ενημέρωση 5:44, 27 September, 2026

«Υπάρχει κάτι χειρότερο από τον θάνατο» - Το γράμμα από τη Γάζα που συγκλόνισε την Angelina Jolie

Μια προσωπική επιστολή από τη Γάζα που έφτασε στα χέρια της Angelina Jolie, αποτυπώνει με ωμότητα μια πραγματικότητα που σπάνια αποδίδεται πλήρως: όχι μόνο την απώλεια, αλλά την καθημερινή φθορά της ανθρώπινης ύπαρξης μετά τον πόλεμο.


Η Angelina Jolie δεν είναι απλώς μια διεθνής σταρ, αλλά μία από τις πιο σταθερές φωνές στον χώρο της ανθρωπιστικής δράσης. Η πρόσφατη παρουσία της στη Rafah, στα σύνορα της Αιγύπτου με τη Γάζα, στο πλαίσιο ανθρωπιστικής αποστολής, επιβεβαιώνει τη διαχρονική της εμπλοκή σε κρίσεις που ξεπερνούν τα όρια της επικαιρότητας.

Ωστόσο, δεν ήταν η ίδια η επίσκεψη που προκάλεσε τη μεγαλύτερη συγκίνηση, αλλά ένα γράμμα που έλαβε από μια 26χρονη γυναίκα, μια φωνή μέσα από τα ερείπια, που περιγράφει τη ζωή όχι κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά μετά από αυτόν. Η ίδια έχασε τον πατέρα της στον πόλεμο, ενώ ζει σε σκηνή με την ανάπηρη αδερφή της.

«Μου είπε πώς είναι η καθημερινή ζωή της για εκείνη, για την οικογένειά της και για τους γείτονές της. Θέλησα να το μοιραστώ. Η πραγματικότητά τους συνεχίζεται, παρόλο που η δική μας προσοχή έχει στραφεί σε άλλα απελπιστικά γεγονότα που εκτυλίσσονται στον κόσμο», γράφει η Angelina Jolie.

«Σε προηγούμενους πολέμους, νομίζαμε ότι η απώλεια ή ο θάνατος ήταν το πιο σκληρό πράγμα που θα μπορούσε να συμβεί σε κάποιον σε αυτή τη χώρα. Πιστεύαμε ότι αυτό ήταν το υψηλότερο επίπεδο πόνου και ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερο. Αλλά σε αυτό τον πόλεμο ανακαλύψαμε ότι υπάρχει κάτι χειρότερο από τον θάνατο, να συνεχίσεις να ζεις χωρίς ψυχή, κουβαλώντας ένα βάσανο τόσο βαρύ όσο οι τόνοι διαλυμένου τσιμέντου όπου στο παρελθόν υπήρχαν οι πόλεις μας», γράφει στην Jolie η 26χρονη.

»Περίπου πέντε μήνες μετά το τέλος του πολέμου, η ζωή στη Γάζα σήμερα δεν έχει να κάνει μόνο με την επιβίωση από τους βομβαρδισμούς, αλλά με μια σειρά εξουθενωτικών πραγμάτων που μας ακολουθούν από τη στιγμή που θα ξυπνήσουμε. Μικρά πράγματα που στο παρελθόν ήταν φυσιολογικά έχουν γίνει πλέον εξαιρετικά δύσκολα».

Η ζωή μετά τον πόλεμο: μια αόρατη τραγωδία

Η αφήγηση της νεαρής γυναίκας ανατρέπει μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη: ότι ο θάνατος αποτελεί το απόλυτο όριο του ανθρώπινου πόνου. Αντίθετα, όπως γράφει, η επιβίωση σε συνθήκες πλήρους καταστροφής μπορεί να είναι ακόμη πιο οδυνηρή.

Η φράση «να συνεχίσεις να ζεις χωρίς ψυχή» λειτουργεί όχι ως σχήμα λόγου, αλλά ως περιγραφή μιας ψυχικής κατάστασης. Η απώλεια δεν είναι μόνο προσωπική – είναι συλλογική, δομική, καθημερινή. Οι πόλεις έχουν μετατραπεί σε σωρούς από μπάζα και η μνήμη της προηγούμενης ζωής βαραίνει όσο και τα ερείπια.

