ενημέρωση 2:52, 24 July, 2026

H «άγνωστη» Μύκονος μιας άλλης εποχής

Η Μύκονος ήταν κάποτε ένα απομακρυσμένο ασπρονήσι, και ούτε η Τζάκι Κένεντι ούτε η Σοράγια ούτε άλλος VIP γνώριζε την ύπαρξή της ή διέσχιζε την υφήλιο για να απολαύσει τις ερημικές παραλίες της και τα στενά σοκάκια της. Αυτό το "άγνωστο" νησί συλλαμβάνει ο φακός του Θεόκλητου Τριανταφυλλίδη.


Μια φορά και έναν καιρό η Μύκονος ήταν ένα απομακρυσμένο, σχεδόν ξεχασμένο ασπρονήσι, ανάμεσα στα τόσα της Ελλάδας, και ούτε η Τζάκι Κένεντι ούτε η Σοράγια ούτε άλλος VIP γνώριζε την ύπαρξή της ή διέσχιζε την υφήλιο για να απολαύσει τις ερημικές παραλίες της και τα στενά σοκάκια της. Ούτε καν οι Αθηναίοι, αφού η πρόσβαση σε αυτήν ήταν δύσκολη και πολύωρη…

H «άγνωστη» Μύκονος μιας άλλης εποχής 2

Σε μια άλλη εποχή: Βάνα Μανουέλ, Ειρήνη και Μαρία Κορνηλάκη, Ρένα Βοναζούντα, Κατίνα Δανιηλίδου και Θεόκλητος Τριανταφυλλίδης στη Μύκονο του 1927.

Η Μύκονος ήταν ένα νησί ψαράδων, με λιγοστούς και φιλόξενους κατοίκους, που ζούσαν ακόμη και μέχρι τα μισά του εικοστού αιώνα κάτω από τον ήλιο του Αιγαίου με τον ίδιο απλό τρόπο που είχαν μάθει από τους παππούδες τους.

Σε αυτή τη Μύκονο κυρίως μας ταξιδεύει το εξαιρετικό λεύκωμα «Μύκονος», που συγκεντρώνει φωτογραφίες που έχει τραβήξει ο Θεόκλητος Τριανταφυλλίδης.

H «άγνωστη» Μύκονος μιας άλλης εποχής 3

Μυκονιάτισσες των Άθηνών και φίλες τους στο Γιαλό, σε ημέρα γιορτής, στις αρχές της δεκαετίας του ’30.

Ανοίγοντας ένα παλιό σεντούκι που είχε φυλάξει η μητέρα του, με χαρτιά του πατέρα του, ο Λώρης Τριανταφυλλίδης ανακάλυψε ένα θησαυρό από φωτογραφίες, άλμπουμ, αρνητικά και αλληλογραφία του πατέρα του, Θεόκλητου, του γνωστού κυτταρολόγου που περνούσε τα καλοκαίρια του στη Μύκονο, στο σπίτι της μητέρας του, στη συνοικία Λίμνη της Χώρας.

Ο Λώρης Τριανταφυλλίδης είχε χάσει τον πατέρα του τριάντα χρόνια πριν. «Ήμουν είκοσι χρόνων», γράφει στον πρόλογο του βιβλίου, «και δεν πρόλαβα καλά καλά να τον γνωρίσω ούτε να μάθω πολλά πράγματα για τη ζωή του».

Οι περισσότερες από τις φωτογραφίες που βρέθηκαν μέσα στο σεντούκι αφορούσαν το κυκλαδίτικο νησί που ο Θεόκλητος Τριανταφυλλίδης αγάπησε ιδιαίτερα, έχοντας ζήσει σε αυτό ευτυχισμένα χρόνια, απαθανατίζοντας τοπία, ανθρώπους και εποχές που σήμερα έχουν χαθεί για πάντα.

H «άγνωστη» Μύκονος μιας άλλης εποχής 4

Οι Κάτω Μύλοι και ο μυλωνάς Καρανικόλας με το σουράβλι του το 1929.

Το εξαιρετικής σπανιότητας και αξίας υλικό αυτό, ή μάλλον μια επιλογή του, κυκλοφόρησε πριν μερικά χρόνια σε ένα καλαίσθητο λεύκωμα από τον Ελευθερουδάκη («Θεόκλητος Τριανταφυλλίδης, Μύκονος»), που μας ταξιδεύει σε μια άγνωστη Μύκονο, όχι πολύχρωμη και πολύβουη, αλλά ασπρόμαυρη και ασκητική, ξεκινώντας από τα πρώτα χρόνια του εικοστού αιώνα και καταλήγοντας στη δεκαετία του ’70, όταν απεβίωσε ο Θεόκλητος Τριανταφυλλίδης.

Στις εικόνες του πρωταγωνιστούν οι ανθρώπινες φιγούρες και το κυκλαδίτικο τοπίο.

H «άγνωστη» Μύκονος μιας άλλης εποχής 5

Γουμενειό, στα σκαλάκια του Άγίου Σπυρίδωνα (1936).

Φωτογραφίες που θα ζήλευαν οι σελίδες του National Geographic ζωγραφίζουν το πορτρέτο της καθημερινότητας εκείνης της εποχής, τη σύνδεση και την εξάρτηση του ανθρώπου από τη φύση και το περιβάλλον, και την εναρμόνισή του με αυτό.

Αποτελούν μια σίγουρα εξιδανικευμένη εικόνα του παρελθόντος. Δεν είναι ρεπορτάζ της εποχής, καθώς καλύπτει μόνο τις φωτεινές και όμορφες στιγμές της ζωής του νησιού, κάνοντας ακόμη και τη δύσκολη, όλο ελλείψεις και ταλαιπωρίες εποχή να μοιάζει παραμυθένια, ειδικά μέσα από το πρίσμα του σήμερα.

H «άγνωστη» Μύκονος μιας άλλης εποχής 6

Ο μικροπωλητής Κώστας Ζουγανέλης με την πραμάτεια του στον Άγιο Στέφανο.

«Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα πρόσωπα των φωτογραφιών, είτε πρόκειται για απλούς μεροκαματιάρηδες του λαού, είτε για άτομα της αστικής τάξης της εποχής», γράφει ο δήμαρχος της Μυκόνου Παναγιώτης Κουσαθανάς στον πρόλογο του λευκώματος.

