ενημέρωση 1:32, 5 October, 2026

Έριξε το σύνθημα ο Τσίπρας - Στο +3 το κόμμα – Mε νέα χρώματα το Ινστιτούτο

Με τρεις λέξεις ρίχνεται στη μάχη ο πρώην πρωθυπουργός, βρίσκουν ακροατήριο οι προτάσεις του Ινστιτούτου Τσίπρα, θετικό πρόσημο στις κυλιόμενες μετρήσεις.

Ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να μην βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας και ο πόλεμος να σκεπάζει την ειδησεογραφία, ωστόσο ο ίδιος δεν σταματά να κάνει διαρκή βήματα μπροστά στην κατεύθυνση της ολικής του επαναφοράς και την δημιουργία του νέου κόμματος.

Μπορεί επίσης να παραιτήθηκε από βουλευτής – ο πρώτος πρώην πρωθυπουργός που αφήνει την έδρα του κόμματός του – και να μην έχει κοινοβουλευτικό βήμα, ωστόσο συνεχίζει τις παρεμβάσεις του μέσω του Ινστιτούτου του.

Οι επεξεργασίες και οι προγραμματικές προτάσεις του δείχνουν ότι αφουγκράζεται καλύτερα τις ανάγκες της κοινωνίας και παρέμβαση στην παρέμβαση ο κ. Τσίπρας κάνει και ένα βήμα πιο μπροστά κάθε φορά.

Το σύνθημα

«Θέλουμε, ξέρουμε, μπορούμε», με αυτές τις τρεις λέξεις έκλεισε την χθεσινή του ανάρτηση ο κ. Τσίπρας ρίχνοντας ουσιαστικά το σύνθημα για την δημιουργία του νέου κόμματος.

Αν με αυτό το σύνθημα θα φτάσει μέχρι τις εκλογές μένει να φανεί στην πορεία, ωστόσο αν ανατρέξει κάποιος στις ομιλίες του ιδίως από την έκδοση της «Ιθάκης» και έπειτα θα αντιληφθεί ότι το σύνθημα αυτό μάλλον ήρθε για να μείνει.

Η πρώτη λέξη «θέλουμε» του συνθήματος αφορά στις διαδοχικές προτάσεις που καταθέτει κόντρα και απέναντι από τις βασικές πολιτικές της κυβέρνησης Μητσοτάκη που έχουν άξονα τη σύγκρουση με τα συμφέροντα που εξυπηρετεί η σημερινή κυβέρνηση αφήνοντας πίσω τις κοινωνικές ανάγκες.

Στις προγραμματικές θέσεις που κατεβάζει φροντίζει με όλους τους τρόπους από τη μια πλευρά να αναδεικνύει τις μεγάλες διαφορές μεταξύ της δικής του διακυβέρνησης και της κυβέρνησης Μητσοτάκη και από την άλλη πλευρά να υπενθυμίζει τι είχε πράξει ο ίδιος ως πρωθυπουργός.

Σκάνδαλα και διασπάθιση του δημόσιου πλούτου έχουν πλήξει ανεπανόρθωτα το μεταρρυθμιστικό προφίλ του κ. Μητσοτάκη και η σύγκριση αυτή έχει αρχίσει να γίνεται ευρύτερα αποδεκτή από τους πολίτες.

Αυτό ουσιαστικά περιγράφει με τη δεύτερη λέξη του συνθήματος, το «ξέρουμε».

Η τρίτη λέξη «μπορούμε» συμπυκνώνει την αισιοδοξία που θέλει να εμπνεύσει ότι υπάρχει η βούληση για πολιτική αλλαγή και από τον ίδιο αλλά και από την κοινωνία.

Μπλε, πορτοκαλί και άσπρο

Ένα άλλο νέο στοιχείο που εισήγαγε με την τελευταία του παρέμβαση για τη μείωση έως και 1.100€ ετησίως του κόστους ενέργειας για νοικοκυριά και μικρομεσαίους μέσω των ενεργειακών κοινοτήτων παρακάμπτοντας τα καρτέλ που έχει στήσει ο κ. Μητσοτάκης, όπως αναφέρει το Ινστιτούτο Τσίπρα, είναι οι νέες χρωματικές επιλογές.

