ενημέρωση 3:13, 6 September, 2026

Παιχνίδι, κομψότητα και «καμία ηλικία» – Η νέα συλλογή Cruise της Chanel αναδεικνύει το κοινό της

Οι γυναίκες άνω των 50 ετών δεν εκπροσωπούνται επαρκώς, παρότι διαθέτουν σημαντική αγοραστική δύναμη. Ο Matthieu Blazy στη Chanel, όπως φαίνεται, τους δίνει προσοχή.

Η «Matthieu Blazy-μανία» ήταν τόσο έντονη που επισκίασε την Εβδομάδα Μόδας του Παρισιού -φανταστείτε ουρές μιας ώρας έξω από τα καταστήματα και εκλεπτυσμένες αλλά αμείλικτες μάχες μέσα στα καταστήματα για τα παπούτσια- οπότε είναι αυτονόητο ότι ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής Μόδας έχει αποστομώσει και με το παραπάνω τους επικριτές του για τη νέα του στη Chanel.

Η πρώτη του συλλογή Chanel Cruise 26/27, που παρουσιάστηκε στο Μπιαρίτς, εκεί όπου η Gabrielle Chanel ίδρυσε τον οίκο της το 1915, ενισχύει ακόμη περισσότερο την υπόθεσή του. Η λέξη-κλειδί για την πασαρέλα ήταν: διαχρονικότητα.

Chanel

REUTERS/Vincent West

REUTERS/Vincent West

REUTERS/Vincent West

Η ηλικία δεν έχει σημασία

Οι μακροχρόνιες πελάτισσες της Chanel φοβούνταν ότι ο Blazy δεν θα ικανοποιούσε τις ανάγκες τους. Ότι αντίθετα θα εστίαζε σε ένα νεότερο, πιο τολμηρό κοινό. Η απάντησή του; Να δημιουργήσει κομμάτια που αψηφούν την ηλικία και να ενσωματώσει μοντέλα διαφορετικών γενεών σε κάθε επίδειξη.

«Βοηθώντας τις γυναίκες να απελευθερωθούν από τους κυριολεκτικούς περιορισμούς των συμβατικών κανόνων που χαρακτήριζαν μια ζωή περιορισμένη στα σαλόνια»

YouTube thumbnail

«Σούπερ καταναλώτριες»

Ας πάρουμε για παράδειγμα την 50χρονη Στέφανι Σίμουρ, που άνοιξε την επίδειξη μόδας της Chanel για το Φθινόπωρο/Χειμώνα 2026, την 58χρονη Νικόλ Κίντμαν, που είναι πλέον το πρόσωπο της σειράς γυαλιών της Chanel, και την 65χρονη Τίλντα Σουίντον, την οποία ο οίκος ντύσει σε όλα τα κόκκινα χαλιά και πρόσφατα για τα βραβεία BAFTA, αναφέροντας μόνο μερικές από τις γυναίκες άνω των 50 ετών που προβάλλει η μάρκα.

Όλες ανήκουν στη γυναικεία δημογραφική ομάδα που, σύμφωνα με το Forbes, αντιπροσωπεύει το 27% του συνόλου των καταναλωτικών δαπανών.

Η ομάδα αυτή αποκαλείται «σούπερ καταναλώτριες» και θεωρείται η πλουσιότερη και πιο δραστήρια γενιά στην ιστορία. Μια δημογραφική ομάδα που, ωστόσο, συχνά παραβλέπεται.

REUTERS/Vincent West

REUTERS/Vincent West

Ύπαρξη κι αντίληψη

Όχι, όπως φαίνεται, από τον Blazy. Και αυτό το μήνυμα διατρέχει την κολεξιόν Cruise 26/27. Για τη συλλογή, γράφει: «Η Chanel βρήκε στο Μπιαρίτς διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης και αντίληψης, κίνησης και ελευθερίας. Τους έκανε το βάθρο της μόδας της.

»Είναι ένας τόπος που προσφέρει την τέλεια ισορροπία μεταξύ λειτουργικότητας και φαντασίας. Μεταξύ καλλιτεχνών, εργατών, αριστοκρατών, ναυτικών και του φυσικού κόσμου, όλοι και όλα μοιράζονταν την ίδια σκηνή, ζώντας μαζί ως κανόνας. Όλοι είχαν έναν ρόλο να παίξουν».

REUTERS/Vincent West

REUTERS/Vincent West

Το παρελθόν και το παρόν σε μια πασαρέλα

Τα look είναι ένα μείγμα παιχνιδιάρικων statement κομματιών -πουκάμισα με ρίγες Μπασκ, φούστες με όγκο και πολλά επίπεδα υφάσματος και μαγιό εμπνευσμένα από το παρελθόν που παίζουν με το παραθαλάσσιο θέμα της γύμνιας- μαζί με στοιχεία του φυσικού κόσμου συνδεδεμένα με μετάξια, πούλιες σε σχήμα ψαροκόκαλου και πλεκτά με χάντρες.

Και μετά τα κλασικά χαρακτηριστικά, που σίγουρα θα ικανοποιήσουν κάθε παλιό λάτρη της Chanel: καλαίσθητα τουίντ, καλοραμμένα καθημερινά ρούχα και επανεφευρέσεις του εμβληματικού λογότυπου σε ένα κολάρο που τραβάει την προσοχή.

REUTERS/Vincent West

REUTERS/Vincent West

REUTERS/Vincent West

REUTERS/Vincent West

Τα στοιχεία της φύσης και τα χαλαρά πατρόν

Ο στόχος αυτός αντανακλά την ίδια την αποστολή της Gabrielle Chanel, όταν άνοιξε τον πρώτο της οίκο υψηλής ραπτικής στο Μπιαρίτς.

«Βοηθώντας τις γυναίκες να απελευθερωθούν από τους κυριολεκτικούς περιορισμούς των συμβατικών κανόνων που χαρακτήριζαν μια ζωή περιορισμένη στα σαλόνια, ήταν ο κόσμος της υπαίθρου, των στοιχείων της φύσης, της θάλασσας, της παραλίας, του ήλιου και του ανέμου, που απαιτούσε πρακτικότητα και άνεση στην κίνηση» αναφέρουν οι σημειώσεις της επίδειξης.

*Αρχική Φωτό: REUTERS/Vincent West

  • Κατηγορία ΜΟΔΑ
  • 0

Καταρρέει με πάταγο ο μύθος του «επιτελικού κράτους» Μητσοτάκη

Ολοένα και πιο πολύ συνειδητοποιούν οι πολίτες τι ακριβώς σημαίνει «επιτελικό κράτος» Μητσοτάκη και παντοκρατορία της «παρέας του Μαξίμου». Και τείνει περισσότερο προς μια συμμορία που λυμαίνεται το κράτος παρά σε «χρηστή διακυβέρνηση»

Δεν είναι μικρό πράγμα πέντε βουλευτές της κυβερνητικής πλειοψηφίας να γράφουν ανοιχτή επιστολή κατηγορώντας την πιο εμβληματική θεσμική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης, αυτή που αφορά το «επιτελικό κράτος».

