ενημέρωση 3:21, 17 October, 2026

Χοιρινή πρασοτηγανιά, παραδοσιακή

Ζουμερά κομμάτια χοιρινού, μαγειρεμένα με φρέσκο πράσο, σιγοψήνονται για να δώσουν ένα πιάτο που συνδυάζει την απλότητα με τη νοστιμιά.

Υλικά
Μερίδες: 6
 1.200 γρ. χοιρινή σπάλα, σε κύβους των 3 εκ.
 1 μεγάλο ξερό κρεμμύδι, ψιλοκομμένο
 1 κιλό πράσα (το λευκό και το μεγαλύτερο τμήμα από το πράσινο μέρος, εκτός από τις σκληρές άκρες), σε μέτριες ροδέλες
 χυμός από 1 μεγάλο λεμόνι (ή περισσότερο, αν θέλουμε)
 2 ντοματάκια κονσέρβας, λιωμένα
 50 ml ελαιόλαδο
 αλάτι, φρεσκοτριμμένο πιπέρι

επι το έργον

  1. Για τη χοιρινή πρασοτηγανιά, ξεκινάμε και σε φαρδιά και ρηχή κατσαρόλα ζεσταίνουμε το ελαιόλαδο σε σχετικά δυνατή φωτιά και σοτάρουμε το κρέας μαζί με λίγο αλάτι για 6-7 λεπτά, με συχνό ανακάτεμα, μέχρι να ροδίσει ομοιόμορφα.
  2. Προσθέτουμε το κρεμμύδι και σοτάρουμε για λίγα λεπτά, μέχρι να ξανθύνει και να μαλακώσει καλά.
  3. Ρίχνουμε και τα πράσα και μαγειρεύουμε για λίγα λεπτά, μέχρι να πέσει ο όγκος τους.
  4. Σβήνουμε με τον χυμό, ανακατεύουμε και προσθέτουμε τα ντοματάκια και βραστό νερό που να μισοκαλύψει τα υλικά.
  5. Μετριάζουμε τη φωτιά και μαγειρεύουμε, ανακατεύοντας πότε πότε, μέχρι το νερό σχεδόν να σωθεί.
  6. Ρίχνουμε άλλη μία δόση βραστό νερό, ώστε και πάλι να μισοκαλύψει τα υλικά, και μαγειρεύουμε μέχρι κι αυτό να απορροφηθεί.
  7. Συνεχίζουμε με τον ίδιο τρόπο, με τακτικές προσθήκες βραστού νερού, σαν να ετοιμάζουμε ριζότο, μέχρι να μαλακώσουν καλά τόσο το κρέας όσο και το πιο σκληρό μέρος από τα πράσα. Η διαδικασία διαρκεί 1 ώρα ή και περισσότερο.
  8. Στο τέλος το φαγητό πρέπει να μείνει με μια μελωμένη σάλτσα τόση ώστε να μπορούμε να βουτήξουμε μπουκιές από ψωμί.
  9. Ρίχνουμε φρεσκοτριμμένο πιπέρι, ανακατεύουμε και σερβίρουμε.

«Είναι ωραία στα Χανιά, δεν σκοπεύω να επιστρέψω στις ΗΠΑ»

Η Paris Picard μοιράζεται την ιστορία της μετανάστευσής της από το Τέξας στην Κρήτη.

Πώς είναι να αφήνεις τις Ηνωμένες Πολιτείες και να ξεκινάς από την αρχή στην Ελλάδα; Η Paris Picard μοιράζεται την ιστορία της εγκατάστασής της στα Χανιά, από την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και την προσαρμογή στην τοπική κουλτούρα μέχρι την εξεύρεση ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής και της προσιτής υγειονομικής περίθαλψης. Απαριθμεί τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της ζωής των μεταναστών στην Ελλάδα, τις προκλήσεις της στέγασης και τους λόγους για τους οποίους δεν σκοπεύει να επιστρέψει σύντομα στην Αμερική. 

Πηγή: DW Euromaxx

Ο πρώην επικεφαλής της ΕΚΤ απαίτησε επείγουσα διάσωση της οικονομίας της ΕΕ

Ο πρώην επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, προειδοποίησε τους ηγέτες της ΕΕ για μια απότομη επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης και τον κίνδυνο μιας συστημικής κρίσης.