Στην τελευταία δημοσίευση κυριάρχησαν το μπλε, το πορτοκαλί και το άσπρο.

Πολλοί κάνουν ήδη συνειρμούς ότι πρόκειται για τα πρόδρομα χρώματα του κόμματος Τσίπρα, ωστόσο όλα θα φανούν μόλις η πρωτοβουλία του πάρει σάρκα και οστά ή όταν θα παρουσιάσει την πολιτική διακήρυξη, η δημοσιοποίηση της οποίας θα πρέπει να αναμένεται μετά το Πάσχα.

Θετικό πρόσημο

Σε κάθε περίπτωση το Ινστιτούτο δεν φαίνεται να ρίχνει ρυθμούς και εν μέσω νέας γεωστρατηγικής κρίσης και σοβαρών εθνικών προκλήσεων που εντείνουν την ανασφάλεια οι παρεμβάσεις του κ. Τσίπρα φαίνεται να έχουν αντίκρισμα.

Στις διαδοχικές μετρήσεις τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας έδειξαν να συσπειρώνονται και τους πολίτες να μετακινούνται από τα κόμματα διαμαρτυρίας σε επιλογές είτε καθαρών θέσεων είτε ρεαλισμού και κυβερνησιμότητας.

Στην τελευταία μέτρηση pulse το ενδεχόμενο κόμμα Τσίπρα όχι μόνο διατήρησε τις δυνάμεις του όπως έδειξαν όλες οι προηγούμενες μετρήσεις των τελευταίων ημερών, αλλά ανάκαμψε κιόλας παίρνοντας τρεις μονάδες πάνω σε θετικές γνώμες, αποδεικνύοντας ότι ίδιος αποτελεί μια από τις πολιτικές σταθερές του τόπου.

Συγκεκριμένα το κόμμα Τσίπρα πήρε μια μονάδα πάνω στη θετική άποψη των ερωτηθέντων – 12% από 11% στην προηγούμενη μέτρηση του Ιανουαρίου – και δυο μονάδες πάνω σε όσους θα το έβλεπαν με ενδιαφέρον – 10% από 8%.

Το σύνολο θετικών γνωμών και θετικού ενδιαφέροντος 22%, γεγονός που αν μη τι άλλο φέρνει και χαμόγελα στην Αμαλίας.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Η Κίνα πρόλαβε τον Μασκ – Πρώτη έγκριση για τσιπ που εμφυτεύεται στον εγκέφαλο

Το εγκεφαλικό εμφύτευμα της κινεζικής Neuracle βοηθά παράλυτους ασθενείς να κινούν τα άνω άκρα.

H Κίνα πέτυχε την Παρασκευή μια παγκόσμια πρωτιά με την έγκριση του πρώτου εγκεφαλικού εμφυτεύματος που βοηθά παράλυτους ασθενείς να κινούν τα χέρια τους.

Η εταιρεία Neuracle Technology, με έδρα τη Σαγκάη, πρόλαβε έτσι την Neuralink του Έλον Μασκ και άλλες αμερικανικές εταιρείες που αναπτύσσουν «διεπαφές εγκεφάλου-υπολογιστή» (BCI), τσιπ που επιτρέπουν στον εγκέφαλο να επικοινωνεί με υπολογιστές και ρομποτικούς βραχιόνες.

Η κινεζική κυβέρνηση έχει εξάλλου μεγάλες βλέψεις για τα συστήματα BCI, τα οποία συμπεριέλαβε σε νέο πενταετές στρατηγικό πλάνο για καινοτομίες αιχμής, μαζί με τις κβαντικές τεχνολογίες, τα δίκτυα 6G και την πυρηνική σύντηξη.

Η άδεια κυκλοφορίας που ενέκρινε η Εθνική Υπηρεσία Ιατρικών Προϊόντων επιτρέπει τη χρήση του εμφυτεύματος σε ασθενείς με παράλυση λόγω τραυμάτων στη σπονδυλική στήλη.

Πρόκειται για ένα «ημι-επεμβατικό» τσιπ, το οποίο δεν συνδέεται απευθείας στον εγκέφαλο αλλά τοποθετείται εξωτερικά της σκληρής μήνιγγας που περιβάλλει το κεντρικό νευρικό σύστημα.

