ενημέρωση 2:23, 15 October, 2026

«Χορεύοντας» σε παγωμένη λίμνη με μια σπάνια Alfa Romeo Giulietta Spider

Αυτές τις ημέρες, ένα πρωτότυπο από τη δεκαετία του ’50 βρέθηκε στο Σεν Μόριτζ, στο απέραντο λευκό. Και κοίτα να δεις που κάποτε αγοράστηκε σχεδόν τσάμπα

Αυτές τις ημέρες, ένα πρωτότυπο από τη δεκαετία του ’50 βρέθηκε στο Σεν Μόριτζ, στο απέραντο λευκό. Και κοίτα να δεις που κάποτε αγοράστηκε σχεδόν τσάμπα

Η Alfa Romeo Giulietta Spider prototype που βλέπετε επάνω είναι μια πραγματική ιταλική barchetta – ελληνιστί, βαρκούλα. Μικρό μέγεθος, δύο μόνο θέσεις, ιταλική σχεδίαση διά χειρός Πινινφαρίνα. Το αυτοκίνητο μαράζωνε επί χρόνια, μέχρι που το ανακάλυψε ο σημαντικότερος, ίσως, ιταλός συλλέκτης αυτοκινήτων, ο Κοράντο Λοπρέστο. Η ιστορία του μοναδικού αυτού πρωτότυπου πάει πολύ πίσω, στα μέσα της δεκαετίας του ’50, τότε που η Alfa Romeo γνώριζε μεγάλη επιτυχία με τη Giulietta.

Ο Μαξ Χόφμαν, ο διάσημος εισαγωγέας αυτοκινήτων προς τα εύφορα πορτοφόλια των ΗΠΑ, σύντομα ζήτησε να κατασκευαστεί μια ανοιχτή έκδοση της Giulietta Sprint για την αμερικανική αγορά. Η Alfa Romeo συμφώνησε και για να διασφαλίσει ότι το εγχείρημα θα είχε επιτυχία διοργάνωσε έναν διαγωνισμό μεταξύ των σχεδιαστικών κέντρων Πινινφαρίνα και Μπερτόνε. Το αποτέλεσμα ευνόησε σε πρώτο χρόνο τον πρώτο. Η πρόταση του Πινιφαρίνα κατέληξε στη Giulietta Spider παραγωγής, ενώ τα απορριφθέντα σχέδια του Μπερτόνε θα συνέχιζαν να επηρεάζουν πολλά ανοιχτά σπορ αυτοκίνητα της μάρκας για τις επόμενες δεκαετίες.

Το σχέδιο του οίκου Μπερτόνε και συγκεκριμένα του Φράνκο Σκαλιόνε, είναι εβδομήντα -και βάλε- ετών (Andrea Klainguti / Lopresto Collection)

Ωστόσο, ενώ ο σχεδιασμός του Πινινφαρίνα ήταν σχετικά φορμαλιστικός, τα δύο πρωτότυπα του Μπερτόνε, σχεδιασμένα από τον Φράνκο Σκαλιόνε, ήταν πιο ριζοσπαστικά: το πρώτο εξ αυτών με κόκκινο φινίρισμα, διέθετε στενότερους προβολείς και πίσω «πτερύγια» χωρίς ενσωματωμένα πίσω φώτα. Ωστόσο, αναμφισβήτητα αυτό το δίχρωμο χρυσαφί και λευκό αυτοκίνητο του 1955 που βλέπετε ήταν εκείνο που πραγματικά έκλεψε την παράσταση.

Τελικά, τα δύο πρωτότυπα θεωρήθηκαν πολύ φουτουριστικά και δαπανηρά για να παραχθούν. Οπως εξηγεί ο Ντούτσιο Λοπρέστο, ειδήμων στον οίκο δημοπρασιών RM Sotheby’s και γιος του προαναφερθέντος διάσημου ιταλού συλλέκτη, «κρίθηκε ότι το αυτοκίνητο δεν θα ήταν εμπορικά επιτυχημένο. Ηταν απλώς πολύ ακριβό». Ως αποτέλεσμα, τα αυτοκίνητα πήραν διαφορετικούς δρόμους: το κόκκινο πρωτότυπο πήγε στην Ελβετία, ενώ το εικονιζόμενο, με αριθμό πλαισίου 0004, πουλήθηκε μεν στον Χόφμαν, παρέμεινε δε στην Ιταλία. Τα χρόνια περνούν και χρειάστηκε να φτάσει η δεκαετία του ’90. Ο νεαρός, τότε, Κοράντο Λοπρέστο άκουσε για μία σπάνια Alfa που μαράζωνε κάπου στην άκρη μιας συλλογής ενός επιχειρηματία.

Το αυτοκίνητο ήταν μετά βίας αναγνωρίσιμο, έχοντας ξαναβαφτεί κόκκινο και ξαναφτιαγμένο εσωτερικά, αλλά ο Λοπρέστο αμέσως κατάλαβε ότι βρισκόταν μπροστά σε κάτι πολύ ξεχωριστό.

Μια πραγματική ιταλική barchetta σε λευκό ελβετικό φόντο (Andrea Klainguti / Lopresto Collection)

«Ο πατέρας μου είδε τη σχεδίαση και αντιλήφθηκε πως ήταν σημαντικό αυτοκίνητο», θυμάται ο Ντούτσιο. «Το αγόρασε σχεδόν τσάμπα». Η περαιτέρω έρευνα σύντομα αποκάλυψε ίχνη χρυσαφί χρωματισμού κάτω από την επιφάνεια, και φωτογραφίες εποχής από το 1958 επιβεβαίωσαν τον αρχικό χρωματικό συνδυασμό. Κατά τη διάρκεια, δε, της αποκατάστασης, τα αρχικά κρεμ και κόκκινα καθίσματα αποκαλύφθηκαν κάτω από στρώματα μεταγενέστερης ταπετσαρίας.

