ενημέρωση 1:18, 24 October, 2026

Πώς τα ΜΜΕ προετοιμάζουν την επίθεση στο Ιράν

του Τζόναθαν Κουκ

Ένα ακόμη παράδειγμα απολύτως ανεύθυνης δημοσιογραφίας του BBC στην εκπομπή News at Ten:

Η διπλωματική ανταποκρίτρια Κάρολαϊν Χόουλι ξεκινά αναπαράγοντας άκριτα έναν φανταστικό αριθμό νεκρών, μιλώντας για «δεκάδες χιλιάδες νεκρούς» από τις πρόσφατες διαδηλώσεις στο Ιράν – αριθμούς που προέρχονται από αντιπάλους του καθεστώτος. Συγκρίνετέ το με τη συνεχή, επί δύο χρόνια, στάση «επιφυλακτικότητας» και υποβάθμισης του αριθμού των νεκρών στη Γάζα από τις ισραηλινές επιθέσεις, που ακολουθεί το BBC.

Η ιδέα ότι μέσα σε λίγες ημέρες οι ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας κατάφεραν να σκοτώσουν τόσους Ιρανούς όσους Παλαιστίνιους έχει σκοτώσει το Ισραήλ στη Γάζα, μέσω παρατεταμένων βομβαρδισμών, ισοπέδωσης του μικροσκοπικού θύλακα και λιμοκτονίας του πληθυσμού του, ξεπερνά κάθε λογική. Οι αριθμοί ακούγονται εξόφθαλμα γελοίοι, γιατί είναι εξόφθαλμα γελοίοι.

Είτε ο αριθμός των νεκρών στο Ιράν είναι μαζικά διογκωμένος, είτε ο αριθμός των νεκρών στη Γάζα είναι μαζικά υποεκτιμημένος. Ή –το πιο πιθανό– και τα δύο χρησιμοποιούνται σκόπιμα για να παραπλανήσουν.

Το BBC έχει μια πολιτική ατζέντα που λέει ότι είναι αποδεκτό να γίνεται πρωτοσέλιδο ένας κατασκευασμένος, διογκωμένος αριθμός νεκρών στο Ιράν, επειδή οι ηγέτες μας έχουν ορίσει το Ιράν ως «Επίσημο Εχθρό». Παράλληλα, το BBC έχει την αντίστροφη πολιτική ατζέντα, που λέει ότι είναι αποδεκτό να χρησιμοποιούνται ατελείωτες «επιφυλάξεις», προκειμένου να ελαχιστοποιείται ο αριθμός των νεκρών στη Γάζα, ο οποίος είναι ήδη βέβαιο ότι αποτελεί τεράστια υποκαταμέτρηση, επειδή το Ισραήλ είναι «Επίσημος Σύμμαχος».

Αυτό δεν είναι δημοσιογραφία. Είναι στενογραφία για δυτικές κυβερνήσεις που επιλέγουν εχθρούς και συμμάχους, όχι με βάση το αν τηρούν ηθικά ή νομικά πρότυπα συμπεριφοράς, αλλά αποκλειστικά με βάση το αν εξυπηρετούν τη Δύση στη μάχη της για την κυριαρχία στους πετρελαϊκούς πόρους της Μέσης Ανατολής.

Προσέξτε και κάτι ακόμη. Αυτό το ειδησεογραφικό απόσπασμα – που στρέφει για άλλη μια φορά την προσοχή των δυτικών κοινωνιών στη φερόμενη ανεξέλεγκτη σφαγή διαδηλωτών στο Ιράν νωρίτερα αυτόν τον μήνα – χρησιμοποιείται από το BBC για να προωθήσει την υπόθεση ενός πολέμου κατά του Ιράν, αυστηρά για «ανθρωπιστικούς λόγους», τους οποίους ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ δεν φαίνεται να συμμερίζεται.

