυφλό με το μπαστούνι να τους δείξει τον δρόμο κι όχι τα αστέρια. Κάποτε όλοι διψούσαν για ένα κομμάτι ουρανό… Εϊ εσείς που σουλατσέρνετε… Βγάλτε τα χέρια από τις τσέπες…

Σηκώθηκε φώναξε ο Διονύσης.

Σηκώθηκα κι εγώ… πάρτε μαχαίρι, πέτρα, μπόμπα…

Κι αν είναι κανείς σας δίχως χέρια…

– … ΝΑ ‘ΡΘΕΙ ΝΑ ΧΤΥΠΗΘΕΙ ΜΕ ΚΟΥΤΟΥΛΙΕΣ.

Φωνάξαμε κι οι δυο μαζί.

Ακούμπησα το ποτήρι δίπλα από το βιβλίο του «Τη νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι»

– Δεν μου το υπόγραψες.

Του είπα:

– Γι’ αυτό ήρθα.

Μου είπε:

– Θέλω όμως να μου υπογράψεις κι εσύ το δικό σου.

Μου έδειξε «Τα φίδια στον Κολωνό». Το κουβαλούσε στην τσέπη του. Γι’ αυτό είχαμε βρεθεί. Το είχαμε συμφωνήσει.

«Δεν φεύγω χωρίς την υπογραφή» μου είχε πει. «Ούτε κι εγώ» του είχα πει.

Υπέγραψε. Υπέγραψα. Αγκαλιαστήκαμε.

– Φεύγω. Ξέρεις πού θα με βρεις. Θα σε περιμένω.

– Δεν θα αργήσω.

Του είπα:

– Να κουβαλάς και τη γη σου.

Μου είπε:

– Πάντα. Εσύ;

Τον ρώτησα:

– Το αίμα μου είναι ο Πειραιάς. Τον κουβαλάω μέσα μου.

– Κι εγώ το ξέρεις. Κράτα μου χωματερή να ακουμπήσω κι εγώ τη γη μου τον Κολωνό,

του είπα.

Γέλασε. Εβαλε τα «Φίδια» στην τσέπη, γύρισε πλάτη έφυγε. Εβαλα κρασί. Γέμισα πάλι το ποτήρι. Χύθηκε σπονδή στο εξώφυλλο «Τη Νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι». Χιλιάδες τον ακολουθούσαν «τον πατέρα».

Από τον Σταθμό Λαρίσης έφυγαν με τον βοηθό του τον Λάντος κι ήταν μαζί τους κι ο Δρόσος. Κανείς άλλος. Χούντα ήταν τότε. Πάνω από τρεις μαζί αν τα λέγατε σε συνελάμβαναν.

– Κι οι άλλοι οι χιλιάδες; Με ρώτησε η κόρη μου.

– Ηταν εκεί στον σταθμό οι ψυχές τους. Δραπετσώνα, Κερατσίνι, Μανιάτικα, του Βάβουλα, Λιπάσματα, προφήτης Ηλίας, όλο το Καραϊσκάκη, Κοκκινιά. Χιλιάδες – της είπα. Πονούσαν που έφευγε ο Μπούκοβι. Βουβοί από τον πόνο. Ο Διονύσης έγινε η φωνή τους. Τραγούδι τον καημό τους.

– Κι αυτό με τη γη του Πειραιά, τη χωματερή του Κολωνού που είπατε; Τι είναι; Πώς μπορεί να ανεβάσει κάποιος τη γη στον ουρανό… Γίνεται;

– Γίνεται της είπα. Οποιος την κουβαλάει μέσα του. Για αυτό δεν πεθαίνουν οι ποιητές. Παλιά, μετά τον μεγάλο πόλεμο, το έζησα, όταν η Ελλάδα χτιζόταν πάνω στα ερείπιά της. Οι περιβολάρηδες Ρέντη, Κολωνό, Σεπόλια, Μοσχάτο, πουλούσαν δύο φορές τη γη τους. Μια ως χώμα για τα τουβλοκάμινα, άργιλος που ήταν και μια ως οικόπεδα. Γεμίζαν το σκάμμα, τη χωματερή, με μπάζα. Ανοικοδόμηση τότε με την αμερικανική βοήθεια, κάπου να πετάξουν οι εργολάβοι τα μπάζα, κάπου να χτίσει ο κόσμος μια στέγη πάνω από το κεφάλι του.

Ο Διονύσης κι εγώ κι όσοι την κουβαλάμε μέσα μας, άργιλος πηλός που είναι, γόνιμη γη, φορτωμένη αρχαίους σπόρους κι αυτούς, που φέρνει ο αέρας και τα πουλιά. Κιβωτός. Κι όταν έρθει η ώρα, όσοι την αγαπήσαμε, την ανεβάζουμε στις χωματερές του ουρανού. Περιβόλι ξανά να γίνει. Τίποτα να μη μας λείπει. Αποικία στα σύννεφα. Ραπανάκια, ραδίκια, ροδιές, ελιές, ποτιστικές στέρνες με τα χρυσόψαρα. Σπασμένες σαρκοφάγους. Κουφάρια πλοίων. Εκεί ανεβάζει τώρα τον Πειραιά ο φίλος μου.

– Κι εσύ τον Κολωνό; Του είπες να σε περιμένει. Και σύντομα.

– Και πώς θα γίνει αλλιώς… – Της είπα – Οι φίλοι δεν χάνονται.

Ο Θανάσης Σκρουμπέλος είναι συγγραφέας, σκηνοθέτης και σεναριογράφος

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.