Οταν ολοκληρώθηκε η ολική αποκατάσταση του αυτοκινήτου, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ο σκεπτικισμός περιέβαλε τόσο την αποκατάσταση όσο και την ίδια την ύπαρξη ενός δεύτερου πρωτότυπου Bertone. Τελικά, η σχολαστική τεκμηρίωση του Κοράντο φίμωσε τους αμφισβητίες και η ιστορία έκανε τον κύκλο της επιβεβαιώνοντάς τον. Σήμερα το πρωτότυπο παραμένει κεντρικό κομμάτι της συλλογής Λοπρέστο.

Ελαφρύ, αεροδυναμικά βελτιωμένο και τροφοδοτούμενο από έναν τετρακύλινδρο κινητήρα 1,3 λίτρων απόδοσης 80 ίππων, λένε ότι προσφέρει μια πιο συναρπαστική εμπειρία οδήγησης από μια «τυπική» Giulietta. Εντάξει, πού να ξέρεις; Μήπως υπάρχουν και πολλά; Κοιτάζοντάς το είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πώς ένα τέτοιο σχέδιο απορρίφθηκε κάποτε. Τέλος πάντων, το πρωτότυπο διασώθηκε και έχει την ευκαιρία να δείχνει τα κάλλη του σε μια παγωμένη λίμνη του Σεν Μόριτζ. Κρεμ και χρυσαφί σε λευκό φόντο. 

  • Κατηγορία AUTO-MOTO
  • 0

Ο Αργύρης Ξάφης διαβάζει 5 διηγήματα του Γιώργου Ιωάννου

Ο Αργύρης Ξάφης διαβάζει πέντε διηγήματα του συγγραφέα από τις συλλογές «Επιτάφιος θρήνος», «Σαρκοφάγος», «Η Μόνη Κληρονομιά», «Για ένα φιλότιμο».

Σε αυτήν τη σειρά ακούμε από το βιβλίο του «Επιτάφιος Θρήνος» την έξοχου ύφους και λεπτότητας «Δασκάλα». Από τη «Σαρκοφάγο» τα «Λιμενικά Λουτρά», ένα κομψοτέχνημα που εξερευνά την ανθρώπινη μοναξιά, την αναζήτηση της συντροφικότητας και την ερωτική επιθυμία σε λαϊκούς χώρους, μακριά από τα κοινωνικά πρότυπα. Ακούμε επίσης το «Τζέλτεν», ένα road trip του συγγραφέα στην έρημο της Λιβύης, και από την πρώτη του συλλογή, το «Για ένα φιλότιμο» (1964), με την οποία ο Ιωάννου εγκαινιάζει τη βιωματικής γλώσσας πεζογραφία του, την οποία δεν έπαψε να πρεσβεύει και να καλλιεργεί, τον αριστουργηματικό «Μπάτη». Η ανάγνωση συμπληρώνεται από τις «Νεροφίδες» που γράφτηκαν το 1973 και δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Τραμ» τον Ιούλιο του 1976.

Ο Αργύρης Ξάφης, που ήρθε για πρώτη φορά με το έργο αυτού του σπουδαίου και παραγνωρισμένου σήμερα συγγραφέα, γοητευμένος από το ύφος τη γλώσσα και τον κόσμο του, από το πόσο «μοντέρνος» είναι, απάντησε γενναιόδωρα «θα τα διαβάσω όλα». Ιδού, λοιπόν, αυτός ο συγγραφέας έρχεται ξανά κοντά μας μέσα από μια νέα φωνή που μας μυεί στην απόλαυση της ανάγνωσης «διαμαντιών» της ελληνικής πεζογραφίας και μας δίνει ένα σήμα πώς αν σταθούμε, σκύψουμε και διαβάσουμε ή ξαναδιαβάσουμε τον Γιώργο Ιωάννου θα ανακαλύψουμε έναν θησαυρό των ελληνικών γραμμάτων με ιστορίες στοχαστικές, σχεδόν αθόρυβες, σπάνιες, σαν παύση στον βιαστικό και βίαιο καιρό μας.

Πόσο βιωματική είναι η πεζογραφία του Ιωάννου; Απαντά ο ίδιος: «Λέγοντας λοιπόν βιωματική, εννοώ τη λογοτεχνία εκείνη που αντλείται από προσωπικά βιώματα του συγγραφέα [...]. Τα βιώματα πάλι δεν είναι μονάχα εκείνα που προέρχονται από την εμπειρία, αλλά και οι φαντασιώσεις και οι ισχυρές πνευματικές καταστάσεις που έχει ζήσει ο άνθρωπος [...]. Ανακουφίζομαι γράφοντας σε πρώτο πρόσωπο. Είναι για μένα κάτι σαν ψυχολογική ανάγκη. Ωστόσο τα περισσότερα από αυτά που γράφω δεν είναι βιογραφικά και δεν συνέβησαν ακριβώς έτσι, όπως μεταφέρονται στο χαρτί. Άλλωστε, στα πεζογραφήματά μου υποδύομαι και πολλά πρόσωπα που θα ήθελα να είμαι».

«… Ο Ιωάννου ήταν ο διαβάτης που σύχναζε σε καφενεία, στις αγορές, στα καπνισμένα σινεμά, σε απόμερες περιοχές, ισότιμος των αρσενικών αλλά και κυνηγός. Η αναζήτηση αυτή δεν είχε μόνον σχέση με τον Άλλο αλλά με την ίδια την περιπέτεια, τη λατρεία των χώρων, τις μνήμες των τόπων, την περιδιάβαση στις σκιές και τις θολές περιοχές της ιστορίας των ανωνύμων…», γράφει ο Θόδωρος Γρηγοριάδης.