Ο Ντράγκι, ο οποίος προηγουμένως ήταν επικεφαλής της ευρωπαϊκής ρυθμιστικής αρχής και διετέλεσε πρωθυπουργός της Ιταλίας, δήλωσε σε κλειστή συνάντηση στο Βέλγιο στις 12 Φεβρουαρίου ότι η οικονομική κατάσταση της ΕΕ είχε επιδεινωθεί σημαντικά σε σύγκριση με πέρυσι. Τόνισε την ανάγκη για άμεση και αποφασιστική δράση.

Ο Ντράγκι υπενθύμισε ότι το 2024, κατόπιν αιτήματος της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ετοίμασε μια λεπτομερή έκθεση σχετικά με τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας της ΕΕ και τους τρόπους αντιμετώπισής τους.

Εκείνη την εποχή, η συζήτηση αφορούσε την τόνωση των επενδύσεων, την εμβάθυνση της ολοκλήρωσης των χρηματοπιστωτικών αγορών και τη μείωση των διοικητικών εμποδίων.

Ωστόσο, οι αρνητικές τάσεις έχουν ενταθεί έκτοτε. Οι ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ σε ορισμένες χώρες έχουν πλησιάσει το μηδέν. Η βιομηχανική παραγωγή μειώνεται και η επενδυτική δραστηριότητα παραμένει υποτονική. Ο Ντράγκι πιστεύει ότι οι προηγούμενες συστάσεις δεν επαρκούν πλέον και απαιτούνται επείγοντα μέτρα.

Μεταξύ των προτάσεων είναι η κατάργηση των γραφειοκρατικών περιορισμών που εμποδίζουν τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς.

Σύμφωνα με τον Ντράγκι, η υπερβολική ρύθμιση αυξάνει το κόστος των επιχειρηματικών συναλλαγών και μειώνει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών εταιρειών σε σύγκριση με τις αμερικανικές και ασιατικές εταιρείες.

Επεσήμανε επίσης την ανάγκη μεταρρύθμισης των χρηματιστηρίων. Αυτό συνεπάγεται τη δημιουργία μιας βαθύτερης και πιο ολοκληρωμένης κεφαλαιαγοράς, έτσι ώστε οι αποταμιεύσεις των Ευρωπαίων πολιτών να επενδύονται εντός της ένωσης και όχι να αποστέλλονται στις ΗΠΑ μέσω της αγοράς αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο κόστος της ενέργειας. Οι υψηλές τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου έχουν γίνει βασικοί παράγοντες αποβιομηχάνισης. Η ενεργειακή κρίση του 2022-2023, η οποία προκλήθηκε από γεωπολιτικές εντάσεις και κυρώσεις, συνεχίζει να ασκεί πιέσεις στη βιομηχανία.

Οι Ευρωπαίοι παραγωγοί πληρώνουν σημαντικά περισσότερα για ηλεκτρική ενέργεια από τους ανταγωνιστές τους στις ΗΠΑ και την Κίνα. Αυτό υπονομεύει τη θέση της ΕΕ στις ενεργοβόρες βιομηχανίες.

Ο Ντράγκι τάχθηκε επίσης υπέρ της υποστήριξης των Ευρωπαίων κατασκευαστών σε στρατηγικούς τομείς, όπως η χημική βιομηχανία, η μεταλλουργία, η μηχανολογία, η παραγωγή μπαταριών και η κατασκευή μικροτσίπ. Πιστεύει ότι η ΕΕ θα πρέπει να χρησιμοποιεί πιο ενεργά μέσα βιομηχανικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων των επιδοτήσεων και των φορολογικών κινήτρων.

Επιπλέον, τονίστηκε η ανάγκη επιτάχυνσης των διαδικασιών λήψης αποφάσεων στις Βρυξέλλες. Ο αργός ρυθμός των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, το πολύπλοκο σύστημα έγκρισης και τα αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ των κρατών μελών σημαίνουν ότι οι πρωτοβουλίες εφαρμόζονται πολύ αργά.

