έχεις και παράπονα, εσύ, ενώ όλοι εμεις πληρώνουμε τις μεγαλομανίες, τις απερισκεψίες σου, με λίγα λόγια έχεις καταστέψει τη ζωή μας;
Οι Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ επισκέφθηκαν τη Μόσχα στα τέλη του περασμένου έτους και ξανά τον Ιανουάριο
Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι θεωρεί «ασεβείς» τις επισκέψεις των Αμερικανών απεσταλμένων Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ στη Μόσχα, αλλά όχι στο Κίεβο.
Οι δύο άνδρες επισκέφθηκαν τη ρωσική πρωτεύουσα στα τέλη του περασμένου έτους και ξανά τον Ιανουάριο.
Ο Γουίτκοφ, ο οποίος έχει επισκεφθεί τη Μόσχα οκτώ φορές, συναντήθηκε με τον Βλαντίμιρ Πούτιν σε πολλές περιπτώσεις.
Ωστόσο, ούτε ο ίδιος ούτε ο Κούσνερ έχουν επισκεφθεί ποτέ το Κίεβο με επίσημη ιδιότητα.
Για «ασέβεια» έκανε λόγο ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι
«Είναι ασέβεια [εκ μέρους τους] να έρχονται στη Μόσχα και όχι στο Κίεβο, είναι απλά ασέβεια», δήλωσε ο Ζελένσκι σε συνέντευξή του σε ουκρανικό μέσο ενημέρωσης.
«Κατανοώ ότι έχουμε πολύπλοκα ζητήματα να αντιμετωπισθούν... Αν δεν θέλουν, μπορούμε να συναντηθούμε σε άλλες χώρες», πρόσθεσε.
Ο Γουίτκοφ, πρώην μεγιστάνας του real estate, είναι ειδικός απεσταλμένος του Ντόναλντ Τραμπ, ενώ ο Κούσνερ είναι γαμπρός του προέδρου των ΗΠΑ.
Νωρίτερα τον Απρίλιο, ο Ζελένσκι είχε δηλώσει ότι οι δύο άνδρες σχεδίαζαν να επισκεφθούν την Ουκρανία, αλλά το ταξίδι αυτό δεν πραγματοποιήθηκε τελικά λόγω του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ-Ισραήλ και Ιράν.
Η τελευταία τριμερής σύνοδος κορυφής μεταξύ Ρωσίας, ΗΠΑ και Ουκρανίας πραγματοποιήθηκε στα μέσα Φεβρουαρίου.
Λιγότερο από δύο εβδομάδες αργότερα, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ άρχισαν να επιτίθενται στο Ιράν και η προσοχή απομακρύνθηκε από τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, ο οποίος μαίνεται εδώ και περισσότερα από τέσσερα χρόνια.
Οι Γουίτκοφ και Κούσνερ αποτελούν μέλη της αμερικανικής διαπραγματευτικής ομάδας που ταξιδεύει στο Πακιστάν για συνομιλίες εκεχειρίας με το Ιράν, ενώ ο Ζελένσκι αναγνώρισε ότι η προσοχή των ΗΠΑ ήταν στραμμένη στη Μέση Ανατολή.
«Αλλά... σε κάθε περίπτωση, για εμάς είναι σημαντικό να συνεχίσουμε να συνεργαζόμαστε με τους Αμερικανούς», πρόσθεσε.
Οι συνομιλίες για την κατάπαυση πυρός
Οι συνομιλίες για κατάπαυση του πυρός επιταχύνθηκαν το φθινόπωρο του 2025, όταν αποκαλύφθηκε ότι Ρώσοι και Αμερικανοί αξιωματούχοι εργάζονταν πάνω σε ένα σχέδιο για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, το οποίο φαινόταν να περιλαμβάνει αρκετούς όρους δυσμενείς για το Κίεβο.
Η Ουκρανία πίεσε να συμμετάσχει στις συνομιλίες, και ακολούθησαν αρκετές συναντήσεις και σύνοδοι κορυφής.
Μέχρι τον Φεβρουάριο, τόσο η Μόσχα όσο και το Κίεβο δήλωσαν ότι είχαν καταλήξει σε συμφωνία σχετικά με ορισμένα «στρατιωτικά ζητήματα», συμπεριλαμβανομένης της θέσης της γραμμής του μετώπου και της παρακολούθησης της εκεχειρίας.
Άλλα ζητήματα παραμένουν ανεπίλυτα, συμπεριλαμβανομένης της απαίτησης της Ουκρανίας να επιστρέψει η Ρωσία τα ουκρανικά παιδιά που απέλασε βίαια από την αρχή του πολέμου, καθώς και της επιμονής της Μόσχας για «αλλαγή καθεστώτος» στο Κίεβο.
Το βασικό όμως ζήτημα είναι το καθεστώς της περιοχής του Ντονμπάς στην ανατολική Ουκρανία. Το αίτημα της Μόσχας για την παραχώρηση κυρίαρχου ουκρανικού εδάφους ως αντάλλαγμα για τον τερματισμό του πολέμου είναι απαράδεκτο για το Κίεβο, και καμία από τις δύο πλευρές δεν είναι διατεθειμένη να υποχωρήσει – με αποτέλεσμα οι διαπραγματεύσεις να βρίσκονται σε αδιέξοδο.
«Αναζητούμε έναν συμβιβασμό μεταξύ δύο εντελώς αντίθετων θέσεων», δήλωσε τον Φεβρουάριο ο Κυρίλο Μπουντάνοφ, επικεφαλής του επιτελείου του Ζελένσκι. «Δεν τον έχουμε βρει ακόμα».