Η καθημερινότητα στους καταυλισμούς

Η πραγματικότητα που περιγράφεται δεν αφορά μόνο τη στέγαση ή την ασφάλεια. Είναι μια αλυσίδα μικρών, εξαντλητικών δυσκολιών που διαμορφώνουν την καθημερινότητα. Η μέρα ξεκινά όχι με φυσικούς ήχους, αλλά με φωνές και αναμονή. Οι ουρές για νερό και φαγητό δεν είναι περιστασιακές, είναι η βασική δομή της ημέρας. Η πρόσβαση σε στοιχειώδη αγαθά απαιτεί χρόνο, σωματική αντοχή και υπομονή, σε συνθήκες ακραίων θερμοκρασιών.

Το φαγητό δεν αποτελεί πλέον επιλογή, αλλά μέσο επιβίωσης. Οι μερίδες είναι ανεπαρκείς, και η έννοια της επάρκειας έχει αντικατασταθεί από αυτή της αποφυγής της λιμοκτονίας.

Μια χαμένη παιδικότητα

Ιδιαίτερα δραματική είναι η περιγραφή της κατάστασης των παιδιών. Η εκπαίδευση, το παιχνίδι και η δημιουργικότητα, βασικά στοιχεία της παιδικής ηλικίας, έχουν σχεδόν εξαφανιστεί.

Πολλά παιδιά δεν θυμούνται πια πώς είναι ένα σχολείο ή μια τάξη. Η καθημερινότητά τους περιορίζεται σε βασικές ανάγκες: νερό, τροφή, ασφάλεια. Τα όνειρα έχουν αντικατασταθεί από επιθυμίες επιβίωσης.

Αυτή η μετατόπιση δεν αφορά μόνο το παρόν, αλλά και το μέλλον. Μια γενιά μεγαλώνει χωρίς σταθερότητα, εκπαίδευση και προοπτική.

Ο ρόλος της μαρτυρίας

Η επιλογή της Angelina Jolie να δημοσιοποιήσει την επιστολή δεν είναι απλώς μια πράξη ευαισθητοποίησης. Είναι μια υπενθύμιση ότι, ενώ η διεθνής προσοχή μετατοπίζεται από κρίση σε κρίση, οι άνθρωποι που ζουν μέσα σε αυτές συνεχίζουν να βιώνουν τις συνέπειες σε βάθος χρόνου.

Η μαρτυρία λειτουργεί ως αντίβαρο στη λήθη. Δίνει πρόσωπο σε αριθμούς και μετατρέπει τη στατιστική σε ανθρώπινη εμπειρία. Συχνά, η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στη διάρκεια των συγκρούσεων. Όμως, η «επόμενη ημέρα» είναι εξίσου κρίσιμη και συχνά πιο αόρατη.

Η έλλειψη υποδομών, η ψυχολογική εξουθένωση και η καθημερινή ανασφάλεια δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η επιβίωση δεν συνεπάγεται αποκατάσταση. Αντίθετα, παρατείνεται μια κατάσταση διαρκούς κρίσης.

Σε έναν κόσμο όπου η προσοχή μεταβάλλεται γρήγορα, τέτοιες φωνές υπενθυμίζουν ότι οι συνέπειες του πολέμου δεν τελειώνουν με την παύση των εχθροπραξιών. Συνεχίζονται σιωπηλά, μέσα από την καθημερινότητα εκείνων που καλούνται να ξαναχτίσουν τη ζωή τους -χωρίς τα απαραίτητα μέσα και με απώλειες που δεν μπορούν να ξεπεραστούν.

Πηγή: Grace

Υποκλοπές - μια υπόθεση που γράφει παντού κυβέρνηση και Γρηγόρης Δημητριάδης με δικαστική βούλα

Το πόρισμα της δίκης για τους τέσσερις ιδιώτες για τις υποκλοπές ανοίγει τον δρόμο για τη διερεύνηση των ευθυνών της κυβέρνησης και του Γρηγόρη Δημητριάδη

Ούτε μία, ούτε δύο, ούτε τρεις, αλλά – σε ένα πρόχειρο μέτρημα – 277 φορές αναφέρεται το όνομα του Γρηγόρη Δημητριάδη, ανιψιού του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και πρώην γενικού γραμματέα του, στα καθαρογραμμένα πρακτικά της δίκης των τεσσάρων ιδιωτών για την υπόθεση με τις υποκλοπές.