«Το σπουδαίο έμψυχο υλικό στις φωτογραφίες του Θεόκλητου Τριανταφυλλίδη είναι οι ψαράδες και οι εργατικοί άνθρωποι του Γιαλού (ο ψαράς-προστάτης του πελεκάνου Πέτρου Α’, Θοδωρής Κυραντώνης, ο μικροπωλητής Κώστας Ζουγανέλης με την τουριστική πραμάτειά του κ.ά.), οι εξ Αθηνών Μυκονιάτισσες και οι Αθηναίες παραθερίστριες ντυμένες με την τελευταία λέξη της μόδας των καιρών τους, οι κομψευόμενοι νεαροί λιμοκοντόροι και οι ώριμοι άνδρες παραθεριστές κυρίως των ετών 1930-1960 –το νησί ως γνωστόν ήταν κοσμοπολίτικο ανέκαθεν– ο επί σαράντα σχεδόν έτη (1920-1959 με διαλείμματα) δήμαρχος της Μυκόνου Κουζής Δ. Γεωργούλης με τη σύζυγό του δασκάλα Άννα Κορώνη, ο Νώντας Καμπάνης, από τους τελευταίους γόνους της γνωστής οικογένειας, άλλα πρόσωπα της αστικής τάξης, οι καπετάνιοι και οι επιβάτες στα μυθικά επιβατηγά πλοία της εποχής («Ελευθερία», «Παντελής», «Δέσποινα», «Μιμίκα», «Απόλλων», «Ναϊάς»…), οι καλοκαιρινοί θαμώνες, ντόπιοι, που ευθύς αναγνωρίζονται από τη χαρά ή και ξένοι, στα περίφημα καφενεία του Γιαλού, κυρίως στου Νικόλα Σκαρόπουλου (πρώην Φούσκη, αυτό που αγαπούσε και τραγουδούσε ο Πανάγος Αξιώτης) και στου Κωστή Φραγκίσκου κάτω από τη δημαρχία, το ευσεβές πλήθος από κάθε κοινωνική τάξη που συμμετέχει σε λιτανείες και περιφορές των εικόνων κλπ.

H «άγνωστη» Μύκονος μιας άλλης εποχής 7

Περιφορά της εικόνας της Κοίμησης της Θεοτόκου το 1976.

Οι σπάνιες αυτές εικόνες τοπίων και προσώπων όχι μόνο θα ευφράνουν αισθητικά όσους αγάπησαν και αγαπούν το νησί, αλλά συγχρόνως θα βοηθήσουν τον ερευνητή και τον ιστορικό του τόπου. Συμπλήρωμά τους και η προς τον Θεόκλητο Τριανταφυλλίδη επιστολή του Γιώργου Κοτζιά, γιου του δημάρχου της Αθήνας Κώστα Κοτζιά και αδελφού της Ιωάννας Κοτζιά-Δρακοπούλου, της δωρήτριας, μαζί με το σύζυγό της Ιωάννη Δρακόπουλο, στο Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου του περίφημου σπιτιού της Λένας Σκριβάνου, ιδρυτών επίσης του Ναυτικού Μουσείου Αιγαίου. Αυτή η επιστολή του Γιώργου Κοτζιά προς τον επιστήθιο φίλο του Θεόκλητο περιλαμβάνει και εντυπώσεις και παράπονα από τη Μύκονο του 1934, παράπονα που μοιάζουν αθώα συγκριτικά με τη σημερινή κατάσταση.

H «άγνωστη» Μύκονος μιας άλλης εποχής 8

Η Ίσμήνη Τριανταφυλλίδη με τον Πέτρο στο Λιμάνι.

«Αγαπητέ Θεόκλητε, τι να πολυλογούμε; Η Μύκονος έχασε πολύ από την προηγούμενή της αξία. Οι κύκλοι είναι τέτοιοι, που να γίνεται ο τόπος κοσμοπολίτικο σαλόνι. Άνθρωποι σαν εμάς που ήλθαν με την ιδέα να απολαύσουν την μυστικοπάθεια του τόπου, τα στενά, την Παραπορτιανή, το λιμάνι, το μουσείο, ευρίσκονται προ συνεχούς διωγμού… Οι παρέες όλες θορυβώδεις. Καμιά φορά μόνον, όταν έχει μπονάτσα, παίρνω το γραμμόφωνό μου και πηγαίνω βαρκάδα. Τότε μάλιστα, τότε κάτι αξίζει… Περίμενα να έλθεις, περίμενα, τίποτα… Έμαθα μόνο πως δεν τα κατάφερες να έρθεις. Κρίμα. Πολύ κρίμα. Αν ερχόσουν θα εγινότανε για λίγο έστω αλλιώτικη η Μύκονος…».

H «άγνωστη» Μύκονος μιας άλλης εποχής 9

Φεύγοντας για άλλες παραλίες από τον Πλατύ Γιαλό, με τον καπετάν Γιακουμή, το 1971


Η Μύκονος βέβαια θα γινόταν πράγματι πολύ αλλιώτικη. Πρώτα θα την ανακάλυπταν οι παρέες των εύπορων Αθηναίων, ο Ζάχος, η Μελίνα, η Ελένη Βλάχου, η Άννα Βέλτσου. Το νησί θα γινόταν προάστιο για όλα τα «φοβερά παιδιά» της Αθήνας.

Κατόπιν, θα άνοιγαν τα πρώτα ξενοδοχεία, τα πρώτα καταστήματα, όπως η θρυλική Μαρουλίνα, και τέλος θα κατέφθαναν ο Πιέρο Αβέρσα, η Τζάκι Κένεντι και η Λι Ράτζιβιλ, οι beautiful people, οι VIPs, αλλά και τα κινηματογραφικά συνεργεία που έκαναν το νησί πασίγνωστο σε όλο τον πλανήτη, το τουριστικό μεγαθήριο και τον exclusive προορισμό του σήμερα.

Πηγή: Grace

Aline Griffith - Ποια ήταν η λαμπερή κόμισσα που έκανε μόδα την κατασκοπία;

Η ζωή της Aline Griffith, της Αμερικανίδας κατασκόπου που έγινε κόμισσα του Romanones έπειτα από τον γάμο της με Ισπανό ευγενή, μοιάζει να έχει βγει από μυθιστόρημα.

Περιβόητη οικοδέσποινα του διεθνούς τζετ σετ με τους προσκεκλημένους στις εντυπωσιακές κατοικίες της ανά τον κόσμο και τον φιλικό της κύκλο να συμπεριλαμβάνει πρόσωπα όπως η Τζάκι Ωνάση, η Audrey Hepburn και η Δούκισσα του Γουίνδσορ, υπέρκομψη και φωτογενής, η Aline Griffith κόμισσα του Romanones ήταν επίσης και μια κατάσκοπος για τις μυστικές υπηρεσίες της Αμερικής.

Η ίδια πάντως έλεγε πως η ιστορία της ήταν καλύτερή από κάθε μυθιστόρημα και ίσως για αυτό να ασχολήθηκε τελικά με τη συγγραφή των απομνημονευμάτων της.

