ενημέρωση 11:45, 17 September, 2026

Ουγγαρία και Σλοβακία θα πιέσουν την ΕΕ να άρει τις κυρώσεις στις ρωσικές ενεργειακές προμήθειες, σύμφωνα με τον Ούγγρο πρωθυπουργό

Ο Βίκτορ Όρμπαν δήλωσε ότι η Βουδαπέστη και η Μπρατισλάβα θεωρούν απαραίτητο να λάβουν επειγόντως μέτρα για να βοηθήσουν τις χώρες της ΕΕ να αποφύγουν τις ελλείψεις πρώτων υλών και καυσίμων, καθώς και την αύξηση των τιμών της ενέργειας.

ΒΟΥΔΑΠΕΣΤΗ, 4 Απριλίου. /TASS/. Η Ουγγαρία και η Σλοβακία συμφώνησαν να καλέσουν από κοινού την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να άρει τους περιορισμούς στις προμήθειες ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου στην Ευρώπη, η οποία αντιμετωπίζει ενεργειακή κρίση εν μέσω της κατάστασης γύρω από το Ιράν και της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, δήλωσε ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τον Σλοβάκο ομόλογό του Ρόμπερτ Φίτσο.

Είπε ότι η Βουδαπέστη και η Μπρατισλάβα θεωρούν απαραίτητο να λάβουν επειγόντως μέτρα για να βοηθήσουν τις χώρες της ΕΕ να αποφύγουν τις ελλείψεις πρώτων υλών και καυσίμων, καθώς και την αύξηση των τιμών της ενέργειας. «Απαιτούμε από τις Βρυξέλλες να αναστείλουν αμέσως τις κυρώσεις και τους περιορισμούς που επιβάλλονται στην ρωσική ενέργεια», δήλωσε ο Όρμπαν σε βιντεοσκοπημένη ομιλία που μεταδόθηκε από την ουγγρική τηλεόραση.

Προέτρεψε επίσης τις Βρυξέλλες να αναγκάσουν τον Βλαντιμίρ Ζελένσκι να «ανοίξει αμέσως ξανά τον αγωγό πετρελαίου Ντρούζμπα», ο οποίος έχει αποκλειστεί από την Ουκρανία από τις 27 Ιανουαρίου.

«Η ευρωπαϊκή οικονομία αντιμετωπίζει κίνδυνο ελλείψεων ενέργειας και, ως εκ τούτου, αύξησης των τιμών. Η απειλή είναι άμεση και μπορεί να αποτραπεί μόνο εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση αναπληρώσει τα αποθέματά της σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο από όλες τις πιθανές πηγές, σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερες ποσότητες και το συντομότερο δυνατό», τόνισε ο Ούγγρος πρωθυπουργός, προσθέτοντας ότι «κάθε μέρα μετράει πλέον».

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

«Μπορεί η ζημιά να είναι ανεπανόρθωτη» - Σοβαρή ρήξη Στάρμερ – Τραμπ με φόντο τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή

O Τραμπ φέρεται να μιμήθηκε τον Στάρμερ με «αδύναμη φωνή» κατά τη διάρκεια πασχαλινού γεύματος στον Λευκό Οίκο

Ο Κιρ Στάρμερ έχει δεχθεί προειδοποιήσεις ότι η σχέση του με τον Ντόναλντ Τραμπ ενδέχεται να έχει υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, μετά από ειρωνικά σχόλια του Αμερικανού προέδρου εις βάρος του.

Σε μια νέα ένταση στις σχέσεις Ηνωμένου Βασιλείου – ΗΠΑ, ο Τραμπ φέρεται να μιμήθηκε τον Στάρμερ με «αδύναμη φωνή» κατά τη διάρκεια πασχαλινού γεύματος στον Λευκό Οίκο, σχολιάζοντας ότι το Ηνωμένο Βασίλειο «δεν ήταν ο καλύτερος σύμμαχος» κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν.

Ο λόγος

Όπως αναφέρει ο Guardian, η ένταση σχετίζεται με την απόφαση του Στάρμερ να μην επιτρέψει στις ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν βρετανικές στρατιωτικές βάσεις για τα αρχικά πλήγματα, καθώς και με τη φερόμενη άρνηση αποστολής αεροπλανοφόρων.

Διπλωματικές πηγές εκτιμούν ότι ο Στάρμερ ορθώς αγνόησε τις δηλώσεις, ωστόσο η σχέση με τις ΗΠΑ έχει επιδεινωθεί σημαντικά. Κάποιοι θεωρούν ότι θα πρέπει πλέον να ενισχύσει δεσμούς με χώρες όπως ο Καναδάς, η Αυστραλία και ευρωπαϊκά κράτη.

Από την πλευρά του, ο Τραμπ υποστήριξε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο «θα έπρεπε να είναι ο καλύτερος σύμμαχος», αλλά δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, κατηγορώντας τον Στάρμερ για καθυστερήσεις και δισταγμούς.

Ωστόσο, πηγές από τη Downing Street διέψευσαν ότι υπήρξε αίτημα για αποστολή αεροπλανοφόρων, επισημαίνοντας ότι ο Τραμπ στο παρελθόν είχε αναφερθεί σε ναρκαλιευτικά και όχι σε αεροπλανοφόρα.

Ανώτεροι διπλωμάτες σημειώνουν ότι, παρότι η ένταση ίσως αποκλιμακωθεί, υπάρχει κίνδυνος περαιτέρω επιδείνωσης, ακόμη και με πιθανές πιέσεις σε επίπεδο NATO ή εμπορικών μέτρων.

Ειρωνεύτηκε και τον Μακρόν

Παράλληλα, ο Τραμπ φέρεται να ειρωνεύτηκε και τον Εμανουέλ Μακρόν, συνεχίζοντας μια ευρύτερη επιθετική ρητορική προς Ευρωπαίους ηγέτες.

Ο Στάρμερ δεν απάντησε άμεσα, τονίζοντας ότι παραμένει προσηλωμένος στο εθνικό συμφέρον του Ηνωμένου Βασιλείου, «παρά τις πιέσεις και τον θόρυβο».

Στο εσωτερικό, στελέχη των Εργατικών στηρίζουν τη στάση του, υπογραμμίζοντας ότι οι αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής πρέπει να λαμβάνονται με βάση τη συλλογική κρίση και τη συμβουλή ειδικών.

Η υπόθεση έχει επίσης πολιτικές επιπτώσεις για κόμματα όπως το Reform UK και τους Συντηρητικούς, καθώς επιχειρούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στη στήριξη προς τις ΗΠΑ και την υπεράσπιση της αξιοπρέπειας της βρετανικής ηγεσίας.

Συνολικά, το επεισόδιο αναδεικνύει τη σοβαρή δοκιμασία στις διατλαντικές σχέσεις και αφήνει ανοιχτό το ερώτημα αν οι προσωπικές σχέσεις των δύο ηγετών μπορούν να αποκατασταθούν.