Πράγμα απολύτως λογικό για όποιον έχει ακόμη και επιφανειακή γνώση της υπόθεσης, εάν αναλογιστούμε ότι ήταν αυτή η κυβέρνηση που στο πλαίσιο του επιτελικού κράτους μετέφερε την ΕΥΠ στην απευθείας ευθύνη του πρωθυπουργού, άρα και στις αρμοδιότητες του γενικού γραμματέα του, ότι ήταν η ΕΥΠ αυτή που αρχικά στοχοποίησε με «νόμιμες επισυνδέσεις» (με την επίκληση λόγων «εθνικής ασφάλειας») ορισμένους από τους στόχους που αργότερα βρέθηκαν στο στόχαστρο και του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού Predator, ότι ήταν ο Γρηγόρης Δημητριάδης αυτός που ήταν φίλος ενός εκ των πρωτόδικα καταδικασθέντων, του Γιάννη Λαβράνου και ότι υπήρχαν και οικονομικές συναλλαγές του Δημητριάδη που «άγγιζαν» το «οικοσύστημα» των εταιρειών των καταδικασθέντων για τις υποκλοπές.

Εάν κανείς διαβάσει την καθαρογραμμένη απόφαση και τα πρακτικά της δίκης, για την ακρίβεια και διαγώνια να τα κοιτάξει, αμέσως συνειδητοποιεί ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια «ιδιωτική», αλλά με μια «κυβερνητική» υπόθεση.

Αυτό προκύπτει πρώτα από όλα από το ίδιο το γεγονός – που σχολιάστηκε στη δίκη – ότι των μολύνσεων και αποπειρών μολύνσεων με το παράνομο λογισμικό είχαν προηγηθεί για αρκετούς «στόχους», συμπεριλαμβανομένων πολιτικών, δημοσιογράφων και υπουργών, «νόμιμες επισυνδέσεις» της ΕΥΠ με επίκληση λόγων «εθνικής ασφάλειας». Συνάγεται επίσης από τα στοιχεία που αναδείχθηκαν στη δίκη για την προσπάθεια να πουληθεί παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό στην ΕΥΠ, αλλά και για την τελική επιλογή η προμήθεια να μην γίνει με τρόπο εμφανή, αλλά να «κρυφτεί» μέσα σε άλλες νόμιμες συμβάσεις και προμήθειες, ακριβώς επειδή μιλάμε για ένα παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό. Και προκύπτει συνεργασία ανάμεσα στους εκπροσώπους των εταιρειών που διαχειρίζονταν το λογισμικό και προσωπικό αποσπασμένο στην ΕΥΠ και μάλιστα σε μια παράλληλη στεγανοποιημένη δομή, το ΚΕΤΥΑΚ, που επέτρεπε και την εκπαίδευση του εν λόγω προσωπικού στη χρήση αυτού του λογισμικού.

Θα προσέθετε δε κάποιος ότι η ίδια η κοινή λογική υποδεικνύει ότι ένα τέτοιο λογισμικό δεν θα μπορούσε παρά να χρησιμοποιείται κατεξοχήν από κυβερνήσεις και υπηρεσίες ασφαλείας – κάτι που άλλωστε πολύ πρόσφατα παραδέχτηκε ένας από τους καταδικασθέντες ο ισραηλινός Ταλ Ντίλιαν, μιλώντας στο MEGA και στην εκπομπή της Δώρας Αναγνωστοπούλου. Η όποια συμμετοχή ιδιωτών, στον όποιο βαθμό υπήρχε, ήταν συμπληρωματική.

Την ίδια στιγμή η δίκη ανέδειξε για άλλα μια φορά και τον πυρήνα του προβλήματος. Και αυτός είναι διττός. Από τη μια, δύσκολα μπορεί να ενταχθεί σε οποιαδήποτε εκδοχή κράτους δικαίου και δημοκρατικής διακυβέρνησης η αντίληψη ότι το πρωθυπουργικό γραφείο έπρεπε να παρακολουθεί επικοινωνίες στελεχών της κυβέρνησης, ανώτατων αξιωματικών, πολιτικών, δικαστικών, επιχειρηματιών και δημοσιογράφων. Αυτές είναι πρακτικές που ανήκουν σε ολοκληρωτικά καθεστώτα όπου κυριαρχούσε η γενικευμένη καχυποψία μεταξύ των ίδιων των κυβερνώντων.

Από την άλλη, το ίδιο το γεγονός ότι αυτή η παρακολούθηση γινόταν με παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό που το διαχειρίζονταν ιδιώτες, που ορισμένοι ήταν υπήκοοι ξένων κρατών, με προϋπηρεσία μάλιστα σε μονάδες που είχαν σχέση με τη συλλογή πληροφοριών εγείρει σοβαρότατα θέματα εθνικής ασφάλειας. Να το πω πολύ απλά: το Μέγαρο Μαξίμου μέσα στην πολιτικά παθολογική του αντίληψη για το τι σημαίνει «ελέγχω τους αρμούς του κράτους», άνοιξε μια μεγάλη κερκόπορτα στο να έχουν πρόσβαση υπήκοοι ξένων χωρών (και ενδεχομένως στελέχη ξένων υπηρεσιών) σε κρίσιμες και απόρρητες πληροφορίες που αφορούν την εθνική ασφάλεια.