Σε έναν τιμητικό τόμο για τον Γιώργο Ιωάννου που κυκλοφόρησε το 2005 από τον Κέδρο γράφει για τον συγγραφέα: «Είναι ο πεζογράφος που αυτοβιογραφήθηκε, μιλώντας ψιθυριστά, τρυφερά, εξομολογητικά για τους άλλους, συνθέτοντας τη μυθιστορία των ταπεινών. Είναι από τους λίγους λειτουργούς που μας έρχονται από τα χρόνια εκείνα, όπου το κάθε πεζογράφημα, απολεπισμένο από τα ιδιωτικά οράματα και τον συγγραφικό ναρκισσισμό, εμπεριείχε μόχθο συλλογικό και αποτύπωνε ουσία. Κι είναι επίσης ένας ευφυής παραμυθάς που αξιώθηκε όσο ελάχιστοι να υποτάξει λειτουργικά την πρωτοπρόσωπη αφήγηση στην αντικειμενική ιστόρηση, πλάθοντας ένα Εγώ λιωμένο στο Εμείς»… γράφει η Σταυρούλα Παπασπύρου στη στήλη «Πίσω Ράφι» της LiFO.

Λίγα λόγια για τον Γιώργο Ιωάννου

Ο ποιητής και πεζογράφος Γιώργος Ιωάννου (1927-1985) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη από γονείς πρόσφυγες με καταγωγή από την Ανατολική Θράκη. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή και εργάστηκε ως καθηγητής σε ιδιωτικά σχολεία της Αθήνας και της επαρχίας, μέχρι τον διορισμό του στη δημόσια μέση εκπαίδευση. Το 1962 στάλθηκε από την υπηρεσία του στη Βεγγάζη της Λιβύης, όπου ίδρυσε ελληνικό γυμνάσιο.

Πρώτο βιβλίο του, η μικρή ποιητική συλλογή «Ηλιοτρόπια» (Θεσσαλονίκη, 1954). Η δεύτερη συλλογή του, «Τα χίλια δέντρα», εκδόθηκε το 1963 («Διαγώνιος»). Το 1964 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο πεζογραφημάτων με τίτλο «Για ένα φιλότιμο» και από τότε αποφάσισε να αφοσιωθεί σχεδόν αποκλειστικά στην πεζογραφία. Ακολούθησαν: «Η σαρκοφάγος» (1971), «Η μόνη κληρονομιά» (1974), «Το δικό μας αίμα» (1978), «Επιτάφιος θρήνος» (1980), «Ομόνοια» (1980), «Κοιτάσματα» (1981), «Πολλαπλά κατάγματα» (1981), «Εφήβων και μη» (1982), «Καταπακτή» (1982), «Εύφλεκτη χώρα» (1982) και «Η πρωτεύουσα των προσφύγων» (1984), που αποτέλεσε το τελευταίο πεζογραφικό έργο του. Εξέδωσε επίσης το θεατρικό έργο για παιδιά «Το αυγό της κότας» (1981) που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο. Μετά τον θάνατό του εκδόθηκε και το παιδικό ανάγνωσμα «Ο Πίκος και η Πίκα» (1986).

Παράλληλα, ασχολήθηκε και με τα δημιουργήματα του λαϊκού λόγου. Εξέδωσε, με εισαγωγές, σχόλια και γλωσσάρια, τις παρακάτω εργασίες: «Τα δημοτικά μας τραγούδια» (1966), «Μαγικά παραμύθια του ελληνικού λαού» (1966), «Παραλογές» (1970), «Καραγκιόζης» (1971-1972, τόμοι 3), «Παραμύθια τού λαού μας» (1973). Τα κείμενα των συλλογών επιλέχθηκαν με λογοτεχνικά κριτήρια.

Μετέφρασε και σχολίασε την τραγωδία του Ευριπίδη «Ιφιγένεια η εν Ταύροις» (1969), το ΧΙΙ βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας, που έχει τον τίτλο «Στράτωνος Μούσα Παιδική» (1980), καθώς και το ιστορικό δοκίμιο του Τάκιτου «Γερμανία» (1981). Το 1985 εκδόθηκαν τα δοκίμιά του για τον Παπαδιαμάντη, τον Καβάφη και τον Λαπαθιώτη με τίτλο «Ο της φύσεως έρως» και το 1996 οι συνεντεύξεις του (1974-1985), με τίτλο «Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής».

Ήταν βασικός συνεργάτης του περιοδικού «Διαγώνιος» (1958-1965), εξέδιδε το περιοδικό «Φυλλάδιο», το οποίο έγραφε ολόκληρο μόνος του (1978-1985, τεύχη 1-8), και συνεργάστηκε με το μαθητικό περιοδικό «Ελεύθερη Γενιά» (1976-1982). Το 1982 κυκλοφόρησε από τη Lyra ο δίσκος βινυλίου «Κέντρο διερχομένων» με στίχους δικούς του και μουσική του Νίκου Μαμαγκάκη.

Η συνεργασία του με ελληνικές εφημερίδες και περιοδικά ήταν πολύ τακτική. Ποιήματά του καθώς και πεζογραφήματά του μεταφράστηκαν και δημοσιεύτηκαν σε αγγλικά και γαλλικά περιοδικά.

Το 1979 του απονεμήθηκε το Α´ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για το «Δικό μας αίμα».