Ιδίως όταν, σύμφωνα με απολύτως αξιόπιστες πηγές, προτίθεντο να την υπογράψουν μια ντουζίνα βουλευτές, αλλά στη περίπτωση αυτή θα ετίθετο ανοιχτά θέμα δεδηλωμένης για την κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Γιατί πρόκειται για ένα κείμενο σκληρής κριτικής, εκ θεμελίων αμφισβήτησης του μοντέλου διακυβέρνησης. Κατά την κρίση των συντακτών του, το επιτελικό κράτος «γεννά ενίοτε ζητήματα θεσμικής ανισορροπίας, που δεν συνάδουν με μια ώριμη κοινοβουλευτική δημοκρατία», «περιόρισε την αυτοτέλεια των υπουργείων και ιδιαίτερα της κοινοβουλευτικής ομάδας», αποτελεί «παράκαμψη της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης από κλειστό κέντρο τεχνοκρατικής διαχείρισης» και «μέχρι σήμερα αξιολογείται από τον εαυτό του».

Δηλαδή, πρακτικά οι βουλευτές υποστηρίζουν ότι το επιτελικό κράτος υπονομεύει τη δημοκρατική λειτουργία αφού παρακάμπτει τους βουλευτές και ότι ουσιαστικά δεν λογοδοτεί σε κανέναν.

Την ίδια στιγμή, ορθώς, δεν πέρασε απαρατήρητη η χρονική σύμπτωση αυτής της επιστολής με τις εξελίξεις στην υπόθεση των υποκλοπών. Και αυτό γιατί με το σκάνδαλο των υποκλοπών αποδεικνύεται ότι για τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τα στελέχη γύρω από αυτόν, νομιμοποιούνταν στο πλαίσιο του «επιτελικού κράτους» και η χρήση παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού για την παρακολούθηση μεγάλου μέρους του υπουργικού συμβουλίου, της ηγεσίας του στρατού, δικαστικών, πολιτικών, δημοσιογράφων και επιχειρηματιών.

Στην πραγματικότητα, το επιτελικό κράτος εδώ και καιρό έχει αποτύχει παταγωδώς. Αποδείχτηκε ότι η βασική σκοπιμότητά του ήταν να αποκτήσει η στενή ομάδα γύρω από τον πρωθυπουργό αυξημένη εξουσία, να μην έχουν σημαντικό ρόλο οι βουλευτές και οι υπουργοί να πρέπει να δίνουν εχέγγυα υποτέλειας στο Μέγαρο Μαξίμου.

Στην πράξη το μητσοτακικό «επιτελικό κράτος» δεν έκανε το κράτος πιο αποτελεσματικό. Δεν βοήθησε στο να βελτιωθεί η κατάσταση με το σύστημα υγείας, δεν αντιμετώπισε την κρίση κόστους ζωής, δεν αναμετρήθηκε με τη στεγαστική κρίση, δεν προσέφερε επαρκή προστασία από τις φυσικές καταστροφές, δεν αξιοποίησε αποτελεσματικά τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και δεν προετοίμασε τη χώρα για την επόμενη μέρα μετά τη λήξη του, με την επιβράδυνση της οικονομίας να θεωρείται πλέον δεδομένη.

Ακόμη χειρότερα, το επιτελικό κράτος συχνά δεν επέτρεψε στους βουλευτές να μπορέσουν να εκπροσωπήσουν τα αιτήματα της κοινωνίας, την ώρα που, όπως έδειξε το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, άφηνε να εξελίσσονται γενικευμένες πρακτικές παραβατικότητας, με διασπάθιση ευρωπαϊκών πόρων και αποκλειστικό σκοπό την ψηφοθηρία.

Εάν κάναμε έναν απολογισμό του «επιτελικού κράτους» αυτό που θα βλέπαμε δεν θα ήταν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, ούτε καλύτερη διαχείριση. Και σίγουρα δεν θα βλέπαμε λογοδοσία. Αυτό που θα βλέπαμε θα ήταν υπερσυγκέντρωση εξουσίας στο Μέγαρο Μαξίμου, υπουργούς που σκύβουν το κεφάλι, βουλευτές που απλώς επικυρώνουν προειλημμένες αποφάσεις και βεβαίως «επενδυτές» που ξέρουν από πού να ξεκινήσουν για να δείξουν ότι δεν είναι «αγνώμονες».

Επιπλέον, θα βλέπαμε συστηματική προσπάθεια ελέγχου του κρατικού μηχανισμού, με έμφαση στη δικαστική εξουσία, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ατιμωρησία για την κυβέρνηση σε μια εποχή όπου προκύπτουν διαρκώς όχι μόνο πολιτικές, αλλά και ποινικές ευθύνες στελεχών της. Αλλά και αντίστοιχη προσπάθεια να σταλεί το μήνυμα στην επιχειρηματικότητα ότι ο δρόμος για τις επενδύσεις περνάει από το Μέγαρο Μαξίμου.

Και βέβαια θα βλέπαμε μια διαρκή και συνειδητή προσπάθεια υπονόμευσης της δημοκρατίας. Γιατί το «επιτελικό κράτος» Μητσοτάκη στηρίζεται σε μια αυταρχική λογική εχθρική στον κοινοβουλευτικό έλεγχο και στη λογοδοσία. Κράτος εν κράτει για να μπορέσει να ξοφλήσει τα γραμμάτια και να ολοκληρώσει τη λίστα με τις «δουλειές» που έταξε για να αναλάβει την εξουσία. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που αναζητά τρόπους να την κρατήσει ακόμη και μέσα σε μια συνθήκη που σφραγίζεται από γενικευμένη λαϊκή αποδοκιμασία σε βάρος της.

Όμως το πιο βασικό είναι ότι πλέον το «επιτελικό κράτος» δεν πείθει ούτε στο εξωτερικό, ούτε στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας. Γιατί ολοένα και περισσότερο οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας αντιδρούν στον ιδιότυπο «φόρο πολιτικής υποτέλειας» που καλούνται να καταβάλουν στο Μέγαρο Μαξίμου, την ώρα που υποχρεώνονται να απαντούν στην οργή της κοινωνίας για τις επιλογές του. Αλλά και γιατί συνειδητοποιούν ότι αυτή τη στιγμή το «επιτελικό κράτος» είναι αυτό που οδηγεί στη διαρκή μείωση των εκλογικών προοπτικών της Νέας Δημοκρατίας και άρα θέτει σε κίνδυνο και την ίδια την επανεκλογή αρκετών βουλευτών. Κάτι που με τη σειρά του εξηγεί γιατί επιλέγουν να βγουν και να τοποθετηθούν δημόσια, σε μια προσπάθεια να υπάρξει έστω και την ύστατη στιγμή μια αλλαγή πορείας.

Μόνο που όλοι ξέρουμε ότι σε κόμματα εξουσίας όπως η Νέα Δημοκρατία, η κορυφαία στιγμή «πολιτικής κρίσης» είναι ακριβώς όταν η κριτική και η πολεμική «έρχεται από τα μέσα». Και συνήθως όταν μια τέτοια δυναμική εκφράζεται ανοιχτά, δημόσια και επώνυμα, σημαίνει ότι η κρίση είναι βαθιά και γι’ αυτό ενεργοποιούνται και όλα τα αντανακλαστικά πολιτικής επιβίωσης των βουλευτών. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο οι μέρες του «επιτελικού κράτους» είναι μετρημένες. Εκτός όλων των άλλων, και γιατί οι πολίτες προτιμούν να εκλέγουν κοινοβουλευτικές ομάδες και υπουργικά συμβούλια και όχι συμμορίες νομής της κυβερνητικής εξουσίας.

