ενημέρωση 2:28, 14 September, 2026

«Κλειδώνουν» οι αποφάσεις για ανασχηματισμό και εκλογές

Νέα ορόσημα για το Μέγαρο Μαξίμου η 17η Μαΐου (λήξη του συνεδρίου της ΝΔ), για ριζικές αλλαγές στο κυβερνητικό σχήμα, και η 28η Οκτωβρίου, για προσφυγή στις κάλπες

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα προστρέξει στον θαλασσινό αέρα στην ιδιαίτερη πατρίδα του για να καθαρίσει τις σκέψεις του ως προς τα ανοιχτά μέτωπα της κυβέρνησής του. Ισως όμως είναι η πρώτη φορά που οι περισσότεροι στο κυβερνητικό και στο κομματικό παρασκήνιο, ακόμα και στελέχη εντός του Μαξίμου, περιμένουν «σοβαρές» αποφάσεις του Πρωθυπουργού – από εκείνες που ο ίδιος λέει ότι παίρνει συνήθως στο βουνό, θα τις οριστικοποιήσει τώρα με θέα τον Ψηλορείτη, εκτιμούν.

Διότι προδιαγράφουν ότι με την επιστροφή του από τα Χανιά, όπου θα βρίσκεται μέχρι και τη Δευτέρα του Πάσχα, θα διαμορφώσει με τους εξ απορρήτων του τους βασικούς άξονες της γαλάζιας στρατηγικής προς την εθνική αναμέτρηση. Αλλωστε τα εκλογικά ζυγίσματα του Μητσοτάκη γίνονται ήδη και αφορούν σειρά θεμάτων – τον χρόνο της κάλπης, τη σύνθεση των ψηφοδελτίων της ΝΔ, έναν εκλογικό ανασχηματισμό –, τα οποία συζητούνται το τελευταίο διάστημα ανοιχτά στο Μαξίμου, σύμφωνα με έγκυρες πηγές, παρά τις διαψεύσεις δημοσίως από το πρωθυπουργικό περιβάλλον.

Δεν υπάρχει μόνο πόλεμος εισηγήσεων έως εσωτερικές πιέσεις (σαν αυτές που δεχόταν ο Πρωθυπουργός για τον εκλογικό νόμο, αποφασίζοντας οριστικά ότι δεν θα τον αλλάξει για τις επόμενες εκλογές), αλλά στην πραγματικότητα ο ίδιος φέρεται ότι έχει κλειδώσει έναν οδικό χάρτη για τους επόμενους μήνες. Σε αυτόν ξεχωρίζουν, κατά πληροφορίες, δύο χρονικά ορόσημα: το ένα είναι ανοιξιάτικο (εντός του Μαΐου) και σηματοδοτεί την αντίστροφη μέτρηση για «εκλογικό» ανασχηματισμό της κυβέρνησης, και το δεύτερο είναι φθινοπωρινό (εντός του Οκτωβρίου) και σηματοδοτεί την αντίστροφη μέτρηση για την προκήρυξη εκλογών.

Υπάρχουν βεβαίως παράγοντες που επηρεάζουν τις αποφάσεις, κυρίως οι βαριές υποθέσεις με δικαστικό υπόβαθρο και πολιτικό αποτύπωμα (υποκλοπές, ΟΠΕΚΕΠΕ, Τέμπη) και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Αρα, το αν χρειαστεί ο Μητσοτάκης να αναθεωρήσει εκτάκτως τον οδικό χάρτη του, θα το κρίνουν τυχόν γεγονότα στο εσωτερικό ή και στο διεθνές σκηνικό, που ενδέχεται να μην τα περιμένει ή να μην τα αξιολογεί σωστά το επιτελείο του. Μπρος – πίσω υπήρξαν άλλωστε πολύ πρόσφατα: τότε που ξεδιπλώνονταν για πρώτη φορά με τόση ένταση σενάρια περί σχεδιαζόμενου εκλογικού αιφνιδιασμού «άμεσα» (πριν από τον Ιούνιο), σύμφωνα με εισηγήσεις που πλήθαιναν και τις οποίες ο Πρωθυπουργός φέρεται ότι αξιολογούσε προσεκτικά, οδεύοντας προς την εκλογική ζαριά. Διόλου τυχαία το Μαξίμου με διαρροές στον απόηχο της εμφατικής επαναφοράς του σκανδάλου των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων είχε ήδη αρχίσει να χρεώνει στους πολιτικούς αντιπάλους του τη δημιουργία κλίματος τοξικότητας – κι αυτό λογίζεται από τον Μητσοτάκη ως ενδεχόμενος επιταχυντής εξελίξεων.