Τελικά, πρόσθεσε, τόσο το Κίεβο όσο και η Μόσχα «θα πρέπει να αναγνωρίσουν ένα από τα δύο: είτε θα βρούμε μια λύση και θα τερματίσουμε αυτόν τον πόλεμο, είτε θα αναλάβουμε όλοι εξίσου την ευθύνη να παραδεχτούμε ότι δεν βρήκαμε λύση και θα συνεχίσουμε να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλον – κάτι που κάνουμε αρκετά αποτελεσματικά και επαγγελματικά».
Ο πόλεμος, ο οποίος ξεκίνησε όταν η Ρωσία ξεκίνησε την πλήρη εισβολή της στην Ουκρανία το 2022, αποτελεί καθημερινή πραγματικότητα για τους Ουκρανούς εδώ και πάνω από τέσσερα χρόνια.
Μεγάλες εκτάσεις της ανατολικής Ουκρανίας βρίσκονται υπό ρωσικό έλεγχο, ενώ τα στρατεύματα του Κιέβου και της Μόσχας συνεχίζουν να εμπλέκονται σε άμεσες μάχες σε ένα μακρύ μέτωπο που εκτείνεται από το Λουχάνσκ στα βορειοανατολικά έως το Χερσόν στα νότια.
Ένα πολύ προσωπικό κείμενο της Τζούλης Αγοράκη για την περιπέτειά της με τον καρκίνο του μαστού, για το «μετά» που κανείς δεν περιγράφει, για το στήθος που αλλάζει και για τη δύσκολη διαδρομή μέχρι να το νιώσει ξανά δικό της.
Εφηβικά ματίτι, αντίο
Δεν είχα ποτέ το στήθοςτης Τζέιν Μάνσφιλντ, ούτε μπορώ να πω ότι το στήθος μου ήταν σήμα κατατεθέν. Δεν εμφανιζόταν δηλαδή προτού ακόμα στρίψω. Δεν είχα πλούσια τα ελέη του Θεού, αλλά διέθετα ένα εφηβικό, στητό μπούστο που καθάριζε για λογαριασμό μου. Τους είχα δώσει και όνομα: τα έλεγα «ματίτι», που στη γλώσσα σουαχίλι σημαίνει μικρό στήθος.
Εγώ και τα ματίτι μου είχαμε άριστη σχέση. Ποτέ δεν θέλησα μεγαλύτερα. Αυτά τα μικρά, ομοιόμορφα στηθάκια με έβγαζαν ασπροπρόσωπη και έμοιαζαν να αψηφούν τους νόμους της βαρύτητας. Ήταν ματίτι που είχαν αγαπηθεί. Είχαν θηλάσει επάξια για μήνες, θρέψει και μεγαλώσει αποκλειστικά ένα μωρό. Και είχαν φιλοξενήσει τόσα προσκέφαλα ευχαριστημένων αντρών. Ω, μικρά μου ματίτι, όλα τα είχατε κάνει ολόσωστα!
Μέχρι που ένα καλοκαίρι, την ώρα του ντους, έπιασα το ύποπτο σκληρό εξόγκωμα. Ήταν μια παράξενη αίσθηση, σαν ένα στραγάλι. Το χέρι κατάλαβε το κακό. Το άγγιξα και ένιωσα την ανησυχία. Κάτι σίγουρα δεν πήγαινε καλά. Κάπως έτσι μπήκαν στη ζωή μου οι γιατροί, τα νοσοκομεία και οι εξετάσεις. Το στήθος μου από τα χέρια των εραστών πέρασε στα χέρια των γιατρών εν μια νυκτί. Τους το παραχώρησα με την άδειά μου και δεν ήταν λίγες οι φορές που ένιωθα σαν πειραματόζωο στις υπηρεσίες της επιστήμης. Το «ιατρικοποιημένο» σώμα.
Τι είναι για μένα πλέον ο δεξιός μαστός; Είναι μέρος της ιστορίας μου και μια υπενθύμιση να συγχωρώ και να προχωράω.
Ό,τι ακολούθησε ήταν άχαρο, σαν κάτι που γινόταν χωρίς εμένα. Άκουγα λέξεις όπως «ύποπτο εύρημα», «πιθανός όγκος». Ξεκίνησαν εκτιμήσεις, διχογνωμίες γιατρών, σύγχυση για το τι έχω και τι συμβαίνει. Άβολες εξετάσεις, παρακέντηση, μαγνητική. Τελικά τα ματίτι μου έπαψαν να είναι ματίτι. Έγιναν δεξιός μαστός με κακοήθη όγκο. Ένας όγκος που έπρεπε να βγει το συντομότερο. Θα μου αφαιρούσαν άραγε ένα κομμάτι ή ολόκληρο τον μαστό; Η ογκολόγος ευτυχώς με καθησύχασε: ήταν μικρός ο όγκος, θα καθάριζε μόνο τη γύρω περιοχή και όλα θα πήγαιναν καλά.
Δίστασα να τη ρωτήσω αν θα άλλαζε η εικόνα του μαστού μετά την επέμβαση· φοβόμουν ότι αν ρωτούσα, θα ακουγόμουν υπερβολικά νάρκισσος και ματαιόδοξη. Το βράδυ πάντως πριν από το χειρουργείο κοιτάχτηκα τελευταία φορά στον καθρέφτη και είπα: «Αντίο, ανέμελο, ερωτικό μου στήθος».
Ιστορίες παραμόρφωσης
Δυστυχώς τα πράγματα δεν πήγαν όπως ήλπιζα. Το χειρουργείο πέτυχε, ο όγκος βγήκε, όμως όπως καθάρισε η γιατρός τη γύρω περιοχή, το στήθος άδειασε. Σαν σωσίβιο που το ξεφούσκωσαν. Όταν μου αφαίρεσαν τη γάζα και κοίταξα προς τα κάτω, το θέαμα ήταν απογοητευτικό. Το στήθος ήταν μοβ, πράσινο και κίτρινο μαζί. Τέρμα μελανιασμένο και πρησμένο. Ένα στήθος που έδειχνε σάπιο. Σκεφτόμουν ότι αν το πετούσαν σε πεινασμένα σκυλιά, αυτά θα το περιφρονούσαν.