Πηγή: in

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ένας Καβάφης πρωτοπόρα δικαιωματικός

Ο νομικός Βασίλης Σωτηρόπουλος παρουσιάζει τον Καβάφη ως έναν προφήτη των ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων

Ο Βασίλης Σωτηρόπουλος έχει κατοχυρώσει εδώ και χρόνια μια σημαντική θέση στη δημόσια σφαίρα ως ένας τους κατεξοχήν νομικούς υποστηρικτές των ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου και του σημαντικού συγγραφικού έργου του πάνω σε αυτά τα θέματα, με τα βιβλία του να θεωρούνται σημεία αναφοράς στη σχετική συζήτηση. Όμως, στο τελευταίο βιβλίο του, με τίτλο «Ο Καβάφης και τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα», που κυκλοφόρησε πολύ πρόσφατα από τις εκδόσεις Πόλις, ο Σωτηρόπουλος αποδεικνύεται και δεινός καβαφιστής.

Ότι ο Καβάφης όχι μόνο υπερασπίστηκε στο ποιητικό του έργο την ομοφυλοφιλία του, σε μια εποχή που αυτή αντιμετωπιζόταν ακόμη είτε ως ποινικά κολάσιμη παραβατικότητα, είτε, στην καλύτερη των περιπτώσεων ως αντικείμενο ψυχιατρικής αντιμετώπισης, επιμένοντας μάλιστα ότι γύρω από αυτή μπορεί να διατυπωθεί ένας οικουμενικός στοχασμός για τη ζωή, τον έρωτα και τη σωματικότητα, είναι κάτι που το τελευταίο διάστημα έχει μελετηθεί αρκετά. Έχουμε ξεπεράσει το στάδιο όπου ο Καβάφης αντιμετωπιζόταν ως σπουδαίος ποιητής, πλην ομοφυλόφιλος, και είμαστε πια σε μια φάση όπου ο Καβάφης είναι σπουδαίος ποιητής ακριβώς επειδή αποτυπώνει και το βίωμα της ομοφυλοφιλίας του. Ας σημειώσουμε εδώ τον πρωτοπόρο ρόλο της ανάγνωσης που έκανε του Καβάφη ο Δημήτρης Παπανικολάου στο βιβλίο του με τίτλο « “Σαν κ’ εμένα καμωμένοι”. Ο ομοφυλόφιλος Καβάφης και η ποιητική της σεξουαλικότητας» (εκδ. Πατάκη, 2014).

Όμως, αυτό που κάνει ο Σωτηρόπουλος είναι να πάρει ένα βήμα παρακάτω. Να δείξει πώς μέσα στο ποιητικό έργο του Καβάφη διατυπώνεται ουσιαστικά το αίτημα για την αναγνώριση και κατοχύρωση ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων. Γι’ αυτό και αυτό που κάνει είναι να οργανώσει το υλικό του γύρω από την ανάγνωση συγκεκριμένων ποιημάτων του Καβάφη πάνω σε συγκεκριμένους άξονες ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων: το δικαίωμα στη συμβίωση, το δικαίωμα στην ίση μεταχείριση, το δικαίωμα στη θρησκευτική συνείδηση, το δικαίωμα στη σεξεργασία, αλλά και τα μετά θάνατον δικαιωμάτων, παρουσιάζοντας αναλυτικά πώς διαμορφώθηκαν τα συγκεκριμένα δικαιώματα αλλά και μέσα από ποια θεσμικά βήματα ενσωματώθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη.

Το ενδιαφέρον αυτού του βιβλίου και που κάνει την ανάγνωσή του συναρπαστική είναι ακριβώς ότι ο Σωτηρόπουλος δεν προσπαθεί να παρουσιάσει μια εικόνα ενός «ακτιβιστή» Καβάφη, την ώρα όμως που τον δείχνει να έχει μια ιδιαίτερα σαφή και ρητή διεκδίκηση αυτών των δικαιωμάτων. Πιάνοντας ένα νήμα από την ανάγνωση που είχε κάνει ο Τσίρκας στη δεκαετία του 1950 όταν είχε υπογραμμίσει την ύπαρξη ενός «πολιτικού» Καβάφη πρωτίστως σε μια αντιαποικιοκρατική κατεύθυνση, εδώ δεν παρουσιάζεται ο Καβάφης απλώς να στοχάζεται ποιητικά την ομοφυλοφιλία ως απλώς ένα βίωμα, αλλά και ως κάποιος που με αυτό τον τρόπο αρθρώνει την απαίτηση για συγκεκριμένα δικαιώματα για συγκεκριμένα δικαιώματα. Την ίδια στιγμή, η παράθεση που κάνει των αγώνων και βημάτων προς την κατοχύρωση τέτοιων δικαιωμάτων μας δείχνει ότι αυτή ούτε εύκολη ήταν ούτε αυτονόητη.

Σε αυτό το φόντο, όπως σπεύδει να υπογραμμίσει και ο ίδιος ο Σωτηρόπουλος, ο Καβάφης δεν εμφανίζεται απλώς ως ένα διεκδικητής δικαιωμάτων, ως ένας προφήτης μελλοντικών διεκδικήσεων, αλλά κάποιος που όντως οραματίζεται μια κοινωνία πραγματικής ελευθερίας όπου η επιθυμία δεν θα καταπιέζεται, όπου δεν θα καταπιέζονται άνθρωποι «σαν κ’ εμένα καμωμένοι», όπως έγραφε με πικρία σε ένα σημείωμά του ο Αλεξανδρινός. Γιατί όπως γράφει στο ποίημα με τίτλο «Κρυμμένα του 1908, «Κατόπι – στην τελειωτέρα κοινωνία –  / κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα / βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα κάμει». Κατά συνέπεια αυτή η ανάγνωση του Καβάφη που κάνει ο Σωτηρόπουλος έρχεται να δείξει τη σημασία που έχει αυτός ο οραματισμός και η διεκδίκηση μιας «τελειωτέρας κοινωνίας».

Σημαίνουν όλα αυτά μια υποτίμηση της οικουμενικότητας του Καβάφη ή μια προσπάθεια «ταυτοτικού» περιορισμού του; Κάθε άλλο! Είναι ακριβώς αυτό το βίωμα και αυτή η διεκδίκηση που δίνουν την αυθεντική οικουμενικότητα του Καβάφη, αυτή ενός ποιητή που παρότι προτίμησε πολύ συχνά να χρησιμοποιήσει αναφορές και εικόνες της αρχαιότητες, στην πραγματικότητα υπήρξε πολύ πιο σύγχρονος, πολύ πιο σύγχρονος στην πραγματικότητα από όσο μπορούσαν να αντιληφθούν οι άνθρωποι του καιρού του. Κάτι που εξηγεί την διαρκή επιστροφή στο έργο του και την ανακάλυψη επιπέδων και διαστάσεων που το φωτίζουν πολύ περισσότερο.

Από το Βισύ στο Λίβανο

του Διγ Αμπού Γιαχά

Το φθινόπωρο του 1940, η Γαλλική Εθνοσυνέλευση ψήφισε τη διάλυση της Τρίτης Δημοκρατίας και παραχώρησε στον στρατάρχη Φιλίπ Πεταίν — ήρωα του Βερντέν και εθνικό σύμβολο, την απόλυτη εξουσία πάνω στο γαλλικό κράτος. Το νέο καθεστώς, με έδρα τη λουτρόπολη του Βισύ, προχώρησε σε κάτι που εξακολουθεί να στοιχειώνει τη γαλλική συνείδηση μέχρι σήμερα: χρησιμοποίησε τον κρατικό μηχανισμό -την αστυνομία, τα δικαστήρια, τη γραφειοκρατία- για να καταδιώξει, να φυλακίσει και να εκτελέσει τους ίδιους του τους πολίτες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που τόλμησαν να αντισταθούν στη γερμανική κατοχή. Η κυβέρνηση του Βισύ τους χαρακτήρισε τρομοκράτες. Η Ιστορία τους γνωρίζει ως τη «Γαλλική Αντίσταση».