Ο ΟΠΕΚΕΠΕ άλλαξε τα ορόσημα

Αυτά μέχρι την Τετάρτη, 1η Απριλίου, λένε οι πληροφορίες, ή μάλλον κάνα δυο 24ωρα πριν, όταν άρχισε να συζητιέται εντόνως ότι καταφθάνουν οι νέες δικογραφίες στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εκείνη την ημέρα φαίνεται ότι ανέτρεψε μονομιάς τις όποιες σκέψεις γίνονταν και όποιες αποφάσεις είχαν ληφθεί έως τότε. Οσο κι αν η κυβέρνηση ανέμενε νέο γύρο εξελίξεων στο θέμα των παράνομων αγροτικών επιδοτήσεων, μάλλον δεν περίμενε πως στους νεότερους φακέλους θα βρισκόταν διψήφιος αριθμός γαλάζιων (νυν και πρώην υπουργών και βουλευτών της ΝΔ καθώς και ο γραμματέας του κόμματος), χωρίς αναφορές σε πρόσωπα από άλλους πολιτικούς χώρους.

Κι ενώ, όπως έγραφαν «ΤΑ ΝΕΑ» πριν από δύο εβδομάδες, στο τραπέζι του Μητσοτάκη βρίσκονταν από διαφορετικούς «εισηγητές» δύο ορόσημα πρόωρων εκλογών, την περασμένη εβδομάδα ο ίδιος έκαψε οριστικά το ένα – την εκλογική ζαριά του Μαΐου, δηλαδή, την οποία εξέταζε σοβαρά. Οι γνωρίζοντες εκτιμούν ότι πλέον παραμένει ανοιχτό το φθινόπωρο. Ακριβέστερα, σύμφωνα με κατ’ ιδίαν συζητήσεις γαλάζιων εντός κυβέρνησης και στο εσωτερικό της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΝΔ, αυτό φαντάζει για τους περισσότερους ως το επικρατέστερο σενάριο μπροστά σε ένα τοπίο πολιτικής ύφεσης.

Σε τοπίο «κρίσης εμπιστοσύνης», όπως στοχευμένα ανέφερε ο Μητσοτάκης στο τηλεοπτικό μήνυμά του, στο οποίο «κανείς – και πρώτος εγώ – δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια του». Εκείνοι που πιστεύουν πως, παρά τις αρχικές προθέσεις του Πρωθυπουργού για εκλογές την άνοιξη του 2027 (σε αυτό επιμένουν επισήμως οι συνεργάτες του), στην πραγματικότητα «ο χρόνος θα μετρά αντίστροφα από την πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου» προβάλλουν κυρίως το επιχείρημα ότι δεν μπορεί να εκληφθεί ως θεσμική ασυνέπεια η επίσπευση της κάλπης κατά μερικούς μήνες, από τη στιγμή που η ΝΔ θα συμπληρώνει τριάμισι χρόνια της δεύτερης τετραετίας της.

Η ΔΕΘ, το Ταμείο Ανάκαμψης, η συνταγματική αναθεώρηση

Το σενάριο αυτό, λένε άλλοι, δεν επηρεάζει – τουλάχιστον όχι όσο θα επηρέαζε εκείνο του απόλυτου αιφνιδιασμού – ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα της κυβέρνησης: το Ταμείο Ανάκαμψης. Ο Μητσοτάκης επενδύει στον μηχανισμό (έχει προειδοποιήσει τους υπουργούς πολλές φορές για τα χρονοδιαγράμματα), εν αναμονή μιας τελευταίας αναθεώρησης εντός του Απριλίου, της ολοκλήρωσής του ως προς τα έργα στις 31 Αυγούστου και της υποβολής του τελευταίου αιτήματος επιχορηγήσεων στο τέλος Σεπτεμβρίου. Πέραν του ρόλου του Ταμείου Ανάκαμψης, πολιτικοί αναλυτές συμφωνούν ότι για την πορεία της κυβέρνησης έχει καθοριστική σημασία η επίδοσή της στο οικονομικό πεδίο – το αν καταφέρει να δώσει ξανά προοπτική.

