ενημέρωση 2:05, 19 October, 2026

Μόντι προς ΕΕ - Σταματήστε την υποκρισία

Εδώ και χρόνια, οι σχέσεις ΕΕ, κρατών-μελών και επιχειρηματικών κύκλων χαρακτηρίζονται, σύμφωνα με τον πρώην πρωθυπουργό της Ιταλίας και Επίτροπο, από μια σταθερή πολιτική υποκρισία. Διακηρύσσονται φιλόδοξες δεσμεύσεις, αλλά σύντομα επανεμφανίζονται τα γνώριμα συστατικά του οικονομικού εθνικισμού. Οσο αυτός ο φαύλος κύκλος δεν αναγνωρίζεται, ακόμη και οι καλύτερες εκθέσεις που παραγγέλλουν τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα θα παραμένουν χωρίς ουσιαστικό αντίκτυπο

«Παγιδευμένη» ανάμεσα στις τεκτονικές αλλαγές που συντελούνται διεθνώς από τη μία και στη δική της αμηχανία από την άλλη, η Ευρώπη και ο μελλοντικός ρόλος της είναι ένα κομβικό ζήτημα της εποχής μας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας, Μάριο Μόντι, υποστηρίζει με άρθρο του στους Financial Times, ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση πρέπει να σταματήσει την πολιτική υποκρισία και να εφαρμόσει έμπρακτα τις δεσμεύσεις της για την ενιαία αγορά και την ανταγωνιστικότητα. Προειδοποιεί ότι ο οικονομικός εθνικισμός, η χαλαρή εφαρμογή κανόνων και οι πιέσεις επιχειρηματικών συμφερόντων υπονομεύουν την αξιοπιστία της Ευρώπης σε έναν πιο δύσκολο διεθνή κόσμο και ζητά ειλικρινή αυτοκριτική από θεσμούς και κράτη.

«Η Ευρωπαϊκή Ενωση βρίσκεται πλέον περικυκλωμένη από δυνάμεις που κυβερνώνται από αυταρχικούς ηγέτες· ακόμη και οι ΗΠΑ περιλαμβάνονται, για πρώτη φορά, σε αυτή την κατηγορία. Οσο άβολη κι αν είναι αυτή η διαπίστωση, η Ενωση έχει λόγους να αισθάνεται υπερήφανη που παραμένει η μόνη μεγάλη οικονομική και πολιτική οντότητα που επιμένει στο κράτος δικαίου και στην πολυμερή συνεργασία», γράφει ο Μόντι στους Financial Times. Θα έπρεπε, συνεχίζει, να αναλάβει πρωτοβουλίες καλώντας χώρες με παρόμοιες αρχές, στην Ευρώπη και πέρα από αυτήν, να συγκροτήσουν μια συμμαχία βασισμένη σε κοινές αξίες. Ωστόσο, η απουσία φωνής από τους ευρωπαίους ηγέτες άφησε τον καναδό πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνι να διατυπώσει αυτή την ιδέα στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός.

Το ερώτημα που τίθεται είναι τι πρέπει να πράξει τώρα η ΕΕ. Υπάρχει ένα πράγμα που οφείλει να αποφύγει πάση θυσία: να υπονομεύσει περαιτέρω την ήδη περιορισμένη εξουσία της, όπως εισηγούνται ορισμένοι. «Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν αυτοκαταστροφική. Πρώτα θύματα θα ήταν η ενιαία αγορά και η ανταγωνιστικότητα, ακριβώς τα ζητήματα που απασχολούν τη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Αν η συνάντηση αυτή πρόκειται να αποδώσει καρπούς, απαιτείται διάθεση αυτοκριτικής, τόσο σε εθνικό όσο και σε θεσμικό επίπεδο» σημειώνει ο Μόντι στους Financial Times. ⇒ Ατυπη σύνοδος ΕΕ: Συμφωνία στο «τι», διαφωνίες στο «πώς» Εδώ και χρόνια, οι σχέσεις μεταξύ Συμβουλίου, Επιτροπής, κρατών-μελών και επιχειρηματικών κύκλων χαρακτηρίζονται, σύμφωνα με τον Μόντι, από μια σταθερή πολιτική υποκρισία.

Διακηρύσσονται φιλόδοξες δεσμεύσεις, αλλά σύντομα επανεμφανίζονται τα γνώριμα συστατικά του οικονομικού εθνικισμού: κοντόφθαλμοι πολιτικοί, εταιρείες που επιδιώκουν προστασία και χαλαρή εφαρμογή των κανόνων. Οσο αυτός ο φαύλος κύκλος δεν αναγνωρίζεται και δεν αντιμετωπίζεται ανοιχτά, αναφέρει στους Financial Times, ακόμη και οι καλύτερες εκθέσεις που παραγγέλλουν τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα θα παραμένουν χωρίς ουσιαστικό αντίκτυπο. Φέρνει ως παράδειγμα τις εκθέσεις του Ενρίκο Λέτα και του Μάριο Ντράγκι, το 2024. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και τα κράτη-μέλη δεσμεύθηκαν να εφαρμόσουν γρήγορα τις προτάσεις τους. Εκ των υστέρων, εκείνη η περίοδος μοιάζει πιο ευνοϊκή για την Ευρώπη, πριν από την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο και τις γεωπολιτικές αναταράξεις που ακολούθησαν.