Σταδιακά σταμάτησα να το αγαπώ, σαν η αγάπη μου γι’ αυτό να ήταν μόνο για όσο ήταν όμορφο. Έπαψα να το νιώθω δικό μου. Ήταν πλέον το καρκινιασμένο μου «βυζί», το ταλαιπωρημένο. Κάτι ολόδικό μου έγινε εντελώς ξένο. Ήταν πονεμένο και παραπονεμένο, το ένιωθα ότι με χρειαζόταν, αλλά εγώ δεν μπορούσα να του δώσω ούτε έναν κόκκο συμπάθειας. Το κουβαλούσα σαν να έσερνα ένα κουτσό πόδι. Ήταν εκεί για να μου θυμίζει κάθε μέρα τις συνέπειες. Ένιωθα ότι δεν διύλισα τον θυμό μου, ότι δεν κατάφερα να απαλλαγώ από την πίκρα μου. Ότι η συγχώρεση δεν ερχόταν απ’ την καρδιά μου. Το ίδιο το στήθος, σε θέση κριτή, έμοιαζε να λέει ότι εγώ η ίδια έφταιγα και για τον καρκίνο, σαν να μου τον χρέωνε. «Και τώρα;» ρωτούσα τον εαυτό μου. Πώς στέκομαι; Πώς το παρουσιάζω; Πρέπει να λέω σε όσους με βλέπουν γυμνή για τον καρκίνο; Πώς δικαιολογώ αυτήν τη βαθιά ουλή;
Ξεκίνησα ψυχοθεραπεία. Μαζί με όλα, έπρεπε να συνηθίσω τη νέα αίσθηση, για την ακρίβεια να συνηθίσω πώς είναι να μην έχεις αίσθηση. Ο κουτσουρεμένος μαστός δεν ένιωθε πια τίποτα. Είχαν κόψει νεύρα και δεν εξέπεμπε σήματα. Ήταν μόνιμα μουδιασμένος. Είπαν ότι με τον καιρό ίσως επανερχόταν η αίσθηση. Έμοιαζε με την κοιμωμένη που περίμενε να έρθει ο πρίγκιπας να της δώσει το φιλί. Οι ακτινοθεραπείες που ακολούθησαν το αποτελείωσαν. Ποιος πρίγκιπας και ποιο φιλί; Μου τις είχαν παρουσιάσει σαν παιχνίδι. Κανείς δεν είπε ότι είναι μια επιθετικότατη θεραπεία που ναι μεν μειώνει τον κίνδυνο της υποτροπής, αλλά σου κάνει εσωτερικό και εξωτερικό μόνιμο έγκαυμα. Δηλαδή μαζί με τα ξερά καίει και τα χλωρά.
Μέσα σε ένα τρίμηνο το στήθος μου, με το κάποτε ωραίο, λευκό και ροδαλό δέρμα, θύμιζε των Ψαρών την ολόμαυρη ράχη. Από μέσα σκοτωμένο και απέξω ζωντανό. Κάηκε όχι μόνο το δέρμα αλλά και οι ιστοί. Αν κάπου έλεγα τον καημό μου, πέφτανε να με φάνε. Σαν να ήταν ύβρις που ξεστόμιζα ότι δεν ένιωθα καλά με τον ποντικοφαγωμένο μαστό.
Έλεγαν: «Μην το σκέφτεσαι», «Είσαι ζωντανή», «Δεν έκανες χημειοθεραπεία», «Δες την τομή ως παράσημο», «Αγάπησε τον εαυτό σου με κάτι φάλτσο». Τα άκουγα από γιατρούς, γονείς και φίλους. Όλοι στέκονταν στην καλή μου τύχη. Ότι το πρόλαβα. Η εικόνα ήταν μια λεπτομέρεια. Και υπήρχε και κάτι που δεν είπα ποτέ σε κανέναν. Μετά το χειρουργείο, δεν μπόρεσα ποτέ να ξαναγγίξω το στήθος μου. Το χέρι μου δεν πήγε ποτέ ξανά εκεί. Ανατρίχιαζα, σαν να έπρεπε να αγγίξω κάτι ακρωτηριασμένο που μου έφερνε τεράστια αποστροφή και ανακατωσούρα. O καιρός πέρασε και μόλις πήρα λίγο τα πάνω μου, αποφάσισα ότι δεν θα άκουγα κανέναν και θα έκανα ό,τι χρειαζόταν για να το φτιάξω. Είχαν πει ότι θα μου έβαζαν ένα κομμάτι λίπος από ένα άλλο σημείο του σώματός μου και όλα θα ήταν σχεδόν όπως πριν.
«Ακόμα ένα χειρουργείο, το τρίτο. Ξανά πόνοι, γάζες, ράμματα. Φτου κι απ’ την αρχή. Αναρωτιόμουν: αν είχε φωνή ο μαστός, τι θα έλεγε; "Ευχαριστώ" ή "άσε με ήσυχο";» Φωτ.: Dylann Hendricks/ Unsplash
Όταν έφτασε η ώρα να το κάνω, μου τα μάσαγαν: «Και πού θα βρούμε σε σένα λίπος που είσαι αδύνατη;», «Είναι ακόμα καμένοι οι ιστοί», «Κάνε ένα τατουάζ στην τομή και ξεμπέρδευε». Τέτοια άκουγα και όσο τα άκουγα τόσο περισσότερο πείσμωνα. Τελικά βρέθηκε ένας πλαστικός χειρουργός που έμοιαζε τολμηρός και μου είπε: «Πάμε να το φτιάξουμε». Η αποφασιστικότητά του συνάντησε την ελπίδα μου.