Φιόνα Φον Τίσεν - Η σπάνια συνέντευξη της τελευταίας αγαπημένης του Αλέξανδρου Ωνάση

Η διεθνούς φήμης φωτογράφος Calliope είχε φωτογραφίσει την Φιόνα Φον Τίσεν στη Μύκονο για το περιοδικό Life&Style και είχε συνομιλήσει μαζί της σε μια σπάνια συνέντευξη.


Σχεδόν δύο δεκαετίες πριν, η διεθνούς φήμης φωτογράφος Calliope, αγαπημένη μας συνεργάτιδα, είχε φωτογραφίσει την τελευταία αγαπημένη του Αλέξανδρου Ωνάση στη Μύκονο για το περιοδικό Life&Style και είχε συνομιλήσει μαζί της σε μια σπάνια συνέντευξη:

«H Φιόνα Τίσεν είναι απόδειξη της αιώνιας ομορφιάς. Θυμάμαι να κοιτάζω τις φωτογραφίες της στα περιοδικά και να υπνωτίζομαι, όταν ήμουν μικρό κορίτσι και μεγάλωνα στην Αθήνα, διαβάζοντας τα περιοδικά της μητέρας μου. Φιγουράριζε ως διεθνής καλλονή, με ιδιαίτερο στυλ και κομψότητα.

Όταν ο δεσμός της με τον Αλέξανδρο Ωνάση έγινε γνωστός στις αρχές της δεκαετίας του '70, πέρασε αμέσως στο πάνθεον των "Ελληνίδων" για την ομορφιά της, αλλά και για το ότι αντιτάχθηκε στον Αριστοτέλη Ωνάση, ο οποίος ήταν εναντίον της σχέσης τους, επειδή η Φιόνα ήταν διαζευγμένη και 18 χρόνια μεγαλύτερη από τον Αλέξανδρο, αλλά και επειδή τον ενθάρρυνε να είναι ανεξάρτητος και να πατάει πόδι στον πατέρα του.

Φιόνα Φον Τίσεν: Η σπάνια συνέντευξη της τελευταίας αγαπημένης του Αλέξανδρου Ωνάση 2

Ηγεμονική φιγούρα στον φακό της Calliope στο όμορφο σπίτι της στη Μύκονο. (Photo: Calliope)

Εκείνη ήταν πάντα ελεύθερη και πρωτοποριακή, τόσο μπροστά από την εποχή της με το να ερωτευτεί ένα νεότερό της άνδρα, χωρίς να νοιάζεται για τις γνώμες και τις προκαταλήψεις των άλλων. Άλλωστε, έδειχναν τόσο όμορφοι μαζί! Εκείνος με τα δυνατά ελληνικά του χαρακτηριστικά, εκείνη τόσο λαμπερή, μαυρισμένη, με υπέροχα μίνι φορέματα! Η χώρα τούς είχε ερωτευτεί. Έμειναν μαζί πέντε χρόνια, μέχρι το θάνατό του, όταν το ιδιωτικό του αεροπλάνο συνετρίβη. Ο κόσμος πένθησε μαζί της και ο έρωτάς της με την Ελλάδα κράτησε μία ζωή.

Σήμερα, πολλά χρόνια αργότερα, έχει ακόμα το πνεύμα και την καλλονή, αυτή την αψεγάδιαστη κομψότητα και τους εξαιρετικούς τρόπους, συνδυασμένα με την καλή καρδιά της και την ικανότητα να επικοινωνεί με όλους τους ανθρώπους με το δικό της άμεσο μοναδικό τρόπο.

Είχα την καλή τύχη να τη γνωρίζω τα τελευταία χρόνια και όταν της έστειλα e-mail από τη Νέα Υόρκη, ζητώντας της να τη φωτογραφίσω, απάντησε από το σαλέ της στην Ελβετία με τόσο έξυπνο τρόπο, που παραλίγο να πέσω από την καρέκλα μου: «Καλή μου Καλλιόπη, από πότε γύρισαν οι γιαγιάδες στη μόδα; Θα είμαι πίσω στο σπίτι μου στη Μύκονο σε ένα μήνα και είσαι ευπρόσδεκτη να έρθεις να με επισκεφτείς όχι ως φωτογράφος, αλλά ως φίλη».

Μοιάζει με βασίλισσα. Όλες οι φωτογραφίες έχουν κάτι κοινό: Το λένε στυλ!

Φυσικά ήμουν εκεί ένα μήνα αργότερα, χωρίς να δέχομαι την άρνησή της για φωτογράφηση. Καταλήξαμε να διασκεδάζουμε πολύ βγάζοντας ωραίες φωτογραφίες. Για μία ακόμη φορά μού επιβεβαίωσε ότι τη βλέπω σαν σπουδαίο σύμβολο επιβίωσης, δύναμης, στυλ, καλοσύνης και ποιότητας για τις γυναίκες κάθε ηλικίας.

Ένιωσα ότι περνούσα τις καλύτερες στιγμές με μια αγαπημένη, όλο νιάτα αλλά και σοφία, φίλη. Και πράγματι ήταν μια επαγγελματίας που δεν παραπονιόταν ποτέ. Το ιδανικό μοντέλο.

Μαγεύτηκα ξανά. Φυσικά στην αρχή είπε ότι δεν έχει κάτι κατάλληλο να φορέσει, έψαχνε να βρει δικαιολογίες. Της είπα ότι δεν την πιστεύω και τότε βγάλαμε από την ντουλάπα της το πιο μαγικό φόρεμα Thea Porter, vintage μετάξι στο χρώμα της κανέλας, ελαφρύ σαν φτερό, κεντημένο με χρυσές κλωστές, πρωτότυπο, από τη δεκαετία του '60, όταν μεσουρανούσαν ο Ozzie Clark, η Jean Muir και η Mary Quant.

«Με αυτό το φόρεμα θέλω να με θάψουν», λέει. «Είναι το αγαπημένο μου. Το αγόρασα από του Peppo Vannini, που πουλούσε όλα αυτά τα υπέροχα και βαρύτιμα ρούχα από το διαμέρισμά του στην Πέμπτη Λεωφόρο και από το μαγαζί του στο Σεν Μόριτζ, στις δεκαετίες του '60 και του '70».

Μετά φόρεσε ένα εκπληκτικό μεταξένιο ινδιάνικο καφτάνι που αγόρασε κάποτε σε υπαίθρια αγορά, ένα ζευγάρι σκουλαρίκια από σμάλτο από το Τζαϊπούρ και ένα ζευγάρι σκουλαρίκια του Kenneth j Lane. Περπατούσε ξυπόλυτη με μοναδική χάρη, μία οπτασία αέναης κομψότητας.

Της είπα ότι πάντοτε ήθελα να έχω άσπρα μαλλιά μεγαλώνοντας, ότι υπάρχει κάτι πολύ ειλικρινές σε αυτά. Συμφώνησε, αφού το έχει κάνει ήδη. Τα άσπρα σαν χιόνι μαλλιά της πλαισίωναν το μέτωπό της σαν φωτοστέφανο.