Ο Τραμπ έστειλε την αρμάδα των πολεμικών του πλοίων στον Κόλπο, όχι επειδή λέει ότι θέλει να προστατεύσει διαδηλωτές –στην πραγματικότητα, οι πυραυλικές επιθέσεις θα σκοτώσουν αναμφίβολα πολύ περισσότερους Ιρανούς πολίτες– αλλά επειδή λέει ότι θέλει να εξαναγκάσει το Ιράν να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Υπάρχουν ήδη βαθιά στρώματα εξαπάτησης από δυτικούς πολιτικούς σε σχέση με το Ιράν –η πολυετής υπόθεση ότι το Ιράν επιδιώκει την κατασκευή πυρηνικής βόμβας, για την οποία δεν υπάρχει ακόμη καμία απόδειξη, και ότι η Τεχεράνη ευθύνεται για την κατάρρευση της συμφωνίας παρακολούθησης του πολιτικού πυρηνικού της προγράμματος. Στην πραγματικότητα ήταν ο Τραμπ, στην πρώτη του θητεία ως πρόεδρος, που κατήργησε αυτή τη συμφωνία.

Το Ιράν απάντησε εμπλουτίζοντας ουράνιο πάνω από τα επίπεδα που απαιτούνται για πολιτική χρήση, σε μια κίνηση που είχε επανειλημμένα γνωστοποιηθεί στην Ουάσινγκτον από την Τεχεράνη και είχε ξεκάθαρα στόχο να ενθαρρύνει την προηγούμενη κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν να ανανεώσει τη συμφωνία που είχε καταστρέψει ο Τραμπ.

Αντ’ αυτού, με την επιστροφή του στην εξουσία, ο Τραμπ χρησιμοποίησε αυτόν τον εμπλουτισμό όχι ως λόγο επιστροφής στη διπλωματία, αλλά ως πρόσχημα: πρώτον, για να εντείνει τις αμερικανικές κυρώσεις που έχουν παραλύσει περαιτέρω την ιρανική οικονομία, βαθαίνοντας τη φτώχεια των απλών Ιρανών. Δεύτερον, για να εξαπολύσει την επίθεση στο Ιράν το περασμένο καλοκαίρι, η οποία φαίνεται να είχε ελάχιστη επίδραση στο πυρηνικό του πρόγραμμα, αλλά εξυπηρέτησε την αποδυνάμωση της αεράμυνάς του, τη δολοφονία ορισμένων ηγετικών στελεχών του και τη διάδοση τρόμου στον ευρύτερο πληθυσμό.

Προσέξτε επίσης – αν και το BBC δεν το επισημαίνει – ότι οι αμερικανικές κυρώσεις αποτελούν μια μορφή συλλογικής τιμωρίας του ιρανικού πληθυσμού, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, και ότι οι περσινές επιθέσεις στο Ιράν ήταν ένας ξεκάθαρος πόλεμος επιθετικότητας, ο οποίος ορίζεται ως «το υπέρτατο διεθνές έγκλημα».

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ τώρα εμφανίζεται σαν να είναι εκείνος που θέλει να φέρει το Ιράν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, στέλνοντας μια αρμάδα πολεμικών πλοίων, ενώ ήταν ο ίδιος που ανέτρεψε αυτό ακριβώς το τραπέζι των διαπραγματεύσεων τον Μάιο του 2018 και διέλυσε τη συμφωνία που ήταν γνωστή ως Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης.

Το BBC, φυσικά, δεν κάνει καμία απολύτως αναφορά σε αυτό το κρίσιμο πλαίσιο για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Τραμπ σχετικά με τις προθέσεις του απέναντι στο Ιράν. Αντίθετα, η αρχισυντάκτρια για τη Βόρεια Αμερική, Σάρα Σμιθ, αναπαράγει άκριτα ως γεγονός τον ατεκμηρίωτο ισχυρισμό του Λευκού Οίκου ότι το Ιράν διαθέτει «πρόγραμμα πυρηνικών όπλων» από το οποίο ο Τραμπ θέλει να «απαλλαγεί».

Αλλά πέρα από όλα αυτά, μέσα όπως το BBC προσθέτουν και τα δικά τους στρώματα εξαπάτησης για να πουλήσουν την υπόθεση ενός αμερικανικού πολέμου κατά του Ιράν.