Εξού και εκτιμάται ότι το επικείμενο πακέτο θα είναι το βαρύτερο από το 2019, λειτουργώντας σε κάθε περίπτωση ως προεκλογικός προθάλαμος της ΝΔ μπροστά στα «αβέβαια χρόνια που έρχονται», όπως συνηθίζει να λέει ο Μητσοτάκης στους συνομιλητές του. Και ακόμα περισσότερο μπροστά στις αβεβαιότητες που έχει ένας ακόμα χειμώνας για την κυβέρνηση, όπως λένε σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους γαλάζια στελέχη. Αντίστοιχα, είναι βέβαιο ότι ο Μητσοτάκης θα διαμορφώσει την εκλογική ατζέντα του και μέσα από τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης. Μπορεί το χρονοδιάγραμμά της να ανετράπη μερικώς από τις αρχικές προθέσεις, ωστόσο δεν έχουν ανατραπεί οι εκτιμήσεις ότι το χρονοδιάγραμμα θα φτάσει μέχρι τον Οκτώβριο, το πολύ.

Αναδιοργάνωση στην τελική ευθεία

Μέχρι το τέλος του Οκτωβρίου απομένει πυκνός πολιτικός χρόνος, εξού και το βάρος πέφτει προσώρας στο εύρος και στο περιεχόμενο των άμεσων πρωθυπουργικών κινήσεων. Με δεδομένες τις πιεστικές εξελίξεις στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και υπό τον φόβο πρόκλησης περαιτέρω εσωτερικών αναταράξεων, ο Μητσοτάκης άφησε στην άκρη κάθε σκέψη για σαρωτικές παρεμβάσεις στο κυβερνητικό σχήμα. Από τις αρχές του έτους, στελέχη κάθε νεοδημοκρατικής τάσης στοιχημάτιζαν ότι «γύρω στο Πάσχα» ο Πρωθυπουργός θα ενεργοποιούσε το τελευταίο μέχρι τις εκλογές σχέδιο αναδιοργάνωσης της κυβέρνησης – μόνο που το Μαξίμου πρόλαβαν οι δυσάρεστες εξελίξεις.

Πληροφορίες αναφέρουν ότι ο σχεδιασμός δεν έχει αποσυρθεί τελείως, αλλά ότι μετά την ολοκλήρωση του κομματικού συνεδρίου στις 17 Μαΐου πιθανόν να ανοίξει ο δρόμος για κυβερνητικές αλλαγές. Αυτές θα έχουν να κάνουν, όπως εκτιμούν ενημερωμένες πηγές, και με τις οργανωτικές ανάγκες που θα διαπιστωθεί ότι έχει η ΝΔ ενόψει εθνικών εκλογών. Με άλλα λόγια, πρόσωπα που είναι σήμερα εντός κυβερνητικού σχήματος, ίσως κληθούν να αναλάβουν ισχυρότερο εκλογικό ρόλο, προκαλώντας τελικά κενά και ευρύτερες καραμπόλες.

Σε εκκρεμότητα είναι άλλωστε η κάλυψη της υψηλότερης κομματικής θέσης που κατείχε ο Κώστας Σκρέκας, με μεταβατικό (μέχρι το συνέδριο της ΝΔ) γραμματέα τον επικεφαλής του Οργανωτικού της ΝΔ Στέλιο Κονταδάκη. Φημολογείται ότι εξετάζεται για τη θέση η νυν υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη και αντίστοιχα στα κυβερνητικά στελέχη που συζητιούνται για ανάληψη ισχυρότερου εκλογικού ρόλου είναι ο νυν υφυπουργός Εσωτερικών Βασίλης Σπανάκης.

Πηγή: Τα Νεα

CNN - Οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες θεωρούν ότι η Κίνα θα στείλει όπλα στο Ιράν

Η Κίνα ετοιμάζεται να παραδώσει νέα συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας στο Ιράν μέσα στις επόμενες εβδομάδες

Οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες εκτιμούν ότι η Κίνα προετοιμάζεται να παραδώσει νέα συστήματα αεράμυνας στο Ιράν μέσα στις επόμενες εβδομάδες, σύμφωνα με τρεις πηγές που επικαλείται το CNN και γνωρίζουν πρόσφατες αξιολογήσεις των υπηρεσιών.

«Θα ήταν μια προκλητική κίνηση», αναφέρουν οι ίδιες πηγές, καθώς το Πεκίνο είχε δηλώσει πως συνέβαλε στη διαμεσολάβηση της εύθραυστης εκεχειρίας που ανέστειλε τον πόλεμο μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ νωρίτερα την εβδομάδα. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ πρόκειται επίσης να επισκεφθεί την Κίνα στις αρχές του επόμενου μήνα για συνομιλίες με τον Κινέζο Πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ.

Οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών επισημαίνουν ότι το Ιράν ενδέχεται να αξιοποιεί την εκεχειρία για να αναπληρώσει οπλικά συστήματα με τη βοήθεια ξένων εταίρων. Δύο από τις πηγές δήλωσαν στο CNN ότι υπάρχουν ενδείξεις πως το Πεκίνο ετοιμάζεται να δρομολογήσει τις αποστολές μέσω τρίτων χωρών, ώστε να αποκρύψει την πραγματική τους προέλευση.

Τα συστήματα που φέρεται να προετοιμάζεται να μεταφέρει το Πεκίνο είναι Φορητά Συστήματα Αντιαεροπορικής Άμυνας (MANPAD), τα οποία αποτέλεσαν ασύμμετρη απειλή για τα αμερικανικά στρατιωτικά αεροσκάφη χαμηλής πτήσης κατά τη διάρκεια του πολέμου. Οι ίδιες πηγές υπογραμμίζουν ότι αυτά τα όπλα θα παραμείνουν απειλή σε περίπτωση κατάρρευσης της εκεχειρίας, ενώ ένα μαχητικό F-15 που καταρρίφθηκε στο Ιράν φαίνεται πως επλήγη από MANPAD.

Αντίδραση από την κινεζική πλευρά

Εκπρόσωπος της κινεζικής πρεσβείας στην Ουάσινγκτον διέψευσε τις πληροφορίες, δηλώνοντας: «Η Κίνα δεν έχει παράσχει ποτέ όπλα σε κανένα από τα εμπλεκόμενα μέρη στη σύγκρουση. Οι εν λόγω πληροφορίες είναι αναληθείς».

Ο ίδιος πρόσθεσε ότι «ως υπεύθυνη μεγάλη χώρα, η Κίνα εκπληρώνει με συνέπεια τις διεθνείς της υποχρεώσεις και προτρέπει την αμερικανική πλευρά να απέχει από αβάσιμες κατηγορίες και κακόβουλες συσχετίσεις», ζητώντας από όλες τις πλευρές να συμβάλουν στην αποκλιμάκωση των εντάσεων.

Οι εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών

Μία από τις πηγές που είναι εξοικειωμένες με τις πληροφορίες των υπηρεσιών σημείωσε ότι η Κίνα δεν βλέπει στρατηγικό όφελος στο να εμπλακεί ανοιχτά στη σύγκρουση ή να επιχειρήσει να προστατεύσει το Ιράν από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, καθώς θεωρεί ότι μια τέτοια προσπάθεια θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία.

Αντίθετα, το Πεκίνο επιδιώκει να παρουσιαστεί ως σταθερός σύμμαχος του Ιράν — από το πετρέλαιο του οποίου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό — διατηρώντας ωστόσο μια φαινομενική ουδετερότητα, ώστε να μπορεί να αρνηθεί κάθε εμπλοκή μετά το τέλος του πολέμου.

Οι ίδιες πηγές ανέφεραν ότι η Κίνα θα μπορούσε να υποστηρίξει πως τα συστήματα αεράμυνας είναι αμυντικού χαρακτήρα, διαφοροποιώντας τη στάση της από τη Ρωσία. Η Μόσχα, σύμφωνα με το CNN, παρέχει στο ιρανικό καθεστώς υποστήριξη μέσω ανταλλαγής πληροφοριών, βοηθώντας το να στοχεύει προληπτικά αμερικανικά στρατεύματα και εγκαταστάσεις στη Μέση Ανατολή.

Το Ιράν διατηρεί εδώ και χρόνια στενές στρατιωτικές και οικονομικές σχέσεις τόσο με την Κίνα όσο και με τη Ρωσία. Έχει στηρίξει εκτενώς τη Μόσχα στον πόλεμο στην Ουκρανία με την παροχή drones Shahed, ενώ πουλά στην Κίνα το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου του, παρά τις διεθνείς κυρώσεις.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ο Τραμπ απειλεί το Ιράν μετά το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων - Μιλά για ναυτικό αποκλεισμό

Παρά τις προβλέψεις για σύντομη διάρκεια του πολέμου στη Μέση Ανατολή

Μετά το «ναυάγιο» των ειρηνευτικών συνομιλιών ΗΠΑ-Ιράν στο Ισλαμαμπάντ, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επανήλθε με νέες, έμμεσες απειλές, αναδημοσιεύοντας στην πλατφόρμα του Truth Social άρθρο που υποδηλώνει ότι θα μπορούσε να επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό στο Ιράν, εάν η Τεχεράνη δεν αποδεχθεί τις απαιτήσεις της Ουάσιγκτον.