Το χειρουργείο έγινε. Οι μνήμες επέστρεψαν – γιατί ο καρκίνος, ακόμα και όταν σιωπά, είναι σαν ένα ανενεργό ηφαίστειο που βράζει από μέσα. Είχα πάλι πόνο, γάζες, ράμματα, αλλά και μια εσωτερική ησυχία που έλεγε: το προσπάθησα. Οι μέρες πέρασαν, οι γάζες βγήκαν και είχα πάλι ένα στήθος που δεν πλήγωνε τη θηλυκότητά μου. Δεν ήταν όμοιο με το παλιό, αλλά ήταν αρμονικό. Ήταν ένα «άλλο» που ήξερα ότι με τον καιρό θα το έκανα δικό μου.
Δυστυχώς, λίγες εβδομάδες μετά, ήρθε μια καινούργια παραμόρφωση. Οι ιστοί δεν κράτησαν το ένθεμα και το έστειλαν ψηλά. Σαν αλλήθωρα βυζιά. Ο ένας μαστός κοιτούσε στην Ανατολή, ο άλλος στη Δύση.
Όταν το έδειξα έντρομη στον γιατρό, εκείνος ήταν ατάραχος. Σαν να έβλεπε κάτι συνηθισμένο. Μου είπε ότι τίποτα στη φύση δεν είναι απόλυτα συμμετρικό. Ότι ο ένας μαστός βγήκε τέλειος και αυτόν να κοιτάω. Και, άκουσον άκουσον, ότι επειδή έχω μακριά μαλλιά μπορώ να τα ρίχνω μπροστά για να μη φαίνεται ο άλλος. Δεν ανέλαβε στιγμή την ευθύνη του.
Ήμουν ξανά στο μηδέν. Για λίγο σκέφτηκα να το αφήσω όπως ήταν. Όμως μού φαινόταν σαν παραδοχή της ήττας μου. Ότι στα δύσκολα τα παρατούσα. Η αποκατάσταση έγινε πράξη δράσης. Κάτι επαναστατικό. Έπαιρνα το τιμόνι στα χέρια μου και, με έναν τρόπο, βελτίωνα τη μοίρα μου.
Αυτήν τη φορά το έψαξα πιο στοχευμένα. Βρήκα τον πιο έμπειρο, τον πιο εξπέρ πλαστικό, που είχε μαθητεύσει και ζήσει στο Ρίο της Βραζιλίας, δίπλα στον κορυφαίο πλαστικό Πιτανγκί, και είχε ειδικευτεί στο να χειρίζεται καμένους ιστούς. Μου άρεσε που το μελέτησε. Που μου εξήγησε τι δεν πήγε καλά την πρώτη φορά. Που είχε στρατηγική. Το αποφάσισα χωρίς να το πολυσκεφτώ.
Ακόμα ένα χειρουργείο, το τρίτο. Ξανά πόνοι, γάζες, ράμματα. Φτου κι απ’ την αρχή. Αναρωτιόμουν: αν είχε φωνή ο μαστός, τι θα έλεγε; «Ευχαριστώ» ή «άσε με ήσυχο»;
Οι εβδομάδες πέρασαν με αγωνία. Θα ανέβει; Θα κατέβει; Πού θα πάει; Αυτήν τη φορά όμως έμεινε στη θέση του. Ήταν σαν να μου είχαν δώσει πίσω τον εαυτό μου ολόκληρο. Αν κρατάω μια εικόνα από όλη την περιπέτεια που πέρασα τα τελευταία έξι χρόνια, αυτή είναι η τελευταία της δοκιμασίας.
Δεκαπέντε μέρες μετά το τρίτο χειρουργείο, τα ράμματα άνοιξαν. Το στήθος άρχισε να τρέχει και έμοιαζε σαν να δακρύζει. Με έβαλαν στο χειρουργείο άρον άρον για να προλάβουν να μην μπει κάποιο μικρόβιο. Με έραψαν χωρίς νάρκωση. Ένιωθα τα πάντα. Το μπεταντίν. Τον αιθέρα. Τις οδηγίες του γιατρού στους βοηθούς. Την κλωστή που ήταν σαν να μου κεντούσε το σώμα.
Όταν τελείωσε, ο γιατρός ακούμπησε απαλά το χέρι του πάνω σε ένα βουνό από γάζες. Η σκηνή ήταν κινηματογραφική: το κρύο χειρουργείο, τα έντονα φώτα. Απλώθηκε μια σιωπή, σαν προσευχή. Σαν να με άγγιζε ο πατέρας μου που πια δεν είναι στη ζωή. Σωστά κατάλαβα.
Ο γιατρός μού είπε, ανθρώπινα: «Προσευχήθηκα να μην έχεις πάρεις μικρόβιο και να μη χρειαστεί άλλο χειρουργείο».
Δεν χρειάστηκε. Δεν πήρα μικρόβιο. Πλέον έχω το στήθος που μπορώ να αντέξω. Και χαλάλι. Τι είναι για μένα πλέον ο δεξιός μαστός; Είναι μέρος της ιστορίας μου και μια υπενθύμιση να συγχωρώ και να προχωράω.