Η Φιόνα Κάμπελ Σκοτ γεννήθηκε σε μια ευκατάστατη βρετανική οικογένεια της ανώτερης τάξης, με σκωτσέζικη καταγωγή. Την ανακάλυψαν στη δεκαετία του ’50, σε ηλικία 18 ετών, από το θρυλικό φωτογράφο Νόρμαν Πάρκινσον. Με τα αριστοκρατικά χαρακτηριστικά της, το πορσελάνινο δέρμα, τη λεπτή σιλουέτα της, δεν άργησε να γίνει ένα από τα τοπ μόντελ που πόζαραν για κορυφαία περιοδικά, και ένα από τα πιο αγαπημένα μοντέλα φωτογράφων όπως ο Σέσιλ Μπίτον, ο Ίρβινγκ Πεν ο Ρίτσαρντ Άβεντον και ο Χένρι Κλαρκ, του οποίου έγινε μούσα.

Φιόνα Φον Τίσεν: Η σπάνια συνέντευξη της τελευταίας αγαπημένης του Αλέξανδρου Ωνάση 3

Με τον Αλέξανδρο Ωνάση.

Δεν υπήρχαν πολλά μοντέλα τότε στον κόσμο της μόδας και έπρεπε να κάνουμε μόνες μας τα μαλλιά και το μέικ απ. O Βιντάλ Σασούν ήρθε πολύ αργότερα. Δεν κάναμε πασαρέλα εκείνη την εποχή. Δεν το θεωρούσαν σωστό. Οι οίκοι ραπτικής είχαν τα δικά τους μανεκέν που το έκαναν αυτό. Στην αρχή οι πόζες ήταν τόσο στατικές, εξαιτίας των τεράστιων φωτογραφικών μηχανών. Με την ανακάλυψη του γρήγορου φιλμ, όμως, όλα άλλαξαν. Αρχίσαμε να κουνιόμαστε, να πηδάμε! Ήταν μικρότερος ο κόσμος, αλλά γεμάτος κέφι, ενθουσιασμό και δημιουργικότητα».

Τη ρωτάω για τη Σούζι Πάρκερ, το άλλο διάσημο μοντέλο της εποχής, και αμέσως το πρόσωπό της λάμπει. «Αχ η Σούζι, τι υπέροχο κορίτσι, τι θεϊκή ομορφιά και τι ευγενική καρδιά. Δουλέψαμε πολύ μαζί, γίναμε φίλες, απολαμβάναμε η μία την παρέα της άλλης και γελούσαμε τόσο. Έχω πολύ καλές αναμνήσεις από εκείνη και φυσικά από την Νταϊάνα Βρίλαντ, την αυτοκράτειρα της μόδας. Τη θυμάμαι να μου ζητάει να φορέσω παντελόνια και να πάω μαζί της σε εστιατόρια, μπαρ ξενοδοχείων, καθώς θεωρείτο ταμπού να τα φοράς εκεί, αλλά η Νταϊάνα το θεωρούσε κουτό και ήθελε να το αλλάξει, και ήθελε εγώ να τη βοηθήσω, κάτι που έκανα με ευχαρίστηση. Ήταν μία επανάσταση και μάλιστα επιτυχής!».

Φιόνα Φον Τίσεν: Η σπάνια συνέντευξη της τελευταίας αγαπημένης του Αλέξανδρου Ωνάση 4

«Καλή μου Καλλιόπη, από πότε γύρισαν οι γιαγιάδες στη μόδα; Θα είμαι πίσω στο σπίτι μου στη Μύκονο σε ένα μήνα και είσαι ευπρόσδεκτη να έρθεις να με επισκεφθείς όχι ως φωτογράφος, αλλά ως φίλη» είπε η Φιόνα στη φωτογράφο. (Photo: Calliope)

Η Φιόνα θυμάται άλλο ένα αστείο περιστατικό από μια φωτογράφηση στη Ρώμη, σε ένα διάλειμμα της οποίας σκέφτηκε να πηδήξει στην πισίνα για να δροσιστεί λίγο. Βούτηξε, όμως, στη βαθιά πλευρά της κατά λάθος, με αποτέλεσμα να βρεθεί στον πάτο, φορώντας μέικ απ, τις ψεύτικες βλεφαρίδες, με τα μαλλιά σινιόν.

«Ήταν, όμως, όλα τόσο καλοφτιαγμένα, ώστε βγαίνοντας από την πισίνα είχαν παραμείνει άθικτα», λέει γελώντας. Παντρεύτηκε σε πολύ νεαρή ηλικία, στη χρυσή στιγμή της καριέρας της ως μοντέλου, τον βαρόνο Χάινριχ φον Τίσεν Μπορνεμίζα, τον Χάινι, όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι του, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά, τη Φραντσέσκα (η οποία αργότερα παντρεύτηκε τον αρχιδούκα Κάρολο των Αψβούργων), και τον Λομ, ένα σκηνοθέτη που έχει την έδρα του το Παρίσι.

Για κάποια χρόνια ζούσαν στη μαγευτική βίλα Favorita στο Λουγκάνο, ένα παλάτσο γεμάτο θησαυρούς Τέχνης, καθώς ο άνδρας της είναι ένα από τους μεγαλύτερους συλλέκτες. Επίσης, είχαν σπίτια στην Τζαμάικα και το Σεν Μόριτζ.

«Ο Ιμπέρ ντε Ζιβανσί ήταν ο αγαπημένος μου σχεδιαστής. Τον λάτρευα και τον ικέτευα να μην κάνει τα φορέματά μου τόσο στενά στο στήθος, γιατί δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Δεν του άρεσαν οι συστάσεις μου, αν και με λάτρευε, του άρεσε το ίσιο στήθος. Ο Αλεξάντρ ντε Παρί ήταν άλλη μία ιδιοφυΐα στο να φτιάχνει τους πιο μεγάλους, τους πιο εντυπωσιακούς κότσους, για να ταιριάζουν με μια βραδινή τουαλέτα».

Φιόνα Φον Τίσεν: Η σπάνια συνέντευξη της τελευταίας αγαπημένης του Αλέξανδρου Ωνάση 5

Καλλονή: Η Φιόνα στα χρόνια του μόντελινγκ

Καθώς κοιτάμε τις παλιές της φωτογραφίες, σταματά σε μία όπου ο βαρόνος κι εκείνη κοιτούν με λατρεία την κόρη τους Φραντσέσκα την ημέρα της βάπτισής της. Η Φιόνα φορά ένα φόρεμα new look του Christian Dior, που μόλις είχε λανσάρει τη συγκεκριμένη μόδα. Σε μια άλλη φωτογραφία ποζάρει με ένα μακρύ μαύρο στενό φόρεμα Givenchy και κοσμήματα Harry Winston, μαζί με το σύζυγό της και τη Φραντσέσκα, μπροστά σε ένα τραπέζι με όλες τις σάλτσες Heinz που υπάρχουν, δείχνοντας όλοι τους πολύ κομψοί.