Καθόλου τυχαία η ρητή αναφορά στην απόφαση του δικαστηρίου ότι: «Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο λειτουργίας του κατασκοπευτικού λογισμικού […] σε συνδυασμό με τους αποδέκτες των μηνυμάτων που περιείχαν συνδέσμους επιμόλυνσης με το λογισμικό κατασκοπείας ‘Predator’, μεταξύ των οποίων ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη κ. Μιχαήλ Χρυσοχοΐδης, ο Υπουργός Εξωτερικών κ. Νικόλαος Δένδιας, ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ Κωνσταντίνος Φλώρος, ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας κ. Μιχαήλ Καραμαλάκης και άλλων Υπουργών που χειρίζονται καίρια χαρτοφυλάκια με κρατικά απόρρητα και μυστικές πληροφορίες, αλλά και των απόρρητων κρατικών εγγράφων που ο πρώην Υπουργός Χρήστος Σπίρτζης διατηρούσε στην κινητή τηλεφωνική του συσκευή σε ηλεκτρονικά μηνύματα (emails), καταδεικνύεται ότι ενόψει των εν λόγω νέων στοιχείων πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω και να επανεξετασθεί η τυχόν τέλεση εκ μέρους των κατηγορουμένων και των τυχόν τρίτων συμμετόχων και άλλων αξιόποινων πράξεων και δη της κατασκοπείας του αρ. 148 ΠΚ (τουλάχιστον υπό τη μορφή της απόπειρας)».

Το δικαστήριο ασχολήθηκε με τους ιδιώτες. Αυτό έκανε, αναγκαστικά, γιατί έπρεπε να κινηθεί μέσα στα όρια των διώξεων που ασκήθηκαν στη βάση της εισαγγελικής διάταξης του αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα Ζήση. Αυτού που μνημονεύεται, πια, ως «πόρισμα Ζήση» κι από πολλούς έχει θεωρηθεί μνημείο εθελοτυφλίας απέναντι στις κυβερνητικές ευθύνες. Το πόρισμα αυτό ήταν που κατεξοχήν πρόταξε τη θέση ότι πρόκειται για «υπόθεση ιδιωτών» (χωρίς να την ερευνήσει ιδιαίτερα ούτε ως τέτοια).

Και όντως το δικαστήριο, εντός αυτών των ορίων, έκανε και με το παραπάνω τη δουλειά του, τεκμηρίωσε και «έδεσε» την πραγματική ευθύνη των εμπλεκόμενων ιδιωτών, ανέδειξε τις ευθύνες κι άλλων προσώπων ανοίγοντας τον δρόμο και για περαιτέρω διώξεις, διαβίβασε τη δικογραφία στην εισαγγελία για περαιτέρω διερεύνηση τυχόν ποινικών ευθυνών -και επομένως αναβάθμιση των κατηγοριών- για αδικήματα που το «πόρισμα Ζήση» πεισματικά αρνήθηκε να διερευνήσει. Και, εκ των πραγμάτων, ανέδειξε τις κυβερνητικές ευθύνες.

Τόσο η ακροαματική διαδικασία, όσο και το σκεπτικό της εισαγγελικής πρότασης και της απόφασης του πρωτοδίκη είναι υποδειγματικά, γιατί τεκμηριώνουν πώς στήθηκε ο μηχανισμός παρακολούθησης και η «τεχνική υποδομή», πώς απεστάλησαν τα μηνύματα με σκοπό τη μόλυνση και ποιοι ήταν οι ρόλοι μιας σειράς προσώπων, από τους ιδιοκτήτες των εταιρειών μέχρι τον «κρεοπώλη» που η προπληρωμένη κάρτα του χρησιμοποιήθηκε για την αγορά συνδρομής αποστολής sms, μια κάρτα που ο ίδιος παραδέχτηκε ότι αγόρασε από ένα κατάστημα όπου ο φίλος του υπάλληλος έκανε εξυπηρετήσεις και στην ΕΥΠ.

Να σημειωθεί εδώ, μάλιστα, ότι το σκεπτικό της απόφασης κάνει σε δύο σημεία ρητή αναφορά στην εμπλοκή της ΕΥΠ στην υπόθεση.