Θα το γράψω απνευστί: Aυτό που με τρομάζει περισσότερο στην περίπτωση Λαζαρίδη, δεν είναι ούτε η παχύδερμη άνεση με την οποία υπερασπίστηκε τις απάτες του στην τηλεόραση του Open (άλματα λογικής για νάνους)· ούτε η πλάγια συναίνεσή του στα κατινιάρικα σχόλια για την ηλικία της Μπακογιάννη (ο μπεμπέκος!)· αυτό που με τρομάζει είναι ότι ένας πρώην δημοσιογράφος στην πιο λούμπεν φυλλάδα που έγινε ποτέ, την «Ελεύθερη Ώρα», ένα συνωμοσιολογικό έντυπο γραμμένο συνειδητά από καραγκιόζηδες για καραγκιόζηδες― ένα τέτοιο λαμπρό δείγμα δημοσιογράφου έγινε υφυπουργός από την κυβέρνηση των αρίστων, η οποία έχει ισχυρή, πολύ ισχυρή άποψη πώς πρέπει να είναι τα μέσα και τι είναι ορθό να γράφουν· αφού όποιος βλέπει αυτή την μορφή που ακτινοβολεί κύρος και ευφυία, δεν μπορεί παρά να υποκλιθεί και να της ζητήσει να τον κυβερνήσει.
Έτσι και η άλλη κυβέρνηση, που επίσης είχε πολύ μίσος και απωθημένα με τα media, η κυβέρνηση του ρακένδυτου ηθικού πλεονεκτήματος, είχε χρίσει κορυφαίο σύμβουλο του πανίσχυρου τότε υπουργού ψηφιακής ανάπτυξης Νίκου Παππά τον εκδότη της εφημερίδας «Το Χωνί», μιας εφημερίδας τοξικής, αλλοπρόσαλλης και χυδαίας που δεν ήξερε καλά -καλά το ελληνικό αλφάβητο και παρά την υποτυπώδη κυκλοφορία της έπαιρνε πακτωλούς κρατικής διαφήμισης.
Είναι αποκαρδιωτικό ότι και τα δύο πολιτικά κόμματα που κυβέρνησαν τα τελευταία χρόνια, συγγενεύουν σε αυτό: στην τραμπική υπερκριτική των μέσων, την προσπάθεια να τα ελέγξουν ευθέως ή πλαγίως και στην υποκριτική αντίληψη τί είναι καλό medium ή όχι.
Τουλάχιστον να μην έκαναν και συνέδρια για την κατάσταση του Τύπου…
Μια από τις πιο ταλαντούχες και ιδιαίτερες ηθοποιούς της γενιάς της, η Κίττυ Παϊταζόγλου, μιλά για το τολμηρό έργο «Συναίνεση» στο οποίο πρωταγωνιστεί αλλά και για την εμπειρία της με τον σκηνοθέτη Ούλριχ Ράσε το καλοκαίρι που μας πέρασε.
Το 2010 στο Royal Court ανέβηκε το έργο της θεατρικής συγγραφέως Νίνα Ρέιν «Φυλές», εμπνευσμένο από κάποιο στιγμιότυπο ενός ντοκιμαντέρ που είχε παρακολουθήσει, στο οποίο ένα κωφό ζευγάρι που περίμενε παιδί ανέφερε ότι θα ήθελαν να γεννηθεί και αυτό κωφό. Η Ρέιν παίρνει αφορμή από αυτή την ιστορία για να μιλήσει για τις φυλές των ανθρώπων που έχουν τις δικές τους συνήθειες, τα δικά τους πιστεύω, τις δικές τους απόψεις, οι οποίες πολλές φορές είναι δύσκολο να γίνουν κατανοητές από τους άλλους, προβάλλοντας πολλές όψεις της αλήθειας και της έννοιας της διαφορετικότητας. Επτά χρόνια αργότερα ανέβηκε στο National Theatre του Λονδίνου το έργο της «Συναίνεση», που θα κάνει πρεμιέρα στο Σύγχρονο Θέατρο στις 17 Απριλίου σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά. Μέσα από την ιστορία μιας ομάδας δικηγόρων που εμπλέκονται σε μια υπόθεση σεξουαλικής επίθεσης φωτίζονται τα όρια ανάμεσα στον νόμο, την ηθική και την προσωπική ευθύνη για το πώς μπορούμε να αντιληφθούμε την αλήθεια και πώς αυτή διαμορφώνεται μέσα από διαφορετικές οπτικές.
Η συναίνεση στην οποία αναφέρεται η Ρέιν δεν αφορά μόνο την απόδειξη της αλήθειας σε υποθέσεις σεξουαλικής βίας αλλά και το πώς η αλήθεια διαμορφώνεται μέσα σε σχέσεις εξουσίας, φωτίζοντας τόσο την απονομή της δικαιοσύνης στη σύγχρονη κοινωνία όσο και τις σύνθετες πλευρές των ανθρώπινων σχέσεων που διαποτίζονται από έντονα συναισθήματα αλλά και τον φόβο της απώλειας.
«Εμείς οι γυναίκες έχουμε λάβει μια κοινωνική εκπαίδευση συγκεκριμένη, τουλάχιστον οι προηγούμενες γενιές, να είμαστε διαλλακτικές, ευγενικές, φροντιστικές, όταν βάζουμε ένα όριο να το κάνουμε με έναν τρόπο συγκεκριμένο, για να μη θεωρηθούμε δύσκολες, δύστροπες. Αισθάνομαι ότι κάποιες φορές είναι σαν μάχη με ένα ολόκληρο αξιακό σύστημα».
Στην παράσταση, η Κίττυ Παϊταζόγλου υποδύεται τη σύζυγο του δικηγόρου που αθωώνει τον κατηγορούμενο άντρα σε μια υπόθεση βιασμού και με αφορμή αυτή την αθώωση έρχεται αντιμέτωπη με τη δική της ζωή, που αρχικά μοιάζει πολύ μακρινή από εκείνη του θύματος, και τις επιλογές της.