Ο Γιώργος Ιωάννου θεωρείται εισηγητής του σύντομου πεζογραφήματος που ταξινομείται μεταξύ του δοκιμίου και της αφήγησης των ψυχικών περιπετειών του ομιλούντος προσώπου. Το νέο αυτό λογοτεχνικό είδος καθώς και οι γενικότερες αισθητικές αρχές του Γιώργου Ιωάννου άσκησαν σημαντική επίδραση στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Ο λόγος του έχει προέλευση βιωματική. Υποστήριζε ότι καλή λογοτεχνία δεν μπορεί να γραφτεί όταν ο λόγος δεν έχει βιωματικό βάρος και ο λογοτέχνης δεν τον έχει ψηλαφίσει με την ψυχή του και το πνεύμα του. (πηγή: εκδόσεις Κέδρος).

Αφιερώνουμε την ανάγνωση στη Φανή Ξάφη.

Eπιμέλεια: Αργυρώ Μποζώνη

Κάμερα - μοντάζ: Γεράσιμος Δομένικος

Ηχοληψία: Αλέξανδρος Αντωνίου

Μίξη ήχου: Φαίδωνας Κτενάς

Πηγή: lifo

«Μια μέρα ξύπνησα κάτοικος Κέας»

Ο Νίκος Λεβαντής άφησε την Αθήνα για την Κέα και τρία χρόνια αργότερα νιώθει ευεργετημένος

Αυτή την εβδομάδα μεταφερόμαστε στην Κέα, όπου ο Νίκος Λεβαντής μένει μόνιμα, χωρίς να το έχει σχεδιάσει ακριβώς, ούτε καν ονειρευτεί. Πριν από περίπου τρία χρόνια περνούσε τις καλοκαιρινές του διακοπές στο νησί, λίγο προτού ξεκινήσει τη νέα του δουλειά, που θα του επέτρεπε να δουλεύει εξ αποστάσεως.

Σε κάποια φάση συνειδητοποίησε πως, πολύ απλά, θα μπορούσε να μην επιστρέψει καν στην Αθήνα, να παραμείνει στο νησί και να εγκατασταθεί μόνιμα στο μέρος που από μικρός αγαπούσε. Έτσι κι έγινε! Νοίκιασε ένα σπίτι και μέσα σε μια μέρα έγινε κάτοικος Κέας. Τη μια στιγμή βρίσκεται βουτηγμένος στην τεχνολογία, στην αιχμή των εξελίξεων παγκοσμίως, και την άλλη βγαίνει έξω στη φύση. Ακολουθεί η ιστορία του Νίκου με τα δικά του λόγια.

«Γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά έχω ρίζες από την Κέα, από την πλευρά του πατέρα μου. Όταν ήμουν παιδί, περνούσα τα καλοκαίρια στο νησί, σε μια Κέα πολύ διαφορετική από τη σημερινή, ελάχιστοι την ήξεραν – μιλάμε για σαράντα χρόνια πριν.

«Στην πόλη είμαστε πολύ προστατευμένοι, σαν σε συσκευασία. Ενώ στο νησί ο καιρός σε επηρεάζει σημαντικά, είσαι εκτεθειμένος και ευάλωτος, αλλά ταυτόχρονα γλινεσαι και πιο ανθεκτικός».

Τα πρώτα μου γενέθλια τα είχαμε κάνει εδώ, αποκλεισμένοι για μέρες. Ούτε τούρτα δεν έβρισκαν και έχουν να το λένε πως έσβησα ένα κερί από την εκκλησία πάνω σε ένα καρβέλι από τον φούρνο. Αναμνήσεις αμέτρητες, αλλά όχι τόσο με τους ντόπιους. Ήμουν μικρό παιδί, δεν μπορούσα να χτίσω σχέσεις, παρά μόνο με όσους συναλλασσόμουν στην καθημερινότητα – στον φούρνο, με τη γειτόνισσα που μας έδινε τα αυγά, την κυρία Κούλα με τα κεφτεδάκια της…

«Αντί για αποκέντρωση, όπως λέγεται συχνά, πιο πολύ μοιάζει να έχω βρει το κέντρο μου»
 «Η Κέα έχει τη δική της ταυτότητα, σαν να μην μπαίνει σε στερεότυπα αλλά να σου δίνει τη δυνατότητα να βρεις αυτό που εσύ προτιμάς, ανάλογα με τη στιγμή. Είναι μη αναμενόμενη». Φωτ.: Νίκος Λεβαντής

Η συνέχεια επηρεάστηκε και από οικογενειακές αλλαγές. Μετά τον χωρισμό των γονιών μου και αργότερα τον θάνατο του πατέρα μου χρειάστηκε να πουλήσω το σπίτι που είχαμε στο νησί. Αυτό με απομάκρυνε αρκετά, για χρόνια ερχόμουν πια ως επισκέπτης, για λίγες μέρες.

Η μετακόμιση στην Κέα δεν ήταν κάτι που είχα σχεδιάσει, δεν θα μπορούσα να το έχω καν ονειρευτεί. Εκείνο το καλοκαίρι είχα πάρει ένα επαγγελματικό ρίσκο να αφήσω την εταιρεία που εργαζόμουν και την άριστη σχέση που είχα με τους συναδέλφους μου, με μόνη αφορμή το γεγονός ότι έπειτα από δύο χρόνια δουλειάς από το σπίτι, λόγω καραντίνας, δεν ήθελα να επιστρέψω στην καθημερινή ζωή στο γραφείο, με την κίνηση, τον θόρυβο κ.λπ.

Ήμουν διακοπές στο νησί και τον Σεπτέμβριο ξεκινούσα σε μια νέα εταιρεία, εξ αποστάσεως. Δεν είχα καν συνειδητοποιήσει ακόμα ότι αυτό μου έδινε τη δυνατότητα να είμαι πρακτικά οπουδήποτε. Και έτσι, λίγες μέρες προτού τελειώσουν οι διακοπές, μου ήρθε η ιδέα να μη γυρίσω στην Αθήνα.