«Στο νέο περιβάλλον, οι συστάσεις των δύο εκθέσεων θα έπρεπε να θεωρηθούν το ελάχιστο απαιτούμενο και να υλοποιηθούν με επιτάχυνση. Με τους δασμούς να πλήττουν την Ενωση και τους πολυμερείς εμπορικούς κανόνες να αποδυναμώνονται, η ενιαία αγορά οφείλει να αποδώσει περισσότερα σε όρους ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας», επισημαίνει το άρθρο του ιταλού πολιτικού στους Financial Times. Αντί γι’ αυτό, η πρόοδος υλοποίησης υστερεί σε σχέση με τα αρχικά χρονοδιαγράμματα. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αξιοπιστία της ΕΕ θα υποστεί σοβαρό πλήγμα αν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο περιοριστεί σε μεγαλόστομες διακηρύξεις αντί για συγκεκριμένες αποφάσεις. Οι πρόεδροι του Συμβουλίου και της Επιτροπής, Αντόνιο Κόστα και Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, οφείλουν να επιμείνουν σε μια ειλικρινή και ίσως άβολη συζήτηση για τις ευθύνες τόσο των κρατών-μελών όσο και των ίδιων των θεσμών.

Το Συμβούλιο έχει χαρακτηριστεί στο παρελθόν ως «καρτέλ εθνικισμών», ενώ η Κομισιόν, αν και παραμένει κινητήριος δύναμη της ολοκλήρωσης, συχνά επιδεικνύει υπερβολική επιείκεια απέναντι σε κράτη που παραβιάζουν τους κανόνες. Και οι δύο πλευρές, ισχυρίζεται ο Μόντι, οφείλουν να συμβάλουν σε μια πιο αξιόπιστη ευρωπαϊκή πολιτική. Παράλληλα, οι νέες προτάσεις των κρατών-μελών χρειάζονται αυστηρό έλεγχο. Η κοινή θέση Γερμανίας και Ιταλίας, για παράδειγμα, παρότι διακηρύσσει υποστήριξη στην ενιαία αγορά, προτείνει μέτρα που ενδέχεται να εντείνουν τον κατακερματισμό της: εκτεταμένη απορρύθμιση και χαλάρωση των περιορισμών στις κρατικές ενισχύσεις. Και οι δύο κυβερνήσεις διατηρούν στενές σχέσεις με επιχειρηματικά συμφέροντα, κάτι που έγινε ιδιαίτερα εμφανές στην επιτυχή προσπάθειά τους να αναθεωρηθεί η ευρωπαϊκή πολιτική για την πράσινη μετάβαση.

Iσως αυτή η στροφή να έδωσε προσωρινή ανάσα στις αυτοκινητοβιομηχανίες τους, αλλά μακροπρόθεσμα κινδυνεύει να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της Κίνας. Η επιθυμία της Γερμανίας να χαλαρώσει τους περιορισμούς στις κρατικές ενισχύσεις είναι κατανοητή, σύμφωνα με το άρθρο στους Financial Times, δεδομένου ότι διαθέτει δημοσιονομικό χώρο για να στηρίξει τις επιχειρήσεις της. Αντιθέτως, η στήριξη της Ιταλίας σε αυτή τη γραμμή είναι δυσκολότερο να εξηγηθεί, καθώς δεν διαθέτει ανάλογα μέσα. Συνεπώς, μια τέτοια επιλογή αντιβαίνει όχι μόνο στα συμφέροντα της ΕΕ, αλλά και στα δικά της. Επιπλέον, οι λεγόμενοι «εσωτερικοί δασμοί» που αποδίδονται συχνά στη νομοθεσία της ΕΕ προκύπτουν στην πράξη από την αδυναμία των εθνικών κυβερνήσεων να εφαρμόσουν τους κοινούς κανόνες που αποσκοπούν στην αποφυγή κατακερματισμού της ενιαίας αγοράς.

Η συνέπεια είναι να προστατεύονται αναποτελεσματικές επιχειρήσεις πίσω από νέες μορφές εθνικής προστασίας. Αυτή η στρατηγική, καταλήγει το άρθρο του Μάριο Μόντι στους Financial Times, μπορεί να αποφέρει εκλογικά οφέλη, «αλλά δεν ενισχύει την ανταγωνιστικότητα που η Ευρώπη έχει απεγνωσμένα ανάγκη για να επιβιώσει και να ευημερήσει σε ένα ολοένα πιο εχθρικό διεθνές περιβάλλον». 