Έπειτα από δεκαετίες δράσης η Aline αποφάσισε να αποκαλύψει την διπλή ζωή της και να καταγράψει τις εμπειρίες της στο χώρο των μυστικών υπηρεσιών σε μια σειρά βιβλίων που έγιναν ωστόσο αντικείμενο συζήτησης για το κατά πόσο ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Γεννημένη το 1923 στο Pearl River της Νέας Υόρκης, η Griffith ξεκίνησε σε νεαρή ηλικία να εργάζεται ως μοντέλο μετά την αποφοίτηση της από το κολέγιο του Mount Saint Vincent. Ταυτόχρονα όμως κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μια τυχαία συνάντηση σε ένα πάρτι στο Μανχάταν την οδήγησε στην Office of Strategic Services (OSS) — την υπηρεσία «πρόγονο» της CIA — όπου εκπαιδεύτηκε στα μυστικά της κατασκοπίας, την κωδικοποίηση μηνυμάτων, και σε τεχνικές επιβίωσης, όπως την προσποίηση δηλητηρίασης σε περίπτωση σύλληψης της:

«Μου έμαθαν πώς να πυροβολώ, να κάνω πτώση με αλεξίπτωτο και να σκοτώνω σιωπηλά με ένα μαχαίρι ή ακόμα και με μια εφημερίδα» θα έλεγε. Σε συνέντευξη που είχε δώσει στο περιοδικό People, η ίδια θα περιέγραφε την κατασκοπεία σαν ναρκωτικό: «Κάνει τη ζωή πολύ συναρπαστική. Ξέρεις πράγματα που οι άλλοι δεν ξέρουν — είσαι πάντα πίσω από όλα».

Μυστηριώδης καλλονή, η Griffith υπήρξε σύμφωνα με τα λεγόμενα της μια από εκείνες τις κατασκόπους που βλέπουμε σε κινηματογραφικές ταινίες και αναζητούσε τους στόχους της στους χώρους της υψηλής κοινωνίας.

Δραστηριοποιήθηκε στην Μαδρίτη και εκεί σε μια δεξίωση είχε μία ακόμη μοιραία συνάντηση, αυτή τη φορά με τον Luis Figueroa y Pérez de Guzmán el Bueno, μέλος της ισπανικής αριστοκρατίας και κόμη του Romanones.

Aline Griffith: Ποια ήταν η λαμπερή κόμισσα που έκανε μόδα την κατασκοπία; 3
Σε gala dinner στην Marbella το 1970 η Aline Griffith και ο σύζυγός της Luis Figueroa κόμης Romanones, χαιρετούν το πριγκιπικό ζεύγος Rainier & Grace. (Getty Images/ Ideal Image)

Παντρεύτηκαν το 1947 και απέκτησαν τρία παιδιά. H Aline είχε πληροφορήσει τον σύζυγό της για την κρυφή της δραστηριότητα αμέσως μετά την γνωριμία τους. Εκείνος αρχικά δεν την πίστεψε ενώ κατόπιν της ζήτησε να σταματήσει.

Η περιουσία του συζύγου της ήταν μυθική. Το ανάκτορο του Pascualete στην Ισπανία, οι κατοικίες του ζεύγους σε στρατηγικά σημεία της κοσμικής υδρογείου, από την από Marbella μέχρι τη Νέα Υόρκη, οι γνωριμίες με εμβληματικές φυσιογνωμίες, η προσωπικότητα και η κομψότητα της Aline δημιούργησαν και εδραίωσαν τη φήμη της ως μια από τις πιο λαμπερές και γοητευτικές γυναίκες του τζετ σετ.

Από το 1962 συμπεριλαμβανόταν στην σνομπ λίστα των International Best Dressed κυριών. Στα πάρτι της συναντούσες τη δούκισσα της Άλμπα, τον Ronald και την Nancy Reagan, την Ava Gardner τον Salvador Dali, τη Grace Kelly, τoν Donald Trump.

Έπειτα από δεκαετίες μυστικής δράσης και αφού πλέον είχε αποσυρθεί η Aline αποφάσισε να αποκαλύψει τη διπλή ζωή της και να καταγράψει τις εμπειρίες της στο χώρο των μυστικών υπηρεσιών σε μια σειρά βιβλίων — «The Spy Wore Red», «The Spy Went Dancing» και «The Spy Wore Silk.

Τα βιβλία έγιναν best seller και στις σελίδες τους η Aline συνδύαζε τον κόσμο της υψηλής κοινωνίας με την αίσθηση του κινδύνου, περιγράφοντας περιπέτειες με λαμπερά σκηνικά και διάσημους πρωταγωνιστές, απόπειρες δολοφονίας και ρηξικέλευθες δραστηριότητες που έγιναν ωστόσο και αντικείμενο συζήτησης για το κατά πόσο ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Η ίδια είχε πει σε συνέντευξη της στους Los Angeles Times, απαντώντας στις αμφιβολίες: «Οι ιστορίες μου βασίζονται όλες στην αλήθεια. Είναι όμως αδύνατο τα όσα έκανα σε μια αποστολή να βρίσκονται σε κάποιο αρχείο». Εξήγησε επίσης ότι συχνά άλλαζε ονόματα στις ιστορίες της για να προστατεύσει ανθρώπους που ήταν ακόμα εν ζωή.

Η Aline πέθανε στη Μαδρίτη το 2017, σε ηλικία 94 ετών, αφήνοντας πίσω της μια από τις πολυσυζητημένες ιστορίες του 20ού αιώνα — μια ζωή στην οποία το στυλ, το τζετ σετ και ο κίνδυνος μπερδεύονταν συναρπαστικά.

Cover Photo: Getty Images/Ideal Image

Μαρία Ναυπλιώτου – «Σχεδόν ευχόμουν να μην μου είχαν χαρίσει αυτή την εμφάνιση»

Η Μαρία Ναυπλιώτου ανοίγει τα χαρτιά της στο ΒΗΜΑ Talks για τη νέα της παράσταση και μιλά για την υποκριτική, τις γυναίκες που ενσαρκώνει, τη δύναμη των κλασικών έργων και όσα έχουν αλλάξει μέσα της έπειτα από χρόνια στο θέατρο.

H Μαρία Ναυπλιώτου άφησε τον χορό για το θέατρο και ξεχώρισε: Όμορφη, λαμπερή, με ταλέντο. Ηθοποιός που μετρά ρόλους, συνεργασίες και επιτυχίες, δουλεύει πολύ, βάζει στόχους και ακολουθεί τον δρόμο της, με συνέπεια. Άτοσσα, στην τραγωδία του Αισχύλου «Πέρσες», με την παράσταση που σκηνοθετεί ο Χρήστος Θεοδωρίδης στην Επίδαυρο. Και μοιράζεται στο ΒΗΜΑ Talks τις σκέψεις της για το θέατρο και τη ζωή της, την ήττα αλλά και την ελπίδα.

Ποιο αίσθημα σας γεννά η τραγωδία «Πέρσες»;

Είναι το έργο των ηττημένων. Στη δική μας περίπτωση οι πραγματικοί ηττημένοι είναι οι άνθρωποι. Όλοι είναι ηττημένοι. Το έργο χωρίζεται στην εξουσία, η οποία έχει ηττηθεί και έχει προκαλέσει τους πολέμους, και στον Χορό, που είναι οι άνθρωποι, ο λαός. Και στην δική μας παράσταση αυτό, νομίζω, τονίζεται.