Το πρώτο σημείο είναι όταν επικαλείται το γεγονός ότι «στο κείμενο που έχει περιέλθει στα χέρια των δημοσιογράφων Αναστασίου Τέλλογλου και Ελίζας Σταματίνας Τριανταφύλλου και αφορά σχέδιο προσυμφώνου μνημονίου συνεργασίας μεταξύ ΕΥΠ και ΟΤΑ (υπηρεσία Βόρειας Μακεδονίας) πέραν του ότι αυτό φέρεται να έχει διορθωθεί από τον συνεργάτη του Tal Dilian, στις εταιρίες του ομίλου Intellexa, Νιρ Μπεν Μοσέ, υπάρχουν ηλεκτρονικά ίχνη δημιουργίας του κειμένου και από τον Merom Harpaz, γεγονός που καταδεικνύει ευρεία συμμετοχή του στις επιχειρησιακές δράσεις της Intellexa».

Το δεύτερο, όταν αναφέρεται στον «κρεοπώλη» και σημειώνει ότι μόνο συμπτωματική δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί η αναφορά στον υπάλληλο καταστήματος τηλεπικοινωνιών «από το οποίο παραδόθηκε η ως άνω προπληρωμένη κάρτα αφετέρου δε, είχε παραδεχθεί στον ως άνω μάρτυρα, ότι συνεργάζεται έναντι αμοιβής με την ΕΥΠ, σε συνδυασμό δε με το γεγονός ότι η εν λόγω κάρτα φορτίσθηκε μέσω ΑΤΜ υποκαταστήματος της Εθνικής τράπεζας της Ελλάδος στην Αγία Παρασκευή, κοντά δηλαδή στις κτηριακές υποδομές του ΚΕΤΥΑΚ (εντός του οποίου μάλιστα φέρεται να έχει εντοπιστεί στις 24-06-2022 το υπ’ αριθ. ΧΕΚ 1344 όχημα της εταιρείας Krikel-βλ. σχετικές επισκοπηθείσες φωτογραφίες), συντρέχουν επαρκή στοιχεία και ως εκ τούτου πρέπει να διερευνηθεί η τυχόν ευθύνη και συμμετοχική δράση αυτού αλλά και τυχόν λοιπών τρίτων εμπλεκόμενων προσώπων στις ένδικες αξιόποινες πράξεις».

Δηλαδή, έχουμε ένα σκεπτικό δικαστικής απόφασης που ρητά εμπλέκει την ΕΥΠ στην όλη υπόθεση, άρα καταρρέουν οι ισχυρισμοί ότι δεν υπήρχε ανάμειξη της ΕΥΠ (άρα και της κυβέρνησης). Αντίστοιχα, είναι υποδειγματικός ο τρόπος που η εισαγγελική πρόταση ανασυγκροτεί την αλυσίδα των γεγονότων που καταδεικνύουν την προσέγγιση ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και τις εταιρείες που εμπορεύονταν το Predator αλλά και το χρονολόγιο που καταδεικνύει εκ των πραγμάτων την εμπλοκή στελεχών της ΕΥΠ, έστω και με τη μορφή του «στεγανοποιημένου» ΚΕΤΥΑΚ στην όλη υπόθεση.

Μάλιστα, η όλη παράθεση των στοιχείων, όπως και οι μαρτυρικές καταθέσεις και τα υπόλοιπα στοιχεία, κάνουν τον αναγνώστη να αναρωτιέται που θα είχαν φτάσει οι παράνομες παρακολουθήσεις εάν δεν είχαν υπάρξει οι αποκαλύψεις του Δεκεμβρίου για τις πλαστές ιστοσελίδες που χρησιμοποιούσε το Predator και στην Ελλάδα και που οδήγησε στο άτακτο «μάζεμα» του όλου δικτύου.

Αυτό σημαίνει ότι έχει έρθει η ώρα η διερεύνηση της υπόθεσης να περάσει στο επόμενο στάδιο. Αυτό που αφορά τις κυβερνητικές ευθύνες. Ας μη γελιόμαστε: το ζήτημα δεν είναι να καταδικαστούν αυστηρά οι ιδιώτες ως εξιλαστήρια θύματα. Όχι γιατί δεν πρέπει να υπάρχουν ποινικές κυρώσεις σε όσους έχουν ως επιχειρηματική δραστηριότητα την καταστρατήγηση του κράτους δικαίου, αλλά γιατί το κρίσιμο ζήτημα είναι οι κυβερνητικές ευθύνες.