Ζήτησα από τους φίλους που μου είχαν παραχωρήσει το σπίτι τους στο λιμάνι για τις διακοπές να μείνω και τον χειμώνα, και κάπως έτσι δημιουργήθηκε μια ονειρική συνθήκη με πολύ φυσικό τρόπο. Σαν να με ξέβγαλε το κύμα! Μια μέρα ξύπνησα κάτοικος Κέας και εργαζόμουν εξ αποστάσεως για την Ελβετία.

Είναι πολλοί που το θεωρούν διέξοδο, η αποξένωση από τη φύση τούς δημιουργεί ανισορροπίες και θα ήθελαν να το καταφέρουν και οι ίδιοι. Είναι βέβαια πάρα πολλές οι παράμετροι, δεν ήταν απλό ούτε και για μένα, παρότι είχα την ευελιξία της δουλειάς.

Αλλά καλό είναι να μην έχουμε απωθημένα. Λελογισμένα και με συναίσθηση της πραγματικότητας, κάποιο ρίσκο πρέπει να το παίρνουμε. Δεν έρχεται εξέλιξη μέσα στην ασφάλεια της συνήθειας. Πρέπει να βάζουμε όρια, να δίνουμε την ευκαιρία σε ό,τι αγαπάμε να καρποφορήσει.

«Αντί για αποκέντρωση, όπως λέγεται συχνά, πιο πολύ μοιάζει να έχω βρει το κέντρο μου»
 Φωτ.: Νίκος Λεβαντής

Η πρώτη χρονιά ήταν ανεκτίμητη. Πραγματικά αισθανόμουν πλούσιος, σχεδόν άναυδος με το περιβάλλον στο οποίο βρισκόμουν. Παρακολουθούσα, χάζευα τη φύση, τον καιρό, τη θάλασσα αγριεμένη, τον βοριά να φυσά.

Στην πόλη είμαστε πολύ προστατευμένοι, σαν σε συσκευασία. Ενώ στο νησί ο καιρός σε επηρεάζει σημαντικά, είσαι εκτεθειμένος και ευάλωτος, αλλά γίνεσαι ταυτόχρονα και πιο ανθεκτικός. Γίνεσαι ένα με το περιβάλλον και είναι μαγικό να εναρμονίζεσαι με κάτι τόσο όμορφο.

Όταν συνειδητοποίησα ότι ήρθα για να μείνω, άρχισα να ψάχνω να νοικιάσω ένα σπίτι και η αναζήτηση με οδήγησε στη Χώρα, που την ήξερα από μικρός γιατί εκεί ήταν το σπίτι της οικογένειάς μου. Στη Χώρα το περιβάλλον είναι διαφορετικό, είσαι πιο ορατός. Διασχίζοντάς την βρίσκεσαι στο επίκεντρο.

Στο μεταξύ, η ζωή στο νησί είχε γίνει τόσο πολύτιμη για μένα, που άρχισα να γίνομαι πιο κοινωνικός, να γνωρίζω ανθρώπους, να έχω άποψη για το τι συμβαίνει, ακριβώς γιατί το νησί σε τροφοδοτεί και δεν μπορείς παρά να νοιάζεσαι για ό,τι αγαπάς. Αυτό με έφερε πιο κοντά στους κατοίκους, οι άνθρωποι άλλωστε κάνουν τους τόπους. Ξαφνικά απέκτησα ενδιαφέρον για συναναστροφές, για τα έθιμα, για τη σύνδεση του παρελθόντος με το σήμερα, αλλά και με τις δικές μου ρίζες. Δεν είναι μόνο η φύση.

«Αντί για αποκέντρωση, όπως λέγεται συχνά, πιο πολύ μοιάζει να έχω βρει το κέντρο μου»
 Φωτ.: Νίκος Λεβαντής

Έτσι πολλαπλασιάστηκε η έλξη που ένιωθα. Κόλλησα για τα καλά, δεν μπορούσα να ξεκολλήσω. Ταυτόχρονα, η ένταξη αυτή μου κάλυψε ελλείψεις που δεν ήξερα ότι είχα. Σαν θεραπεία, αποκαταστάθηκε μέσα μου η αίσθηση του ανήκειν. Έχω πλέον σημείο προέλευσης. Και αυτό με άλλαξε ως άνθρωπο, έγινα πιο κοινωνικός, πάτησα καλύτερα στα πόδια μου.

Δουλεύω στον τομέα της τεχνολογίας και συγκεκριμένα στην κυβερνοασφάλεια, σε θέσεις μάρκετινγκ και επικοινωνίας. Στην καθημερινότητά μου συνομιλώ διαδικτυακά με ανθρώπους σε πολλές χώρες από ένα αγροτικό σπίτι στο Βελάδο, στη μέση του πουθενά, με θέα τις Κυκλάδες, όπου μετακόμισα την τρίτη χρονιά για να ζήσω την εμπειρία της εξοχής.