Πρώτον, το κάνουν αυτό προσπαθώντας να βρουν νέες οπτικές σε παλιές ειδήσεις για τη βίαιη καταστολή διαδηλώσεων στο εσωτερικό του Ιράν. Το κάνουν επικαλούμενοι εξωφρενικούς, απολύτως ατεκμηρίωτους αριθμούς νεκρών και στη συνέχεια συνδέοντάς τους με τους λόγους για τους οποίους ο Τραμπ βαδίζει προς τον πόλεμο. Η κάλυψή τους επαναφέρει – μετά τις καταστροφές στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, τη Λιβύη και αλλού – ψευδείς ανθρωπιστικές δικαιολογίες για πόλεμο, όταν ο ίδιος ο Τραμπ δεν κάνει καμία τέτοια σύνδεση.

Και δεύτερον, η κάλυψη του BBC από τη Σάρα Σμιθ παραθέτει ψυχρά τους αμερικανικούς μηχανισμούς επίθεσης στο Ιράν – τη σταδιακή προετοιμασία για πόλεμο – χωρίς ποτέ να αναφέρει ότι μια τέτοια επίθεση θα αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Θα ήταν, για άλλη μια φορά, «το υπέρτατο διεθνές έγκλημα».

Αντ’ αυτού, παρατηρεί:

«Ο Ντόναλντ Τραμπ αισθάνεται ότι έχει μια ευκαιρία να πλήξει μια αποδυναμωμένη ηγεσία στην Τεχεράνη. Αλλά πώς ακριβώς θα το κάνει; Θέλω να πω, μίλησε στο μήνυμά του για τις επιτυχημένες στρατιωτικές ενέργειες που σίγουρα τον έχουν ενθαρρύνει, μετά τις ενέργειες που έκανε στη Βενεζουέλα και νωρίτερα πέρσι στο Ιράν».

Φανταστείτε – αν μπορείτε, και δεν μπορείτε – το BBC να περιγράφει με την ίδια ψυχραιμία τα σχέδια του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν να προχωρήσει, μετά την εισβολή του στην Ουκρανία, σε στρατιωτικά πλήγματα κατά της Πολωνίας. Οι ανταποκριτές του θα σημείωναν απλώς τον αριθμό των πυραύλων που έχει συγκεντρώσει ο Πούτιν κοντά στα πολωνικά σύνορα, τις απαιτήσεις που έχει διατυπώσει ο Ρώσος ηγέτης προς την Πολωνία και τα πρακτικά εμπόδια για την υλοποίησή της. Ένας ανταποκριτής θα κατέληγε επικαλούμενος τις προηγούμενες, αυτοδιακηρυγμένες «επιτυχίες» του Πούτιν, όπως η εισβολή στην Ουκρανία, ως προηγούμενο για τις νέες στρατιωτικές του ενέργειες.

Είναι αδιανόητο. Κι όμως, δεν περνά ούτε μία μέρα χωρίς το BBC να μεταδίδει αυτού του είδους την ωμή πολεμοχαρή σαβούρα μεταμφιεσμένη σε δημοσιογραφία. Το βρετανικό κοινό αναγκάζεται να πληρώνει για αυτή την αδιάκοπη ροή παραπληροφόρησης που πλημμυρίζει τα σαλόνια του – ψέματα που όχι μόνο το αφήνουν ανίκανο να κατανοήσει σημαντικά διεθνή γεγονότα, αλλά μας σπρώχνουν όλο και πιο κοντά στο χείλος μιας παγκόσμιας ανάφλεξης.

Πηγή: infowar

H επιστροφή του Jensen Interceptor - δεν θα είναι ηλεκτρικό

Μισό αιώνα μετά μετά τη στενάχωρη μέρα που οι αδελφοί Jensen έκλεισαν τις πόρτες του εργοστασίου τους, το όνομά τους επιστρέφει για το 2026 ως Jensen International Automotive, για ένα πολυτελές grand tourer υψηλών επιδόσεων που αποτίει φόρο τιμής στο κλασικό Interceptor

Δεν κυκλοφορούσαν και πολλά. Ελάχιστα πετύχαινες – στην Αθήνα τουλάχιστον. Κάποτε σύχναζε πάντως, επανειλημμένως, στους δρόμους γύρω από το Αλσος της Νέας Σμύρνης ένα τέτοιο. Το θυμάμαι παρκαρισμένο, να ξεχωρίζει από μακριά. Το Jensen Interceptor, σε ένα μεταλλικό γαλάζιο το συγκεκριμένο, έκανε «μπαμ» πως ήταν κάτι διαφορετικό. Τότε δεν ξέραμε καν τον όρο «shooting-brake». Αυτά ήταν για τις Αγγλούρες που είχαν παρελθόν στην αυτοκίνηση, εμείς ήμασταν στα βασικά.