«Ήταν μία χριστουγεννιάτικη κάρτα που την κάναμε σαν αστείο για τους φίλους μας. Άλλη μία φωτογραφία μού τραβά την προσοχή: Η Φιόνα με φορεσιά Ισπανού ευγενή και καπέλο ταυρομάχου, καβάλα σε άλογο, στη Σεβίλη. Μία άλλη τη δείχνει με τον Γκούντερ Σακς να φοράει γούνα. Στο Corvigla club φορά την πιο κομψή στολή για σκι και ένα μεγάλο γούνινο παλτό. Σε άλλη φορά κόκκινη φούστα και λευκή μπλούζα, πάνω σε μια άμαξα που τη σέρνει άλογο, στη Σικελία, ενώ σε μια άλλη επισκέπτεται την Ακρόπολη με τη φίλη της Ευγενία Νιάρχου. Πιο κάτω, χαμογελά ευτυχισμένη κάτω από τον τζαμαϊκανό ήλιο, με ένα λεοπάρ μαγιό και τα μαλλιά της να ανεμίζουν στον άνεμο, και μετά ποζάρει για τον Σέσιλ Μπίτον, κρατώντας ένα μαλλιαρό σκυλάκι. Μοιάζει με βασίλισσα. Όλες οι φωτογραφίες έχουν κάτι κοινό: Το λένε στυλ!».

Πηγή: Grace

Δημήτρης Καταλειφός – «Το υπέδαφος της εποχής που ζούμε είναι πολύ παρακμιακό»

Ο δημιουργικά πολυσχιδής και καλλιτεχνικά ανήσυχος Δημήτρης Καταλειφός μιλά για τη διαδρομή του στο ελληνικό θέατρο, τα άμεσα και μελλοντικά σχέδιά του, αλλά και τις σιωπηρες μετατοπίσεις που φέρνει η σημερινή εποχή.

Ο Δημήτρης Καταλειφός ανήκει στο θέατρο μ’ έναν τρόπο καθαρό, απόλυτο. Ηθοποιός πάνω απ’ όλα, σκηνοθέτης, ποιητής, ζωγράφος και δάσκαλος, έχει κάνει τη διαδρομή του και συνεχίζει. Ιδρυτικό μέλος σε δύο απ’ τις σημαντικότερες θεατρικές ομάδες, τη «Σκηνή» και τις «Μορφές/Εμπρός», έζησε την άνοδο και την πτώση τους, ακολουθώντας στη συνέχεια μοναχική πορεία. Άνθρωπος λιτός, σκεπτόμενος, ανήσυχος κάνει στο ΒΗΜΑ Talks τους απολογισμούς του σ’ έναν κόσμο σύγχυσης και αντιφάσεων.

Απ’ τις 30 Απριλίου θα είναι ο «Barrymore, ο άνθρωπος πίσω από τον θρύλο» στο έργο του Ουίλιαμ Λουζ (μετάφραση/σκηνοθεσία Φοίβος Σαμαρτζής-θέατρο Άνεσις).

Αλήθεια θ’ αλλάζατε πράγματα στην πορεία σας;

Ναι, σίγουρα. Έχει μεγάλη σημασία οι συνθήκες μέσα στις οποίες ζει ο καθένας μας. Τελείωσα τη δραματική τότε που άρχιζε η Μεταπολίτευση, οπότε, αυτό που μπορώ να πω στον απολογισμό μου, όσο αυστηρός κι αν είμαι απέναντι στον εαυτό μου, είναι ότι με δεδομένες τις συνθήκες, κινήθηκα με όσο περισσότερο αξιοπρέπεια μπορούσα. Υπήρχαν τότε οι προσωποπαγείς θίασοι, είχε ξεκινήσει ο Κουν, ο Ευαγγελάτος και το Εθνικό. Σ’ εμένα προέκυψε πρώτα η ομάδα με τον Λευτέρη Βογιατζή («Σκηνή»), μετά με τον Τάσο Μπαντή («Μορφές/Εμπρός»), δύο επιλογές για τις οποίες δεν μετανιώνω καθόλου. Ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να κάνει κάποιος της ηλικίας μου τότε.

Αυτό που μετανιώνω είναι ότι θα ’θελα να είχα υπάρξει πιο τολμηρός. Έτσι ώστε να είχα ακολουθήσει, όταν αυτά τα σχήματα τελείωσαν, έναν με πιο πρωτοβουλία δρόμο. Είχα όμως αποδεχθεί, επειδή ήμουν και ο νεότερος, τον ρόλο λίγο του παιδιού σ’ αυτές τις ομάδες, όχι του γονιού. Αυτό μετανιώνω. Αλλά μπορούμε ν’ αλλάξουμε το DNA μας, τον χαρακτήρα, τη φύση μας; Δεν ξέρω. Αλλά όταν γίνομαι σκληρός προς τον εαυτό μου λέω ότι τότε που διαλύθηκε και το «Εμπρός», θα ’πρεπε να είχα αναλάβει κάτι πιο με τόλμη προσωπικό.  

Δύο ομάδες που έχουν γράψει ιστορία στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο, αλλά και οι δύο διαλύθηκαν με λίγο οδυνηρό τρόπο…

 

Με πολύ οδυνηρό τρόπο. Και μου κόστισε πολύ και ακόμα εξακολουθεί. Γιατί μ’ αυτούς τους ανθρώπους, και στις δύο ιστορίες, καταρχήν, ήμασταν φίλοι. Επίσης ήταν άνθρωποι με τους οποίους σιγά-σιγά μας συνέδεαν κοινά όνειρα, ψάχναμε μια κοινή γλώσσα. Σαν να γινόμασταν συγγενείς μ’ έναν τρόπο. Οπότε όταν αυτό το πράγμα κατέρρευσε έχασα και φίλους και συγγενείς και πίστη σε κάποια πράγματα. Ωραίες κι οι παραστάσεις, ωραίες οι πρόβες, ωραίες οι προσπάθειες, αλλά τελικά όταν μεγαλώνεις και κάνεις απολογισμούς, πιο πολύ σ’ απασχολεί τι απομένει στο ανθρώπινο επίπεδο. Με μεγάλη λύπη και ειλικρίνεια, στα 72 μου, δεν έμεινε τίποτα.

«Η αλήθεια είναι πως εμείς ανατραφήκαμε ότι εν ονόματι του αποτελέσματος του θεάτρου, ο σκηνοθέτης και θα σου φωνάξει και θα σε βρίσει».