Το εμφύτευμα καταγράφει την ηλεκτρική δραστηριότητα περιοχών του εγκεφάλου που ελέγχουν τις κινήσεις του σώματος. Τα σήματα μεταδίδονται ασύρματα σε έναν εξωτερικό επεξεργαστή, ο οποίος τα ερμηνεύει και στέλνει οδηγίες σε ένα ρομποτικό γάντι που κινεί το χέρι του χρήστη.

Σύμφωνα με κινεζικά μέσα, το σύστημα έχει δοκιμαστεί σε 36 ασθενείς με παραπληγία ή τετραπληγία. Έλαβε άδεια για άτομα 18-60 ετών που ζουν παράλυτα επί τουλάχιστον έναν χρόνο αλλά διατηρούν περιορισμένη κινητικότητα στα άνω άκρα.

Όπως ανέφερε η κινεζική ρυθμιστική αρχή, το τσιπ της Neuracle προσέφερε σημαντική βελτίωση στην ικανότητα χειρισμού αντικειμένων και στην ποιότητα ζωής των χρηστών.

Δεδομένου ότι τοποθετείται έξω από την σκληρή μήνιγγα, το σύστημα χρησιμοποιεί λιγότερα ηλεκτρόδια σε σχέση με άλλα συστήματα που συνδέονται απευθείας στον εγκέφαλο, όπως συμβαίνει με τα πειραματικά τσιπ της Neuralink.

Η εταιρεία του Μασκ δεν έχει λάβει ακόμα έγκριση κυκλοφορίας για τα προϊόντα της, πραγματοποιεί όμως κλινικές δοκιμές τσιπ που επιτρέπουν σε παράλυτους ασθενείς να χειρίζονται υπολογιστές με τη δύναμη της σκέψης.

Οι ΗΠΑ ήταν η πρώτη χώρα που ξεκίνησε κλινικές δοκιμές της τεχνολογίας BCI, όμως η Κίνα μείωσε την απόσταση και διενεργεί σήμερα περισσότερες από δέκα κλινικές δοκιμές. Ακόμα 50 ασθενείς αναμένεται να συμμετάσχουν φέτος στις μελέτες.

Η κρατική κινεζική εταιρεία NeuCyber, για παράδειγμα, έχει αναπτύξει τουλάχιστον δύο πειραματικά τσιπ.

Όπως σημειώνει το Reuters, σε ορισμένες επαρχίες της Κίνας τα συστήματα BCI καλύπτονται ήδη από το ασφαλιστικό σύστημα και σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών θα μπορούσαν να βρουν ευρεία εφαρμογή τα επόμενα τρία με πέντε χρόνια.

Σύμφωνα με την εταιρεία CCID Consulting, η εγχώρια αγορά αναμένεται να φτάσει τα 5,58 δισ. γιουάν (809 εκατ. δολάρια) έως το 2027.

Τον Ιανουάριο, η Neuralink ανακοίνωσε ότι σχεδιάζει για φέτος την παραγωγή «μεγάλου όγκου» εγκεφαλικών εμφυτευμάτων.

To τσιπ «Telepathy» της Neuralink είναι πιο επεμβατικό, καθώς ράβεται απευθείας στον εγκέφαλο (Neuralink)

To τσιπ «Telepathy» της Neuralink είναι πιο επεμβατικό, καθώς ράβεται απευθείας στον εγκέφαλο (Neuralink)

Το πειραματικό τσιπ της Neuralink, με την ονομασία «Telepathy», έχει δοκιμαστεί σε τουλάχιστον 20 ασθενείς στις ΗΠΑ, τον Καναδά, τη Βρετανία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Σε επίδειξη της εταιρείας, ο πρώτος ασθενής χρησιμοποίησε το Telepathy για να παίζει βιντεοπαιχνίδια, να περιηγείται στο Διαδίκτυο και να ποστάρει σε social media.

Η Neuralink αναπτύσσει στο μεταξύ το διαφορετικό σύστημα «Blindsight», το οποίο σχεδιάστηκε να αποκαθιστά ένα μέρος της όρασης σε τυφλούς ασθενείς με άθικτο οπτικό φλοιό.