Πού να ξέραμε ότι αναφερόταν στα αυτοκίνητα εκείνα που είχαν το σχήμα με την επιμηκυμένη τρίτη πόρτα σε κουπέ αμάξωμα; Ιστορικά, πάντως, ο όρος προήλθε από τα οχήματα που φόρτωναν τoν κυνηγητικό εξοπλισμό τους και έφευγαν για τις βρετανικές εξοχές. Τέλος πάντων, το Jensen ήταν μια κατηγορία από μόνο του – αν και όχι τόσο δημοφιλής, καθώς σε κάποιους φαινόταν λίγο περίεργο όλο αυτό το μεγάλο γυάλινο κάλυμμα στο πίσω μέρος σε ένα κουπέ αυτοκίνητο. Το Shooting-Barke είναι κάτι μεταξύ coupe και station wagon. Με αύρα διαφορετικότητας.

Η φωτογραφία που κυκλοφόρησε με το περίγραμμα του νέου αυτοκινήτου, το οποίο θα εμφανιστεί εντός του 2026 από την Jensen International Automotive

Οι αδελφοί Jensen είχαν συστήσει την εταιρεία το 1934 και αυτή παρέμεινε στη ζωή για αρκετά χρόνια ως ένας ιδιότυπος κατασκευαστής, κυρίως αυτοκινήτων μεγάλου τουρισμού – τα λεγόμενα GT.

Οι πόρτες της εταιρείας έκλεισαν τη δεκαετία του ’70, το 1976. Μεσολάβησαν δύο απόπειρες ανασύστασής της, αλλά πήγαν στον βρόντο. Κρίμα, ήταν ωραία περίπτωση και με προσωπικότητα. Το ευχάριστο νέο, ωστόσο,  είναι ότι μισό αιώνα μετά από το λουκέτο, το όνομα Jensen επανέρχεται στην επικαιρότητα αυτές τις μέρες. Μάλιστα κυκλοφόρησε και μια φωτογραφία με το περίγραμμα ενός αυτοκινήτου που θα είναι επίσης μεγάλου τουρισμού, κοινώς Gran Turismo, και θα εμφανιστεί εντός του 2026.

H μεγάλη γυάλινη πίσω πόρτα διέθετε την πρακτικότητα και το στυλ.

Ωστόσο δεν την εκτίμησαν και πολλοί Είδηση: Δεν θα είναι ηλεκτρικό. Θα είναι θερμικό, όπως αρμόζει σε τέτοιου είδους αυτοκίνητα. Με V8 κινητήρα, πλαίσιο από αλουμίνιο, αναλογικό χαρακτήρα και κατασκευασμένο στο Μεγάλο Νησί, σε περιορισμένα αντίτυπα. Μέχρι νεοτέρων πληροφοριών, απολαύστε τις φωτογραφία ενός κλασικού Jensen. Πληροφοριακά, κυκλοφορούν μερικά στις αγγελίες, με τιμές από περίπου 65.000 λίρες Αγγλίας έως τα διπλά. Πού να κατέληξε άραγε εκείνο της Νέας Σμύρνης; Κλαψ… 

  • Κατηγορία AUTO-MOTO
  • 0

Ελαφριά στραπατσάδα με light «φέτα» και ντοματίνια

Παίρνουμε αυγά, λίγη«φέτα» με χαμηλά λιπαρά και μερικά ντοματίνια και σε μόλις μερικά λεπτά έχουμε ένα ελαφρύ και νόστιμο πρωινό ή βραδινό. Πιο εύκολο από αυτή την στραπατσάδα δεν έχει.