Η εξουσία φροντίζει να προστατεύσει τον εαυτό της και το σύστημα που την κρατάει. Οπότε αυτοί που την πληρώνουν περισσότερο, αυτοί που την πατάνε, είναι πάντα ο λαός. Αυτοί μένουν στο τέλος αποκαμωμένοι και απ’ το πένθος και απ’ τον πόνο, και οικονομικά, και κοινωνικά. Ο κοινωνικός ιστός χάνεται, διαλύεται. Και θέλει χρόνο για να επανέλθει.

Με τους πολέμους να συνεχίζονται γύρω μας, είμαστε όλοι ηττημένοι σήμερα; Αυτή είναι η σύνδεση του έργου με το τώρα;

Δεν νομίζω ότι σταμάτησαν και ποτέ οι πόλεμοι. Απλώς στην Ευρώπη, μετά τον Β’ Παγκόσμιο, δεν είχαμε μέχρι να ξεσπάσει στην Ουκρανία. Ίσως μετά την τόσο μεγάλη παύση να περιμέναμε ότι τα πράγματα θ’ άλλαζαν, ότι μετά την Χιροσίμα θα μαθαίναμε και δεν θα επαναλαμβάναμε τα ίδια. Αλλά στην πραγματικότητα οι πόλεμοι δεν σταμάτησαν ποτέ. Απλώς ήταν μακριά μας. Τα συμφέροντα που κινούν τους πολέμους δεν έπαψαν. Η αλαζονεία, η ανάγκη για επέκταση, κατάκτηση, πλουτισμό, έχει ως συνέπεια την καταπάτηση των ιερών και των οσίων, που είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα -κι αυτό δεν σταμάτησε ποτέ.

Είχαμε όμως την ελπίδα;

Ναι. Όσο ήταν μακριά από εμάς ελπίζαμε ότι δεν θα μας συμβεί. Και τώρα το ίδιο συμβαίνει. Η Ουκρανία μάς ταρακούνησε, ο πόλεμος ήρθε στην αυλή μας. Γιατί όλοι οι άλλοι πόλεμοι ήταν απλώς νέα, ειδήσεις. Το θέμα ήταν να μην έρθει στην αυλή μας και όσο δεν ερχόταν είχαμε ειρήνη, στην Ευρώπη, όχι παγκοσμίως.

Ποιος είναι ο προσωπικός σας τρόπος αντίδρασης;

Εγώ πιστεύω πάρα πολύ στο ν’ απλώνεις το χέρι σου για να βοηθήσεις ή για να ζητήσεις βοήθεια. Έχει να κάνει με την ατομικότητα του καθενός απέναντι στον συνάνθρωπο. Σ’ αυτό πιστεύω. Αλλά εδώ μιλάμε για συστήματα που έχουν οικονομική βάση και που ο σκοπός τους είναι ο μεγαλύτερος πλουτισμός, η μεγαλύτερη οικονομική κυριαρχία. Θυμάμαι είχα διαβάσει στην «κωμικοτραγική ιστορία του νεοελληνικού έθνους» του Ραφαηλίδη ότι τα συναισθήματα ανήκουν στους ανθρώπους, όχι στα κράτη -κι αυτό είναι αλήθεια.

«Το να λέμε ιστορίες είναι ένας τρόπος ίασης».

Απ’ την άλλη προσπαθώ να κρατήσω την ψυχραιμία μου απέναντι σ’ όλα αυτά που συμβαίνουν, και βλέπω ότι οι άνθρωποι έξω είναι σε έκρυθμη κατάσταση. Σκοτώνονται στα φανάρια γιατί άργησε ο άλλος λίγο στο κόκκινο… Η μόνη μας αντίδραση απέναντι σε κάτι που μας ενοχλεί είναι η βία, είτε με λεκτικό είτε με σωματικό τρόπο.

Οπότε;

Οπότε τι να πει κανείς; Ότι δίπλα μας είναι όλα πολύ απειλητικά και εχθρικά και σε προσωπικό επίπεδο, σε κοινωνικό αλλά και σε παγκόσμιο. Επίσης, το θέμα με την κλιματική αλλαγή και την καταστροφή του πλανήτη. Πρόσφατα δημοσιεύθηκε και είδαμε πόσες λίγες παραλίες στην Αττική έχουν μείνει για να κολυμπήσεις, γιατί όλοι ρίχνουν τους βόθρους ανεξέλεγκτα. Το κράτος που είναι; Στην Αττική, στον Σαρωνικό οι άνθρωποι δεν μπορούν να κάνουν μπάνιο. Οι επιστήμονες λένε ότι δεν είναι τόσο δύσκολο να καθαρίσουν, απλώς άλλα πράγματα ενδιαφέρουν όσους είναι στην εξουσία. Αυτό δεν είναι η απόλυτη τρέλα;

Οπότε προσπαθώ για την προσωπική μου ψυχική υγεία, να κρατάω την πίστη και τη ελπίδα μου, γιατί αλλιώς δεν μπορεί να προχωρήσει ο άνθρωπος. Από εκεί και πέρα τα σημάδια γύρω είναι δυσοίωνα.

Το θέατρο σας δίνει πάντα μια διέξοδο;

Δεν ξέρω αν είναι το θέατρο. Η δημιουργία δίνει. Το να ταξιδεύεις με τη φαντασία σου για μένα είναι σωτήριο, είτε είσαι επαγγελματίας ηθοποιός είτε ένας άνθρωπος που αγαπάει την τέχνη σε οποιαδήποτε μορφή της. Από τότε που ήμουν μικρό παιδί αυτή ήταν η μόνη μου διαφυγή, το μόνο καταφύγιο, πέρα από δύο-τρεις πολύ ουσιαστικές προσωπικές σχέσεις που έχω. Το να λέμε ιστορίες είναι ένας τρόπος ίασης.

Πάμε στην παράσταση και στη συνάντησή σας με τον σκηνοθέτη Χρήστο Θεοδωρίδη…

Ήταν μεγάλη μου επιθυμία κι όταν μου το πρότεινε χάρηκα πάρα πολύ. Η αίσθηση που είχα βλέποντας τις παραστάσεις του είναι η ίδια που έχω τώρα δουλεύοντας μαζί του. Ουσιαστική, με απόλυτο σεβασμό απέναντι στους ανθρώπους και στα πράγματα, με ταπεινότητα. Είναι απ’ τις καλύτερες συνεργασίες που έχω κάνει. Έχει μια πολύ ανθρώπινη ματιά απέναντι στην τέχνη, στους ανθρώπους.