Σήμερα, ο Λίβανος αντιμετωπίζει τη δική του «στιγμή Βισύ»

Καθώς οι ισραηλινές δυνάμεις εδραιώνουν τον έλεγχο σε τμήματα του νότιου Λιβάνου, δημιουργώντας ζώνες ασφαλείας, ισοπεδώνοντας ολόκληρα χωριά -συμπεριλαμβανομένου και του δικού μου, του Χανίν, που έχει πλέον μετατραπεί σε ερείπια, όπου ακόμη και οι τάφοι έχουν σβηστεί- και εξαπολύοντας στρατιωτικές επιχειρήσεις βαθιά μέσα στο λιβανικό έδαφος, η λιβανική κυβέρνηση βρίσκεται υπό εξαιρετική πίεση. Η πίεση αυτή προέρχεται όχι μόνο από την κατοχική δύναμη, αλλά και από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρωπαϊκή Ένωση, ακόμη και από αρκετά αραβικά κράτη, τα οποία καλούν το κράτος να διαλύσει και να θέσει εκτός νόμου τη Χεζμπολάχ, τη μόνη οργανωμένη δύναμη που αντιστέκεται ενεργά σε αυτή την κατοχή. Η κυβέρνηση πράγματι έλαβε την απόφαση να θέσει εκτός νόμου την αντίσταση (όχι το πολιτικό κόμμα Χεζμπολάχ, το οποίο παραμένει στο κοινοβούλιο και στην ίδια την κυβέρνηση, αλλά την ένοπλη πτέρυγα της αντίστασης). Αυτό εγείρει ένα σημαντικό ερώτημα: διατηρεί μια κυβέρνηση, που ποινικοποιεί το δικαίωμα των ίδιων των πολιτών της να αντιστέκονται στην ξένη κατοχή, οποιαδήποτε νόμιμη αξίωση ότι τους εκπροσωπεί;

Το δικαίωμα που δεν μπορεί να εκχωρηθεί

Υπάρχει μια επικίνδυνη παρανόηση ότι το δικαίωμα στην αντίσταση κατά της κατοχής είναι ένα πολιτικό προνόμιο, που παραχωρείται από μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία ή μια παραχώρηση που μπορεί να ανακληθεί με μια απλή ψήφο της νομοθετικής εξουσίας. Αυτό αποτελεί θεμελιώδες σφάλμα στην κατανόηση της φύσης της κυριαρχίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το δικαίωμα αντίστασης στην ξένη κυριαρχία δεν είναι διαπραγματευτικό χαρτί προς ανταλλαγή στους διαδρόμους της εξουσίας. Είναι ένα έμφυτο, ατομικό δικαίωμα που ανήκει σε κάθε πολίτη ξεχωριστά, ανεξαρτήτως θρησκευτικής κοινότητας, κομματικής ένταξης ή πολιτικής τοποθέτησης. Είναι δικαίωμα που προϋπάρχει του κράτους, προηγείται του συντάγματος και δεν μπορεί να εκχωρηθεί από μια πλειοψηφία, πόσο μάλλον από μια μειοψηφία. Ακόμη κι αν όλοι οι πολίτες του Λιβάνου ψήφιζαν αύριο υπέρ του αφοπλισμού και της υποταγής στην κατοχή, αυτή η ψήφος θα ήταν νομικά άκυρη, διότι κανένας λαός δεν μπορεί να απεμπολήσει το θεμελιώδες δικαίωμά του στην αυτοάμυνα και την αυτοδιάθεση.

Μετά το 1945, όσοι σχεδίαζαν τη νέα διεθνή έννομη τάξη δεν προσπαθούσαν απλώς να τιμωρήσουν εγκλήματα που είχαν ήδη διαπραχθεί. Προσπαθούσαν επίσης, ίσως κάπως απεγνωσμένα, να αποτρέψουν την επανάληψή τους με άλλη μορφή. Ο φόβος δεν αφορούσε πλέον μόνο τον ξένο κατακτητή. Αφορούσε και το ίδιο το κράτος που λυγίζει, προσαρμόζεται και συνεργάζεται.

Έτσι, η μεταπολεμική νομική αρχιτεκτονική άρχισε να διαμορφώνεται γύρω από ένα επικίνδυνο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν το κράτος παύει να είναι ασπίδα και μετατρέπεται στο πρώτο εργαλείο υποταγής; Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους το μεταγενέστερο διεθνές δίκαιο, ιδίως υπό την πίεση των αντιαποικιακών κινημάτων, στράφηκε προς την προστασία της αντίστασης αντί απλώς να την ποινικοποιεί.

Το 1973, τα νεοαποαποικιοποιημένα έθνη του κόσμου στάθηκαν στα Ηνωμένα Έθνη και ξαναέγραψαν τους κανόνες που είχε εκμεταλλευτεί η κυβέρνηση του Βισύ. Το Ψήφισμα 3103 διακήρυξε ότι ο αγώνας κατά της «αποικιακής και ξένης κυριαρχίας» είναι «νόμιμος και πλήρως σύμφωνος με τις αρχές του διεθνούς δικαίου». Ήταν μια άμεση αποδοκιμασία της λογικής της συνεργασίας: δήλωνε ότι όσοι μάχονται έναν κατακτητή δεν είναι εγκληματίες προς δίωξη, αλλά μαχητές που δικαιούνται την προστασία των Συμβάσεων της Γενεύης.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, αυτό απέκτησε δεσμευτική μορφή. Το Πρόσθετο Πρωτόκολλο Ι (1977) κατέρριψε την αποικιακή παραδοχή ότι μόνο τα κράτη μπορούν να διεξάγουν νόμιμο πόλεμο. Το Άρθρο 1(4) επαναπροσδιόρισε την ένοπλη σύγκρουση, ώστε να περιλαμβάνει πολέμους κατά «ξένης κατοχής», και το Άρθρο 96(3) έδωσε στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα τον μηχανισμό να διεκδικούν την πλήρη προστασία του διεθνούς δικαίου. Οι διατάξεις αυτές γράφτηκαν ειδικά για κινήματα όπως τα PLO, ANC και FLN — και ναι, για τα κινήματα αντίστασης του Λιβάνου εκείνης της εποχής. Η φράση «με όλα τα διαθέσιμα μέσα» στο Ψήφισμα 37/43 (1982) δεν ήταν τυχαία. Εισήχθη παρά τις οργισμένες αντιρρήσεις των πρώην αποικιακών δυνάμεων, οι οποίες κατανοούσαν απολύτως τι σήμαινε.

Το Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα — και τα δύο κυρωμένα από τον Λίβανο — επιβεβαιώνουν στο κοινό τους Άρθρο 1 ότι «όλοι οι λαοί έχουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης» και ότι «δυνάμει αυτού του δικαιώματος καθορίζουν ελεύθερα το πολιτικό τους καθεστώς και επιδιώκουν ελεύθερα την οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική τους ανάπτυξη». Το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση δεν είναι προνόμιο που παραχωρείται από κράτη. Είναι κανόνας jus cogens — αναγκαστικός κανόνας του διεθνούς δικαίου, από τον οποίο δεν επιτρέπεται καμία παρέκκλιση.