Υλικά
 2 αυγά + 2 ασπράδια
 80 γρ. «φέτα» με χαμηλά λιπαρά (περίπου 12%)
 5 ντοματίνια, κομμένα στη μέση + 5 ντοματίνια ψιλοκομμένα
 1/2 κ.σ. ελαιόλαδο
 1/2 κ.γ. θυμάρι ξερό
 1 κ.γ. γλυκού φρέσκα μυρωδικά, ψιλοκομμένα (ρίγανη, βασιλικός, δυόσμος, μαϊντανός)
 2 μικρά ντακάκια ή 1 μεγάλο κρίθινο παξιμάδι, σε κομμάτια
 αλατοπίπερο
επι το έργον
  1. Για να φτιάξουμε την ελαφριά στραπατσάδα με light «φέτα» και ντοματίνια, ξεκινάμε ανακατεύοντας σε ένα μπολάκι τα ντοματίνια που έχουμε κόψει στη μέση με το λάδι, το φρέσκο μυρωδικό που επιλέξαμε και αλατοπίπερο. τα αφήνουμε στην άκρη.
  2. Ζεσταίνουμε ένα αντικολλητικό τηγάνι πολύ καλά σε μέτρια προς δυνατή φωτιά. Ρίχνουμε τα ψιλοκομμένα ντοματίνια και ανακατεύουμε για 2 λεπτά. Προσθέτουμε τα αυγά (ολόκληρα + ασπράδια) και ανακατεύουμε για 2 - 3 λεπτά να «στραπατσαριστούν» (δεν χρειάζεται να σπάσουν εντελώς) και να ψηθούν.
  3. Θρυμματίζουμε τη «φέτα» πάνω από το τηγάνι και προσθέτουμε το θυμάρι. Αφήνουμε για λίγο ακόμη μέχρι να λιώσει η φέτα και να ολοκληρωθεί το ψήσιμο των αυγών. Αν θέλουμε, προσθέτουμε το μείγμα με τα ντοματίνια στο τηγάνι και ανακατεύουμε 1 - 2 φορές ή το σερβίρουμε πάνω από τη στραπατσάδα.
  4. Συνοδεύουμε την ελαφριά στραπατσάδα με light «φέτα» και ντοματίνια με τα παξιμάδια.

Αναζητείται αμερικανός σωτήρας για το Château de Chantilly

Το ιστορικό γαλλικό κάστρο χρίζει άμεσης ανακαίνισης, η αξία της οποίας τοποθετείται στα 68,3 εκατ. ευρώ. Οι διαχειριστές προειδοποιούν για τον κίνδυνο καταστροφής ανεκτίμητων κειμηλίων

Σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης βρίσκεται το ιστορικό Κάστρο Σαντιγί (Château de Chantilly). Αναζητεί έναν αρκετά πλούσιο επενδυτή από τις ΗΠΑ, ο οποίος θα χρηματοδοτήσει την ανακαίνισή του. Σύμφωνα με τους Times, το κάστρο χρίζει ανακαίνισης το αντίτιμο της οποίας αγγίζει τα 68,3 εκατ. ευρώ. Θεωρείται δε επιτακτική, καθώς η προηγούμενη, πριν από 20 χρόνια, ήταν (και) ημιτελής. Η καθυστέρηση έχει αφήσει το μνημείο που το 2025 αναδείχθηκε αγαπημένο των Γάλλων αντιμέτωπο με «δομικές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης».

Ανάμεσα στα πολιτιστικά αγαθά που κινδυνεύουν βρίσκεται και το αναγνωστήριο του κάστρου, το οποίο στεγάζει συλλογή 19.000 τόμων – μία από τις σημαντικότερες στη Γαλλία. Οι επιμελητές προειδοποιούν ότι χειρόγραφα, ορισμένα εκ των οποίων χρονολογούνται στον 10ο αιώνα, ήδη καταρρέουν λόγω ακατάλληλων ατμοσφαιρικών συνθηκών στον χώρο. Παράλληλα ελλοχεύει και σοβαρός κίνδυνος πυρκαγιάς, καθώς το ηλεκτρικό δίκτυο χρειάζεται πλήρη αναβάθμιση.

Η κρίση ξέσπασε μετά τον θάνατο του Αγά Χαν Δ’, ο οποίος είχε δωρίσει συνολικά 70 εκατ. ευρώ για τη συντήρηση του μνημείου σε διάστημα 16 ετών και διέκοψε τη χρηματοδότηση το 2020. Η αποχώρησή του ανάγκασε τη διοίκηση του κάστρου, που βρίσκεται βορειοανατολικά του Παρισιού, να αναζητήσει ίδιους πόρους.