— Στις «Φυλές», η Ρέιν, μιλώντας για τα όρια των ανθρώπων, με έναν τρόπο μιλούσε και για τη σημασία της συναίνεσης μέσα στις φυλές αλλά και σε μια κοινωνία. Εδώ με τι έργο έχουμε να κάνουμε; Είναι ένα έργο που γράφτηκε το 2017 και ουσιαστικά έχει να κάνει με μια παρέα δικηγόρων που μιλάνε για τα θέματα της συναίνεσης και τι σημαίνει αυτή μέσα σε ένα δικαστήριο. Με έναν τρόπο, όταν πρόκειται να εφαρμόσουν όλα αυτά στη δική τους ζωή, ή δεν θέλουν καθόλου ή αποτυγχάνουν παταγωδώς.
— Τι σημαίνει συναίνεση γι’ αυτούς δηλαδή; Με αφορμή μια υπόθεση βιασμού, ο Έντουαρντ, ο άντρας μου, καλείται να υπερασπιστεί τον φερόμενο ως βιαστή και κερδίζει, τον δικαιώνει. Η γυναίκα, που, κατά πάσα πιθανότητα, έχει όντως βιαστεί, εισβάλλει στο σπίτι μας και τον προκαλεί να της εξηγήσει τι συνέβη. Εγώ, ως γυναίκα αυτού του δικηγόρου, σιγά σιγά συνειδητοποιώ ότι ο χαρακτήρας του δεν μου κάνει πια και δεν αντέχω να κάνω άλλο τους συμβιβασμούς που έκανα τόσα χρόνια. Με αφορμή αυτή την υπόθεση, η γυναίκα που υποδύομαι μπαίνει σε έναν δρόμο αυτογνωσίας. Όχι μόνο εξαιτίας αυτού του γεγονότος αλλά και ενός ακόμα: όταν ένα ζευγάρι φίλων τους δικηγόρων χωρίζει επειδή εκείνος απατάει συστηματικά τη γυναίκα του, ο σύζυγός μου μεσολαβεί για να τα βρουν και εγώ αρχίζω να συνειδητοποιώ ότι αυτό δεν μου αρέσει καθόλου.
Σκηνή από την παράσταση «Συναίνεση», που θα κάνει πρεμιέρα στο Σύγχρονο Θέατρο στις 17 Απριλίου. Φωτ.: Πάτροκλος Σκαφίδας.
— Αυτή η γυναίκα που δεν δικαιώθηκε στο δικαστήριο, πώς βρίσκει τη δική της δικαίωση, πού την αναζητά; Αυτό που γράφει η Ρέιν είναι ότι μια γυναίκα για να βρει τη δική της δικαίωση μπορεί να καταφύγει σε τρόπους και σε πράγματα που σοκάρουν ακόμα και την ίδια. Από μια περιοχή της προσωπικής της δικαίωσης μπορεί να φτάσει στα άκρα. Μπορεί κάποιος να πει ότι γίνεται και αυτή τέρας.
— Πιστεύεις ότι για να βρει ένας άνθρωπος, μια γυναίκα το δίκιο της μπορεί να γίνει τέρας; Είναι τεράστια η συζήτηση αυτή για το δίκαιο έγκλημα και για την αυτοδικία, όσο τεράστιο είναι και το ερώτημα που τίθεται στον σύγχρονο πολιτισμένο δυτικό μας κόσμο για το πού ο καθένας τραβάει τη γραμμή του και από ποιο σημείο και μετά αναζητά τη δική του προσωπική δικαίωση μέσα από ένα έγκλημα.
— Εσύ προσωπικά τι θα απαντούσες; Νομίζω ότι σε κάποιες περιπτώσεις είμαι πολύ κοντά στην έννοια της αυτοδικίας – ενώ έχω σπουδάσει Νομική και λόγω αυτού του background θα έπρεπε να σου πω ότι ακόμα και σε μια κατάφωρη αδικία πρέπει να πιστεύουμε στον νόμο.
— Η κοινωνία μας αναζητά διαρκώς συναινέσεις, είτε για να καλύψει τα προβλήματά της είτε για να συνεχίσει, να βρούμε μια οδό για να προχωρήσουμε; Σίγουρα. Αλλιώς είμαστε ζούγκλα. Αλλιώς ο καθένας χρησιμοποιεί το δικό του συναίσθημα και τη δική του ηθική προσπάθεια δικαίωσης για να σπάσει το κοινωνικό συμβόλαιο. Βλέπουμε ότι σήμερα τα θέματα συναίνεσης συζητιούνται πάρα πολύ, αλλά είμαστε σε ένα πολύ άβολο μεταβατικό στάδιο, νομίζω, που η θεωρία απέχει πάρα πολύ από την πράξη. Πότε η συναίνεση σταματά να είναι νομικό επιχείρημα και αποκτά άλλη σημασία, πότε μπαίνω πραγματικά στη θέση του άλλου και βάζω το δικό του αφήγημα μέσα στο δικό μου.