Όταν μαχητές της Χεζμπολάχ σηκώνουν όπλα εναντίον ισραηλινών δυνάμεων σε λιβανικό έδαφος, τότε, με την πιο κυριολεκτική και νομικά θεμελιωμένη έννοια, πρόκειται για Λιβανέζους πολίτες που ασκούν ένα δικαίωμα το οποίο το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει ως θεμελιώδες, αναπαλλοτρίωτο και μη παρεκκλίσιμο. Η ταυτότητά τους ως σιίτες μουσουλμάνοι, η ιδεολογική τους εγγύτητα με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, οι πολιτικές τους φιλοδοξίες εντός του Λιβάνου — καμία από αυτές τις λεπτομέρειες δεν αναιρεί τη νομική και ηθική πραγματικότητα: είναι ένας υπό κατοχή λαός που αντιστέκεται σε κατοχική δύναμη, και το διεθνές δίκαιο στέκεται στο πλευρό τους, όχι στο πλευρό της κυβέρνησης που θα επιχειρούσε να τους φιμώσει.

Η ανατομία της συνεργασίας

Το καθεστώς του Βισύ δεν ξεκίνησε με εκτελέσεις και μαζικές απελάσεις. Ο Πεταίν και οι υπουργοί του επέμεναν ότι η ανακωχή με τη Γερμανία ήταν απαραίτητη για τη διατήρηση του γαλλικού κράτους, ότι η συνεργασία ήταν η μόνη λογική επιλογή και ότι η Αντίσταση αποτελούσε ένα επικίνδυνο περιθωριακό στοιχείο που προκαλούσε γερμανικά αντίποινα εναντίον αθώων πολιτών. Ο Τύπος του Βισύ αποκαλούσε τους Μακί «τρομοκράτες». Τα δικαστήρια του Βισύ τους καταδίκασαν σε θάνατο. Η αστυνομία του Βισύ τους παρέδωσε στη Γκεστάπο.

Η λογική ήταν δελεαστική στον πραγματισμό της: δεν μπορούμε να νικήσουμε τη Γερμανία, οπότε η αντίσταση φέρνει μόνο περισσότερο πόνο. Η τάξη πρέπει να διατηρηθεί. Το κράτος πρέπει να επιβιώσει.

Αλλά το κράτος που επιβιώνει καταστέλλοντας το δικαίωμα του λαού του στην αυτοάμυνα δεν έχει επιβιώσει. Έχει εκκενωθεί. Υπάρχει μόνο κατ’ όνομα, ως διοικητική ευκολία για τη δύναμη κατοχής. Αυτή είναι η ουσιώδης διαπίστωση της μεταπολεμικής Γαλλικής Δημοκρατίας, η οποία κήρυξε τις πράξεις της κυβέρνησης του Βισύ άκυρες και ανίσχυρες από την αρχή — όχι απλώς από τη στιγμή της απελευθέρωσης, αλλά αναδρομικά. Η νομική ψευδαίσθηση της νομιμότητας του Βισύ αποκαλύφθηκε ως ακριβώς αυτό: μια ψευδαίσθηση.

Τώρα σκεφτείτε τη λιβανική κυβέρνηση. Προεδρεύει μιας χώρας όπου ξένα στρατεύματα ελέγχουν το έδαφος στο νότο. Διοικεί έναν στρατό που δεν αμφισβητεί — και πιθανώς δεν μπορεί να αμφισβητήσει — αυτή την κατοχή. Και τώρα της ζητείται, υπό το βάρος της ισραηλινής στρατιωτικής πίεσης, της αμερικανικής διπλωματικής επιρροής και τα ευρωπαϊκά «οικονομικά κίνητρα», για να κηρύξουν παράνομη τη μόνη δύναμη που πραγματικά αγωνίζεται για την εκδίωξη αυτής της κατοχής.

Αν υποκύψει, τι θα απομείνει από τη νομιμότητά της;

Η αποικιακή γενεαλογία της λέξης «τρομοκράτης»

Η χρήση της λέξης «τρομοκράτης» ως εργαλείου για την απονομιμοποίηση της αντίστασης δεν είναι ούτε καινούργια ούτε τυχαία. Είναι, στην πραγματικότητα, ένα από τα παλαιότερα και πιο αποτελεσματικά εργαλεία της αποικιακής εξουσίας — μια γλωσσική τεχνολογία που αναπτύχθηκε από την αυτοκρατορία για να μετατρέψει την άρνηση υποταγής του αποικιοκρατούμενου υποκειμένου σε παθολογία και όχι σε πολιτική πράξη.

Οι Βρετανοί αποκαλούσαν «τρομοκράτες» τους αντάρτες Μάου Μάου στην Κένυα, καθώς συγκέντρωναν εκατοντάδες χιλιάδες Κικούγιου σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, βασανίζοντάς τους και ευνουχίζοντάς τους στο όνομα του πολιτισμού. Οι Γάλλοι αποκαλούσαν το FLN «τρομοκράτες» καθώς ισοπέδωναν αλγερινά χωριά και πνίγαν κρατούμενους στον Σηκουάνα. Το καθεστώς του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική αποκαλούσε το ANC «τρομοκράτες», καθώς επέβαλε τη φυλετική υποδούλωση μέσω νόμων περί διαβατηρίων, αναγκαστικών εκτοπισμών και κρατικών δολοφονιών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποκάλεσαν το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο του Βιετνάμ «τρομοκράτες», καθώς έριξαν περισσότερες βόμβες στη Νοτιοανατολική Ασία από ό,τι όλοι οι μαχητές μαζί στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι Ισραηλινοί αποκάλεσαν την PLO «τρομοκράτες», καθώς κατέλαβαν τη Δυτική Όχθη, τη Γάζα και το νότιο Λίβανο — ακριβώς τα εδάφη που αποτελούν σήμερα αντικείμενο διαμάχης.

Και σε κάθε περίπτωση, η ιστορία ανέτρεψε την ετυμηγορία. Οι Μάου Μάου αναγνωρίζονται ως αγωνιστές της ελευθερίας. Το FLN ίδρυσε ένα έθνος. Το ANC ανέδειξε έναν πρόεδρο που τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης. Οι Βιετναμέζοι απελευθέρωσαν τη χώρα τους. Η PLO κατέλαβε τη θέση της στα Ηνωμένα Έθνη. Η ετικέτα του «τρομοκράτη», όπως αποδεικνύεται, δεν είναι ένα μόνιμο στίγμα — είναι μια προσωρινή ευκολία, που επιβάλλεται από τους ισχυρούς σε όσους τους είναι ενοχλητικοί, και απορρίπτεται όταν αλλάζει η ισορροπία δυνάμεων.

Το μοτίβο είναι συνεπές και διδακτικό: ο χαρακτηρισμός «τρομοκράτης» είναι μια πολιτική πράξη. Είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο αποικιοκράτης για να αρνηθεί στους αποικιοκρατούμενους την αξιοπρέπεια ενός πολιτικού αντιπάλου. Το να αποκαλείς έναν μαχητή της αντίστασης «τρομοκράτη» σημαίνει να λες: δεν είσαι μαχητής με δικαιώματα· είσαι εγκληματίας χωρίς κανένα. Δεν υπερασπίζεσαι την πατρίδα σου· επιτίθεσαι στον ίδιο τον πολιτισμό. Αυτό δεν είναι νόμος. Είναι προπαγάνδα, και πάντα ήταν προπαγάνδα, από το Αλγέρι μέχρι το Σοβέτο, από τη Χουέ μέχρι την Τύρο.

Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ισραήλ χαρακτηρίζουν τη Χεζμπολάχ ως τρομοκρατική οργάνωση, κάνουν μια γεωπολιτική δήλωση, όχι μια νομική διαπίστωση. Σύμφωνα με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, οι μαχητές που εμπλέκονται σε εχθροπραξίες εναντίον μιας στρατιωτικής δύναμης κατοχής δεν είναι τρομοκράτες — είναι μαχητές, με δικαίωμα στην προστασία των νόμων του πολέμου. Το Πρόσθετο Πρωτόκολλο Ι το λέει αυτό. Η Απόφαση 3103 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ το λέει αυτό. Όλο το οικοδόμημα του μετα-αποικιακού διεθνούς δικαίου το λέει αυτό. Η σκόπιμη συγχώνευση της αντίστασης με την τρομοκρατία εξυπηρετεί έναν συγκεκριμένο σκοπό: αφαιρεί το νομικό και ηθικό προπύργιο που παρέχει το διεθνές δίκαιο στους κατακτημένους λαούς, ανοίγοντας τον δρόμο για την καταστολή τους με κάθε μέσο — συμπεριλαμβανομένης, βολικά, της ίδιας της κυβέρνησής τους.

Η λιβανική κυβέρνηση, αν υιοθετήσει αυτόν τον χαρακτηρισμό και τον ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο, δεν ακολουθεί απλώς τη διεθνή συναίνεση. Εισάγει ένα αποικιακό όπλο που σφυρηλατήθηκε στις δυτικές πρωτεύουσες και το στρέφει εναντίον των δικών της πολιτών — πολιτών που, σύμφωνα με οποιαδήποτε ειλικρινή ερμηνεία του διεθνούς δικαίου, ασκούν ένα αναγνωρισμένο και προστατευόμενο δικαίωμα. Διενεργεί την απόλυτη πράξη εσωτερικευμένου αποικιοκρατισμού: χρησιμοποιεί το λεξιλόγιο του αφέντη για να καταδικάσει τον σκλάβο που τολμά να εξεγερθεί.

Το μονοπώλιο που δεν κερδήθηκε ποτέ

Η τυπική αντίρρηση έχει ως εξής: το κράτος πρέπει να κατέχει το μονοπώλιο της νόμιμης χρήσης βίας. Η ανεξάρτητη στρατιωτική ικανότητα της Χεζμπολάχ αποτελεί παραβίαση της λιβανικής κυριαρχίας. Ο αφοπλισμός της δεν είναι συνεργασία — είναι η αποκατάσταση του κράτους.

Αυτό το επιχείρημα έχει κομψότητα, αλλά καμία βάση. Βασίζεται σε μια ερμηνεία της κυριαρχίας που αντιμετωπίζει το κράτος ως αυτοσκοπό, αντί για όργανο της βούλησης του λαού. Το μονοπώλιο της βίας δεν είναι θεϊκό δικαίωμα. Είναι μια υπό όρους παραχώρηση από τον λαό προς το κράτος, που βασίζεται στην ικανότητα και τη βούληση του κράτους να τον προστατεύσει. Όταν το κράτος αποτυγχάνει να υπερασπιστεί το έδαφος της χώρας — όταν δεν μπορεί να εμποδίσει ξένους στρατιώτες να δημιουργήσουν ζώνες ασφαλείας στο έδαφός του, όταν δεν μπορεί να σταματήσει τις αεροπορικές επιδρομές στις πόλεις του, όταν δεν μπορεί να διασφαλίσει τα ίδια του τα σύνορα — το μονοπώλιο επιστρέφει στον λαό. Το κοινωνικό συμβόλαιο δεν είναι μια συμφωνία αυτοκτονίας. Ο λαός δεν παραιτήθηκε από το δικαίωμα στην αυτοάμυνα όταν συναίνεσε να κυβερνηθεί· το εμπιστεύτηκε στο κράτος με την προϋπόθεση ότι το κράτος θα το χρησιμοποιούσε για να τον προστατεύσει. Αυτή η προϋπόθεση έχει παραβιαστεί.

Το λιβανικό κράτος δεν έχει κερδίσει το μονοπώλιο που διεκδικεί. Δεν έχει υπερασπιστεί τον νότιο Λίβανο. Δεν έχει αποκρούσει την εισβολή. Δεν έχει προστατεύσει τους εκτοπισμένους. Ελλείψει κρατικής προστασίας, οι πολίτες οργανώθηκαν. Βρήκαν πόρους, ανέπτυξαν δυνατότητες και πήραν τα όπλα. Το να κάνουμε τώρα στροφή 180 μοιρών και να κηρύξουμε αυτούς τους πολίτες εκτός νόμου — όχι επειδή έβλαψαν τους συμπατριώτες τους Λιβανέζους, αλλά επειδή αντιστάθηκαν σε έναν ξένο στρατό — σημαίνει να αντιστρέψουμε την ίδια τη λογική της κυριαρχίας.

Σημαίνει να πούμε: το δικαίωμα του κράτους στο μονοπώλιο της βίας είναι πιο ιερό από το δικαίωμα του λαού να ζει ελεύθερος από την κατοχή.

Αυτή είναι η λογική του Βισύ, απογυμνωμένη μέχρι το κόκαλο. Και είναι, στην ουσία της, μια αποικιακή λογική — η λογική που λέει ότι ο ντόπιος πρέπει πάντα να υποχωρεί μπροστά στον θεσμό, ακόμα και όταν ο θεσμός τον έχει εγκαταλείψει· ότι ο νόμος υπάρχει για να πειθαρχεί τους κυβερνωμένους, ποτέ για να τους ενδυναμώνει· ότι η υπέρτατη αξία δεν είναι η ελευθερία αλλά η τάξη, όχι η δικαιοσύνη αλλά η υπακοή.

Η ασημαντότητα της υποταγής

Η πιο επίμονη αντίρρηση σε αυτό το επιχείρημα είναι η ιρανική. Η Χεζμπολάχ, μας λένε, δεν είναι γνήσια αντίσταση — είναι ένας ιρανικός πληρεξούσιος, που πολεμά το Ισραήλ όχι για χάρη του Λιβάνου αλλά για χάρη της Τεχεράνης. Επομένως, ο αφοπλισμός της δεν είναι καταστολή της αντίστασης· είναι απελευθέρωση του Λιβάνου από δύο ξένες δυνάμεις ταυτόχρονα.

Αυτό το επιχείρημα καταρρέει με την παραμικρή εξέταση.