Αυτό δεν ισχύει μόνο στις ομάδες, ισχύει γενικότερα στον θεατρικό χώρο -είμαστε πρόσκαιρα μαζί και μετά συνήθως χανόμαστε. Πόσο μάλλον με δύο ομάδες που είχαν διάρκεια περίπου 15 χρόνια απ’ τη ζωή μου. Οπότε ναι, έχω μια θλίψη απ’ αυτή την αραίωση. Υπάρχει βέβαια η εκτίμηση για το καλλιτεχνικό έργο, μια χαρά ότι κάτι έκανες κι εσύ, κάπου έβαλες ένα πετραδάκι, ότι συγκίνησε ανθρώπους, ότι κάναμε μια σχολή (του «Εμπρός») που βγήκαν νέα ταλαντούχα πλάσματα. Δεν το αναιρώ. Αλλά σε ανθρώπινο επίπεδο έχουν μείνει λίγα πράματα. Και για μένα, τώρα που γέρασα, το ανθρώπινο μετράει.

Υπεισήλθαν θέματα ανταγωνισμού, αντιζηλίας. Ο ηθοποιός είναι επιρρεπής, όπως και στον θαυμασμό, τον φόβο της απόρριψης…  

Είναι ένας χώρος που πραγματικά αντιμετωπίζει πολλούς φόβους, πολλές ανασφάλειες, πολλή γενναιότητα. Όλα αυτά είναι σύμφυτα με τη δουλειά κυρίως του ηθοποιού του θεάτρου γιατί έχει αυτή την καθημερινή έκθεση, την καθημερινή κρίση-σύγκριση, τον καθημερινό ανταγωνισμό. Κι έχει μεγάλη σημασία πώς τα διαχειρίζεται κανείς μέσα στον χρόνο. Σίγουρα υπήρξαν κι απ’ αυτά. Αλλά εγώ ήλπιζα ότι θα μπορούσαμε να τα είχαμε διευθετήσει πιο πολιτισμένα -δεν συνέβη. Κάποια συνέβησαν μ’ έναν πολύ τραυματικό τρόπο στη διάλυση και των δύο ομάδων. Οπότε αν θέλει κανείς να ’ναι ειλικρινής -και οφείλει να ’ναι μετά τα 70, δεν μπορεί να γλυκαίνει και να εξωραΐζει τα πράγματα.

Η διαδικασία της πρόβας είναι τόσο επώδυνη;    

Οι πρόβες στο «Εμπρός» και με τον Λευτέρη άλλοτε ήταν ωραίες, δημιουργικές άλλοτε ήταν βασανιστικές, ιδίως με τον Λευτέρη.

Έχετε ζήσει ακρότητες;

Ναι.

Ακρότητες που συμπεριλαμβάνουν μιας μορφής βία, είτε ψυχολογική είτε σωματική είτε λεκτική;

Όχι, σωματική όχι, ούτε γι’ αστείο. Αλλά αυτή η αίσθηση ότι «δεν τα καταφέρνεις, πώς είσαι έτσι, πώς παίζεις έτσι», παράπονα για το πώς είναι η απόδοσή σου -ναι, πολύ συχνά. Με τον Τάσο, όχι. Ο Τάσος ήταν ένας σκηνοθέτης που είχε πολύ πιο τρυφερή σχέση με τους ηθοποιούς, τους θαύμαζε, τους έλεγε και καμιά καλή κουβέντα για να τους ενθαρρύνει, ήταν πιο ανθρώπινος, ζεστός. Με τον Λευτέρη αυτό πηγαινοερχόταν. Άμα έκανες μια πολύ καλή πρόβα μπορούσε να ήταν πάρα πολύ γενναιόδωρος. Αλλά την επομένη, σαν να το’χε βάλει τάμα της ζωής του, αυτό να στο διαλύσει και να στο καταστρέψει. Οπότε ήταν πολύ πιο συχνά εκεί τα πράγματα δύσκολα.

«Μια πρόβα δεν είναι ένα σαλόνι που πίνουμε καφέ και τσάι και λέμε ευγενικά κάποια λόγια».

Το #metoo πού οδήγησε; Μπορεί να ’ναι όλα ωραία και καλά στην πρόβα;

Το ’χω σκεφτεί κι εγώ αυτό, ειδικά μετά το 2020. Η αλήθεια είναι πως εμείς ανατραφήκαμε ότι εν ονόματι του αποτελέσματος του θεάτρου, ο σκηνοθέτης και θα σου φωνάξει και θα σε βρίσει και θα σου πει «κοίταξε να συμμορφωθείς και να πάρεις πιο σοβαρά τον ρόλο σου». Υπήρχε ένα κλίμα μιας ανησυχίας, όχι με την έννοια της προσβολής και της ταπείνωσης, όσο ότι είναι κάτι τόσο υψηλό αυτό που ζητιέται ώστε εσύ πρέπει να ’χεις μια ταπεινότητα και μια ανοχή. Γιατί κι εσύ απαιτούσες κάτι πιο αυθεντικό απ’ τον εαυτό σου.

Το #metoo είναι πολύ σωστό -και που έγινε και που γίνεται. Μόνο που ορισμένα πράγματα λίγο τα έχει διευρύνει και τα ’χει κάνει πιο γενικά. Απ’ την άλλη, μια πρόβα δεν είναι ένα σαλόνι που πίνουμε καφέ και τσάι και λέμε ευγενικά κάποια λόγια. Γίνεται μόχθος, ο άλλος ιδρώνει να στήσει μια σκηνή, εσύ να παίξεις καλύτερα, κάποιος θα χρειαστεί να βάλει μια φωνή. Θέλει και μια ένταση το πράγμα, δεν είναι όλα comme-il-faut. Αυτό οι νέες γενιές πια το έχουν λίγο σ’ ένα επίπεδο ότι όλα μπορούν να γίνουν πιο μαλακά, πιο ήρεμα, πιο ευχάριστα. Και το φοβερό είναι ότι βλέπει κανείς και παραστάσεις που συχνά είναι και πολύ ωραίες και δεν έχουν περάσει απ’ αυτή την βάσανο που είχαν περάσει οι δικές μας. Οπότε είναι ένα ερωτηματικό τα όρια μιας πρόβας. Θέλει μια χρυσή τομή -αυτό που αποκαλούμε συχνά χημεία ή ωραία ενέργεια.

Ζούμε μια εποχή αντιφάσεων, ίσως. Αντί να πηγαίνουμε μπροστά, μήπως πάμε πίσω;

Γενικά ζούμε σε μια εποχή, όλοι, και στην κοινωνία και στην πολιτική και στα πάντα, ειδικά τώρα που γίνεται ένας πόλεμος λίγο πιο πέρα, που μας έχει όλους αναστατώσει, που θα την χαρακτήριζα, σ’ όλα τα επίπεδα, αμήχανη. Και με πολλές αντιφάσεις.

«Σήμερα κάποιος έχει την ανάγκη να πει “πήγα και είδα ένα sold out” παρά “είδα μια καλή παράσταση” -το προτιμάει»».