Ονειρεύεστε ρόλους;   

Δεν έχω ρόλους στο μυαλό μου -πολύ σπάνια. Η εμπειρία μου έχει αποδείξει ότι χωρίς τη συνάντηση οι ρόλοι δεν είναι τίποτα, με την έννοια ότι κάθε πρόσωπο πρέπει να τοποθετηθεί μέσα σε μία ιστορία. Αν δεν υπάρχει η ιστορία δεν μπορεί το πρόσωπο αυτό να ’χει ζωή. Βεβαίως, η επιθυμία να κάνουμε δύσκολα έργα, έργα του κλασικού ρεπερτορίου ή να ανακαλύψουμε καινούργια σημαντικά πράγματα, ναι, αυτό ισχύει. Αλλά ο ρόλος από μόνος του δεν σημαίνει κάτι. Γιατί μπορεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο προσπαθείς ν’ αναπτυχθείς, να μην είναι εύφορο, γόνιμο.

Άτοσσα στους «Πέρσες»: Πώς την αντιμετωπίζετε;

Είναι μια βασίλισσα με διπλωματικά χαρακτηριστικά, πολύ έξυπνη. Συγχρόνως όμως είναι ένας άνθρωπος, μια γυναίκα μέσα σ’ ένα περιβάλλον απ’ όπου λείπουν οι άντρες αλλά συνεχίζουν να είναι ισχυροί σ’ ένα πατριαρχικό καθεστώς. Αλλά είναι και μάνα. Ιστορικά η Άτοσσα έχει χάσει άλλον έναν γιο στους πρώτους πολέμους που είχε ξεκινήσει ο Δαρείος δέκα χρόνια πριν. Η αγωνία της να μην χαθεί ο Ξέρξης είναι μεγάλη. Παράλληλα με την έννοια για το παιδί της είναι κι έννοια να μην χαθεί η δυναστεία, η συνέχεια. Είναι δηλαδή μια γυναίκα που φροντίζει τα του οίκου της και ο οίκος της είναι μια μεγάλη δυναστεία που βασιλεύει.

Έχει αλλάξει ο τρόπος που πλησιάζετε έναν ρόλο;

Η εμπειρία οπωσδήποτε βοηθάει να πλησιάσουμε κάτι, να καταλάβουμε τι είναι πιο σημαντικό, τι να κάνουμε ή να μην κάνουμε. Πως να προσπερνάς κάποια στάδια που δεν σ’ έβγαζαν πουθενά, για να έχεις μια καλύτερη αφετηρία. Από εκεί και πέρα η χαρτογράφηση του χαρακτήρα και η καταβύθιση παραμένουν άγνωστα νερά, κι αυτό τα κάνει δύσκολα και ενδιαφέροντα.

Δύσκολο είδος η τραγωδία;

Ναι, όπως και κάθε έργο. Τα έργα του αρχαίου δράματος έχουν αντέξει στη φθορά του χρόνου κι αυτό δεν είναι λίγο. Είναι τεράστιο να μιλάμε για ένα έργο που γράφτηκε πριν από 2.500 χρόνια και να ανακαλύπτει κανείς πόσα πολλά έχει να δώσει. Είναι ένα θαύμα. Πέρα απ’ αυτό είναι και ο ανοιχτός χώρος, η δυσκολία του ανοιχτού χώρου. Κι εκεί είναι που συμβαίνει κάτι παράδοξο. Νομίζεις ότι τα πράγματα εξαφανίζονται επειδή είναι ένας χώρος ανοιχτός, μεγάλος. Στην πραγματικότητα όμως όλα μεγεθύνονται σαν να ’χεις ένα γκρο-πλαν. Είναι απίστευτο αυτό που συμβαίνει. Όσες ατέλειες θα μπορούσαν να χαθούν στον μικρό, κλειστό χώρο και ν’ απαλειφθούν με τα τεχνικά μέσα -φωτισμοί, μουσική, ξεσκεπάζονται. Μεγεθύνονται μ’ έναν τρόπο που δεν το πιστεύεις -σε καταλαβαίνει κι ο πιο μακρινός θεατής.

Η Επίδαυρος είναι πάντα κάτι ιδιαίτερο;

Απολύτως. Αυτό δεν τελειώνει ποτέ με την Επίδαυρο. Με τα χρόνια και την εμπειρία διαχειρίζεσαι καλύτερα αυτό που σου δημιουργεί, αυτό το ανοιχτό, το μεγάλο, το «για όλους». Ανάλογα τον χώρο υπάρχει και το αντίστοιχο κοινό, το οποίο είναι κάπως μυημένο σ’ αυτό που θα πάει να δει -είτε του αρέσει τελικά είτε όχι. Και δεν μιλάω για το αποτέλεσμα.

Στην Επίδαυρο δεν ισχύει αυτό. Εδώ, το κοινό, είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που τον χειμώνα βλέπουν τελείως διαφορετικά πράγματα, που τους αρέσουν και τους έλκουν πολύ διαφορετικά πράγματα. Είναι όλοι μαζεμένοι και εξαιτίας αυτού υπάρχει μια τρομερή καθαρότητα απ’ την οποία δεν μπορείς να ξεφύγεις.

Νιώθετε μεγαλύτερη ευθύνη;

Δεν ξέρω αν είναι θέμα ευθύνης, αλλά έκθεσης, πόσο εκτεθειμένος είσαι. Και είναι σαν να είσαι κάτω από μικροσκόπιο. Δεν μπορείς να πάρεις πάνω σου το βάρος όλης της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, αλλά σίγουρα βρίσκεσαι -όπως τα βακτήρια, στο μικροσκόπιο ενός μικροβιολόγου, παρόλο που είναι τόσο μεγάλο το θέατρο.

«Η βία είναι ανεπίτρεπτη στο δικό μου, προσωπικό, σύμπαν».

Ο Χορός στους «Πέρσες» έχει ιδιαίτερα καθοριστικό ρόλο…

Ο Χορός πάντα είναι ένα σύνολο. Υπακούει σ’ ένα σύνολο αλλά έχει φωνές, ατομικότητες. Δεν πάει όλος μαζί προς μια κατεύθυνση. Πρόθεση του σκηνοθέτη είναι να μιλήσει για τους πραγματικά ηττημένους. Πέρα απ’ το πένθος και τον πόνο για τους ανθρώπους που έχουν χάσει, βρίσκονται αντιμέτωποι και με διαλυμένες κοινωνίες, διαλυμένη οικονομία. Πέραν του προσωπικού πόνου βρίσκονται εκτεθειμένοι σε κοινωνίες που δεν τους προστατεύουν. Δεν υπάρχει μέριμνα. Το σύστημα προστατεύει τον εαυτό του. Απόλυτα ηττημένοι είμαστε όλοι εμείς. Στους «Πέρσες» όλα αυτά τα ονόματα που αναφέρονται, ένα-ένα, έχουν πρόσωπο, είναι πρόσωπα. Όχι αριθμοί, άνθρωποι.