Ο Μασκ έχει μεγάλες φιλοδοξίες για την τεχνολογία, η οποία όπως έχει υποστηρίξει θα αντιμετωπίζει μια μέρα παθήσεις όπως η παχυσαρκία, η κατάθλιψη, ο αυτισμός και η σχιζοφρένεια.

Αναλυτές εκτιμούν ωστόσο ότι μπορεί να περάσει μια δεκαετία μέχρι να λάβουν τα τσιπ της άδεια κυκλοφορίας.

Στην κούρσα των εγκεφαλικών εμφυτευμάτων δείχνει εξάλλου να προηγείται η  αμερικανική Synchron, στην οποία έχουν επενδύσει μεταξύ άλλων ο Τζεφ Μπέζος και ο Μπιλ Γκέιτς.

Η Neuralink ξεκίνησε τις κλινικές δοκιμές για την παράλυση το 2024 αφού πρώτα επέλυσε ζητήματα ασφάλειας που είχε επισημάνει η αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων, η οποία είχε απορρίψει την αρχική αίτηση της εταιρείας το 2022.

Η εταιρεία του Μασκ είχε επίσης δεχθεί κριτικές για τη θανάτωση μεγάλου αριθμού πειραματόζωων.

Επισήμως Μαξίμου gate - Ο Ντίλιαν έδωσε στεγνά την κυβέρνηση

Η υπόθεση με τις υποκλοπές τώρα ανοίγει πραγματικά. Γιατί οι «ιδιώτες» δεν θέλουν να είναι τα εξιλαστήρια θύματα, την ώρα που η κυβέρνηση αναζητά απελπισμένα τρόπους συγκάλυψης

Τα πράγματα ορισμένες φορές είναι πολύ απλά. Και απλώς καταδικαστικά. Με τη δήλωση, στην εκπομπή Mega Stories με τη Δώρα Αναγνωστοπούλου, του Ταλ Ντίλιαν, του αφεντικού της Intellexa, που παράγει το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator που χρησιμοποιήθηκε για τις υποκλοπές, και στην οποία υποστήριξε ότι η εταιρεία του παρέχει τεχνολογία μόνο σε κυβερνήσεις και υπηρεσίες επιβολής του νόμου και ότι αυτές έχουν την ευθύνη για τη χρήση του, ουσιαστικά «έδωσε», και μάλιστα «στεγνά», την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Κοινώς ομολόγησε αυτό, που η κυβέρνηση αρνείται επίμονα να παραδεχτεί: ότι η ΕΥΠ χρησιμοποίησε το Predator για λογαριασμό του Μεγάρου Μαξίμου.

Με τη δήλωση του αυτή ο Ντίλιαν, που όπως και οι άλλοι καταδικασθέντες πρωτόδικα, αντιμετωπίζει βαριές ποινές και σε δεύτερο βαθμό, ιδίως εάν αναβαθμιστούν στο μεταξύ οι κατηγορίες, υπογράμμισε ότι οι «ιδιώτες» που βρέθηκαν στο ακροατήριο ύστερα από το διαβόητο πόρισμα Ζήση, το οποίο δεν είδε καμία κυβερνητική εμπλοκή (αυτή ακριβώς που τώρα ομολογήθηκε αρμοδίως), δεν πρόκειται να παραμείνουν απαθείς και να γίνουν τα εξιλαστήρια θύματα για έναν μηχανισμό παρακολουθήσεων που εξαρχής είχε κυβερνητικό σχεδιασμό και συντονισμό.

Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η είδηση ήρθε την ώρα που πληροφορίες αναφέρουν ότι οι σχέσεις ανάμεσα στον Πρωθυπουργό και τον πάλαι ποτέ ισχυρό άνδρα του Μεγάρου Μαξίμου, Γρηγόρη Δημητριάδη, δεν είναι οι καλύτερες δυνατές, σημάδι και αυτό ότι ήδη έχει αρχίσει η σύγκρουση για το ποιος θα επωμιστεί το κόστος από την προσπάθεια damage control για μια υπόθεση που δύσκολα θα μπορεί να θεωρείται πλέον ιδιωτική.