Το άρθρο, με τίτλο «Το χαρτί Τραμπ που κρατάει ο πρόεδρος εάν το Ιράν δεν λυγίσει: ένας ναυτικός αποκλεισμός», προέρχεται από το φιλοτραμπικό μέσο Just the News. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ένας τέτοιος αποκλεισμός θα μπορούσε να στραγγαλίσει την ιρανική οικονομία και να ασκήσει πίεση στους συμμάχους του Ιράν, την Κίνα και την Ινδία, που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου.
«Αν το Ιράν αρνηθεί να αποδεχτεί την τελική συμφωνία που πρότειναν οι Ηνωμένες Πολιτείες το Σάββατο, ο Τραμπ θα μπορούσε να βομβαρδίσει την Τεχεράνη και να την γυρίσει στη “Λίθινη εποχή”, όπως έχει υποσχεθεί. Ή θα μπορούσε απλώς να επαναλάβει την επιτυχημένη στρατηγική του αποκλεισμού, προκειμένου να στραγγαλίσει την ήδη κλονιζόμενη ιρανική οικονομία και να εντείνει τη διπλωματική πίεση προς την Κίνα και την Ινδία, στερώντας τους μία από τις βασικές πηγές πετρελαίου τους» αναφέρει χαρακτηριστικά το άρθρο, επαναφέροντας τις απειλές του Τραμπ που είχαν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις.
Παράλληλα, σημειώνεται ότι μια τέτοια κίνηση θα «επαναλάβει την επιτυχημένη στρατηγική αποκλεισμού του» Τραμπ, μετά τον προηγούμενο ναυτικό αποκλεισμό που, σύμφωνα με το δημοσίευμα, «γονάτισε την οικονομία της Βενεζουέλας» πριν από τη σύλληψη του ηγέτη της χώρας Νικολάς Μαδούρο από τις ΗΠΑ τον Ιανουάριο.
Λίγο αργότερα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ αναδημοσίευσε βίντεο που ανήρτησε ακόλουθός του, στο οποίο ασκείται κριτική στην Ευρώπη. «Αναρωτιέμαι πότε η Ευρώπη θα δεχθεί τη λογική συμβουλή του προέδρου Τραμπ...» αναφέρει η ακόλουθος, ενισχύοντας το μήνυμα του Αμερικανού προέδρου προς τους Ευρωπαίους συμμάχους. 

 

Ούτε «ψεκασμένη», ούτε «εξεγερμένη» - η «αντισυστημική ψήφος» αναζητά την πολιτική αλλαγή

Στη σημερινή κρίση εκπροσώπησης, τις εκλογές θα κρίνει η «αντισυστημική ψήφος», αν όμως βρει ψηφοδέλτιο που πραγματικά την αντιπροσωπεύει

Εάν δεν υπήρχε η μαγική εικόνα που κατασκευάζουν τα, διαρκώς τροφοδοτούμενα με δημόσιο χρήμα ή «χορηγίες» από ευνοημένους από τη κρατική χρηματοδότηση, φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ, η δημόσια σφαίρα στη χώρα μας θα αποτύπωνε αυτό που αισθάνεται η κοινωνία.

Ότι, δηλαδή, σήμερα στη χώρα κυβερνά μια αντιδημοφιλής κυβέρνηση, που στις δημοσκοπήσεις καταβαραθρώνεται, που έχει ως πρωθυπουργό έναν πολιτικό απέναντι στον οποίο οι πολίτες προτιμούν τον «Κανένα», και που πιστώνεται ταυτόχρονα μια σημαντική επιδείνωση της κατάστασης της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας και μια εντυπωσιακή ακολουθία σκανδάλων που έχουν ως αποτέλεσμα η κυβέρνηση Μητσοτάκη να έχει την υψηλότερη συγκέντρωση υπόδικων στελεχών στην πρόσφατη ιστορία και να είναι ταυτισμένη στη συνείδηση των περισσοτέρων με τη συστηματική παραβίαση των κανόνων του κράτους δικαίου.