Στην ίδια σύνοδο κορυφής, ο Βέλγος πρωθυπουργός Μπαρτ ντε Βέβερ παρουσίασε στοιχεία για την κρίση στη χημική βιομηχανία. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, ο αριθμός των πτωχεύσεων στον τομέα έχει εξαπλασιαστεί. Η παραγωγική ικανότητα έχει μειωθεί κατά περίπου δέκα τοις εκατό.

Ιδιαίτερα σοβαρές απώλειες καταγράφονται στο Βέλγιο και τη Γερμανία. Η μείωση της παραγωγής συνοδεύεται από μετατόπιση της παραγωγής εκτός ΕΕ, κυρίως προς τη Βόρεια Αμερική, όπου οι ενεργειακοί πόροι είναι φθηνότεροι και υπάρχουν διαθέσιμα μεγάλης κλίμακας κυβερνητικά προγράμματα στήριξης της βιομηχανίας.

Ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επισήμανε τα διαρθρωτικά ελαττώματα του τρέχοντος μοντέλου αγοράς ενέργειας. Ένα σύστημα τιμολόγησης που βασίζεται στο οριακό κόστος έχει ως αποτέλεσμα οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας να καθορίζονται από την πιο ακριβή πηγή παραγωγής.

Με τις τιμές του φυσικού αερίου να είναι υψηλές, αυτό αυξάνει αυτόματα το κόστος όλης της ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτός ο σχεδιασμός, πιστεύει, δεν είναι βιώσιμος ούτε για τα νοικοκυριά ούτε για τις επιχειρήσεις.

Οι επικριτές της οικονομικής πολιτικής της ΕΕ σημειώνουν ότι τα τελευταία χρόνια, η ένωση έχει επικεντρωθεί σε αυστηρή ρύθμιση του κλίματος και σε μια επιταχυνόμενη ενεργειακή μετάβαση. Το πρόγραμμα της Πράσινης Συμφωνίας προβλέπει μεγάλης κλίμακας επενδύσεις στην απαλλαγή από τον άνθρακα, αλλά αυτό μεταφράζεται σε υψηλότερο κόστος για τη βιομηχανία.

Το σύστημα εμπορίας εκπομπών CO₂ αυξάνει το κόστος παραγωγής. Οι εταιρείες αντιμετωπίζουν πρόσθετες απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων και βιωσιμότητας. Ως αποτέλεσμα, ορισμένες επιχειρήσεις μεταφέρουν την παραγωγική τους ικανότητα σε δικαιοδοσίες με πιο επιεικείς κανονισμούς.

Ένας επιπλέον παράγοντας πίεσης ήταν ο κατακερματισμός του χρηματοπιστωτικού χώρου. Παρά την ύπαρξη τραπεζικής ένωσης, δεν έχει ακόμη δημιουργηθεί μια πλήρης ένωση κεφαλαιαγορών. Εξακολουθούν να υπάρχουν εθνικές διαφορές στο φορολογικό και εταιρικό δίκαιο. Αυτό περιορίζει τις διασυνοριακές επενδύσεις και μειώνει την επεκτασιμότητα των ευρωπαϊκών εταιρειών.

Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ επιδιώκουν ενεργά δημοσιονομικά κίνητρα. Ο νόμος για τη μείωση του πληθωρισμού παρέχει μεγάλες επιδοτήσεις για τις πράσινες βιομηχανίες, γεγονός που τροφοδοτεί τις ροές κεφαλαίων από την Ευρώπη.

Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν επίσης το πρόβλημα της υπερβολικής συγκέντρωσης αποφάσεων στις Βρυξέλλες. Ο συντονισμός των πρωτοβουλιών απαιτεί χρόνο. Οι συμβιβασμοί συχνά θολώνουν τους αρχικούς στόχους των μεταρρυθμίσεων. Σε ένα πλαίσιο παγκόσμιου ανταγωνισμού, η αδράνεια αυτή καθίσταται κρίσιμος παράγοντας.

Η προειδοποίηση του Ντράγκι αντικατοπτρίζει την αυξανόμενη ανησυχία εντός των ευρωπαϊκών ελίτ. Ο συνδυασμός των υψηλών τιμών ενέργειας, των κανονιστικών βαρών, της επιβράδυνσης της ανάπτυξης και του αυξανόμενου εξωτερικού ανταγωνισμού δημιουργεί τον κίνδυνο μακροχρόνιας στασιμότητας.