— Ωστόσο βλέπουμε γύρω μας τον κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο βίαιος – δεν συζητάμε για αυτοδικία αλλά για βία η οποία είναι ξεκάθαρη προτού γίνει οποιαδήποτε συζήτηση για συναίνεση, μέσα στην πίεση της καθημερινότητας που γίνεται αφόρητη. Και βλέπεις και μια υποχώρηση απέναντι στον πιο δυνατό, που τη γεννάει ο φόβος. Αυτό είναι το θέμα, τι συμβαίνει όταν μπαίνουν θέματα εξουσίας. Και εδώ έρχεται και το θέμα της γυναίκας. Δεν είναι τυχαίο ότι στο συγκεκριμένο έργο, στη «Συναίνεση», αυτή η παρέα των δικηγόρων κατηγορεί τρεις από τις τέσσερις γυναίκες του έργου όταν τολμάνε να βάλουν το όριό τους και να πουν «μέχρι εδώ η αδικία»· για εθισμό σε αλκοόλ και ουσίες, για φαντασιοπληξία, για σοβαρή ψυχική διαταραχή. Στη δική μου περίπτωση, ο άντρας μου, ως δικηγόρος, φτάνει να ζητάει την επιμέλεια του παιδιού κατηγορώντας με για ψυχική διαταραχή, επειδή τόλμησα να βάλω το όριό μου. Η επίκληση της ψυχικής διαταραχής είναι το πιο ασφαλές, βολικό επιχείρημα για έναν άντρα. Και αυτό που έχει ενδιαφέρον σε αυτό το έργο, που γράφτηκε το 2017, τη στιγμή που αρχίζει να σκάει διεθνώς το #metoo, είναι ότι αυτή η συγγραφέας, πέρα από τις ξεκάθαρες θέσεις για τον θύτη και το θύμα, μπαίνει και ανιχνεύει πιο γκρίζες περιοχές, εκεί που δεν καταλαβαίνεις ακριβώς ποιος έχει δίκιο και ποιος έχει άδικο. Δεν παίρνει θέση σε μια ενδοοικογενειακή διένεξη αλλά αφήνει και τις δύο εκδοχές να ακουστούν ατόφιες. Αν σκεφτεί κάποιος ότι ο βιασμός εντός γάμου αναγνωρίστηκε ποινικά στην Ελλάδα το 2006, καταλαβαίνουμε σε πόσο θολά νερά μπαίνει η συγγραφέας, πόσο λεπτές είναι αυτές οι αποχρώσεις και πολλές φορές ακατανόητες.
Σκηνή από την παράσταση «Συναίνεση», που θα κάνει πρεμιέρα στο Σύγχρονο Θέατρο στις 17 Απριλίου. Φωτ.: Πάτροκλος Σκαφίδας. Σκηνή από την παράσταση «Συναίνεση», που θα κάνει πρεμιέρα στο Σύγχρονο Θέατρο στις 17 Απριλίου. Φωτ.: Πάτροκλος Σκαφίδας
— Πάντως το θέμα της συναίνεσης, που έσκασε πολύ με το #metoo, είναι κάτι που αφορά κυρίως τις γυναίκες. Εμείς οι γυναίκες έχουμε λάβει μια κοινωνική εκπαίδευση συγκεκριμένη, τουλάχιστον οι προηγούμενες γενιές, να είμαστε διαλλακτικές, ευγενικές, φροντιστικές, όταν βάζουμε ένα όριο να το κάνουμε με έναν τρόπο συγκεκριμένο, ώστε να μη θεωρηθούμε δύσκολες, δύστροπες. Αισθάνομαι ότι κάποιες φορές είναι σαν μάχη με ένα ολόκληρο αξιακό σύστημα.
— Νομίζω ότι το πιο δύσκολο κομμάτι που αφορά τη συναίνεση είναι όταν το θέμα περιστρέφεται γύρω από τη σεξουαλική πράξη. Ναι, γιατί εκεί η συναίνεση είναι κάτι που μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή, να μη σου αρέσει το πώς εξελίσσεται η σεξουαλική πράξη, και εκεί υπάρχει μεγάλη άρνηση από έναν άντρα να δεχτεί το «όχι» σου. Μπαίνει το τεράστιο θέμα του ανδρικού εγωισμού, της απόρριψης.
— Αυτό συμβαίνει και σε άλλες συνθήκες, στο επάγγελμά σου για παράδειγμα, να μη δέχονται το «όχι»; Κάποιες φορές αισθάνομαι ότι θέλω να πω «όχι» και λέω «ναι» για να μη γίνω δύσκολη ή δυσάρεστη ή το κακό παιδί, ή το κάνω από κούραση πια. Δηλαδή λες «εντάξει, εντάξει, πάμε». Η ίδια η κοινωνία δυσκολεύει περισσότερο τις γυναίκες να βάλουν όρια, δεν είναι ανεκτό αυτό. Εγώ βάζω όρια πολύ δύσκολα και τα βάζω άγαρμπα τις περισσότερες φορές. Ένας άντρας βάζει πιο εύκολα όρια, γιατί μπορεί, είναι ελεύθερος άνθρωπος, έχει ελεύθερη βούληση. Όταν μια γυναίκα λέει «κι εγώ έχω ελεύθερη βούληση», είναι σαν να κουνάει τα θεμέλια του κόσμου.
— Είσαι νομικός και θέλω να μου εξηγήσεις γιατί θεωρείται ανδροκρατούμενο το επάγγελμα, που τελικά δεν ακολούθησες. Γιατί οι περισσότεροι διάσημοι δικηγόροι είναι άντρες, είναι σαν να τους εμπιστεύονται περισσότερο; Αυτή είναι στερεοτυπική αντίληψη αυτού του συστήματος. Θα ξεκινήσω με το ότι στη Νομική είναι περισσότερες οι γυναίκες φοιτήτριες. Οι φίλες μου δυσκολεύτηκαν πολύ στο επάγγελμα, ειδικά στα ποινικά, αν και ήταν εξαιρετικές. Ήταν αυτές που θα κράταγαν πάντα τον φάκελο των ποινικολόγων. Και οι ίδιες δεν θα μπορούσαν ποτέ να βγουν μπροστά. Και θα πω και τη διαφορά σε σχέση με το θέατρο: εκεί άνοιξε η συζήτηση για την κακοποίηση, την παρενόχληση, ήρθε η στιγμή να μιλήσουν αυτές οι γυναίκες, επειδή έφτασε η ώρα να το κάνουν και δημιουργήθηκε και ο χώρος για να ακουστούν.