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Η γέφυρα που έγινε νέο μέτωπο έντασης μεταξύ Τραμπ και Καναδά

Από σύμβολο συνεργασίας ΗΠΑ–Καναδά σε νέο σημείο τριβής με φόντο εμπόριο και λόμπινγκ.

Ηνέα γέφυρα που ενώνει το Ντιτρόιτ με το καναδικό Γουίνδσορ επρόκειτο να αποτελέσει ένα ακόμη σύμβολο της στενής οικονομικής διασύνδεσης ΗΠΑ και Καναδά. Αντ’ αυτού, έχει μετατραπεί σε αφορμή νέας έντασης, με τον Ντόναλντ Τραμπ να απειλεί πλέον ανοιχτά ότι θα μπλοκάρει το άνοιγμά της — παρά το γεγονός ότι το έργο έχει σχεδόν ολοκληρωθεί και χρηματοδοτήθηκε εξ ολοκλήρου από την καναδική πλευρά.

Τι είναι η γέφυρα Gordie Howe

Η νέα γέφυρα, που συνδέει το Ντιτρόιτ του Μίσιγκαν με το Γουίνδσορ του Οντάριο, δημιουργήθηκε για να αποσυμφορήσει τον πιο πολυσύχναστο εμπορικό χερσαίο διάδρομο μεταξύ ΗΠΑ και Καναδά.

Μέχρι σήμερα, το κύριο φορτίο σηκώνει η σχεδόν 100 ετών Ambassador Bridge, ενώ υπάρχει και υπόγεια σήραγγα, η οποία όμως δεν μπορεί να εξυπηρετήσει μεγάλα φορτηγά.

Από τη συγκεκριμένη διάβαση περνούν καθημερινά εμπορεύματα αξίας άνω των 300 εκατομμυρίων δολαρίων, μεγάλο μέρος των οποίων αφορά την αυτοκινητοβιομηχανία, με ανταλλακτικά και οχήματα να διασχίζουν τα σύνορα πολλές φορές κατά τη διαδικασία παραγωγής.

Μετά από χρόνια συζητήσεων, ο Καναδάς αποφάσισε τελικά να προχωρήσει μόνος του στην κατασκευή μιας νέας γέφυρας, χρηματοδοτώντας πλήρως το έργο, αφού δεν εξασφαλίστηκε πολιτική συναίνεση στις ΗΠΑ για δημόσια χρηματοδότηση. Το συνολικό κόστος ξεπέρασε τα 4,5 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ η ιδιοκτησία, η λειτουργία της γέφυρας και τα έσοδα από τα διόδια θα μοιράζονται ανάμεσα στον Καναδά και την πολιτεία του Μίσιγκαν.

Η γέφυρα έχει πλέον ουσιαστικά ολοκληρωθεί και αναμένεται να ανοίξει εντός του έτους.

Η αιφνιδιαστική στροφή του Τραμπ

Παρά το γεγονός ότι το 2017, κατά την πρώτη του θητεία, ο Τραμπ είχε υπογράψει κοινή ανακοίνωση με τον τότε καναδό πρωθυπουργό Τζάστιν Τριντό υπέρ της «ταχείας ολοκλήρωσης» του έργου, σήμερα απειλεί να μπλοκάρει τα εγκαίνια.

Σε πρόσφατη ανάρτησή του στα κοινωνικά δίκτυα, κατηγόρησε τον Καναδά ότι «εκμεταλλεύεται» τις ΗΠΑ και υποστήριξε ότι η γέφυρα κατασκευάστηκε χωρίς επαρκή χρήση αμερικανικών υλικών, ενώ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα έπρεπε να κατέχουν τουλάχιστον το μισό έργο και να λαμβάνουν έσοδα από τα διόδια.

Η καναδική κυβέρνηση απάντησε ότι η ιδιοκτησία ήδη μοιράζεται με το Μίσιγκαν, ενώ στην κατασκευή χρησιμοποιήθηκαν τόσο καναδικά όσο και αμερικανικά υλικά και εργαζόμενοι. Παράλληλα, ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ τόνισε πως πρόκειται για παράδειγμα διασυνοριακής συνεργασίας που ωφελεί και τις δύο οικονομίες.

Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: γιατί ο Τραμπ άλλαξε στάση;

Το λόμπινγκ και η οικογένεια Μορούν

Το CNN αναφέρει πως ο αμερικανός πρόεδρος «είτε εργαλειοποιεί τη γέφυρα ως διαπραγματευτικό χαρτί για άλλους σκοπούς, είτε έχει παρεξηγήσει τα γεγονότα, είτε και τα δυο»

Οι New York Times ωστόσο μεταδίδουν πως κομβικό ρόλο στη μεταστροφή του Τραμπ φαίνεται να παίζει η οικογένεια Μορούν, ιδιοκτήτρια της Ambassador Bridge. Η γέφυρα που άνοιξε το 1929, αποτελεί ιδιωτική περιουσία και εισπράττει εδώ και δεκαετίες τεράστια έσοδα από διόδια, καύσιμα και εμπορικές δραστηριότητες.

Ο Μανουέλ Μορούν απέκτησε τη γέφυρα το 1979 και δημιούργησε μια επιχειρηματική αυτοκρατορία γύρω από τη διασυνοριακή κυκλοφορία, ενώ σήμερα, τα ηνία κρατά ο γιος του, Μάθιου Μορούν.

Η οικογένεια δίνει επί δεκαετίες νομικές μάχες για να μπλοκάρει τη δημιουργία μιας ανταγωνιστικής δημόσιας διάβασης. Προσφυγές τους έφτασαν ακόμη και στο Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά, ενώ έχουν ασκήσει έντονο πολιτικό λόμπινγκ και στις δύο χώρες, αφού μια νέα γέφυρα θα απειλούσε άμεσα τα έσοδα της Ambassador Bridge.

Σύμφωνα με δημοσίευμα των ΝΥΤ, ο Μάθιου Μορούν συναντήθηκε την περασμένη Δευτέρα στην Ουάσιγκτον με τον αμερικανό υπουργό Εμπορίου Χάουαρντ Λούτνικ, λίγες ώρες πριν ο Τραμπ δημοσιεύσει την ανάρτηση κατά της νέας γέφυρας. Μετά τη συνάντηση, ο Λούτνικ φέρεται να συνομίλησε με τον πρόεδρο.

Η χρονική συγκυρία έχει ενισχύσει τις υποψίες ότι το ιδιωτικό συμφέρον της οικογένειας Μορούν επηρέασε τη νέα στάση της κυβέρνησης.

Εμπορικές εντάσεις και διαπραγματευτικό χαρτί

Η υπόθεση εξελίσσεται σε μια ήδη τεταμένη περίοδο στις σχέσεις ΗΠΑ–Καναδά. Ο Τραμπ έχει επιβάλει δασμούς σε καναδικά προϊόντα και πιέζει για επαναδιαπραγμάτευση της εμπορικής συμφωνίας ΗΠΑ–Μεξικού–Καναδά.

Στην ανάρτησή του, ο πρόεδρος συνέδεσε το θέμα της γέφυρας με εμπορικές διαφορές, όπως οι καναδικοί περιορισμοί σε αμερικανικά προϊόντα και οι σχέσεις του Καναδά με την Κίνα, γεγονός που καταδεικνύει ότι η γέφυρα χρησιμοποιείται ως διαπραγματευτικό εργαλείο.

Σε κάθε περίπτωση, τοπικοί αξιωματούχοι τόσο στο Ντιτρόιτ όσο και στο Γουίνδσορ εκφράζουν βεβαιότητα ότι η γέφυρα θα ανοίξει κανονικά, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για κρίσιμη υποδομή για τις αλυσίδες εφοδιασμού της Βόρειας Αμερικής.

Στο φως άγνωστη έρευνα για τον ΟΠΕΚΕΠΕ - Εμπλοκή οκτώ κυβερνητικών στελεχών – Ανάμεσά τους και τρεις βουλευτές

Τα ΝΕΑ αποκαλύπτουν: Τι έδειξε η νέα άγνωστη έρευνα των «αδιάφθορων» της ΕΛ.ΑΣ. που έψαξαν 140 ξεχασμένα CD της περιόδου 2021-2022

Νέα ενδεικτικά στοιχεία για εμπλοκή οκτώ ακόμη στελεχών της ΝΔ – ανάμεσά τους και τρεις (πρώην και νυν) υπουργοί – στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ έχει αποστείλει προ μερικών εβδομάδων η ΕΛ.ΑΣ. στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Οπως αποκαλύπτουν «ΤΑ ΝΕΑ» πρόκειται για έναν νέο, άγνωστο μέχρι σήμερα φάκελο, που έχει σχηματίσει η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ. ύστερα από την αναλυτική επανεξέταση 140 CD με μαγνητοφωνημένες συνομιλίες που έχουν καταγραφεί για την πρώτη φάση έρευνας του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ την περίοδο 2021-2022 (είχε ακολουθήσει νεότερη την περίοδο 2024-2025) από την ίδια υπηρεσία.