Εσωτερική άποψη της κρεβατοκάμαρας της δούκισσας του Ομάλ στο Château de Chantilly (Chesnot/Getty Images/Ideal Image)

Το 2024 το Chantilly προσέλκυσε 658.164 επισκέπτες –αύξηση 20% σε σχέση με το 2023– και απέφερε 12,7 εκατ. ευρώ από εισιτήρια, πωλήσεις καταστημάτων και εκδηλώσεις στον χώρο. Ωστόσο, σύμφωνα με τη γενική διαχειρίστρια του μνημείου, Αν Μίλερ, τα έσοδα αυτά δεν επαρκούν για να ξεπεραστεί «ο τοίχος των επενδύσεων» που απαιτούνται. Οι αρμόδιοι εκτιμούν ότι χρειάζονται 22,9 εκατ. ευρώ για την ανακαίνιση του ίδιου του κάστρου, 11,5 εκατ. για τους περίφημους στάβλους, 12,9 εκατ. για το πάρκο και τους κήπους, συν 21 εκατ. ευρώ για το γειτονικό Château d’Enghien, που αποτελεί μέρος του κτήματος. Συνολικά, 33 εκατ. ευρώ αφορούν «δομικές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης», ενώ το κόστος διάσωσης της αίθουσας ανάγνωσης υπολογίζεται στα 4 εκατ. ευρώ.

Μέρος της εντυπωσιακής βιβλιοθήκης-αναγνωστηρίου του γαλλικού κάστρου (Shutterstock)

Με τη Γαλλία να αντιμετωπίζει ήδη δημόσιο χρέος ύψους 3,3 τρισ. ευρώ, οι κρατικές επιχορηγήσεις έχουν ουσιαστικά σταματήσει. Η διοίκηση αναζητά πλέον ιδιώτες δωρητές –κυρίως εύπορους Αμερικανούς– για να διασώσουν το κάστρο. Το αρχικό κάστρο ανεγέρθηκε τον 14ο αιώνα αλλά καταστράφηκε σε μεγάλο βαθμό κατά τη Γαλλική Επανάσταση από μια ομάδα γνωστή ως Bande Noire, η οποία ειδικευόταν στην αποσυναρμολόγηση μνημείων του παλαιού καθεστώτος και στην πώληση των οικοδομικών υλικών.

Το εσωτερικό ενός από τα πολλά διαμερίσματα που διαθέτει το ιστορικό κάστρο (Shutterstock)

Το οικοδόμημα ξανακτίστηκε τον 19ο αιώνα από τον Ερρίκο της Ορλεάνης, δούκα του Ομάλ, γιο του Λουδοβίκου-Φιλίππου, τελευταίου βασιλιά της Γαλλίας. Ο δούκας είχε κληρονομήσει το κτήμα, που ανήκε επί αιώνες στον Οίκο των Κοντέ, αλλά εξορίστηκε όταν ο Ναπολέων Γ’ ανέλαβε την εξουσία, το 1848. Ο δούκας βρήκε καταφύγιο στο Τούικενχαμ, όπου, όπως έλεγε, ανέπτυξε την αγάπη του για τη λογοτεχνία, εξελισσόμενος σε «αποφασισμένο βιβλιομανή».

Απέκτησε «μια εξαιρετική συλλογή μοναδικών βιβλίων, ιδίως εικονογραφημένων χειρογράφων, με κορυφαία δείγματα μεσαιωνικής τέχνης», σύμφωνα με τον ιστότοπο του κάστρου. Ανάμεσά τους συγκαταλέγεται και το «Très Riches Heures» του δούκα του Μπερί, χειρόγραφο του 15ου αιώνα που θεωρείται η «Μόνα Λίζα των βιβλίων».

Η τραπεζαρία του Chateau de Chantilly (Shutterstock)

Το 2006 παρουσιάστηκε ένα 15ετές σχέδιο αποκατάστασης, ύψους 120 εκατ. ευρώ, για το κτίριο, τα διαμερίσματα, τους στάβλους και τα παρτέρια. Ωστόσο δαπανήθηκαν μόλις 80 εκατ. ευρώ –σχεδόν εξ ολοκλήρου από τον Αγά Χαν– ενώ έκτοτε έχουν προκύψει και νέα προβλήματα, όπως η «ανησυχητική υποβάθμιση» του γύρω δάσους, έκτασης 6.300 εκταρίων, σύμφωνα με τους αξιωματούχους.