Αλλά για να πούμε και τα θετικά, υπάρχει μια έκρηξη νέων ταλέντων, παιδιά που βγαίνουν με φοβερές δυνατότητες, που έχουν μια διαθεσιμότητα συγκινητική. Απ’ την άλλη οι πρόβες γίνονται σε πολύ λίγο χρόνο, τα παιδιά τρέχουν και παίζουν σε πολλά έργα για να μπορέσουν να βγάλουν μια αμοιβή υποφερτή, τα πράγματα δεν πηγαίνουν σ’ ένα μεγαλύτερο βάθος. Οι παραστάσεις διαρκούν μιάμιση ώρα για να μην κουραστεί ο κόσμος, οι παραγωγοί πιέζουν να παίζονται τρία-τέσσερα έργα την εβδομάδα, οπότε δεν μπορεί να υπάρχει πια σκηνογραφία της προκοπής. Υπάρχουν τόσες πολλές παραστάσεις που ζαλίζεσαι, δεν καταλαβαίνεις ποιος παίζει τι και που -πληθωρισμός και σύγχυση, παντού. Επίσης, πρέπει να είμαστε politically correct αλλά να γίνεται και κάτι αυθεντικό, να γίνεται και μια βίαιη σκηνή, να γίνεται και γυμνό, αλλά να μην με προσβάλλει κιόλας. Τώρα το θέατρο έχει πολύ καλά πράγματα και πολύ άσχημα -όλα μαζί σ’ έναν αναβρασμό.

Οι αίθουσες γεμίζουν, τα sold out δίνουν και παίρνουν. Αλλάζει το τοπίο;

Αυτό που έχει αλλάξει τον κόσμο, και τον κόσμο του θεάτρου, πιστεύω ότι είναι πια αυτή η ιστορία με τα social media. Όλο αυτό το πράγμα έχει επηρεάσει τα sold out, τη γνώμη για τα sold out, τη γνώμη του κοινού για τα sold out, την ανάγκη κάποιου να πει «πήγα και είδα ένα sold out» παρά «είδα μια καλή παράσταση» -το προτιμάει. Είναι μόδα. Μετά υπάρχει και μια έντονη τοξικότητα που αντιμετωπίζει πια ο κόσμος το θέατρο. Γενικά ζούμε σε μια μεγάλη μετάβαση, δεν ξέρω προς τα που. Τουλάχιστον δεν έχουμε σειρήνες πάνω απ’ το κεφάλι μας αυτή τη στιγμή που μιλάμε και δεν τρέχουμε σε καταφύγια. Μπορεί να γκρινιάζουμε και να παραπονιόμαστε για άπειρα πράγματα -και δικαίως, αλλά σκέψου να ’χουμε και πόλεμο…

Αντιστέκεστε σ’όλο αυτό;

Ναι, συνειδητά αλλά και λόγω ηλικίας. Δεν έχω τις δυνάμεις εγώ να πάω να παίξω σ’ ένα σίριαλ που θα ’ναι δέκα ώρες και μετά να πάω να παίζω σε μια παράσταση. Σ’ όλη μου τη ζωή προσπαθούσα, με τις δεδομένες συνθήκες, να κινούμαι με μια αίσθηση αξιοπρέπειας. Και τι εννοώ; Αυτό που κάνω να συμβαδίζει με κάτι που θέλω ή που πιστεύω. Δεν μπορώ ξαφνικά στα γεροντάματα να το προδώσω. Οπότε παλεύω μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο που αλλάζει τρομακτικά ν’ αποχωρήσω κάποια στιγμή με μια αξιοπρέπεια χωρίς να έχω λίγο πριν το τέλος της διαδρομής προδώσει κάτι που αν μη τι άλλο ήταν για μένα το μπράβο που έχω πει στον εαυτό μου. Γιατί μπορεί να ’χω μετανιώσει για πράγματα αλλά λέω κι ένα μπράβο ότι σ’ αυτές τις συνθήκες δεν πούλησες τίποτα απ’ τα σοβαρά πράγματα που με καθόριζαν.

«Ζω μια ζωή πάρα πολύ αξιοπρεπώς φτωχή».

Μπήκατε στον πειρασμό;

Όχι δύσκολα. Είχα μια πετριά που δεν ξέρω από που μου μπήκε. Από φοιτητής που πήγαινα στο Θέατρο Τέχνης και έβλεπα παραστάσεις ονειρευόμουν ότι άμα γίνω κι εγώ ηθοποιός θα είμαι σαν ένας απ’ αυτούς που είναι στο Υπόγειο και θα κάνουμε τέτοιου είδους έργα κι ότι αυτό έχει ένα νόημα. Ήταν το ιδανικό μου. Ήθελα, αυτό το εφηβικό, να το κρατήσω όσο μπορούσα. Δεν ξέρω αν θα το κράταγα αν δεν γινόντουσαν αυτές οι δύο ομάδες. Βοήθησε και η τύχη και οι επιλογές μου.

Οπότε δεν μπορώ να πω ότι δυσκολεύτηκα πολύ στο να πω δεν πειράζει να μην βγάζω λεφτά, ας παίζω εγώ σε πράγματα που με συγκινούν. Οπότε δεν είχα ποτέ έναν έντονο πειρασμό, να πω μήπως να κάνω αυτό για να βγάλω κάποια λεφτά. Δεν το είχα. Είχε λυθεί αρκετά γρήγορα αυτό μέσα μου. Ζω με νοίκι, δεν έχω αυτοκίνητο. Δηλαδή μια ζωή πάρα πολύ αξιοπρεπώς φτωχή, θα ’λεγα. Δεν ήταν ποτέ το χρήμα κάτι που θα με θαμπώσει. Αυτό που με θάμπωνε εμένα πιο πολύ ήταν να γίνονται πράγματα ωραία, να συμμετέχω σ’ αυτά, να ’μαι καλός. Αυτά ήταν τα ιδανικά μου. Βέβαια τώρα που μεγαλώνει κανείς βλέπει ότι έχει ανάγκη και την υγεία και κάποια χρήματα, οπότε είναι κι αυτό κάτι που σε κάνει να αναρωτιέσαι -μήπως έκανα κι εκεί λάθος;  

Δεν θα ’πρεπε ένας πρωταγωνιστής να βγάλει και λεφτά;

Δεν είχα ποτέ ταλέντο να αξιολογήσω τον εαυτό μου, να απαιτήσω κάτι περισσότερο. Πάντα υπήρχε μια μετριοπάθεια σ’ αυτό. Ήταν και οι δουλειές, βέβαια. Ακόμα και στον Αντύπα («Απλό Θέατρο») ήταν ένα θέατρο επιχορηγούμενο. Αλλά καμιά φορά η καλοσύνη των ξένων είναι ανώτερη απ’ των συγγενών. Ο Αντύπας μού φέρθηκε πάρα πολύ καλά, ο καλύτερος εργοδότης που είχα -είχε μια απίστευτη εντιμότητα. Θυμάμαι είχαν πάει πολύ καλά οι «Βρυκόλακες» και το καλοκαίρι μου’ δωσε ένα μπόνους -δεν είχε καμία ανάγκη να το κάνει. Τον θυμάμαι με πολλή αγάπη γιατί είχε αυτό το προτέρημα, που το κληρονόμησα κι εγώ απ’ το σπίτι μου, τη γενναιοδωρία. Για μένα είναι το νούμερο ένα προτέρημα στον άνθρωπο. Όπως και ο Σπύρος Ευαγγελάτος. Αυτούς τους δύο ανθρώπους τους θυμάμαι, πέρα απ’ τα καλλιτεχνικά, και για τη γενναιοδωρία τους. Αυτό δεν υπήρξε με τους ανθρώπους της Σκηνής και του «Εμπρός» -το λέω ξεκάθαρα.