Και οι πονοκέφαλοι της κυβέρνησης και του ίδιου του πρωθυπουργού είναι αυτοί τη στιγμή πολλοί. Καταρχάς υπάρχει το ζήτημα του τι θα αναφέρει η καθαρογραμμένη απόφαση του Πρωτοδικείου, μια που από αυτή θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό η παραπέρα έρευνα της υπόθεσης. Κοινώς προσπαθούν να εξασφαλίσουν ότι η τελική γραφή θα είναι πιο ήπια. Έπειτα, είναι το θέμα του τι θα κάνει ο ανακριτής που θα αναλάβει τώρα την έρευνα. Η έγνοια της κυβερνητικής πλευράς είναι να βρεθεί τρόπος η υπόθεση να καταλήξει στο αρχείο. Θα αποδώσουν αυτές οι προσπάθειες παρέμβασης (πώς αλλιώς να το περιγράψει κανείς;) στη δικαιοσύνη;

Όμως τα κυβερνητικά και πρωθυπουργικά άγχη, όπως και συνολικά των εμπλεκόμενων στελεχών της ΝΔ, αφορούν και το ποια στοιχεία θα επικαλεστούν οι «ιδιώτες» για να μην βρεθούν να καταδικάζονται στο Εφετείο. Φανταστείτε π.χ. να μπορούν να καταθέσουν έγγραφα που να τεκμηριώνουν ότι ήταν η ΕΥΠ αυτή που προμηθεύτηκε το παράνομο λογισμικό, ή φανταστείτε να εμφανιστούν βίντεο που να αποδεικνύουν «κρυφές» συναντήσεις στελεχών του Μαξίμου με τους «ιδιώτες». Πώς θα μπορούσε τότε να κρυφτεί η κυβέρνηση;

Τι δείχνουν όλα αυτά; Ότι και επισήμως έχουμε να κάνουμε με το Μαξίμου gate. Δηλαδή, την επιβεβαίωση ότι αυτή η κυβέρνηση επέλεξε όχι μόνο η ΕΥΠ να προμηθευτεί ένα παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό, αλλά αυτό να χρησιμοποιηθεί σε μια απόπειρα να παρακολουθηθούν υπουργοί, δικαστές, αξιωματικοί, δημοσιογράφοι, και πολιτικοί της αντιπολίτευσης. Κοντολογίς, μια πρωτοφανής επίδειξη θεσμικής παραβατικότητας, που έκανε κουρελόχαρτο κάθε διακήρυξη περί θεσμικότητας.

Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη προσπάθησε για πολύ καιρό να συγκαλύψει την ευθύνη της για αυτή την υπόθεση. Αξιοποίησε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία ως απαλλακτικό βούλευμα. Αξιοποίησε την επιρροή της στο δικαστικό σώμα ώστε να μην υπάρξει διερεύνηση ουσιαστική σε πρώτη φάση. Έβαλε τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ να αποσιωπήσουν την υπόθεση.

Όμως, τώρα τα ψέματα τελείωσαν. Το σθένος του εισαγγελέα και του προέδρου ενός μονομελούς Πρωτοδικείου, πατώντας πάνω στην προηγούμενη δημοσιογραφική έρευνα, οδήγησαν στο να γίνει η έρευνα που δεν έκανε η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, ούτε προφανώς και η εξεταστική παρωδία, και στο να καταδικαστούν οι εκπρόσωποι των εταιρειών σε βαριές ποινές που δύσκολα θα αναιρεθούν στο Εφετείο.

Αυτό ακριβώς πυροδοτεί τις αντιδράσεις που τώρα βλέπουμε να ξετυλίγονται και που όλες κατατείνουν στο ότι το κλίμα γίνεται όλο και πιο ασφυκτικό για την κυβέρνηση. Γιατί όπως συνέβη και με το Watergate υπάρχει κάποια στιγμή ένα σημείο καμπής. Μετά από το οποίο η κυβέρνηση δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι δεν έχει ευθύνη, την ώρα που η κοινωνία θα αποκτά ολοένα και πιο σαφή επίγνωση του μεγέθους και της παραβατικότητας της κυβέρνησης.