Η Κίττυ Παϊταζόγλου με την Κόρα Καρβούνη σε φωτογραφία από τις πρόβες για την «Αντιγόνη» σε σκηνοθεσία Ράσε, πριν από την απομάκρυνση της πρώτης. Φωτ.: Ελένη Κατρακαλίδη
— Θα ήθελα να ανοίξουμε μια άλλη συζήτηση, για όσα συνέβησαν στην «Αντιγόνη» του Ράσε, που κόπηκε ο ρόλος σου. Έγινε μια μεγάλη συζήτηση για τα όρια, τις επιλογές, τους ρόλους καθενός σε μια παράσταση. Πες μου, εκεί πώς πήγες; Σε πήραν με «μέσο» σε αυτή την παράσταση, σε επέβαλαν; Έκανα οντισιόν για μιάμιση ώρα, όπως και πολλές άλλες συνάδελφοί μου. Με διάλεξε με ελεύθερη βούληση και ήταν από τις καλύτερες οντισιόν που έχω κάνει. Δεν του επέβαλαν κανέναν ηθοποιό. Ξέρεις, ακόμα και σήμερα προσπαθώ να βάλω τα πράγματα σε σειρά, γιατί δεν έχω καταλάβει τι έχει συμβεί. Μετά την οντισιόν μπήκα με μεγάλο ενθουσιασμό, με τρομερή αφοσίωση. Κάποια στιγμή άρχισε να πετάει σχόλια που πλήθαιναν –εγώ δεν καταλάβαινα ακόμα ότι τα πράγματα ήταν κρίσιμα– και άρχισα να χάνω την μπάλα, αν ο άνθρωπος δεν ήξερε τι να κάνει με τον ρόλο της Ισμήνης ή είχε μετανιώσει για την επιλογή του σε σχέση με εμένα. Και ξέσπαγε πάνω μου. Ευτυχώς είχα μεγάλη στήριξη μέχρι το τέλος και από την Αργυρώ Χιώτη και από την Κατερίνα Ευαγγελάτου. Και μετά προσπάθησα, παρά την ψυχική μου διάλυση και το σοκ –γιατί είπα πολλές φορές «πες μου πρακτικά τι θέλεις» και δεν πήρα καμία απάντηση–, να κρατήσω μια αξιοπρεπή στάση, παρά τον θυμό μου, να μη βλάψω κανέναν γύρω μου, ούτε τους συναδέλφους μου – γιατί μετά συνέθλιψε και τον ρόλο της Αντιγόνης, έκοψε όλα τα χορικά, και πάλι ήταν τρεις ώρες παράσταση. Αλλά ακόμα δεν έχω καταλάβει τι έφταιξε, γιατί έκανα και τον απολογισμό μου και την αυτοκριτική μου.
Σκηνή από την παράσταση «Συναίνεση», που θα κάνει πρεμιέρα στο Σύγχρονο Θέατρο στις 17 Απριλίου. Φωτ.: Πάτροκλος Σκαφίδας
— Αν έβλεπες τον Ράσε σήμερα, τι θα του έλεγες; Θα έφευγα από την άλλη πλευρά. Κάθε καλλιτέχνης έχει δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει, αλλά δεν μπορεί να αλλάζει γνώμη στη μέση της παράστασης για τόσο σοβαρά πράγματα. Αν είναι έτσι, κάνει τέχνη για την τέχνη, για την υπέροχη αισθητική, όχι για τον άνθρωπο. Και στο κάτω κάτω της γραφής, τι τέχνη θέλουμε να κάνουμε; Ο ίδιος μου έλεγε δημόσια «your work ethics are amazing» και μετά ξέσπαγε πάνω μου για πράγματα τα οποία πραγματικά δεν ήταν πρακτικά, δεν ήταν θέμα συνέπειας ή συμπεριφοράς. Ειλικρινά, ακόμα και σήμερα δεν έχω καταλάβει τίποτα. Και δεν είναι θέμα ξένου σκηνοθέτη, είναι θέμα ανθρώπου.
— Στη συνέχεια πώς το διαχειρίστηκες; Όταν συμβεί κάτι τέτοιο, καταρχάς έχεις μια δημοσιότητα που δεν την επιδιώκεις. Αρχίζεις να αναρωτιέσαι για τον εαυτό σου, για τη δική σου αλήθεια, τη δική σου αφοσίωση στα πράγματα. Έμπαιναν επιπλέον και θέματα εξουσίας – ήταν ο σκηνοθέτης, ήμουν η ηθοποιός. Ευτυχώς, μπήκα στη συνέχεια σε δουλειές υπέροχες, με τρομερή δημιουργικότητα.
— Πάντως και στο θέατρο σήμερα η έννοια της εξουσίας και οι ρόλοι έχουν αλλάξει. Σε σχέση με το παρελθόν έχουν αλλάξει, αλλά εμείς έχουμε γαλουχηθεί τόσο πολύ με το παρελθόν, με μύθους ανθρώπων τρομερά ταλαντούχων, στους οποίους δικαιολογούσαν τις κακές πλευρές επειδή είχαν πολύ ταλέντο. Νομίζω ότι ακόμα κι αυτό έχει αρχίσει να συζητιέται σήμερα. Σκέφτομαι καμιά φορά, δεν θα υπήρχαν και φοβερά μυαλά που να μην είχαν αυτές τις κακές συμπεριφορές; Δεν χρειάζεται αυτό το πράγμα, αυτός ο τρόπος. Χάνεις χρόνο, αναλώνεσαι σε εξουσιαστικά παιχνίδια και δεν μπορείς να επικοινωνήσεις ουσιαστικά με κανέναν. Για μένα το θέατρο είναι ένας σπουδαίος τόπος, κι ας χτυπιόμαστε για την επιβίωση κάποιες φορές σαν χταπόδια. Και είναι πολύ σημαντικό να μπορεί κάποιος μέσα σε όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας να κρατάει όσο μπορεί την αξιοπρέπειά του, τη θέλησή του και τα όνειρά του και να είναι διατεθειμένος να ανοιχτεί σε νέες περιπέτειες και δοκιμασίες, βάζοντας στοιχήματα που καμιά φορά μοιάζουν παράλογα.