Αυτός είναι ένας τρόπος για να μην ξεχνάμε;

Επειδή όλα περνάνε στη λήθη, και είναι χαρακτηριστικό μας να ξεχνάμε -αλίμονο, αν δεν το κάναμε, δεν θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε, υπάρχουν ορισμένα πράγματα που δεν θα ’πρεπε να τα ξεχνάμε. Δυστυχώς, περνάμε εύκολα στο επόμενο. Απ’ την άλλη είναι σημαντικό ότι μπορείς ν’ αφήσεις πίσω την απώλεια, να ολοκληρώσεις το πένθος σου, να κάνει τον κύκλο του και να πας παρακάτω. Όμως όσο ξεχνάς δεν μαθαίνεις, κάνεις τις ίδιες επιλογές, τις ίδιες πράξεις, τα ίδια λάθη.

Ποιες είναι οι προσωπικές σας αγωνίες; Τι σας ισορροπεί;  

Προσπαθώ να κρατάω την ελπίδα μου ψηλά και φωτεινή, να ’μαι αισιόδοξη γιατί αλλιώς δεν μπορώ να προχωρήσω. Και σε πολύ-πολύ προσωπικό επίπεδο, πραγματικά πιστεύω ότι όσο έχουμε την υγειά μας, οι άνθρωποι που αγαπώ κι εγώ, τα πράγματα μπορούν να διορθωθούν. Ίσως και λόγω των δικών μου εμπειριών έχω καταλάβει πια πόσο μεγάλη αξία έχει να είσαι γερός. Να ζήσεις μια μακρόχρονη καλή ζωή και να εστιάζεις στο τώρα. Γιατί το παρελθόν δεν υπάρχει ούτε το μέλλον. Το μέλλον είναι μια υποθετική κατάσταση και το παρελθόν έχει ήδη τελειώσει. Και ειλικρινά προσπαθώ να το σκέφτομαι συνέχεια, όταν η σκέψη μου λοξοδρομεί, όταν έχω άγχος για κάτι, και να λέω, «ναι θα κάνεις το καλύτερο δυνατό που μπορείς, αλλά δεν είναι και το τέλος του κόσμου».

Από εκεί και πέρα ενημερώνομαι, προβληματίζομαι. Αλλά δεν μπορώ να μιλάω επί παντός επιστητού, παρά μόνο για όσα καταλαβαίνω και γνωρίζω καλά. Δεν θέλω να βγάζω εύκολα συμπεράσματα ούτε να λέω εύκολα τη γνώμη μου για πράγματα που δεν έχω τα στοιχεία. Μπορεί να ’χω μια προσωπική γνώμη αλλά προτιμώ ν’ αναρωτιέμαι, παρά να ’χω απαντήσεις. Είναι πολύ εύκολο να έχουμε απαντήσεις γιατί έτσι ξεμπερδεύουμε. Αλλά ούτε η ζωή είναι έτσι ούτε οι άνθρωποι.

Ποιο είναι το όριό σας;

Στο μόνο που έχω μια άμεση αντίδραση είναι όταν οι άνθρωποι υφίστανται βία, είτε λεκτική είτε σωματική. Όταν οι άνθρωποι κακοποιούνται από άλλους ανθρώπους. Εκεί έχω μια ευαισθησία, εκεί υπάρχει μια κόκκινη γραμμή για μένα, ένα όριο απαράβατο. Εκεί δεν υπάρχουν πολλά να πούμε. Η βία είναι ανεπίτρεπτη στο δικό μου, προσωπικό, σύμπαν. Όταν ένας άνθρωπος υφίσταται βία θα βγω μπροστά ακόμα και αν δεν έχω εξετάσει πάρα πολύ καλά τις συνθήκες. Όποιος σηκώνει χέρι δεν δικαιολογείται από τίποτα. Δεν μ’ ενδιαφέρουν οι εξηγήσεις. Πήγαινε στα δικαστήρια, λήξε τη συνεργασία, φύγε. Το να σηκώσεις χέρι ή να μιλήσεις απαξιωτικά σ’ έναν άνθρωπο είναι ανεπίτρεπτο. Είναι αυτό που βλέπω να συμβαίνει γύρω μας -παίζουν ξύλο για το τίποτα. Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία απέναντι στη βία.

Γυρίζοντας πίσω, νιώθετε ότι βαδίσατε με τον τρόπο που θέλατε; Κάτι σαν «My way»;

Ναι. Έκανα όλες τις δύσκολες επιλογές για να περπατήσω σ’ έναν δρόμο που εξαρχής ήθελα. Και νομίζω, λίγο-πολύ, ότι τα έχω καταφέρει. Όχι βέβαια με την υπερβολή του «My way», γιατί εμπεριέχει μια υπεροψία, μια αλαζονεία. Αυτό μπορεί να το πει ένας άνθρωπος που έχει μεγαλώσει πολύ και δικαιούται, λόγω των χρόνων του, να πει «εγώ έκανα τα πράγματα με τον τρόπο μου». Ακόμα δεν έχω φτάσει εκεί. Σύμφωνα όμως με τα όνειρά μου, με τους ανθρώπους που ήθελα να συνεργαστώ, τους χώρους μέσα στους οποίους ήθελα να υπάρξω και με τον τρόπο που ήθελα να ασκώ την τέχνη του θεάτρου, ναι, είμαι ικανοποιημένη.

«Το κάλλος είναι κάτι που δεν αρκούν τα όμορφα μάτια για να υπάρξει».

Εισπράττετε κι έναν σεβασμό απ’ το κοινό…

Χαίρομαι πολύ που το λέτε αυτό. Το βιώνω. Θυμάμαι κάποτε με είχαν ρωτήσει αν θα ήθελα να μείνω ως καλή ηθοποιός ή ως καλός άνθρωπος. Και είχα απαντήσει αυθόρμητα ότι είναι πειρασμός να μείνω ως καλή ηθοποιός, αλλά θα προτιμούσα να μείνω ως καλός άνθρωπος. Για μένα αυτός ο σεβασμός που λέτε έχει σημασία γιατί κι εγώ έχω πολύ μεγάλο σεβασμό στους ανθρώπους γύρω μου, συνεργάτες και κοινό. Δεν θεωρώ αυτονόητο και δεδομένο τίποτα, ούτε ότι έρχονται και βλέπουν τις παραστάσεις μας -είναι τιμητικό. Δεν μου χαρίστηκε τίποτα, δούλεψα και δουλεύω πολύ σκληρά, αλλά κι άλλοι δουλεύουν σκληρά και συχνά δεν τους δίνονται αυτά που τους αξίζουν. Γι’ αυτό και δεν θεωρώ τίποτα αυτονόητο και δεδομένο.