Κατά καιρούς έχετε βγάλει μια πικρία για το σινάφι σας και μια βαθιά αγάπη για το κοινό. Σαν να ’χετε στηριχθεί πολύ παραπάνω στο κοινό παρά στους συναδέλφους σας. Εξακολουθείτε να το πιστεύετε αυτό;

Ναι, το πιστεύω. Ο χώρος μας έχει αυτά τα στοιχεία της ανασφάλειας για να βρούμε δουλειά, να είμαστε καλοί κι αυτό σιγά-σιγά δημιουργεί συμμαχίες και κάποιοι άνθρωποι που δεν ανήκουν σε μια παρέα είναι λίγο μόνοι τους. Εγώ αν εξαιρέσουμε τη «Σκηνή» και το «Εμπρός», μετά, διανύω μια παρά πολύ μοναχική πορεία. Δεν ανήκω πουθενά, δεν έχω καμία παρέα τέτοιου τύπου, οπότε αυτό λίγο στην Ελλάδα του 20ου-21ου αιώνα κάπως το πληρώνεις. Εγώ πιστεύω ότι επειδή ο κόσμος μου έδειχνε μια αγάπη, μια συμπάθεια αυτό με κάνει και υπάρχω ακόμα, μ’ όποιον τρόπο υπάρχω. Δεν είχα καθόλου μία υποστήριξη που έχουν άλλοι από κάτι που είναι μέσα απ’ τον χώρο. Αυτό δεν το είχα ποτέ. Ο καθένας μας πληρώνει τον χαρακτήρα που έχει, τη ζωή που ζει. Εμένα οι φίλοι μου δεν είναι απ’ τον χώρο -έχει κι αυτό ένα αντίτιμο.

Ζωγραφίζετε, γράφετε ποίηση. Νιώθετε ίσως  λίγο παράταιρος;

Ναι, νομίζω πως είμαι λίγο. Το θέατρο είναι μια υπέροχη, μοναδική τέχνη αλλά όπως λέει και ο Μπάριμορ, ένα σαπροφάγο επάγγελμα. Νιώθω μια ευλογία που ασχολήθηκα, μου έλυσε πολλά προβλήματα που δεν ξέρω πως αλλιώς θα τα έλυνα. Αλλά ως προς το επαγγελματικό, και ειδικά σε μια χώρα όπως είναι η Ελλάδα, όπου όλα γίνονται πολύ δύσκολα και συχνά πολύ αχάριστα, είναι πολύ δύσκολο -που λες καμιά φορά μήπως έπρεπε να είχα κάνει κάτι άλλο…

Ειδικά όταν έγραψα τα ποιήματα (σ.σ. τρεις ποιητικές συλλογές) ένιωσα τέτοια ευχαρίστηση με την ατομική τέχνη που σκέφτηκα μήπως ήμουν περισσότερο για κάτι πιο μοναχικό απ’ το θέατρο.  Απ’ την άλλη έχω ένα μεγάλο προσόν: Επειδή διδάσκω σε σχολές, στο Πανεπιστήμιο, κι έχω μεγάλη αποδοχή και αγάπη απ’ τα παιδιά, λέω μήπως το καλύτερο που θα μπορούσα να κάνω θα ήταν να ήμουν δάσκαλος. Γιατί σ’ αυτό πιστεύω ότι είμαι καλύτερος απ’ όλα, η φτιαξιά μου ήταν πολύ για δάσκαλος. Ηθοποιός είναι κάτι που θέλει περισσότερο θράσος κι αυτό δεν το είχα.

«Τζον Μπάριμορ, ο άνθρωπος πίσω από τον θρύλο»: Μιλήστε μου για την παράσταση…

Ο Τζον Μπάριμορ ήταν ένας διάσημος ηθοποιός (1882-1942) μιας οικογένειας ηθοποιών. Στην Αμερική θεωρούνταν βασιλική οικογένεια του θεάτρου (σ.σ. φθάνει ως την Ντρου Μπάριμορ). Ο ίδιος δεν ήθελε καθόλου να γίνει ηθοποιός, ζωγράφος ήθελε. Αλλά τελικά τα πράγματα τον οδήγησαν στο θέατρο -κάτι σαν θεατρική επιχείρηση. Συνέπεσε και με την άνθιση του βωβού κινηματογράφου οπότε άρχισε να παίζει σε πολλές ταινίες, με μεγάλη επιτυχία. Κι όταν ήρθε ο ομιλών, δεν είχε κανένα πρόβλημα, γιατί είχε ωραία φωνή.

Το δράμα του όμως ήταν ότι είχε πολλές τραυματικές εμπειρίες, μ’ έναν πατέρα αλκοολικό, που πήγαινε με πολλές γυναίκας και πέθανε από σύφιλη στα 50 του. Κουβαλούσε ένα παρελθόν που τον οδήγησε πολύ νωρίς, στο αλκοόλ -με συνέπειες στην πορεία του.

Στο έργο του Ουίλιαμ Λουζ, τον συναντάμε στην πτώση του…

Ναι, στην παρακμή του, λίγο πριν πεθάνει. Στο θέατρο είχε κάνει δύο πολύ σημαντικούς ρόλους, Ριχάρδο Γ’ και Άμλετ. Το έργο είναι μια φανταστική συνθήκη όπου ο Μπάριμορ ονειρεύεται, σαν να αισθάνεται το τέλος, να παίξει ξανά τον Ριχάρδο Γ’. Η παράσταση εκτυλίσσεται τη βραδιά που προσπαθεί να κάνει πρόβα στον ρόλο, με τη βοήθεια ενός υποβολέα (Δημήτρης Τσιγκριμάνης) -να δει αν η μνήμη του θα τον βοηθήσει να παίξει.

«Αν θα ’θελα κάτι πολύ, θα ήταν να έπαιζα έναν ωραίο ρόλο σε μια ταινία. Για να έμενε και κάτι».