Και όσο και εάν έχει επικρατήσει ένας κυνισμός στην κοινωνία που λέει ότι ούτως ή άλλως «όλοι ακούνε όλους», δεν είναι καθόλου εύκολο να θεωρηθεί φυσιολογική αυτού του είδους η παρακολούθηση που θυμίζει την Ανατολική Γερμανία και την ταινία «Οι ζωές των άλλων». Ακόμη χειρότερα για την κυβέρνηση, υπάρχει πάντα μια τομή ανάμεσα σε αυτό που αποτελεί πολύ ισχυρή υποψία και αυτό που αποδεδειγμένα έγινε.

Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη θα προσπαθήσει να κάνει τα πάντα για να το αντιστρέψει αυτό. Θα δοκιμάσει τη συγκάλυψη, την αποσιώπηση, την υποβάθμιση της σημασίας των αποκαλύψεων. Όμως, αυτό το παιχνίδι το έχει χάσει και επί της ουσίας είναι με την πλάτη στον τοίχο. Γιατί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο η αλήθεια έρχεται στο φως. Άρα και η ευθύνη της. Πολιτική και ποινική.

Πηγή: in

Ο Τραμπ νόμιζε ότι η νίκη στο Ιράν θα ήταν «παιχνιδάκι» – 7 λόγοι που αποδεικνύουν το αντίθετο

Ο Ντόναλντ Τραμπ βασίστηκε στη στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ και πίστεψε ότι η νίκη στον πόλεμο με το Ιράν θα ερχόταν γρήγορα, ωστόσο φαίνεται πως δεν υπολόγισε σωστά

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να πλησιάζει σε ένα δύσκολο σημείο καμπής στην κλιμακούμενη σύγκρουση με το Ιράν.

Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν συντριπτική στρατιωτική δύναμη, οι πολιτικές, στρατηγικές και οικονομικές συνέπειες του πολέμου γίνονται όλο και πιο περίπλοκες.

Ο Τραμπ δεν μπορεί εύκολα να διεκδικήσει τη νίκη, αλλά η εγκατάλειψη του πολέμου θα μπορούσε να έχει εξίσου σοβαρές συνέπειες με τη συνέχισή του.

Η κατάσταση δεν είναι ακόμη τόσο σοβαρή όσο οι παρατεταμένες συγκρούσεις που αντιμετώπισαν ο Λίντον Μπ. Τζόνσον κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ ή ο Τζορτζ Μπους κατά τη διάρκεια του πολέμου του Ιράκ, αλλά τα προειδοποιητικά σημάδια εμφανίζονται σε πολλά μέτωπα.

Μία από τις πιο σημαντικές εξελίξεις ήταν το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, μιας κρίσιμης παγκόσμιας διαδρομής μεταφοράς πετρελαίου, από το Ιράν.

Η κίνηση αυτή καταδεικνύει μια σκληρή πραγματικότητα: ακόμη και η συντριπτική στρατιωτική δύναμη δεν μπορεί να λύσει κάθε γεωπολιτική σύγκρουση.

Παρακάτω αναφέρονται επτά βασικοί λόγοι για τους οποίους η σύγκρουση γίνεται όλο και πιο δύσκολο να ελεγχθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με το CNN.

1. Η κρίση στο Στενό του Ορμούζ

Το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ αποτελεί μία από τις πιο σοβαρές προκλήσεις που προκύπτουν τον πόλεμο.

Περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εφοδιασμού πετρελαίου διέρχεται από αυτή τη στενή θαλάσσια οδό, καθιστώντας την ένα από τα πιο κρίσιμα ενεργειακά σημεία του πλανήτη.

Η κίνηση του Ιράν να διακόψει τη ναυτιλία έχει οδηγήσει σε αύξηση των τιμών του πετρελαίου και έχει δημιουργήσει ανησυχία στις παγκόσμιες αγορές.

Ακόμη και με την προηγμένη ναυτική της δύναμη, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες στο να ανοίξουν ξανά το στενό με ασφάλεια.

Όπως εξήγησε ο συνταξιούχος πλοίαρχος του αμερικανικού ναυτικού Λόρενς Μπρέναν:

«Δεν μπορείς να νικήσεις αν δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις το Στενό του Ορμούζ».