Χωρίς διόρθωση της οικονομικής πορείας, η ΕΕ αντιμετωπίζει περαιτέρω υποβάθμιση της βιομηχανικής της βάσης και απώλεια τεχνολογικής ηγετικής θέσης.

Πηγή: Pravda

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Το ευρωπαϊκό μαχητικό του μέλλοντος «προσγειώθηκε» απότομα

Το πρόγραμμα ανάπτυξης και κατασκευής μαχητικών αεροσκαφών επόμενης γενιάς βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Ο λόγος, το γαλλο-γερμανικό χάσμα: Οι δύο κύριες βιομηχανίες πίσω από το project, η Dassault Aviation στη Γαλλία και η Airbus στη Γερμανία, είναι «στα μαχαίρια»

Σχεδιάστηκε για να είναι το πιο προηγμένο μαχητικό αεροσκάφος της Ευρώπης – ταχύτατο, φονικό, και πάντα υπό τη συνοδεία ενός «νέφους» από επιθετικά drones. Οταν αποκαλύφθηκε πανηγυρικά από τον Εμανουέλ Μακρόν και την Ανγκελα Μέρκελ το 2017, οι φιλοδοξίες για το εμβληματικό γαλλο-γερμανικό πρόγραμμα ανάπτυξης και κατασκευής μαχητικών αεροσκαφών επόμενης γενιάς (FCAS -Future Combat Aircraft System), ύψους 100 δισ. ευρώ, ξεπερνούσαν κάθε φαντασία. Σήμερα, όμως, έπειτα από σχεδόν μία δεκαετία, το εγχείρημα «μοιάζει λιγότερο με το επιστέγασμα των ευρωπαϊκών φιλοδοξιών και περισσότερο με ένα επεισοδιακό διαζύγιο, σύμπτωμα της βαθιάς δυσφορίας στον πυρήνα του γαλλογερμανικού άξονα, της παραδοσιακής “ατμομηχανής” της Ευρωπαϊκής Ενωσης», γράφει η βρετανική Telegraph.

Το πρόγραμμα κινδυνεύει πλέον σοβαρά, σε μια συγκυρία, μάλιστα, που η αμυντική συνεργασία είναι πιο επιτακτική από ποτέ, με τη Ρωσία να συνιστά απειλή (πραγματική ή φανταστική) για την ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Μέσα στην εβδομάδα ο Εμανουέλ Μακρόν αναγκάστηκε να υπεραμυνθεί του προγράμματος, μετά από τη δημοσίευση ενός πύρινου άρθρου στην οικονομική εφημερίδα Handelsblatt: το μεγαλύτερο εργατικό συνδικάτο της Γερμανίας προειδοποιεί ότι το εγχείρημα βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. «Το FCAS σχεδιάστηκε αρχικά ως ένα κοινό έργο ισότιμων εταίρων και εξελίχθηκε ως τέτοιο για μεγάλο διάστημα. Οσοι τώρα απαιτούν απόλυτο έλεγχο δεν πρέπει να εκπλήσσονται από τις συνέπειες», έγραψαν ο Γιούργκεν Κέρνερ, αναπληρωτής επικεφαλής του συνδικάτου IG Metall, και η Μαρί-Κριστίν φον Χαν, επικεφαλής της Γερμανικής Ενωσης Αεροδιαστημικής Βιομηχανίας, υπαινισσόμενοι στη συνέχεια ότι ίσως ήρθε η ώρα για το Βερολίνο να επιδιώξει την ανάπτυξη ενός καθαρά γερμανικού μαχητικού.

Ομως οι αιχμηρές γερμανικές επικρίσεις ήταν μάλλον αναμενόμενες, και όλοι γνωρίζουν ποιος είναι ο αποδέκτης. Οπως συνοψίζει το ρεπορτάζ της Telegraph, oι δυο κύριες βιομηχανίες πίσω από το εγχείρημα, η Dassault Aviation στη Γαλλία και η Airbus στη Γερμανία, είναι «στα μαχαίρια» εδώ και χρόνια. Εξαρχής συγκρούστηκαν για βασικές παραμέτρους του FCAS, όπως το ποιος θα έχει το γενικό πρόσταγμα και ποιος θα αναλάβει την κατασκευή, καταλήγοντας να αμφισβητούν ακόμη και τον ίδιο τον σκοπό του προγράμματος.