Μου αρέσει αυτή η αντίθεση, από τη μία τεχνολογία, στην αιχμή των εξελίξεων παγκοσμίως, συνδέομαι σε μια ψηφιακή πραγματικότητα από τον υπολογιστή. Αλλά όταν βγαίνω έξω, πιάνω χώμα, συναντώ γίδες, γουρούνια, και βλέπω τη ζωή στην ύπαιθρο, το περιβόλι, τα αμπέλια. Με βοηθά να είμαι γειωμένος, να μη βλέπω μόνο τον δικό μου μικρόκοσμο, αλλά να βρίσκω την ουσία πίσω από τη συναναστροφή με ανθρώπους με διαφορετικές καταβολές, που όμως τελικά όλοι μοιραζόμαστε, τις ίδιες έγνοιες.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω "μελλοντικά" σχέδια. Έχω δύο εκκρεμότητες που θα ήθελα να τακτοποιήσω: να αποκαταστήσω την οικογενειακή συνέχεια με ένα δικό μου σπίτι στο νησί και να ολοκληρώσω το διδακτορικό μου, που έχει σχέση με τα αυτοματοποιημένα συστήματα λήψης αποφάσεων και την τεχνητή νοημοσύνη. Είμαι σε καλό δρόμο, αλλά χρειάζεται πολλή προσπάθεια, είναι η αλήθεια.

Θα ήθελα στο μέλλον να διατηρήσω μια αυθεντικότητα σε ό,τι κάνω και να μη χαθώ στα υπαρξιακά διλήμματα που θα τίθενται όλο και εντονότερα στην ανθρωπότητα. Μπορεί να χαθεί πολύ εύκολα το νόημα αν απλώς αφεθούμε στην υπολογιστική ισχύ των αλγορίθμων. Θα ήθελα, σε ό,τι με αφορά, να συνεχίσει να με οδηγεί η καρδιά, η αγάπη για ό,τι και να είναι αυτό που κάνω.

«Αντί για αποκέντρωση, όπως λέγεται συχνά, πιο πολύ μοιάζει να έχω βρει το κέντρο μου»
 Φωτ.: Getty Images/ Ideal Image

H Κέα έχει άγρια ομορφιά. Για παράδειγμα, η Χώρα είναι πραγματικά εντυπωσιακή, η μορφή της, η αμφιθεατρική κατανομή της. Δεν έχει ούτε μία ευθεία! Θέλει όμως κόπο να τη γνωρίσεις, είναι γεμάτη σκαλιά. Μοιάζει να έχει φτιαχτεί για τα δύσκολα. Όλο το νησί έχει μια ομορφιά που δεν είναι ακριβώς γραφική, κρύβει μια πολύ έντονη δυναμική. Σαν να σε προκαλεί σε περιπέτεια. Τη ζεις, δεν την κοιτάς απλώς.

Επίσης, μου αρέσει η ποικιλία της. Έχει μοναδικές παραλίες, αλλά επίσης και ορεινούς όγκους και ένα σπάνιο δάσος από βελανιδιές. Ακόμα και οι καιρικές συνθήκες αλλάζουν ανά περιοχή. Παρότι είμαστε Κυκλάδες, η Κέα έχει τη δική της ταυτότητα, σαν να μην μπαίνει σε στερεότυπα, αλλά να σου δίνει τη δυνατότητα να βρεις αυτό που εσύ προτιμάς, ανάλογα με τη στιγμή. Είναι μη αναμενόμενη.

Στο νησί αισθάνεσαι πλήρης χωρίς να κάνεις κάτι, γιατί απλώς δεν έχεις τον ίδιο βαθμό επιβάρυνσης που προκαλεί το αστικό περιβάλλον. Εδώ τα πράγματα συχνά προκύπτουν από μόνα τους μέσα από τη διάδραση με τους γύρω, χωρίς καν να το προγραμματίσεις. Αρκεί να έχεις διάθεση και χρόνο βέβαια.

Προτιμώ δραστηριότητες που έχουν σχέση με τη φύση, την εξερεύνηση του τόπου, αλλά μου αρέσει και να αποκτώ νέες εμπειρίες σε σχέση με την αγροτική ζωή, να βοηθάω στα ζώα, στις ελιές και τόσα άλλα. Μαθαίνω. Δεν θα πω ότι θα γίνω αγρότης, αλλά με εξιτάρει αυτή η επαφή με τη γη. Με ενδιαφέρει επίσης ό,τι έχει σχέση με παραδόσεις. Δίνουν μια άλλη νότα στην καθημερινότητα κάποιου που έρχεται από ένα αποστειρωμένο περιβάλλον πόλης. Δημιουργούν αίσθηση συνοχής, σε δένουν με τους γύρω, αλλά δίνουν και ταυτότητα.

Ειλικρινά, πιστεύω πως έχω βρει ισορροπία. Αντί για αποκέντρωση, όπως λέγεται συχνά, πιο πολύ μοιάζει να έχω βρει το "κέντρο" μου. Η εργασιακή μου καθημερινότητα με κρατά σε επαφή με τις διεθνείς εξελίξεις και ταυτόχρονα μου δίνει την ευκαιρία να ταξιδεύω, οπότε έχω παραστάσεις και εκτός του νησιού. Με βοηθά να αισθάνομαι ελεύθερος, γιατί κάθε φορά επιβεβαιώνω πως προτιμώ να μένω εδώ αντί οπουδήποτε αλλού.

Και η δουλειά μου επωφελείται από αυτό. Μπορώ να αλλάξω παραστάσεις και να κάνω επανεκκίνηση, πολύ πιο εύκολα απ’ ό,τι στην πόλη. Σε ένα φορτισμένο αστικό περιβάλλον δεν θα το κατάφερνα τόσο εύκολα ή γρήγορα όπως, για παράδειγμα, με μια βουτιά στη θάλασσα ή μια βόλτα στο δάσος. Και βέβαια, αυτό με κάνει να αποδίδω και καλύτερα.

«Αντί για αποκέντρωση, όπως λέγεται συχνά, πιο πολύ μοιάζει να έχω βρει το κέντρο μου»
 Φωτ.: Νίκος Λεβαντής

Δεν είναι ότι μου λείπει η Αθήνα με την έννοια της νοσταλγίας, γιατί έτσι κι αλλιώς πηγαίνω συχνά για πρακτικά ζητήματα, π.χ. για γιατρούς ή άλλες υποχρεώσεις. Η Κέα είναι πολύ κοντά στην Αθήνα, πολλοί θα πάνε για λίγες μέρες, για εκθέσεις, θέατρα, συναυλίες.