Επειδή, όμως, το μηντιακό τοπίο στη χώρα είναι ιδιαίτερα στρεβλωμένο, έχουμε φτάσει στο σημείο να διαβάζουμε καθημερινά για το πόσο ισχυρή είναι αυτή η κυβέρνηση και πόσο μεγάλη υποτίθεται ότι είναι η απόστασή της από το επόμενο κόμμα. Παραβλέποντας βέβαια ότι μεγάλη – ανυπέρβλητο εμπόδιο στην πράξη – είναι και η απόσταση της Νέας Δημοκρατίας από οποιοδήποτε ενδεχόμενο να πετύχει αυτοδυναμία.

Το αφήγημα που προσπαθεί να επιβάλλει η κυβέρνηση και τα φίλια, πάντα υπάκουα, ΜΜΕ είναι ότι αυτή τη στιγμή η Νέα Δημοκρατία εκπροσωπεί τη σταθερότητα και αυτό αποτυπώνει η σχετικά αυξημένη εκλογική συσπείρωσή της, τουλάχιστον σε σχέση με τα άλλα κόμματα. Αυτό συχνά συνδυάζεται με την άμεση ή έμμεση υπογράμμιση ότι πέραν του «λαού της σταθερότητας», που εκπροσωπείται κυρίως από τη Νέα Δημοκρατία, υπάρχει το «χάος» της «αντισυστημικής ψήφου» που απειλεί να φέρει στο προσκήνιο τα «άκρα» και την καταστροφή.

Μόνο που αυτή είναι μια εσφαλμένη ανάγνωση του κοινωνικού και πολιτικού τοπίου στη χώρα μας, αλλά και μια αδυναμία να γίνει κατανοητό τι πυροδοτεί σήμερα τη δυσαρέσκεια και την οργή γεννώντας την ανάγκη για «αντισυστημική ψήφο».

Καταρχάς πρέπει να πούμε ότι η ίδια έννοια της «αντισυστημικότητας» -κακοποιημένη παρεμπιπτόντως από όσους προωθούν την αντιδραστική και ανιστόρητη θεωρία των δύο άκρων- εντάσσεται σε ένα πλέγμα εννοιών που προσπαθούν να περιγράψουν τα πολιτικά πράγματα χωρίς να καταφύγουν σε έννοιες, όπως η Δεξιά και η Αριστερά.

Σε μερικές περιπτώσεις υποκρύπτει και την αντίληψη ότι κανονικά οι πολίτες θα έπρεπε να είναι όλοι «Κεντρώοι» και οτιδήποτε άλλο αποτελεί μια δυναμική αμφισβήτησης, που ελλοχεύει κινδύνους. Συνοδεύεται δε συνήθως από μια άλλη έννοια που συχνά γίνεται πολεμική κραυγή, αυτή του λαϊκισμού.

Ωστόσο, πιστεύω ότι μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε περιγραφικά για να ορίσουμε όλους αυτούς που αμφισβητούν το πολιτικό σύστημα, δεν το εμπιστεύονται και θα ήθελαν μια διαφορετική κατάσταση.

Στην Ελλάδα αυτή η κατηγορία ενισχύθηκε σημαντικά στην περίοδο των μνημονίων γιατί οι άνθρωποι ένιωσαν να φεύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, είδαν το ΠΑΣΟΚ – το κόμμα με τη συμπαγέστερη εκλογική βάση για 30 χρόνια – να εφαρμόζει μνημόνια, είδαν και τη Νέα Δημοκρατία να ακολουθεί την ίδια κατεύθυνση και αισθάνθηκαν ότι εάν δύο βασικοί πυλώνες του πολιτικού συστήματος ευθύνονται για την κοινωνική καταστροφή, τότε χρειάζεται να αλλάξει το πολιτικό σύστημα.

Σίγουρα μέσα σε εκείνη τη συγκυρία βαθιάς πολιτικής κρίσης, αλλά και κρίσης των βασικών κομματικών εκπροσωπήσεων της Μεταπολίτευσης, εμφανίστηκαν και αρκετές μορφές «αμφισβήτησης» που εμπνεόταν από θεωρίες συνωμοσίας και «ψεκασμένες» ιδεολογίες και τοποθετήσεις. Ενδεικτικό το πώς εκμεταλλεύτηκε όλο αυτό η Χρυσή Αυγή για να βρεθεί από το περιθώριο στη Βουλή.