Σε τελική ανάλυση, σημαντικό είναι οι «ιδιώτες» να αποκαλύψουν όλα όσα ξέρουν για τις κυβερνητικές ευθύνες, όλα τα στοιχεία που διαθέτουν για τις συναλλαγές, άμεσες και έμμεσες, με το ελληνικό δημόσιο, όλα τα πολιτικά πρόσωπα που είχαν εμπλακεί στο σχέδιο γύρω από το Predator. Οι πιέσεις με ποικίλους τρόπους που θα τους ασκηθούν είναι δεδομένες και πρέπει να εξασφαλιστεί ότι θα προστατευθούν από αυτές, γιατί οι «κερκόπορτες» υπονόμευσης του Κράτους Δικαίου και της Δημοκρατίας πρέπει να σφραγιστούν.

Πηγή: in

Μοχάμαντ Μπαγκέρ Ζολγκάντρ - Ποιος είναι ο σκληροπυρηνικός στρατιωτικός που αντικαθιστά τον Λαριτζάνι

Ο Μοχάμαντ Μπαγκέρ Ζολγκάντρ ορίστηκε γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Ιράν μετά τη δολοφονία του Αλί Λαριτζάνι σε ισραηλινή αεροπορική επιδρομή, σύμφωνα με ιρανικά ΜΜΕ

Το Ιράν διόρισε τον έμπειρο στρατιωτικό και πολιτικό ηγέτη Μοχάμαντ Μπαγκέρ Ζολγκάντρ ως νέο γραμματέα του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας (SNSC), μετά τη δολοφονία του προκατόχου του, Αλί Λαριτζάνι.

Η ανακοίνωση έγινε στις 24 Μαρτίου 2026, επιβεβαιώνοντας ότι ο Ζολγκάντρ θα ηγείται πλέον του ανώτατου οργάνου ασφάλειας του Ιράν σε μια περίοδο έντονης περιφερειακής αστάθειας και εσωτερικής αβεβαιότητας.

Ο διορισμός του έρχεται λίγες μόνο ημέρες μετά τη δολοφονία του Λαριτζάνι σε στοχευμένη αεροπορική επιδρομή στην Τεχεράνη, ένα συμβάν που αποδίδεται ευρέως στο Ισραήλ ως μέρος μιας ευρύτερης εκστρατείας κατά της ηγεσίας του Ιράν.

Ξαφνική αλλαγή ηγεσίας εν μέσω κλιμακούμενης σύγκτουσης

Η δολοφονία του Αλί Λαριτζάνι σηματοδότησε ένα από τα σημαντικότερα πλήγματα για το πολιτικό κατεστημένο του Ιράν, μετά την εξόντωση του Αγιατόλαχ Αλί Χαμενεί.

Ως γραμματέας του SNSC, ο Λαριτζάνι υπήρξε κεντρική φιγούρα στον συντονισμό της στρατηγικής εθνικής ασφάλειας, γεφυρώνοντας τον στρατιωτικό, τον πολιτικό και τον διπλωματικό τομέα.

Ο θάνατός του έχει περιγραφεί από αναλυτές ως μια στιγμή αποσταθεροποίησης για το Ιράν, ιδίως καθώς η χώρα παραμένει εμπλεκόμενη σε έναν συνεχιζόμενο πόλεμο που έχει ήδη στοιχίσει τη ζωή πολλών υψηλόβαθμων αξιωματούχων.

Ο Λαριτζάνι σκοτώθηκε στις 17 Μαρτίου 2026, σε αυτό που οι αξιωματούχοι επιβεβαίωσαν ότι ήταν μια στοχευμένη αεροπορική επιδρομή στην Τεχεράνη.

Η επίθεση είχε επίσης ως αποτέλεσμα τον θάνατο στενών συνεργατών του, υπογραμμίζοντας την ακρίβεια και την εμβέλεια της επιχείρησης. Η επίθεση αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου κύματος επιθέσεων που στοχεύουν την ανώτατη ιρανική ηγεσία από την έναρξη των εχθροπραξιών νωρίτερα φέτος.

Στη συνέχεια, το Ιράν αντιμετώπισε την επείγουσα ανάγκη να καλύψει το κενό στην κορυφή της ιεραρχίας ασφαλείας του.

Το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση της αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής του Ιράν, ιδίως σε καιρό πολέμου, καθιστώντας την επιλογή του διαδόχου εξαιρετικά σημαντική.