Δεν νιώθω δικαιωμένος, αλλά ευεργετημένος. Αυτή η έντονη έλξη που είχα από μικρός για το νησί κατέληξε να μου αλλάξει τη ζωή. Ήταν σαν να άνοιξα ένα δωμάτιο του σπιτιού μου, στο οποίο δεν είχα μπει ποτέ. Αισθάνομαι πιο πλήρης.

Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι στην Κέα θα την έκανα λιγότερο προσηλωμένη στον επισκέπτη, ώστε να κάνουμε αυτό που κάνουμε επειδή το γουστάρουμε εμείς, όχι για τους άλλους. Και ο επισκέπτης που θα έρθει, θα το νιώσει, θα του μεταφέρουμε την αγάπη μας για ό,τι κάνουμε. Νομίζω πως όσοι το κάνουν ήδη, είναι κερδισμένοι.

Και βλέπεις πως υπάρχει πραγματικά δίψα για ό,τι αυθεντικό, που αναγνωρίζει το παρελθόν, το αξιοποιεί, αλλά δεν παύει να είναι και σύγχρονο. Άνθρωποι φρέσκοι, όλων των ηλικιών, το κάνουν ήδη. Τολμούν να προχωρήσουν σε νέα εγχειρήματα, ο καθένας στον τομέα του,  και εισπράττουν στήριξη, ακόμα και ενθουσιασμό. Είναι πολύ ελπιδοφόρο. Γιατί υπάρχει μεγάλος πλούτος και σε ανθρώπους στο νησί και είναι υπέροχο να τους βλέπεις να αξιοποιούν τις δυνατότητες, τις γνώσεις, να έχουν άποψη και να παίρνουν τη ζωή στα χέρια τους.

Πηγή: lifo

Κίνα - Τα τρένα-βολίδες και η μεγαλύτερη επιβατική μετακίνηση στον κόσμο

Η Κίνα διαθέτει πλέον το μεγαλύτερο δίκτυο τρένων υψηλής ταχύτητας παγκοσμίως, επιτρέποντας την πολύ γρήγορη μετακίνηση εκατομμυρίων ανθρώπων. Οι ταχύτητες άνω των 200 χλμ./ώρα συντομεύουν σημαντικά τα ταξίδια, αλλά η επέκταση των γραμμών σε απομακρυσμένες περιοχές δημιουργεί οικονομικές προκλήσεις και αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα του κρατικού επενδυτικού μοντέλου

Ενα πρωινό, στο σιδηροδρομικό σταθμό του Δυτικού Πεκίνου, η Λι, μια μετανάστρια εργάτρια γύρω στα τριάντα, περίμενε υπομονετικά μαζί με πλήθος ταξιδιωτών. Πίσω από μικρά βουνά από βαλίτσες, ετοιμαζόταν για το ταξίδι προς την επαρχία Σιτσουάν, στο εσωτερικό της Κίνας. Μόλις πριν από λίγα χρόνια, η διαδρομή απαιτούσε είκοσι ώρες. Σήμερα, ένα τρένο υψηλής ταχύτητας θα διανύσει μια απόσταση άνω των 1.500 χιλιομέτρων, σε μόλις οκτώ ώρες. «Θα είμαι στο σπίτι μου απόψε», λέει η ίδια στους Financial Times. «Θα κατέβω στην Τσονγκίνγκ και από εκεί θα πάρω λεωφορείο για το χωριό μου». Τις τελευταίες ημέρες, περίπου 20 εκατομμύρια επιβάτες ταξιδεύουν καθημερινά στις κινεζικές σιδηροδρομικές γραμμές, με τις συνολικές μετακινήσεις κατά τη διάρκεια των 40 ημερών του σεληνιακού νέου έτους να υπολογίζονται σε μισό δισεκατομμύριο.

Πρόκειται για την μεγαλύτερη ετήσια μετακίνηση στον κόσμο, όταν εργαζόμενοι από τις παράκτιες πόλεις επιστρέφουν στις οικογένειές τους για την πιο σημαντική γιορτή της χρονιάς, την κινεζική πρωτοχρονιά. Σήμερα, η μετακίνηση αυτή γίνεται ταχύτερα από ποτέ. Σχεδόν τα τρία τέταρτα των επιβατών ταξιδεύουν με ταχύτητες άνω των 200 χλμ./ώρα, μέσα από τα λευκά και ασημένια τρένα υψηλής ταχύτητας που έχουν γίνει σύμβολο της βιομηχανικής ισχύος της Κίνας.

Τα τρένα στον σταθμό Ναντσίνγκ μοιάζουν σαν ψεύτικα (Photo by Costfoto/NurPhoto via Getty Images)

Τον Δεκέμβριο, σύμφωνα με τους Financial Times, το δίκτυο έφτασε τα 50.000 χιλιόμετρα, αρκετά για να καλύψουν την περίμετρο της Γης, σε σύγκριση με τα 8.500 χλμ. σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ενωση το 2023.Δύο δεκαετίες μετά την εκκίνησή του, το σιδηροδρομικό δίκτυο της Κίνας συνδέει πλέον το 97% των πόλεων με πληθυσμό άνω των 500.000 κατοίκων. Η επέκταση του δικτύου αποτυπώνει την, υπό κρατικό έλεγχο, κινεζική στρατηγική τεχνολογικής ανάπτυξης. Τα τρένα είναι γρήγορα, σε μεγάλο βαθμό συνεπή και ολοένα πιο εύκολα διαθέσιμα μέσα από εφαρμογές κινητού που παρακολουθούν τη ζήτηση και προσθέτουν βαγόνια σε περιόδους αιχμής. «Παλαιότερα πηγαίναμε στο σταθμό από το βράδυ και κάποιες φορές κοιμόμασταν στο πάτωμα», λέει ο 57χρονος Γιαν, ο οποίος περιμένει το τρένο για την Κουμίνγκ στην επαρχία Γιουνάν.