Αρχικά τα δεδομένα από εκείνη την έρευνα προ πενταετίας δεν είχαν οδηγήσει σε καμία περαιτέρω δικαστική ενέργεια. Ομως μετά τη διαβίβαση το περασμένο καλοκαίρι της δεύτερης δικογραφίας στη Βουλή, που οδήγησε στην Εξεταστική για Βορίδη, Αυγενάκη κ.λπ., ζητήθηκε η νέα αναλυτική έρευνα πάλι από τους «αδιάφθορους» της ΕΛ.ΑΣ. και στο τεράστιο ηχητικό υλικό της «ξεχασμένης» αρχικής έρευνας που είχε ολοκληρωθεί τον Οκτώβριο του 2022. Και, από το υλικό που στάλθηκε στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, αναδεικνύεται νέος κύκλος υπόπτων για τις παράνομες επιδοτήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ που δεν είχαν γίνει τότε αντιληπτοί.

Δικαστικοί λειτουργοί σημειώνουν ότι «η ακρόαση εκ νέου των διαλόγων της περιόδου 2021-2022 ανέδειξε νέα άγνωστα στοιχεία, λόγω των γνώσεων που αποκτήθηκαν από την πλήρη ανάλυση των διαδικασιών του ΟΠΕΚΕΠΕ από την πρόσφατη διερεύνησή του. Τουλάχιστον τα 20 από αυτά τα 140 CD είχαν ύποπτες συνομιλίες. Οταν οι χειριστές είχαν ακούσει προ πενταετίας αυτές τις συνομιλίες (κι ενώ τότε δεν υπήρχε, εν μέσω πανδημίας, καμία συζήτηση για παρανομίες του ΟΠΕΚΕΠΕ) δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι αφορούσαν αυτές οι τεχνικής φύσης συζητήσεις ή τα “ασαφή” ρουσφέτια».

Και σε υπουργικές θέσεις οι εμπλεκόμενοι

«Ακόμη εκείνη την περίοδο φαίνεται να υπήρξαν παρασκηνιακές ενέργειες που οδήγησαν στη διακοπή της έρευνας, παρότι ήταν γνωστό σε αξιωματικούς της ΕΛ.ΑΣ. ότι υπήρχαν “μεγάλα ονόματα” που ακούγονται. Τώρα όμως, υπό το πρίσμα των τελευταίων εξελίξεων, της ανάδειξης όλων των πτυχών της υπόθεσης, των γνώσεων για την ανθρωπογεωγραφία και τις σύνθετες εσωτερικές διεργασίες του Οργανισμού, προσδιορίσθηκε ο νέος κύκλος ύποπτων συνεννοήσεων και με άλλους πρωταγωνιστές από το κυβερνητικό κόμμα».

Σύμφωνα με πληροφορίες, δύο από τους αναφερόμενους πολιτικούς – όλοι της κυβερνητικής παράταξης – ήταν σε υπουργικές θέσεις που χειρίζονταν θέματα ΟΠΕΚΕΠΕ. Κάποιοι φέρεται να είχαν αμφιλεγόμενες επαφές με στελέχη ΚΥΔ, ενώ άλλοι ασκούσαν πιέσεις για την επίσπευση εγκρίσεων πληρωμών. Κατά τις ίδιες πληροφορίες, τουλάχιστον για τρεις από τους αναφερόμενους πολιτικούς στον συγκεκριμένο φάκελο τα στοιχεία για την άρση της ασυλίας τους ή για την ενεργοποίηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών θεωρούνται ισχυρά.

Στα χέρια του «ελληνικού FBI» τα στοιχεία

Επίσης αποκαλύπτεται ότι τα εν λόγω νέα στοιχεία με τις πλήρεις αναλύσεις των συνομιλιών την περίοδο 2021-2022 στάλθηκαν τις τελευταίες ημέρες από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στην Οικονομική Αστυνομία του «ελληνικού FBI». Προκειμένου να προσδιορισθεί από αυτές τις χαριστικές πράξεις, παρεμβάσεις, ύποπτες συνεννοήσεις που αναδεικνύονται σε συνομιλίες, σε ποια παρανομία οδήγησαν, σε ποια ακριβώς απώλεια κοινοτικών πόρων. Οπως και τι ακριβώς συνέβη με τους φακέλους των επιδοτούμενων που είχαν την «άνωθεν βοήθεια». Αυτή η έρευνα για την οικονομική επίπτωση των «παράνομων συνεννοήσεων» αναμένεται να ολοκληρωθεί σε έναν μήνα.

Στον ίδιο φάκελο θα ενταχθούν και τα δεδομένα προγενέστερης έρευνας της Οικονομικής Αστυνομίας που ερεύνησε επίσης ποιος ήταν ο οικονομικός αντίκτυπος από τις παρεμβάσεις δέκα βουλευτών (οκτώ της ΝΔ, ένας του ΠΑΣΟΚ και ένας του ΣΥΡΙΖΑ) που ακούγονται στην ήδη γνωστοποιημένη δικογραφία που στάλθηκε στη Βουλή να ζητούν διάφορες χαριστικές πράξεις. Δηλαδή αθροιστικά μέχρι τον Μάρτιο αναμένεται να σταλούν από την ΕΛ.ΑΣ. στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τα πλήρη δεδομένα (συνομιλίες, στοιχεία συναλλαγών κ.λπ.) για τουλάχιστον 15-18 πολιτικά πρόσωπα.