Ο διορισμός του Ζολγκάντρ και η συνέχεια της εξουσίας

Η ανάδειξη του Ζολγκάντρ στη θέση αυτή αντανακλά την εξάρτηση του Ιράν από έμπειρα πρόσωπα με βαθιές ρίζες τόσο στους στρατιωτικούς όσο και στους πολιτικούς θεσμούς. Ως πρώην ανώτερος διοικητής του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), διαθέτει δεκαετίες εμπειρίας σε θέματα ασφάλειας και διακυβέρνησης.

Σύμφωνα με αναφορές, οι ιρανικές αρχές κινήθηκαν γρήγορα για να επισημοποιήσουν τον διορισμό του, με την απόφαση να υποστηρίζεται από την ηγεσία της χώρας εν μέσω ανησυχιών για τη διατήρηση της επιχειρησιακής συνέχειας.

Οι προηγούμενες θέσεις του —συμπεριλαμβανομένων ανώτερων συμβουλευτικών και διοικητικών θέσεων— τον έχουν φέρει κοντά στο κέντρο της εξουσίας, καθιστώντας τον μια οικεία και αξιόπιστη προσωπικότητα εντός του κυβερνώντος κατεστημένου του Ιράν.

Αναλυτές υποδηλώνουν ότι ο διορισμός του αποσκοπεί στη διασφάλιση της σταθερότητας και στην ενίσχυση του συντονισμού μεταξύ της στρατιωτικής και της πολιτικής ηγεσίας του Ιράν κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αυξημένης απειλής.

Ο αυξανόμενος ρόλος του IRGC

Το ιστορικό του Ζολγκάντρ υπογραμμίζει επίσης την αυξανόμενη επιρροή του IRGC στη διακυβέρνηση του Ιράν.

Η παραστρατιωτική δύναμη αποτελεί από καιρό κυρίαρχο παράγοντα στο πολιτικό σύστημα της χώρας, αλλά οι πρόσφατες εξελίξεις έχουν ενισχύσει περαιτέρω τη θέση της.

Μετά τον θάνατο βασικών προσώπων, το IRGC έχει διαδραματίσει έναν ολοένα και πιο κεντρικό ρόλο στη λήψη αποφάσεων, με πρόσωπα που συνδέονται με το στρατό να αναλαμβάνουν πιο εξέχοντες ηγετικούς ρόλους.

Παρατηρητές αναφέρουν ότι αυτή η τάση αντανακλά μια στροφή προς ένα μοντέλο διακυβέρνησης που βασίζεται περισσότερο στην ασφάλεια, καθώς το Ιράν αντιμετωπίζει τις συνεχιζόμενες συγκρούσεις και τις εξωτερικές πιέσεις.

Ο διορισμός ενός πρώην διοικητή του IRGC σε μία από τις σημαντικότερες θέσεις πολιτικής ασφάλειας της χώρας υπογραμμίζει αυτή τη δυναμική. Σηματοδοτεί επίσης μια προτίμηση για άτομα με επιχειρησιακή και στρατηγική εμπειρία στη διαχείριση κρίσεων.

Καθώς η σύγκρουση συνεχίζεται, όλα τα βλέμματα θα στραφούν στο πώς ο νέος επικεφαλής ασφαλείας του Ιράν θα αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που έρχονται, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης των στρατιωτικών αντιδράσεων, της διατήρησης της εσωτερικής συνοχής και της αντιμετώπισης των διεθνών πιέσεων.

Ποιος είναι ο Μοχάμαντ Μπαγκέρ Ζολγκάντρ

Ο Μοχάμαντ Μπαγκέρ Ζολγκάντρ είναι μια ιρανική πολιτική και στρατιωτική προσωπικότητα με μακρά καριέρα που εκτείνεται στους θεσμούς ασφαλείας, δικαιοσύνης και διοίκησης της χώρας.

Γεννημένος το 1954 στη Φάσα του Ιράν, ασχολήθηκε με επαναστατικές δραστηριότητες πριν από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 και αργότερα εντάχθηκε στο Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), όπου ανέβηκε στην ιεραρχία μέχρι να γίνει ταξίαρχος. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του καριέρας, κατείχε διάφορες σημαντικές θέσεις διοίκησης και ηγεσίας, συμπεριλαμβανομένων ρόλων στον αντάρτικο πόλεμο και σε στρατηγικές επιχειρήσεις.

Ο Ζολγκάντρ διαδραμάτισε επίσης ρόλο στον πόλεμο Ιράν-Ιράκ και αργότερα ανέλαβε ανώτερες θέσεις στο πλαίσιο του συστήματος ασφαλείας του Ιράν.