«Τώρα όλα γίνονται μέσω κινητού». Η ώθηση για τρένα υψηλής ταχύτητας ξεκίνησε υπό τον πρώην υπουργό σιδηροδρόμων, Λιου Ζιζούν, που έγινε γνωστός ως «Λιου ο Αλτης» για τις φιλόδοξες πρωτοβουλίες του, πριν απομακρυνθεί το 2011 λόγω υπόθεσης διαφθοράς.Το πρώτο επιβατικό τρένο υψηλής ταχύτητας άνοιξε το 2003 μεταξύ του Τσινχουάνγκνταο και του Σενγιάνγκ, και είχε ταχύτητα 200 χλμ./ώρα.Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτίμησε το 2019 ότι η Κίνα δαπάνησε περίπου 17–21 εκατομμύρια δολάρια ανά χιλιόμετρο για να κατασκευάσει το δίκτυό της.

Πλήθος κόσμου επιβιβάζεται σε τρένο στην πόλη Φουγιάνγκ (Photo by Sheldon Cooper/SOPA Images/LightRocket via Getty Images)

Η χώρα, σημειώνουν οι Financial Times, επωφελήθηκε από τη φθηνή γη, την τεράστια κλίμακα έργων, τα τυποποιημένα σχέδια και το ευέλικτο ρυθμιστικό πλαίσιο. Το έργο εποπτεύεται από την China State Railway Group, μια τεράστια κρατική εταιρεία που λειτουργεί το δίκτυο και χρηματοδοτεί νέες γραμμές, με προγραμματισμένες επενδύσεις 520 δισ. γιουάν (64 δισ. ευρώ) μόνο για φέτος. Ωστόσο, οι πολυτελείς γραμμές αντικατοπτρίζουν και τις εντάσεις του κινεζικού αναπτυξιακού μοντέλου. Η επέκταση σε απομακρυσμένες περιοχές δημιούργησε γραμμές με λίγους επιβάτες εκτός περιόδων αιχμής, θέτοντας αμφιβολίες για τη βιωσιμότητά τους. Οι συνολικές υποχρεώσεις της εταιρείας φτάνουν τα 6,4 τρισ. γιουάν (781 δισ. ευρώ), ενώ τα κέρδη το 2025 ήταν μόλις 11,7 δισ. γιουάν (1,43 δισ. ευρώ), με τα έσοδα από τη μεταφορά εμπορευμάτων να καλύπτουν τις ζημιές των επιβατικών τρένων υψηλής ταχύτητας.

(www.china-railway.com.cn)

Τα τοπικά συμβούλια συνήθως μοιράζονται το κόστος κατασκευής και λειτουργίας. Πολλά όμως αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες μετά την πανδημία και την κατάρρευση της αγοράς ακινήτων. Οι Financial Times φέρνουν την ορεινή επαρχία Γκουιτζόου ως παράδειγμα: οι γραμμές διασχίζουν βουνά και κοιλάδες, αλλά τα έσοδα της γραμμής ήταν μόλις 225 εκατ. γιουάν (27,45 εκατ. ευρώ) έναντι επιδοτήσεων 1,4 δισ. γιουάν (171 εκατ. ευρώ). Ο Λου Νταντάο, ερευνητής της Ακαδημίας Επιστημών, υποστηρίζει ότι η Κίνα έχει υπερεπενδύσει στα τρένα υψηλής ταχύτητας, ενώ 20.000 χλμ. Επιπλέον γραμμών προγραμματίζονται έως το 2035. «Χωρίς επαρκή ζήτηση επιβατών, η κατασκευή είναι απλώς σπατάλη», έγραψε πέρυσι σε άρθρο του στο WeChat.

Μερικές μελέτες δείχνουν ότι η ανάπτυξη μπορεί να βλάπτει τις περιοχές που θα έπρεπε να ωφελήσει. Ο οικονομολόγος Τζον Γκίμπσον, από το Πανεπιστήμιο Γουαϊκάτο στη Νέα Ζηλανδία, διαπίστωσε ότι η άφιξη των τρένων υψηλής ταχύτητας επιβράδυνε την ανάπτυξη σε αραιοκατοικημένες περιοχές, διευκολύνοντας τους κατοίκους να τις εγκαταλείψουν ταχύτερα. Κατά τη διάρκεια του σεληνιακού νέου έτους, όμως, αυτά τα προβλήματα εξαφανίζονται. Στον σταθμό του Δυτικού Πεκίνου, χιλιάδες επιβάτες περνούν με βαριές βαλίτσες και κουτιά δώρων. Μεταξύ τους, ο 27χρονος δικηγόρος Γουάνγκ, που λέει στους Financial Times ότι το ταξίδι του στη δυτική Κίνα τώρα διαρκεί 12 ώρες λιγότερο. Ωστόσο, παρατηρεί ότι η ατμόσφαιρα έχει αλλάξει. «Τα τρένα υψηλής ταχύτητας κάνουν τη ζωή πιο εύκολη», λέει, «αλλά η ανθρώπινη αλληλεπίδραση χάθηκε. Παλιά τρώγαμε μαζί, συζητούσαμε, παίζαμε χαρτιά. Τώρα, τίποτα από όλα αυτά δεν υπάρχει».