Οι δύο έρευνες που αλληλοσυμπληρώνονται

Για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έγιναν δύο έρευνες από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ. Η πρώτη την περίοδο από τις 26 Ιουλίου 2021 έως τις 24 Οκτωβρίου 2022 ύστερα από καταγγελίες που υπήρξαν στην ΕΛ.ΑΣ. με βάση μία καταγγελία, όπου αναφερόταν πως «είμαστε μερικοί υπάλληλοι του ΟΠΕΚΕΠΕ οι οποίοι εκτός του ότι έχουμε δεχτεί και πάρα πολλά παράπονα και ενοχλήσεις από αγρότες και κτηνοτρόφους, οι οποίοι θέλουν τη βοήθειά μας και κατά συνέπεια τη δική σας, γιατί έχει καταστραφεί η ζωή τους με την απάνθρωπη και ταυτόχρονα παράνομη συμπεριφορά ορισμένων υπαλλήλων του ΟΠΕΚΕΠΕ οι οποίοι βρίσκονται σε υψηλές θέσεις».

Στη σχετική έρευνα υπήρξαν μόνο τηλεφωνικές παρακολουθήσεις 16 καταγγελλόμενων υπόπτων στελεχών του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ωστόσο δεν υπήρξε αναζήτηση παραστατικών συναλλαγών, καθώς θεωρήθηκε ότι «αυτό θα οδηγούσε σε μοιραίες διαρροές και σε επιφυλακτική στάση των υπόπτων».

Τότε υπήρξε και αποτυχημένη προσπάθεια των αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ. να συνεννοηθούν με επιτελείς του υπουργείου Ανάπτυξης, ώστε να τοποθετηθούν «κοριοί» στα γραφεία υψηλόβαθμων στελεχών του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ωστόσο φαίνεται να υπήρξαν παρεμβάσεις, πληροφόρηση υπόπτων και η σχετική έρευνα – από την οποία αντλήθηκαν προσφάτως αξιοποιήσιμα στοιχεία – σταμάτησε πρόωρα. Με τη σχετική δικογραφία να υποβάλλεται, χωρίς δικαστική συνέχεια, στην Εισαγγελία Αθηνών.

Η δεύτερη έρευνα από τους «αδιάφθορους» της ΕΛ.ΑΣ. διενεργήθηκε από τις αρχές φθινοπώρου 2024 έως το καλοκαίρι του 2025 με την εντολή και την εποπτεία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Χωρίς σε αυτή τη δεύτερη φάση να διαρρεύσει οτιδήποτε. Πρόκειται για τη δικογραφία που αποτέλεσε τη βάση της έρευνας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και οδήγησε στην απομάκρυνση υπουργών κ.λπ.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

1-2-3 Πολλοί ΟΠΕΚΕΠΕ!

Η διασπάθιση πόρων αποτελεί ίσως τη μόνη σταθερά αυτής της κυβέρνησης

«1-2-3 πολλά Βιετνάμ» φώναζαν οι εξεγερμένοι φοιτητές στην εποχή του Μάη 1968. Δεν ξέρω εάν επηρεασμένοι φώναξαν και στη Νέα Δημοκρατία κάποια στιγμή «1-2-3 πολλοί ΟΠΕΚΕΠΕ», όμως αυτή ακριβώς ήταν η γραμμή που εφάρμοσαν.

Γιατί όπως γράφτηκε πολλές φορές ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν ήταν σύμπτωμα. Δεν ήταν απλώς σκάνδαλο. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ ήταν μια πολιτική μέθοδος. Ήταν η στρατηγική ότι ένα μέρος της ευρωπαϊκής και δημόσιας δαπάνης θα «αξιοποιείτο» για να ταϊστεί ένα κομματικό ακροατήριο. Είτε αυτό αφορούσε «κοινωνικές ομάδες», είτε αφορούσε φίλιους επιχειρηματίες.