Ποια στοιχείο σας θεωρείτε σημαντικό;

Αυτό που εγώ καταλαβαίνω και θεωρώ σημαντικό, στους ανθρώπους που θέλω να είναι κοντά μου και με όσους έχω βαθύτερες προσωπικές σχέσεις, είναι η συνέπεια. Δεν μπορείς τη μία να είσαι καλός, τρυφερός και την άλλη να βάζεις τις φωνές και να κάνεις τρέλες. Η συνέπεια στον χαρακτήρα μας, στις αντιδράσεις και στις πράξεις μας είναι αποτέλεσμα μιας πολύ σημαντικής δουλειάς που πρέπει να κάνει ο καθένας με τον εαυτό του. Όλοι θυμώνουμε. Έχουμε δύσκολες στιγμές, θα μας ξεφύγει μια συμπεριφορά, άνθρωποι είμαστε. Και θα συγχωρήσουμε και θα συγχωρεθούμε. Αλλά θα πρέπει τις περισσότερες μέρες του μήνα να έχεις μια συνέπεια απέναντι στα πράγματα. Αυτό νομίζω ότι είναι κάτι που έχω -μια συνέπεια. Στο θέατρο νομίζω ότι είμαι συνεπής, άλλες φορές έχω επιτύχει, άλλες έχω αποτύχει, αλλά στην πορεία μου είμαι συνεπής.

Είστε μια ωραία γυναίκα. Αισθάνεστε ότι πρέπει να υπηρετείτε αυτό το πρότυπο;

Εγώ ως χορεύτρια δεν καταλάβαινα καν ότι ήμουν ένα όμορφο κορίτσι. Αντίθετα, ήμουν πάντα μια χορεύτρια, όπως όλες οι χορεύτριες, που έπρεπε να χάσω κιλά, να διατηρηθώ σε κιλά -μια τεράστια αναστάτωση όσον αφορά στο πρότυπο της χορεύτριας. Κι αυτό δεν είχε να κάνει ούτε με το αν είσαι όμορφη ούτε με το αν είσαι άσχημη. Οπότε μπαίνοντας στον χώρο του θεάτρου, και το λέω πάντα αυτό, ήταν σοκαριστικό, ότι όλοι άρχισαν α ασχολούνται με το πρόσωπό μου. Σοκαρίστηκα. Μπορεί κάποιος να δυσκολεύεται να το πιστέψει αλλά έτσι συνέβη. Σχεδόν ευχόμουν να μην μου είχαν χαρίσει αυτή την εμφάνιση. Κι απ’ τη μια άκρη πήγα στην άλλη και μετά είπα ότι δεν απαξιώνω αυτό που μου χάρισαν οι γονείς μου γιατί είναι ύβρις. Δεν έκανα τίποτα εγώ γι’ αυτό, αυτοί οι δύο άνθρωποι μας έπλασαν, κι εμένα και τον αδελφό μου, και έτυχε να έχουμε μια εμφάνιση που χαίρει της αποδοχής. Δεν το απαξιώνω, το προστατεύω. Επειδή έρχομαι και απ’ τον χώρο του χορού, έχω μάθει να φροντίζω το σώμα μου, να γυμνάζομαι. Μ’ αρέσει να βλέπω στον καθρέφτη την καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου. Όλα αυτά ισχύουν. Αλλά ισχύουν και μέσα σε ένα πλαίσιο που αφορά στην καλή υγεία μου.

Από τότε που μπήκατε στην υποκριτική, με την «Αίθουσα του θρόνου», σας ακολουθεί ένα φως…   

Αυτό το φως έχει να κάνει με το να δουλεύεις τον εαυτό σου. Του επιτρέπεις να σκαλίζει τα σκοτεινά του κομμάτια. Όπως μια πληγή, ακόμα κι αν γιατρευτεί, τη βλέπεις, η πληγή είναι εκεί. Έτσι και με τον εαυτό μας. Επιτρέπουμε στον εαυτό μας να δει τα σκοτεινά του κομμάτια και να τα περιθάλψει. Αλλά αυτά είναι πάντα εκεί. Αυτή η περίθαλψη, η ίαση, στον βαθμό που μπορεί να γίνει, και γνωρίζοντας πάντα ότι αυτά τα κομμάτια είναι εκεί, επιτρέπουν στα φωτεινά σου κομμάτια να καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος. Έτσι εγώ το εξηγώ.

Θυμάμαι πάρα πολύ καλά τη Ζουζού Νικολούδη, στα ογδόντα της χρόνια, μια πανέμορφη γυναίκα και στα νιάτα της και στα γηρατειά της, το φως που εξέπεμπε ήταν κάτι αδιανόητο. Και θυμάμαι τότε που μου είχε πει μια γυναίκα που αγαπώ πολύ ότι η καλλονή δεν χάνεται. Και δεν αναφερόταν στην εξωτερική εμφάνιση. Γιατί η καλλονή, το κάλλος είναι κάτι που δεν αρκούν τα όμορφα μάτια για να υπάρξει. Είναι ένας πολύ μεγάλος συνδυασμός πραγμάτων, κι είναι αυτό το φως που εκπέμπουν κάποιοι άνθρωποι γιατί έχουν δουλέψει πολύ με τον εαυτό τους.

Κι εγώ αυτό το κάνω από πολύ μικρή. Γιατί έτυχαν και οι συγκυρίες της ζωής και χρειάστηκε να δω κάποια πράγματα που ήταν πάρα πολύ δύσκολα. Κι αυτό ήταν ένα δώρο στον εαυτό μου. Γιατί με αφορμή κάποια εξωτερικά πράγματα έφτασα να δουλέψω πολύ βαθιά εσωτερικά.

Τον χειμώνα τι σχεδιάζετε;

Θέατρο δεν θα κάνω τον χειμώνα. Θα ξεκουραστώ λίγο, το χρειάζομαι. Έχω μια συμμετοχή, έναν μικρό ρόλο, σε μια σειρά στο Mega -μ’ άρεσε πολύ ο σκηνοθέτης και θα κάνω έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στον Alpha, με τον Χάρη Φραγκούλη και μια πολύ ωραία ομάδα -σκηνοθετεί ο Αλέξανδρος Αβρανάς.

Συναυλία Moby στο Release Athens - Είμαστε ακόμη φτιαγμένοι από αστέρια

Δεκαπέντε χρόνια μετά την τελευταία του εμφάνιση στην Ελλάδα, ο Moby επέστρεψε με ένα live γεμάτο επιτυχίες. Ένα ταξίδι από το «Go» και το «Play» μέχρι την πολιτική, την οικολογία, την ελπίδα και όσα εξακολουθούν να τον κάνουν μοναδικό.

Moby ορμά τρέχοντας με την κιθάρα του στη σκηνή του Release Athens.

Η μπάντα του έχει ξεκινήσει να παίζει το «Body Rock». Φορά ένα λευκό t-shirt και στενό τζιν, νορμάλ πράγματα, καλοκαιρινά. Η φιγούρα του είναι σχεδόν καρτουνίστικη -νομίζεις ότι θα βγάλει από κάπου ένα μικρό πύραυλο με φυτίλια στην άκρη, θα τον ζωστεί σαν άλλο κογιότ και θα εκτοξευτεί στα αστέρια.