Πρώτον, συγχέει το κίνητρο με τη δράση. Ένας Λιβανέζος πολίτης που παίρνει τα όπλα για να διώξει τις ισραηλινές δυνάμεις από το χωριό του εκτελεί μια πράξη αντίστασης, ανεξάρτητα από το τι τον ενέπνευσε να το κάνει. Το νόμιμο δικαίωμα στην αντίσταση δεν συνοδεύεται από δοκιμασία ιδεολογικής αγνότητας. Η Γαλλική Αντίσταση περιλάμβανε κομμουνιστές που λάμβαναν εντολές από τη Μόσχα. Κανένας σοβαρός ιστορικός δεν υποστηρίζει ότι αυτό ακύρωσε το δικαίωμά τους να πολεμήσουν τη Γκεστάπο. Οι Αφγανοί μουτζαχεντίν που πολέμησαν τη σοβιετική κατοχή γιορτάστηκαν ως αγωνιστές της ελευθερίας στην Ουάσιγκτον, ακόμη και όταν λάμβαναν χρηματοδότηση, εκπαίδευση και καθοδήγηση από τη CIA και τις πακιστανικές μυστικές υπηρεσίες. Η ξένη υποστήριξή τους δεν αναιρούσε το δικαίωμά τους να αντισταθούν — ήταν, στην πραγματικότητα, ο μηχανισμός μέσω του οποίου ασκούνταν αυτό το δικαίωμα. Οι Βιετκόνγκ έλαβαν το σύνολο της στρατιωτικής τους ικανότητας από τη Σοβιετική Ένωση και την Κίνα. Κανείς —ούτε καν οι Αμερικανοί που τους βομβάρδισαν— δεν υποστήριξε ότι αυτό μετέτρεψε έναν πόλεμο εθνικής απελευθέρωσης σε κάτι παράνομο. Το δικαίωμα στην αντίσταση συνδέεται με το γεγονός της κατοχής, όχι με τη βιογραφία του αντιστασιακού.

Δεύτερον, υποθέτει μια συμμετρία που δεν υπάρχει. Η επιρροή του Ιράν στη Χεζμπολάχ είναι πραγματική και σημαντική. Αλλά το Ιράν δεν καταλαμβάνει λιβανέζικο έδαφος. Το Ιράν δεν βομβαρδίζει λιβανέζικα χωριά. Το Ιράν δεν δημιουργεί στρατιωτικές ζώνες ασφαλείας σε λιβανέζικο έδαφος. Όποια και αν είναι η σχέση της Χεζμπολάχ με την Τεχεράνη, οι σφαίρες που πέφτουν στο νότιο Λίβανο είναι ισραηλινές, όχι ιρανικές. Οι στρατιώτες στο έδαφος είναι Ισραηλινοί. Τα τείχη που χτίζονται είναι ισραηλινά. Το δικαίωμα στην αντίσταση ανταποκρίνεται στα γεγονότα επί τόπου, όχι στις γεωπολιτικές συμπάθειες των αντιστατών. Το να εξισώνουμε την ιρανική πολιτική επιρροή με την ισραηλινή στρατιωτική κατοχή είναι ηθική αισχρότητα — τοποθετεί τον ψίθυρο ενός διπλωμάτη στην ίδια κλίμακα με τη μπότα ενός στρατιώτη και τις κηρύσσει ισοδύναμες παραβιάσεις της κυριαρχίας. Δεν είναι.

Οι διεθνείς υποκινητές

Καμία κυβέρνηση δεν παίρνει την απόφαση να θέσει εκτός νόμου τη δική της αντίσταση εν κενώ. Η πίεση στον Λίβανο δεν είναι διακριτική. Έρχεται περιτυλιγμένη στη γλώσσα της βοήθειας, της ανασυγκρότησης και της διεθνούς νομιμότητας. Το μήνυμα από την Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλλες είναι σαφές: αφοπλίστε τη Χεζμπολάχ, και τα κεφάλαια θα ρέουν. Αρνηθείτε, και θα παραμείνετε ένα κράτος-παρίας, χρεοκοπημένο και διαλυμένο.

Αυτό δεν είναι διπλωματία. Είναι εκβιασμός. Και αποκαλύπτει κάτι βαθιά δομικό σχετικά με τη διεθνή τάξη — κάτι που ο πρώην αποικισμένος κόσμος έχει καταλάβει από την εποχή του Μπαντούνγκ.

Οι ίδιες δυτικές κυβερνήσεις, που επικαλούνται το διεθνές δίκαιο για να απαιτήσουν τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ, σιωπούν εμφανώς για την κατοχή που καθιστά απαραίτητη την ύπαρξη της Χεζμπολάχ. Τα ίδια Ηνωμένα Έθνη, που επιβεβαιώνουν το δικαίωμα των λαών να αντισταθούν στην ξένη κυριαρχία, εκδίδουν ψηφίσματα που απαιτούν τον αφοπλισμό εκείνων που ασκούν αυτό το δικαίωμα. Η ίδια Ευρωπαϊκή Ένωση που χαρακτηρίζει τη Χεζμπολάχ ως τρομοκρατική οργάνωση αναγνωρίζει, στα ίδια τα ιδρυτικά της έγγραφα, το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και την παρανομία της κατάκτησης εδαφών με τη βία. Οι ίδιες Ηνωμένες Πολιτείες, που οπλίζουν το Ισραήλ μέχρι τα δόντια, κηρύττουν στον Λίβανο για τους κινδύνους των ένοπλων μη κρατικών παραγόντων.

Η διεθνής κοινότητα, σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, δεν είναι ένας ουδέτερος διαιτητής. Είναι ένας υποκινητής της δυναμικής του Βισύ — παρέχοντας τη διπλωματική κάλυψη, τα οικονομικά κίνητρα και τα νομικά πλαίσια που επιτρέπουν σε μια κυβέρνηση να καταστέλλει την αντίσταση του ίδιου του λαού της χωρίς να φαίνεται ότι τον προδίδει.

Το κόστος της συμμόρφωσης

Ας εξετάσουμε, για μια στιγμή, τι συμβαίνει στην πραγματικότητα αν η λιβανική κυβέρνηση συμμορφωθεί. Ας ακολουθήσουμε τη λογική του αφοπλισμού μέχρι το τέλος της — όχι όπως την φαντάζονται οι διπλωμάτες στις αίθουσες συνεδριάσεών τους, αλλά όπως θα εξελιχθεί στα χωριά και τις κοιλάδες του νότου.

Η Χεζμπολάχ έχει κηρυχθεί εκτός νόμου. Ο πολιτικός της βραχίονας έχει απαγορευτεί. Οι κοινωνικές της υπηρεσίες — τα νοσοκομεία, τα σχολεία, τα δίκτυα υποδομών που συντηρούν εκατοντάδες χιλιάδες Λιβανέζους πολίτες τους οποίους το κράτος έχει εγκαταλείψει — διαλύονται ή κατάσχονται. Οι μαχητές της διατάσσονται να παραδώσουν τα όπλα τους ή να αντιμετωπίσουν τη σύλληψη.

Θα συμμορφωθούν; Κάποιοι ίσως. Οι περισσότεροι όχι. Οι μαχητές του νότου δεν πήραν τα όπλα επειδή τους το είπε ένα πολιτικό κόμμα. Πήραν τα όπλα επειδή τα σπίτια τους βομβαρδίζονταν και τα χωράφια τους καταλαμβάνονταν. Πήραν τα όπλα, επειδή το κράτος απουσίαζε και οι βόμβες ήταν παρούσες. Η απαγόρευση της οργάνωσης δεν εξαλείφει το αίτημα. Το οδηγεί στην παρανομία — και στην παρανομία, τα αιτήματα δεν εξαφανίζονται. Μεταστατούν.