Αυτό προκύπτει από όσα μαθαίνουμε για τη λεγόμενη υπόθεση Παναγόπουλου. Και λέω λεγόμενη γιατί μπορεί η υπόθεση να ξεκίνησε από την αποκάλυψη ότι ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ ελέγχεται για κακουργήματα σε σχέση με κονδύλια της ΕΕ που διαχειρίζεται το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ όμως είναι φανερό ότι επρόκειτο για «υπόθεση ΝΔ», δηλαδή για τον τρόπο που υπουργοί, όπως ο Κωστής Χατζηδάκης, η Νίκη Κεραμέως και ο Νίκος Παπαθανάσης έστησαν ουσιαστικά μια μηχανή, ώστε ευρωπαϊκές και εθνικές χρηματοδοτήσεις να αποτελέσουν απλώς ζεστό χρήμα σε τσέπες ημετέρων, χωρίς απαραίτητα να αντιστοιχούν σε πραγματικό έργο. Και το έκαναν αυτό διαμορφώνοντας ένα πλαίσιο που παρακάμπτοντας την ευρωπαϊκή νομοθεσία και το Ελεγκτικό Συνέδριο, έκανε διάφορους «κοινωνικούς εταίρους» όπως τη ΓΣΕΕ συνδιαχειριστές των αντίστοιχων προγραμμάτων («συμπράττοντες φορείς»), δηλαδή τους έδινε χρήμα να «ταΐσουν» και αυτοί. Με αποτέλεσμα να ψάχνουν τώρα οι δικαστικές αρχές σε ποιες τσέπες κατέληξαν κάποια εκατομμύρια. Κάποτε τα κονδύλια για τα επιδοτούμενα προγράμματα για ανέργους ήταν και μια έμμεση επιδότηση της ανεργίας, ιδίως όταν οι συμμετέχοντες δεν αντιστοιχούσαν στα τυπικά κριτήρια. Μόνο που τώρα κάποιοι είδαν το σχετικά κονδύλια ως έμμεση χρηματοδότηση διαφόρων, ως άμεσο εισόδημα, στην κατηγορία «στην υγειά των κορόιδων, που ακόμα θεωρούν ότι για να πληρωθείς πρέπει να εργαστείς κιόλας».

Και μέχρι τώρα μάθαμε την κορυφή του παγόβουνου. Καθώς όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι τέτοιες πρακτικές διασπάθισης ήταν διαδεδομένες και αφορούν και άλλα υπουργεία.

Ας θυμηθούμε τι είχαν κάνει στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Πήραν την «τεχνική λύση» που ήταν ένας τρόπος για να μην στερούνται επιδοτήσεις που δικαιούνταν οι κτηνοτρόφοι και την έκαναν ουσιαστικά έναν μηχανισμό ώστε διάφοροι επιτήδειοι που απλώς είχαν τις σωστές γνωριμίες να παίρνουν ενισχύσεις για ανύπαρκτα πρόβατα.

Ας θυμηθούμε το «σκόιλ ελικικού» και το πώς μοιράστηκαν τότε χρήματα σε σχέση πάλι με επιδοτούμενα προγράμματα.

Ας θυμηθούμε ένα ολόκληρο φάσμα από απευθείας αναθέσεις, συχνά υπερκοστολογημένες σε διάφορα υπουργεία.

Ας θυμηθούμε την αξιοποίηση της κρατικής διαφημιστικής δαπάνης για να εξασφαλίζεται ευνοϊκή δημοσιότητα και να συντηρούνται διάφορα κομματικά επικοινωνιακά οικοσυστήματα. Εδώ είδαμε ιδιωτική εταιρεία του χώρου της επικοινωνίας, από αυτές που ευνοούνταν από τη δημόσια δαπάνη προβολής, να λειτουργεί και ως μηχανισμός μισθοδοσίας κομματικών στελεχών και κομματικών τρολ.

Και εύλογα αναρωτιέται κανείς τι θα μάθουμε όταν αρχίσουν οι διαχειριστικοί έλεγχοι και για το τι έγινε με τα λεφτά του Ταμείου Ανάκαμψης που βαίνει προς ολοκλήρωση.

Όλα αυτά δεν είναι τυχαία. Είναι ένας τρόπος άσκησης της εξουσίας. Είναι ένας τρόπος διαμόρφωσης μιας κοινωνικής βάσης. Είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους συγκροτείται η μειοψηφία που επιμένει στις δημοσκοπήσεις να απαντά ότι τα πράγματα πάνε προς τη σωστή κατεύθυνση και εκλογικά στηρίζει τη Νέα Δημοκρατία.

Και βέβαια αυτό αποτυπώνει και μια ολόκληρη αντίληψη για το πώς αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση τους δημόσιους πόρους, ευρωπαϊκούς και εθνικούς. Δεν τους βλέπει ως εργαλεία, δεν τους βλέπει ως τρόπο να αναβαθμιστούν πραγματικά οι υποδομές, δεν τους βλέπει με όρους πραγματικού έργου. Τους βλέπει πρωτίστως ως «ζεστό χρήμα» για την αγορά που εάν συνδυάζεται και με κάποιο έργο ακόμη καλύτερα, διαφορετικά δεν χάλασε ο κόσμος γιατί όλα αυτά κάπως καταλήγουν στην κατανάλωση και μετά λέμε ότι έχουμε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από άλλες χώρες. Μόνο που στηρίζονται στην κατανάλωση και όχι στην επένδυση.