Εμάς πάντως εκεί μας έστειλε. Και δεν ήμασταν και λίγοι, περισσότεροι από 20.000 γεμίσαμε την Πλατεία Νερού. Από το setlist δεν έλειψε σχεδόν καμία από τις μεγάλες του επιτυχίες του. Οι επιλογές ήταν όλες δοκιμασμένες και σίγουρες, προερχόμενες κυρίως από τους δύο δίσκους που τον εδραίωσαν στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα, το «Play» και το «18».

Φωτό: Release Athens

Ναι, «αδίκησε» τον εαυτό του καθώς δημιουργικά έχει κι άλλες στιγμές, πολύ πιο πρόσφατες. Ναι, γυρίσαμε τόσο πολύ στις αρχές των 00s που κάποια στιγμή πίστεψα ότι θα σηκωθώ σήμερα το πρωί και θα έχω θερινό φροντιστήριο στα αρχαία κατεύθυνσης.

Παρόλα αυτά, περάσαμε υπέροχα βλέποντας μετά από 15 ολόκληρα χρόνια έναν καλλιτέχνη που έχει αγαπηθεί όσο λίγοι στη χώρα μας. «Αυτή είναι η 5η ή η 6η φορά που βρίσκομαι στην Αθήνα», θα πει στην αρχή της συναυλίας, λίγο πριν ακουστούν οι πρώτες νότες από το «Go», ένα από τα ελάχιστα τραγούδια του set που είχε παίξει στην πρώτη του εμφάνιση στην Ελλάδα.

***

O Moby κάνει άνω-κάτω τη σκηνή του Rock of Gods στο λιμάνι του Πειραιά.

Σπάει την κιθάρα του, σκαρφαλώνει στα ηχεία, δίνει μία και πετάει πάνω από τα κεφάλια του πλήθους, πάνω από τα κουφάρια των Λιπασμάτων και της ΑΓΕΤ Ηρακλής, πάνω από το φουγάρο της ΔΕΗ. Ένας μικρόσωμος γίγαντας που ορθώνει το ανάστημά του πάνω και από τα βουβά και αγέρωχα σιλό.

Ένα άλμα στο κενό

Έχουν περάσει 30 χρόνια από εκείνο το live και 35 από την κυκλοφορία του «Go», του κομματιού που ήταν η πρώτη του μαζική επιτυχία και τον καθιέρωσε ως πρόσωπο της rave σκηνής. Το καλοκαίρι του 1996 τα καύσιμα αυτής της επιτυχίας είχαν αρχίσει να τελειώνουν και εκείνο το φανταστικό άλμα στον Πειραιά μετατράπηκε μέσα σε λίγους μήνες σε μια εκκωφαντική βουτιά.

Εκείνη την εποχή κυκλοφορεί το «Animal Rights» και όλα πάνε κατά διαόλου: αρνητικές κριτικές, αποτυχημένα live σε άκυρα venues, αναζήτηση νέας δισκογραφικής μετά την παταγώδη αποτυχία. Μοιάζει ειρωνικό ότι απέτυχε με ένα album που έχει τίτλο μια υπόθεση στην οποία έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής του: τα δικαιώματα των ζώων.

Από τον Bowie στο Play

Μάλιστα χθες «διέκοψε» τη συναυλία για να προβάλει ένα βίντεο της ανθρωπολόγου Jane Goodall, η οποία πέθανε τον περασμένο Οκτώβριο και ήταν από τις πρώτες και πιο σημαντικές φωνές του οικολογικού κινήματος παγκοσμίως.

Στο ίδιο μήκος κύματος, το «Why does my heart feel so bad», ερμηνευμένο από την India Carney, συνοδεύτηκε από visuals με ζώα να απολαμβάνουν την ελευθερία τους. Εδώ πρέπει να γίνει μία μνεία τόσο στην Carney όσο και στη Nadia Duggin, οι οποίες τραγούδησαν τα περισσότερα κομμάτια της συναυλίας –ο Moby ήταν πολύ χαρούμενος να παίζει κρουστά, κιθάρα, πολύ λιγότερο keyboards, να τρέχει -φυσικά- πάνω κάτω στη σκηνή, αλλά όχι να τραγουδάει.

Από τις πιο δυνατές στιγμές του live ήταν όταν η Duggin τραγούδησε το «Heroes», το «ωραιότερο τραγούδι που έχει γραφτεί ποτέ», όπως είπε ο Moby. Μοιράστηκε μάλιστα μαζί μας ότι τα χρήματα που μάζευε από την πρώτη του καλοκαιρινή δουλειά όταν ήταν 12 χρονών τα ξόδευε για να αγοράζει δίσκους του David Bowie και τελικά η ζωή τα έφερε έτσι, ώστε χρόνια αργότερα να βρεθεί ο Bowie στο σπίτι του και να παίξουν μαζί το «Heroes».

Όλες οι μεγάλες επιτυχίες

Αυτό το πινγκ-πονγκ ανάμεσα σε «Play» και «18» συνεχίστηκε όλο το βράδυ –έλειπε η φωνή του Moby όπως έλειπε σε πολλά κομμάτια και ο όγκος που δίνουν στις studio εκτελέσεις τα synths. Aπό το «We are all made of stars» και το «In this world» πήγαμε στο «Porcelain» και το «Find my babe» και από το «Natural blues» στην ενδιαφέρουσα και ηλεκτρονική εκδοχή του «Extreme ways».

Υπήρξαν και τέκνο δόσεις από τις αρχές του ’90. Σε μια από αυτές είχαμε και ένα απολαυστικό και σαρκαστικό mash up του «Next is the E» με το «Without me» του Eminem και τον στίχο «Moby, nobody listens to techno» να παίζει σε λούπα.

Φωτό: Release Athens

Το Encore έγινε με το «Lift me up», αφού πρώτα ο Αμερικανός τραγουδοποιός ζήτησε συγγνώμη για λογαριασμό του κράτους των ΗΠΑ και χαρακτηρίζοντας τον Trump ως τον χειρότερο πρόεδρο της ιστορίας. «Παρακαλώ δείξτε υπομονή μέχρι να ξεκουμπιστεί», μας παρότρυνε. Στο φινάλε ακούσαμε το «Feeling so Real».

***

Ο Moby στέκεται με λυγισμένα γόνατα στην άκρη της σκηνής και μας κοιτά.

Ξεχωρίζουν δύο λέξεις που έχει χτυπήσει στα χέρια του, μία σε κάθε πήχη: «Animal Rights» -η υπόθεση της ζωής του, μα και ο τίτλος του δίσκου που παραλίγο να τον εξαφάνιζε.

Από κάτω εμείς χορεύουμε, χοροπηδάμε, τραγουδάμε, χαμογελάμε.

«No one can stop us now ‘cause we are all made of stars».