Λέει μια φράση ο Μπάριμορ ότι ο άνθρωπος γερνάει όταν αρχίσει να μετανιώνει αντί να ονειρεύεται. Σας εκφράζει;

Ναι, μ’ εκφράζει κι εμένα. Γιατί καλώς ή κακώς, όταν φτάνεις σ’ αυτή την ηλικία, εγώ είμαι πια 72 ετών, είναι μια τρομερά δύσκολη ηλικία. Δηλαδή πρέπει να εξομολογηθώ ότι απ’ τον κορονοϊό κι έπειτα, αυτά τα έξι χρόνια που διανύουμε είναι πολύ δύσκολα για κάποιον που είναι πια 72. Γιατί τότε αρχίζει, όπως λέει και το έργο, να κάνει ο άνθρωπος πολλούς απολογισμούς, να κοιτάζει προς τα πίσω. Δεν ξέρω αν αυτό το έχουν όλοι οι χαρακτήρες. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που όταν τους ακούω -όπως πρόσφατα λόγω του πένθους που διανύουμε με τη Μαρινέλλα, την οποία τη θαύμαζα απεριόριστα και την είδα σε κάποιες συνεντεύξεις και είχε αυτή η ζωντάνια για το εμπρός των πραγμάτων, για να κάνει κι άλλα. Κι έλεγε πόσο πρέπει κανείς να διατηρεί τη νεανικότητά του. Αυτό το ζηλεύω, το θαυμάζω, αλλά δεν είναι πάντα του χεριού μου. Το παλεύω. Έχω μια ιδιοσυγκρασία πιο μελαγχολική θα ’λεγα, οπότε μοιραία οδηγούμαι σε απολογισμούς και να αναλογίζομαι το παρελθόν κλπ. Οπότε ναι, είμαι σε μια φάση που μετανιώνω για πράγματα. Όχι ακριβώς μετανιώνω αλλά είμαι σ’αυτό το μεταίχμιο που τα όνειρα δεν κυριαρχούν όπως παλιότερα που ονειρευόμουν. Πιο πολύ τώρα υπάρχει κι αυτό το κοίταγμα προς τα πίσω, τα λάθη που ανακαλύπτεις ότι έκανες, κατηγόριες για τον εαυτό σου -ένας απολογισμός άλλοτε οδυνηρός άλλοτε ανώδυνος.

Ο Μπάριμορ κάνει μια αντίστροφη μέτρηση ζωής. Σας απασχολεί ο χρόνος;

Είναι το κατεξοχήν θέμα που μ’ απασχολεί, όχι τώρα, από παλιότερα. Πάντα με συγκινούσαν τα έργα που πρωταγωνιστής ήταν ο χρόνος και είναι πολλά όπου πρωτοστατεί -με αποκορύφωμα τον Μπέκετ, τον Τσέχωφ, τον Πίντερ. Πάντα έχουμε μια σχέση, οι αισιόδοξοι με το μπρος, οι πιο απαισιόδοξοι με το να νοσταλγούν την παιδική ηλικία. Ο χρόνος είναι πρωταγωνιστής στη ζωή μας.

Είναι πράγματα που θέλετε να προλάβετε;

Αν θα ’θελα κάτι πολύ, θα ήταν να έπαιζα έναν ωραίο ρόλο σε μια ταινία. Για να έμενε και κάτι. Αν ήμουν τυχερός θα μ’ άρεσε να μου συνέβαινε κάτι τέτοιο. Πιο πολύ θα επιθυμούσα έναν κινηματογραφικό παρά έναν θεατρικό ρόλο.

«Είμαστε μια γενιά που ξεγέλασε».

Ανήκετε στην Αριστερά, με την ευρεία έννοια. Αισθανθήκατε ένα είδος προδοσίας ή απογοήτευσης μ’ αυτό που φάνηκε ότι είναι η αριστερά στην Ελλάδα, στην πράξη;

Για μένα η αριστερά μοιάζει μ ’αυτά τα μικρά θεατράκια που κάποια στιγμή διαλυόντουσαν γιατί ένας ήθελε να είναι το αφεντικό. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Δεξιά και ο καπιταλισμός είναι καλόδεχτα -ούτε κατά διάνοια. Εξακολουθώ και είμαι μ’ αυτή την έννοια αριστερός. Μόνο που η Αριστερά σηκώνει πολύ ψηλά τον πήχη του ανθρώπινου είδους και της αίσθησης του δικαίου και της αξιοπρέπειας, στην οποία πάρα πολύ δύσκολα οι άνθρωποι μπορούν ν’ ανταποκριθούν σ’ αυτόν τον υψηλό πήχη. Και γι’ αυτό υπάρχει αυτή τη στιγμή ένας τρομερός κατακερματισμός, μια απίστευτη αμηχανία, υπάρχει κόσμος που θέλει να ψηφίσει κάτι άλλο από τη Δεξιά και δεν ξέρει που να ρίξει αυτή την ψήφο απ’ τον κατακερματισμό που υπάρχει. Οπότε είμαι κι εγώ μέσα σ’ αυτή την κατηγορία των ανθρώπων που έχει αυτή την αμηχανία, που το παλεύει να δει τελικά ποιος μπορεί λίγο να με πείσει περισσότερο. Αλλά περνάει και η Αριστερά, μέσα σ ’αυτή την καθολική σύγχυση, νομίζω, μια απ’ τις δυσκολότερες περιόδους που εγώ τουλάχιστον θυμάμαι.

Ούτε η εποχή μας εμπνέει;

Όχι μόνο δεν εμπνέει αλλά είναι τόσο πολλή η πληροφόρηση τόσο πολύ αυτό με τα social media, τόσο πολύ πια οι άνθρωποι έχουν άποψη για όλα, τόσο πολύ έχουμε γίνει ανυπόμονοι και βιαστικοί να δημιουργούμε και να καταρρίπτουμε είδωλα, που την επόμενη μέρα τα γκρεμίζουμε. Δεν ξέρω πως ένας άνθρωπος μπορεί να δοθεί απερίσπαστα σ’ ένα πράγμα, σε μια εποχή που είναι έτοιμη να τον ξεσκίσει ή να τον κάνει είδωλο πολύ γρήγορα.

Το υπέδαφος της εποχής που ζούμε είναι πολύ παρακμιακό. Είμαστε μια γενιά που ξεγέλασε, πάρα πολύ το πιστεύω αυτό. Και θεωρώ τον εαυτό μου, επειδή μιλάμε για μένα, ότι αν μη τι άλλο, χαίρομαι ότι σ’ αυτό, τουλάχιστον ατομικά, δεν έχω συμβάλει. Αλλά κατά τ’ άλλα η γενιά μου είναι μια γενιά που ξεγέλασε πάρα πολύ και οι πολιτικοί και πολλοί καλλιτέχνες και πολλές ομάδες. Κάποιοι άνθρωποι απ’ τη Δεξιά ή απ’ τον χώρο του θεάτρου που θέλανε να γίνουν σταρ με το σπαθί τους, ήταν πιο έντιμοι από άλλους που καλύπτονταν είτε απ’ το όραμα της Αριστεράς είτε μίας συλλογικής θεατρικής δουλειάς. Υπάρχει μια αντιστοιχία -επιμένω σ’ αυτό.

Πηγή: Το Βήμα