Συνέχισε:

«Το στενό του Ορμούζ πρέπει να ανοίξει ξανά στο διεθνές εμπόριο και αυτό είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, υπό τις παρούσες συνθήκες».

Το Ιράν θα μπορούσε ενδεχομένως να κρατήσει το στενό κλειστό χρησιμοποιώντας φθηνά drones, πυραύλους και ναρκοπέδια — εργαλεία που είναι πολύ φθηνότερα από τα συστήματα που απαιτούνται για την αντιμετώπισή τους.

Και αυτό δημιουργεί μια δύσκολα διαχειρίσημη στρατηγική ανισορροπία.

2. Ένας πόλεμος χωρίς σαφή στρατιωτική λύση

Πολλοί αναλυτές προειδοποίησαν πριν από την έναρξη του πολέμου ότι τα προβλήματα που δημιουργούσε το Ιράν ήταν σε μεγάλο βαθμό πολιτικά και όχι καθαρά στρατιωτικά.

Ακόμα και αν οι αμερικανικές και ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές καταστρέψουν τις βάσεις πυραύλων, τις βάσεις drone ή τις στρατιωτικές υποδομές, η βαθύτερη σύγκρουση παραμένει άλυτη.

«Δεν υπάρχει στρατιωτική λύση σε αυτό, γιατί ακόμα και αν το ανοίξεις τώρα, τι θα το κρατήσει ανοιχτό;», γράφει η αναλύτρια άμυνας Τζένιφερ Κάβανο.

Αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί ένα κενό.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να καταστρέψουν στόχους, αλλά δεν μπορούν να εξαλείψουν εύκολα τις υποκείμενες εντάσεις που οδηγούν στη σύγκρουση.

3. Το πρόβλημα του Ανώτατου Ηγέτη

Οι πρώτες επιθέσεις στη σύγκρουση φέρεται να σκότωσαν τον μακροχρόνιο ηγέτη του Ιράν Αλί Χαμενεΐ, δίνοντας την ελπίδα στις ΗΠΑ και το Ισραήλ ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να προκαλέσει αλλαγή καθεστώτος.

Αντ’ αυτού, ο γιος του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ ανέλαβε γρήγορα την εξουσία.

Αντί να αποδυναμώσει το καθεστώς, η μετάβαση στην ηγεσία μπορεί να το έχει σκληρύνει.

Ο εκπρόσωπος των ΗΠΑ Τζέικ Όχινκλος προειδοποίησε ότι ο νέος ηγέτης θα μπορούσε να είναι ακόμη πιο αδιάλλακτος, «ακόμη πιο εξτρεμιστής, ακόμη πιο σκληροπυρηνικός από τον πατέρα του».

Αυτό το αποτέλεσμα περιπλέκει την αφήγηση της νίκης για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους.

Μεγάλη πινακίδα με τον νέο ανώτατο ηγέτη του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, στην Τεχεράνη.

4. Οι στρατηγικές προτεραιότητες του Ισραήλ

Μια άλλη περιπλοκή αφορά τον ρόλο του Ισραήλ.

Ο πόλεμος ξεκίνησε ως κοινή αμερικανο-ισραηλινή στρατιωτική εκστρατεία, αλλά οι δύο χώρες ενδέχεται να μην έχουν τους ίδιους στόχους.

Ο Τραμπ πρότεινε ότι το τέλος του πολέμου θα είναι μια «αμοιβαία απόφαση» με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ωστόσο, η ισραηλινή δογματική ασφάλειας συχνά ευνοεί τη μακροπρόθεσμη στρατιωτική πίεση παρά τις γρήγορες πολιτικές λύσεις.

Η ιστορία των συνεχιζόμενων συγκρούσεων του Ισραήλ σε περιοχές όπως η Λωρίδα της Γάζας, ο Λίβανος και η Συρία δείχνει ότι συχνά θεωρεί την περιφερειακή ασφάλεια ως μια συνεχιζόμενη διαδικασία και όχι ως έναν πόλεμο με σαφές τέλος.

5. Το πυρηνικό ζήτημα παραμένει

Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα ισχυριστεί ότι οι αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές «εξάλειψαν» το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Ωστόσο, παραμένουν ερωτήματα σχετικά με την τύχη του εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν.