Γι’ αυτό και η αντίληψη για τη διαχείριση δεν είναι ούτε το σχέδιο, ούτε η αγορά ως πραγματικός ανταγωνισμός. Η αντίληψη της διαχείρισης είναι η «αγορά της εύνοιας», κοινώς να αναζητήσεις να βρεις «άκρη» και κάπως θα «βολευτείς» και εσύ. Όμως, αυτό δεν είναι «επιτελικό κράτος», αλλά «επιτελικό πάρτι εκατομμυρίων».

Ότι σε αυτό το τοπίο βγαίνουν οι υπουργοί που ευθύνονται για αυτούς τους χειρισμούς και λένε ότι όλα ήταν σύννομα απλώς καταδεικνύει και μία αδυναμία να κατανοήσουν ότι κινούνται εντός μιας διαρκούς παραβατικότητας. Γιατί νομιμότητα δεν είναι να αλλάζουμε το θεσμικό καθεστώς πολλών ετών για τη διαχείριση κονδυλίων, ώστε να βρούμε «συμπράττοντες» στη διασπάθιση και να διευκολύνουμε παρεάκια να «βγάλουν το κατιτί τους». Νομιμότητα δεν είναι όταν χτυπάνε όλα τα καμπανάκια από ελληνικές και ευρωπαϊκές αρχές ότι η πρακτική είναι παράτυπη, να ξαναγράφουμε τους νόμους για να παρακάμψουμε τις αντιρρήσεις των ευρωπαϊκών υπηρεσιών και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, και να νομοθετούμε «κατά παρέκκλιση κάθε γενικής και ειδικής διάταξης» για να βρούμε τελικά από αλλού τα χρήματα που υποσχεθήκαμε. Και σίγουρα δεν είναι νομιμότητα το να είναι διαρκώς η χώρα στο στόχαστρο των ευρωπαϊκών θεσμών για κακοδιαχείριση πόρων γιατί στο τέλος στερούνται αυτούς τους πόρους και αυτοί που τους έχουν όντως ανάγκη και η χώρα στερείται ένα αναγκαίο χρηματοδοτικό εργαλείο.

Όλα αυτά καταδεικνύουν αυτό που έχει ξαναγραφεί και που είναι ότι πλέον έχουμε μια διακυβέρνηση που συμπεριφέρεται ως «καθεστώς». Που πιστεύει, δηλαδή, ότι επειδή η Νέα Δημοκρατία, παραμένει το μεγαλύτερο κόμμα στη Βουλή και προς το παρόν δεν φαίνεται να έχει αντίπαλο ανάμεσα στα κόμματα της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης, μπορεί στην πράξη να κάνει ό,τι θέλει, ακόμη και αδιαφορώντας για όλους τους κανόνες χρηστής διαχείρισης. Μόνο που είναι γελασμένη εάν πιστεύει αλαζονικά ότι θα το ξεπεράσει και αυτό, επειδή στο τέλος η κοινωνία θα αδιαφορήσει και  επειδή το μόνο που νοιάζει τους ανθρώπους είναι να έχουν δουλειά και μεροκάματο. Γιατί η κοινωνία μπορεί να φαίνεται απαθής αλλά αδιάφορη δεν είναι. Και οι άνθρωποι ξέρουν πως όταν γιγαντώνεται η κακοδιαχείριση και η διασπάθιση στο τέλος την πληρώνουμε όλοι: γιατί χάνονται πόροι που θα μπορούσαν όντως να αξιοποιηθούν, γιατί ακυρώνονται έργα, γιατί περιορίζονται οι ευρωπαϊκοί πόροι.

Και εδώ ας σημειώσουμε και κάτι ακόμη. Μιλάμε για την κυβέρνηση, μιλάμε για μεμονωμένους υπουργούς, αναφέρουμε ευθύνες, αποφάσεις. Μόνο που η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είναι και κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Για την ακρίβεια ήταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο ίσως διεκδίκησε να έχει τον τελευταίο λόγο (ενίοτε και τον πρώτο) για κάθε τι που αποφάσιζε η κυβέρνηση, για τα νομοσχέδια, για τις αποφάσεις, για τις κατευθύνσεις. Αυτό είναι το νόημα άλλωστε του «επιτελικού κράτους» και του τρόπου που ανήγαγε το Μέγαρο Μαξίμου στο βασικό κέντρο λήψης αποφάσεων. Πράγμα που σημαίνει ότι όσοι υπουργοί και εάν στοχοποιηθούν – ή ακόμη και «καρατομηθούν» στον επόμενο ανασχηματισμό – στο τέλος της ημέρας μέρος της ευθύνης θα αφορά και τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Πηγή: in.gr