Όμως, ούτε και τότε ο κύριος όγκος της «αντισυστημικής ψήφου» πήγε σε «ψεκασμένες» κατευθύνσεις. Στον ΣΥΡΙΖΑ κατευθύνθηκε που στην πραγματικότητα διεκδίκησε να είναι κορμός μιας εκπροσώπησης των λαϊκών στρωμάτων και της μεσαίας τάξης, σε μια πολιτική που να βάζει φρένο στην καταστροφή και να υπόσχεται μεγαλύτερη δικαιοσύνη. Μεγάλο μέρος του κόσμου αυτού το κράτησε έως τις εκλογές του 2019, απέναντι σε μια Νέα Δημοκρατία που αποφάσισε να εκπροσωπήσει ένα αίτημα «κανονικότητας», πατώντας βέβαια πάνω στο ότι οι κυβερνήσεις του Αλέξη Τσίπρα είχαν καταφέρει να βγάλουν τη χώρα από τη Μνημόνια, να έχουν ρυθμίσει το χρέος και να έχουν διαμορφώσει ένα «χρηματοδοτικό μαξιλάρι».

Έτσι και σήμερα ο κύριος όγκος της αντισυστημικής ψήφου δεν είναι πρωτίστως «ψεκασμένοι» ούτε επιθυμούν να κάνουν μια «εκλογική εξέγερση», δηλαδή απλώς να ψηφίσουν «κόμματα διαμαρτυρίας», πέραν του πεπερασμένου ποσοστού που σήμερα εκπροσωπούν παραλλαγές της ακροδεξιάς. Οι άνθρωποι αυτοί ανήκουν σε ένα ευρύ κοινωνικό φάσμα, προερχόμενοι από όλες τις κατηγορίες, που σήμερα πλήττονται από την κρίση κόστους ζωής και μια οικονομική πολιτική που προσφέρει ανάπτυξη, αλλά όχι αναδιανομή. Είναι, δηλαδή, εργαζόμενοι, νέοι, αγρότες, ελεύθεροι επαγγελματίες, οι οποίοι βλέπουν στην οικονομική ανασφάλεια και απαισιοδοξία να προστίθεται και το σοκ από την έκταση της διαφθοράς, της διασπάθισης των δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων, της περιφρόνησης για τους θεσμούς.

Οι άνθρωποι αυτοί ανησυχούν για το μέλλον, γνωρίζουν ότι μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης τα πράγματα στη χώρα θα γίνουν αρκετά πιο δύσκολα, τρομάζουν στη σκέψη ότι «ζουν από τύχη» και ότι ακόμη και ζητήματα όπως η ασφάλεια των μεταφορών δεν είναι εγγυημένα, και εξοργίζονται όταν βλέπουν μια κυβέρνηση να θεωρεί ότι έχει «διαρκές απαλλακτικό βούλευμα» για κάθε μικρότερη ή μεγαλύτερη παραβατική συμπεριφορά της.

Γι’ αυτόν τον λόγο δεν εμπιστεύονται την κυβέρνηση και δεν εμπιστεύονται και το πολιτικό σύστημα, ιδίως όταν η κυβέρνηση αυτοπαρουσιάζεται διαρκώς ως η μόνη επιτρεπτή και συνάμα εφικτή επιλογή.

Δεν ψάχνουν απλώς ένα αντιπολιτευτικό κόμμα που θα εκφράζει τα αισθήματά τους με πιο εύγλωττο τρόπο, άλλωστε έχουν μια δυσπιστία και απέναντι στις παραδοσιακές πρακτικές και τελετουργίες της πολιτικής σκηνής.

Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι ψάχνουν και την «αντιπολιτική». Ή, για να το πω με μεγαλύτερη ακρίβεια, η αντιπολιτική μπορεί να τους ελκύει, για αυτόν τον χαρακτήρα της έντονης αποδοκιμασίας της κυρίαρχης πολιτικής, όμως δεν τους καλύπτει. Γι’ αυτό και παρά τη δημοφιλία της, η Μαρία Καρυστιανού βλέπει τη δυνητική επιρροή ενός κόμματος υπό την ηγεσία της να υποχωρεί.

Αυτό που αναζητούν αυτοί οι άνθρωποι είναι μια πολιτική κατεύθυνση που ταυτόχρονα να αποτελεί ρήξη και τομή με το σημερινό πολιτικό σύστημα, τις πολιτικές που ακολουθούνται, το ήθος και ύφος της εξουσίας που έχει κυριαρχήσει, αλλά και αξιόπιστη πρόταση διακυβέρνησης.