Το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο: μια νέα εξέγερση, κατακερματισμένη, χωρίς ηγέτη, και πολύ πιο επικίνδυνη από την οργανωμένη αντίσταση που αντικαθιστά. Το κράτος, έχοντας ποινικοποιήσει τη μόνη οργανωμένη δύναμη ικανή να διατηρήσει την τάξη στο νότο, κληρονομεί ένα κενό ασφάλειας που δεν μπορεί να καλύψει. Η ισραηλινή κατοχή, απαλλαγμένη από τον περιορισμό της οργανωμένης αντίστασης, επεκτείνεται. Οι εκτοπισμένοι παραμένουν εκτοπισμένοι. Οι νεκροί παραμένουν νεκροί. Και ο κύκλος της βίας εντείνεται, τώρα με το πρόσθετο καύσιμο της εσωτερικής προδοσίας.

Αυτό είναι το μάθημα που κάθε αποικιακή δύναμη έμαθε με τον σκληρό τρόπο: δεν μπορείς να καταργήσεις με νόμους τη βούληση ενός λαού να είναι ελεύθερος. Οι Βρετανοί δεν μπόρεσαν να το κάνουν στην Κένυα. Οι Γάλλοι δεν μπόρεσαν να το κάνουν στην Αλγερία. Οι Αμερικανοί δεν μπόρεσαν να το κάνουν στο Βιετνάμ. Οι Ισραηλινοί δεν μπόρεσαν να το κάνουν στη Γάζα. Και η λιβανική κυβέρνηση δεν θα το κάνει στο νότο — όχι επειδή η Χεζμπολάχ είναι τόσο ανθεκτική, αλλά επειδή η παρόρμηση να αντισταθεί κανείς στην κατοχή είναι καθολική, ακατάσβεστη και παλαιότερη από οποιοδήποτε κράτος.

Και η κυβέρνηση στη Βηρυτό, έχοντας ανταλλάξει το δικαίωμα του λαού της να αντισταθεί με μια θέση στο διεθνές τραπέζι, ανακαλύπτει ότι το τραπέζι ήταν στρωμένο για το γλέντι κάποιου άλλου.

Τι σημαίνει νομιμότητα

Η νομιμότητα δεν είναι ένα πιστοποιητικό που εκδίδεται από τα Ηνωμένα Έθνη. Δεν είναι μια θέση στη Γενική Συνέλευση ή μια σημαία έξω από ένα διπλωματικό κτίριο. Η νομιμότητα είναι ο δεσμός μεταξύ μιας κυβέρνησης και του λαού της — ο δεσμός που λέει: θα σας προστατεύσουμε, και σε αντάλλαγμα, θα υπακούτε στους νόμους μας.

Όταν μια κυβέρνηση σπάει αυτόν τον δεσμό — όταν αποτυγχάνει να προστατεύσει και στη συνέχεια ποινικοποιεί όσους προστατεύουν τον εαυτό τους — δεν χάνει απλώς τη νομιμότητά της. Γίνεται κάτι χειρότερο από παράνομη. Γίνεται συνεργός. Γίνεται το όργανο μέσω του οποίου η κατοχή γίνεται φθηνότερη, ευκολότερη και πιο ανθεκτική. Γιατί ποιο είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα μιας κατοχικής δύναμης αν όχι μια τοπική κυβέρνηση πρόθυμη να αστυνομεύει την αντίσταση εκ μέρους της;

Αυτή ήταν η λειτουργία του Βισύ. Όχι να πολεμήσει τις μάχες της Γαλλίας, αλλά να καταστείλει τους Γάλλους που θα το έκαναν. Όχι να εκδιώξει τους Γερμανούς, αλλά να εξασφαλίσει ότι κανείς άλλος δεν θα το έκανε. Το κράτος του Βισύ ήταν, σε τελική ανάλυση, ένα μέσο εξοικονόμησης εργασίας για τη Βέρμαχτ — και η Βέρμαχτ, από την πλευρά της, ήταν ευγνώμων για την αποτελεσματικότητα.

Αν η λιβανική κυβέρνηση θέσει εκτός νόμου τη Χεζμπολάχ, ενώ οι ισραηλινές δυνάμεις παραμένουν σε λιβανικό έδαφος, θα έχει αναλάβει την ίδια λειτουργία. Όχι από ιδεολογία — ο Λίβανος δεν είναι φασιστικό κράτος. Όχι από προτίμηση — κανένας Λιβανέζος αξιωματούχος δεν επιθυμεί την κατοχή. Αλλά για το αποτέλεσμα, που είναι αυτό που κρίνει η ιστορία. Ο δρόμος προς τη συνεργασία δεν είναι πάντα στρωμένος με πεποίθηση. Μερικές φορές είναι στρωμένος με εξάντληση, με φόβο, με τη σταδιακή διάβρωση των αρχών κάτω από το βάρος της εξωτερικής πίεσης. Αλλά ο προορισμός είναι ο ίδιος.

Η ετυμηγορία του μέλλοντος

Το 1944, όταν οι συμμαχικές δυνάμεις και η Γαλλική Αντίσταση απελευθέρωσαν το Παρίσι, η πρώτη πράξη της προσωρινής κυβέρνησης ήταν να κηρύξει το καθεστώς του Βισύ άκυρο — όχι από την ημερομηνία της απελευθέρωσης, αλλά από την ίδρυσή του. Το μήνυμα ήταν σαφές: μια κυβέρνηση που καταστέλλει το δικαίωμα του λαού της να αντισταθεί στην κατοχή δεν ήταν ποτέ νόμιμη.

Η ιστορία θα εκδώσει την ίδια ετυμηγορία για κάθε κυβέρνηση που απαγορεύει την αντίσταση, ενώ το έδαφός της παραμένει κατεχόμενο. Τα ονόματα, οι σημαίες και οι συνταγματικές αναφορές θα διαφέρουν. Η αρχή όμως δεν θα διαφέρει.

Και η ετυμηγορία της ιστορίας θα είναι ακόμη πιο σκληρή για όσους την επέτρεψαν — τους διπλωμάτες που άσκησαν πίεση, τους θεσμούς που παρείχαν κάλυψη, τις κυβερνήσεις που χρηματοδότησαν την παράδοση ενώ εξόπλιζαν την κατοχή.

Ένα κράτος που δεν μπορεί να προστατεύσει τον λαό του δεν έχει το δικαίωμα να του απαγορεύει να προστατεύεται. Αυτή δεν είναι μια ριζοσπαστική πρόταση. Είναι η ελάχιστη προϋπόθεση της νομιμότητας. Είναι η αρχή στην οποία στηρίχθηκε κάθε απελευθερωτικό κίνημα στη σύγχρονη ιστορία — από το Αλγέρι έως το Ανόι, από το Σοβέτο έως το Μπιντ Τζμπέιλ. Όλα τα άλλα — οι διπλωματικές αναγνωρίσεις, οι θέσεις στον ΟΗΕ, οι συνταγματικές διαδικασίες — είναι διακοσμητικά στοιχεία σε ένα κτίριο του οποίου τα θεμέλια έχουν ήδη καταρρεύσει.

Η λιβανική κυβέρνηση βρίσκεται τώρα στο χείλος του γκρεμού. Μπορεί να σταθεί στο πλευρό του λαού της, τιμώντας το αναφαίρετο δικαίωμα να υπερασπιστεί το έδαφός του, ή μπορεί να τοποθετηθεί ανάμεσα στον λαό και αυτό ακριβώς το δικαίωμα. Δεν μπορεί να κάνει και τα δύο. Η ιστορία, που έχει ήδη εκδώσει την ετυμηγορία της για το Βισύ, δεν θα διστάσει να κρίνει αυτή τη στιγμή με την ίδια αμείλικτη σαφήνεια.

Πηγή: infowar