Υπηρέτησε ως αναπληρωτής διοικητής του IRGC και είχε αρμοδιότητες σχετικές με την εσωτερική ασφάλεια και τις δυνάμεις Μπασίτζ στο γενικό επιτελείο των ενόπλων δυνάμεων.

Εκτός από τη στρατιωτική του καριέρα, ο Ζολγκάντρ έχει αναλάβει διάφορους σημαντικούς πολιτικούς και δικαστικούς ρόλους.

Υπηρέτησε ως αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών για θέματα ασφάλειας και αργότερα ασχολήθηκε με το δικαστικό σώμα του Ιράν, όπου εργάστηκε σε στρατηγικά και σχετικά με την ασφάλεια ζητήματα.

Πιο πρόσφατα, διορίστηκε γραμματέας του Συμβουλίου Διακρίσεως της Σκοπιμότητας, ενός ισχυρού οργάνου που συμβουλεύει την ηγεσία του Ιράν και επιλύει διαφορές εντός της κυβέρνησης.

Ο διορισμός του στο Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας τον Μάρτιο του 2026 σηματοδοτεί το τελευταίο βήμα σε μια καριέρα δεκαετιών στο επίκεντρο της δομής εξουσίας του Ιράν.

Όσον αφορά την προσωπική του ζωή, ο Ζολγκάντρ είναι παντρεμένος με τη Σεντίγκε Μπεγκούμ Χετζάζι, η οποία έχει διατελέσει γενική διευθύντρια του Γραφείου Γυναικείων και Οικογενειακών Υποθέσεων στον Οργανισμό Ισλαμικής Κουλτούρας και Επικοινωνίας.

Ο γαμπρός του, Καζέμ Γκαριμπαμπάντι, είναι Ιρανός διπλωμάτης ο οποίος έχει εκπροσωπήσει το Ιράν στη Βιέννη σε διεθνείς οργανισμούς, μεταξύ των οποίων και ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας

Ο Ζολγκάντρ θεωρείται ευρέως ως μια σκληροπυρηνική προσωπικότητα με βαθιές σχέσεις με τον μηχανισμό ασφαλείας του Ιράν, γεγονός που αντανακλά τη στενή σχέση μεταξύ των στρατιωτικών και των πολιτικών θεσμών της χώρας.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ο Τραμπ παγιδευμένος στην ιρανική κρίση, χωρίς καλές επιλογές για να βγει — CNN

Οι πρόεδροι συχνά αντιμετωπίζουν κρίσεις χωρίς καλή λύση, αλλά λίγοι βρίσκονται σε αδιέξοδο στο οποίο έχει οδηγήσει τον εαυτό του ο Τραμπ, σημείωσε το τηλεοπτικό κανάλι.

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ, 24 Μαρτίου. /TASS/. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ βρέθηκε παγιδευμένος στην ιρανική κρίση, με καμία από τις πιθανές διεξόδους να μην φαίνεται ελκυστική, ανέφερε το CNN .

Σημείωσε ότι η Τεχεράνη εξακολουθεί να έχει το καλύτερο χαρτί της - τον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο ηγέτης των ΗΠΑ έχει αρκετές επιλογές, αλλά καμία από αυτές δεν είναι ακίνδυνη: η κλιμάκωση των αεροπορικών επιδρομών δεν εγγυάται ασφαλή πλοήγηση στο Στενό, ενώ η ανάπτυξη χερσαίων στρατευμάτων θα σήμαινε έναν πολιτικό Ρουβίκωνα, ανοίγοντας την πόρτα σε ατελείωτους πολέμους, κάτι που ο Τραμπ έχει εκφράσει κατά.

Εκτός από αυτό, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες κηρύξουν τη νίκη τους και αποσυρθούν από τη σύγκρουση, οι σύμμαχοί τους στον Κόλπο θα βρεθούν αντιμέτωποι με ένα ενισχυμένο Ιράν, προειδοποιεί το τηλεοπτικό κανάλι, προσθέτοντας ότι εάν ο πόλεμος τελειώσει χωρίς να εδραιωθεί ο έλεγχος των αποθεμάτων ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού του Ιράν, η Τεχεράνη θα είναι σε θέση να δημιουργήσει πυρηνικά όπλα κάποια στιγμή.

Οι πρόεδροι συχνά αντιμετωπίζουν κρίσεις χωρίς καλή λύση, αλλά λίγοι βρίσκονται σε αδιέξοδο στο οποίο έχει οδηγήσει τον εαυτό του ο Τραμπ, σημείωσε το τηλεοπτικό κανάλι.