Διεθνείς επιθεωρητές πιστεύουν ότι περίπου 200 κιλά εμπλουτισμένου ουρανίου ενδέχεται να εξακολουθούν να υπάρχουν στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ισφαχάν.

Χωρίς την απομάκρυνση ή την καταστροφή αυτών των υλικών, το Ιράν θα μπορούσε θεωρητικά να ξαναρχίσει την ανάπτυξη πυρηνικών στο μέλλον.

Ορισμένοι αναλυτές εικάζουν ότι θα πραγματοποιηθεί αποστολή ειδικών δυνάμεων για την κατάσχεση του ουρανίου, αλλά μια τέτοια επιχείρηση θα απαιτούσε μαζική ανάπτυξη δυνάμεων στο έδαφος και θα ενείχε τεράστιους κινδύνους.

Όσο αυτά τα υλικά παραμένουν άγνωστης τύχης, το πυρηνικό ζήτημα δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματικά επιλυμένο.

6. Το πολιτικό σύστημα του Ιράν δεν έχει καταρρεύσει

Στην αρχή του πολέμου, ο Τραμπ ενθάρρυνε τους Ιρανούς να εξεγερθούν κατά της κυβέρνησής τους, λέγοντάς τους ότι «η ώρα της ελευθερίας σας πλησιάζει».

Ωστόσο, πιο πιθανό είναι να έρθει το αντίθετο αποτέλεσμα.

Πολλοί ειδικοί πιστεύουν ότι όταν σταματήσουν οι βομβαρδισμοί, η ιρανική κυβέρνηση πιθανότατα θα ενισχύσει τον έλεγχό της μέσω καταστολής και όχι κατάρρευσης.

Ακόμα και αν οι στρατιωτικές δυνατότητες της χώρας αποδυναμωθούν, το καθεστώς μπορεί να επιβιώσει.

7. Αυξανόμενη πίεση εντός των Ηνωμένων Πολιτειών

Η τελική πρόκληση μπορεί να προέλθει από την αμερικανική κοινή γνώμη.

Η αύξηση των τιμών του πετρελαίου που προκλήθηκε από τις διαταραχές στο Στενό του Ορμούζ έχει ωθήσει τις τιμές της βενζίνης προς τα πάνω, επηρεάζοντας τον προϋπολογισμό των νοικοκυριών.

Ταυτόχρονα, οι αμερικανικές απώλειες στον πόλεμο αρχίζουν να αυξάνονται.

Οι εσωτερικές εντάσεις έχουν επίσης αυξηθεί.

Βίαια επεισόδια σε πολιτείες όπως η Βιρτζίνια και το Μίσιγκαν έχουν προκαλέσει ανησυχίες για πιθανές δευτερογενείς επιπτώσεις από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.

Για πολλούς Αμερικανούς, η στρατηγική απειλή που αποτελεί το Ιράν μπορεί να φαίνεται μακρινή σε σύγκριση με τις άμεσες οικονομικές συνέπειες στην πατρίδα τους.

Ένας πόλεμος που μπορεί να δοκιμάσει την αντοχή

Ο Τραμπ έχει ήδη βιαστεί να κηρύξει τη νίκη:

«Ας το πω, κερδίσαμε», δήλωσε την Τετάρτη στο Κεντάκι.

«Ξέρετε, ποτέ δεν θέλετε να πείτε πολύ νωρίς ότι κερδίσατε. Κερδίσαμε. Κερδίσαμε, την πρώτη ώρα που τελείωσε, αλλά κερδίσαμε», είπε ο Τραμπ.

Το τέλος των πολέμων σπάνια είναι τόσο καθαρό και αδιαμφισβήτητο όσο το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Αναμφισβήτητα, η χώρα έχει χάσει πολύ περισσότερους πολέμους από όσους έχει κερδίσει από τότε.

Όμως ο Τραμπ αντιμετωπίζει τις αναπόφευκτες συνέπειες ενός πολέμου που ο ίδιος επέλεξε.

Και τώρα πρέπει να βγει νικητής πριν η αρχική υπεροχή της στρατιωτικής δύναμης εξασθενήσει και ένας πιο αδύναμος αντίπαλος θέσει σε δοκιμασία την αντοχή του.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0