Υπολογιστική απεικόνιση του FCAS

Μιλώντας στη βρετανική εφημερίδα, η Ουλρίκε Φράνκε, γερμανίδα ειδικός ασφαλείας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων (ECFR), εξήγησε πως για μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρχαν «ζητήματα σχεδιασμού», καθώς οι δυο πλευρές έπρεπε να συμφωνήσουν για την από κοινού κατασκευή ενός αεροσκάφους, θέλοντας όμως διαφορετικά πράγματα η καθεμία.

«Οι Γάλλοι θέλουν ένα ελαφρύτερο αεροπλάνο, που θα φέρει πυρηνικά όπλα, ενώ οι Γερμανοί θέλουν ένα αεροπλάνο που θα μπορεί να πετάει πιο μακριά. Αυτό ήταν ανέκαθεν ένα πρόβλημα, αλλά το ερώτημα όσον αφορά το τι ακριβώς επρόκειτο να κατασκευάσουν συνέχιζε να μετατίθεται στο μέλλον», είπε. Ταυτόχρονα, από τη γαλλική πλευρά, η Dassault Aviation, που ειδικεύεται στην κατασκευή στρατιωτικών αεροσκαφών και επιχειρηματικών τζετ, αξίωνε η μοναδική ουσιαστική συνεισφορά της Γερμανίας να ήταν οικονομική. «Δεν θέλω να ακουστώ αλαζόνας, αλλά ποιες δεξιότητες χρειάζομαι πέρα από τις δικές μου για να κατασκευάσω ένα μαχητικό τζετ;», δήλωσε πέρυσι ο Ερίκ Τραπιέ, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, αναφερόμενος στο γεγονός ότι η Dassault ανέπτυξε το κορυφαίο μαχητικό Rafale εξ ολοκλήρου με δικές τη δυνάμεις, ενώ η τελευταία φορά που Γερμανία επέδειξε αντίστοιχες ικανότητες ήταν κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ομως λάδι στην φωτιά που ήδη σιγόκαιγε έριξε και η Κατρίν Βοτρέν, η υπουργός Αμυνας της Γαλλίας, δηλώνοντας χωρίς περιστροφές πως «η Γερμανία σήμερα δεν έχει τη δυνατότητα να κατασκευάσει ένα αεροσκάφος». Η κύρια ανησυχία των Γάλλων ήταν πως οι Γερμανοί επεδίωκαν να εκμεταλλευθούν το πρόγραμμα, κυρίως για να μάθουν πώς να κατασκευάζουν μαχητικά αεροσκάφη από την Dassault. Η επιθυμία της Γερμανίας να αναλάβει πιο ουσιαστικό ρόλο εξελήφθη από τους Γάλλους ως παραβίαση της άγραφης συμφωνίας συνεργασίας τους, με βάση την οποία το Βερολίνο θα παρείχε κεφάλαια, ενώ το Παρίσι την τεχνογνωσία. Αλλά «τα όρια είναι πλέον θολά και σημειώνονται απόπειρες εισβολής τους ενός στον τομέα του άλλου», δήλωσε μια γαλλική πηγή στην Telegraph τον Μάρτιο του 2024, κατά τη διάρκεια μιας ακόμη δύσκολης περιόδου για τις γαλλογερμανικές αμυντικές σχέσεις.

Οι Γερμανοί, όμως, απορρίπτουν αυτές τις επικρίσεις, χαρακτηρίζοντάς τες μάλιστα άδικες. Ενώ γερμανοί αξιωματούχοι παραδέχονται ότι επί δεκαετίες τα ζητήματα ασφαλείας δεν αποτελούσαν προτεραιότητα για το Βερολίνο, τονίζουν συγχρόνως πως η εξωτερική πολιτική τους  άλλαξε άρδην μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία πριν από μία τετραετία – το οποίο είναι αλήθεια. Κάνοντας λόγο για ένα «zeitenwende» (σημείο καμπής), ο πρώην καγκελάριος Ολαφ Σολτς έσπευσε να συνδράμει την Ουκρανία με δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ (σε αμυντικό εξοπλισμό και αρωγή), ενώ ο νυν καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς έφτασε στο σημείο να καταργήσει αυστηρούς δημοσιονομικούς περιορισμούς με στόχο τη σημαντική ενίσχυση της γερμανικής και ευρωπαϊκής άμυνας.