Αυτή ακριβώς είναι και η διπλή πρόκληση για όσους αναφέρονται σε μια δημοκρατική και προοδευτική διέξοδο. Από τη μια οφείλουν να είναι «αντισυστημικοί», δηλαδή να στέκονται απέναντι στο μοντέλο διακυβέρνησης που έχει κυριαρχήσει και τις βασικές πολιτικές επιλογές που έχουν γίνει σε κρίσιμους τομείς, και να δεσμεύονται για την ανάδειξη όλων των πραγματικών πολιτικών και ποινικών ευθυνών για τα σκάνδαλά της Νέας Δημοκρατίας. Λογικές του τύπου «ας μην μας πουν ‘ακραίους’» απλώς οδηγούν στην αναπαραγωγή ενός υποτονικού πολιτικού λόγου και αχνών διαχωριστικών γραμμών, που καμιά σχέση δεν έχει με την αναγκαία τομή που αποζητά η κοινωνία. Από την άλλη, οφείλουν να είναι σοβαροί, δηλαδή να έχουν προτάσεις και να είναι έτοιμοι να κυβερνήσουν.

Η συνειδητοποίηση ότι απαιτείται να απαντηθούν και οι δύο προκλήσεις είναι αναγκαία και για έναν επιπλέον λόγο. Αυτόν που αφορά την αντιμετώπιση της αποχής. Γιατί είναι σαφές ότι τα τελευταία χρόνια μεγάλο μέρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας και απογοήτευσης μεταφράζεται και σε έλλειψη εμπιστοσύνης στη δυνατότητα η ψήφος να αποτελεί δρόμο για να αλλάξουν τα πράγματα. Η κυβέρνηση σε μεγάλο βαθμό θα ήθελε και θα επιδιώξει αυτή η τάση να ενταθεί, καθώς αυτό θα σήμαινε ότι σε ένα μικρότερο εκλογικό σώμα το δικό της ποσοστό θα ανέβαινε αναλογικά.

Η ύπαρξη όμως όλου αυτού του δυναμικού που δεν έχει πειστεί να ψηφίσει, σημαίνει ότι οι πραγματικές εκλογικές δεξαμενές για μια εναλλακτική πρόταση είναι πολύ μεγαλύτερες. Μόνο που για να εμπνευστεί αυτός ο κόσμος και να βγει από τον φαύλο κύκλο της απογοήτευσης και της αποχής, θα πρέπει ταυτόχρονα να πειστεί και για τη διάθεση ρήξης (τον «αντισυστημικό» χαρακτήρα) και για την ικανότητα διακυβέρνησης όσων του λένε να σηκωθεί από τον καναπέ και να πάει να ψηφίσει.

Εάν κινητοποιηθούν τότε οι πραγματικές πιθανότητες πολιτικής αλλαγής αυξάνουν. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτή τη στιγμή όλα δείχνουν ότι μετά τις επόμενες εκλογές ούτε η Νέα Δημοκρατία θα έχει αυτοδυναμία, ούτε ο Κυριάκος Μητσοτάκης ή οποιαδήποτε επιλογή θα θεωρηθεί «συνέχειά» του και «διάδοχη κατάσταση» θα μπορέσουν να σχηματίσουν κυβέρνηση συνεργασίας (ακόμη και εάν αναζητήσουν ακροδεξιά στηρίγματα). Εάν σε εκείνη τη συγκυρία καταγραφεί σαφής συσχετισμός υπέρ μιας δημοκρατικής και προοδευτικής αλλαγής και διεξόδου, τότε είναι σαφές ότι θα ανοίγει ο δρόμος για μια νέα διακυβέρνηση, χωρίς να μπορεί να προχωρήσει οποιοδήποτε σχέδιο εκλογικού εκβιασμού από τη μεριά της Νέας Δημοκρατίας.

Όμως, αυτό σημαίνει ότι όσοι μοιράζονται το όραμα της ουσιαστικής πολιτικής αλλαγής δεν πρέπει να ξεχνούν ότι το ζήτημα στην πολιτική δεν είναι ποτέ μόνο να λες κάτι, αλλά να λες κάτι που έχει όντως απήχηση, δηλαδή κάτι που συναντιέται με τις αγωνίες, τις ανάγκες, και τις ελπίδες των ανθρώπων.

Πηγή: in

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0