Μιλώντας στη Le Monde τις προηγούμενες ημέρες, στην ερώτηση αν το (ακόμα φιλόδοξο) project βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης, ο Εμανουέλ Μακρόν απάντησε αρνητικά. «Είναι ένα καλό έργο και δεν έχω ακούσει τίποτε από τη γερμανική πλευρά που να υποδηλώνει ότι δεν είναι… Πιστεύω ότι τα πράγματα πρέπει να προχωρήσουν», είπε, σημειώνοντας πως θα κάνει ό,τι χρειάζεται ώστε να ευοδωθούν τα αρχικά σχέδια. «Πιστέψτε με, κάνουμε ό,τι μπορούμε για να προσπαθήσουμε να σώσουμε αυτό το πρόγραμμα – εργαζόμαστε σαν τρελοί. Θα δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα», δήλωσε την προηγούμενη εβδομάδα και ο Πατρίκ Παγιού, πρώην επικεφαλής της εθνικής υπηρεσίας κυβερνοασφάλειας της Γαλλίας και πρώην τεχνικός διευθυντής της υπηρεσίας πληροφοριών εξωτερικού.

Ομως οι μέρες του Μακρόν στο Ελιζέ είναι πλέον μετρημένες και οι πιο πιθανοί διάδοχοί του, δηλαδή είτε ο Ζορντάν Μπαρντελά είτε η Μαρίν Λεπέν της Εθνικής Συσπείρωσης, δεδομένου ότι διάκεινται λιγότερο εχθρικά απέναντι στη Ρωσία σε σχέση με τον Μακρόν, θα μπορούσαν ακόμη και να τερματίσουν τη γαλλική συμμετοχή στο εγχείρημα, εφόσον επικρατήσουν στις προεδρικές εκλογές του 2027. Επιπλέον, η Γερμανία ενδέχεται να στρέψει την προσοχή της προς ένα λιγότερο «προβληματικό» πρόγραμμα ανάπτυξης μαχητικών έκτης γενιάς, το GCAP (Global Combat Air Programme), του οποίου ηγούνται η Βρετανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία: παρότι το project ξεκίνησε πολύ αργότερα, το 2022, το εν λόγω μαχητικό, γνωστό ως Tempest, αναμένεται να είναι ετοιμοπόλεμο έως το 2035, ενώ το αντίστοιχο γαλλογερμανικό δεν πρόκειται να πετάξει πριν από το 2040 (στην καλύτερη περίπτωση).

«Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρεί κανείς ότι το μέλλον της αμυντικής συνεργασίας στην Ευρώπη θα βασίζεται περισσότερο στον άξονα Γερμανίας-Ιταλίας παρά σε εκείνον μεταξύ Γερμανίας-Γαλλίας», γράφει η Telegraph, υπενθυμίζοντας ότι τον προηγούμενο μήνα ο γερμανός καγκελάριος και η ιταλίδα ομόλογός του Τζόρτζια Μελόνι υπέγραψαν μια ευρύτατη συμφωνία για την ενίσχυση της μεταξύ τους αμυντικής συνεργασίας. Παρ’ όλα αυτά οι ειδικοί εμφανίζονται επιφυλακτικοί ως προς το ενδεχόμενο να απολέσει η Γαλλία τον καθοριστικό ρόλο της στην ασφάλεια της Γηραιάς Ηπείρου. «Δεν θεωρώ ότι η γαλλογερμανική σχέση αυτή καθαυτή αποτελεί το πρόβλημα, ούτε πιστεύω ότι οι Ιταλοί μπορούν να την υποκαταστήσουν», δήλωσε η Ουλρίκε Φράνκε, η γερμανίδα ειδικός ασφαλείας στο ECFR.