ενημέρωση 2:43, 29 August, 2026

Ανάλυση New York Times - Γιατί ο Σι δεν χρειάζεται μια συμφωνία με τον Τραμπ - Ο νέος άσος στο μανίκι του

Ο Κινέζος πρόεδρος αγοράζει χρόνο και μπορεί να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία απέναντι σε έναν Αμερικανό πρόεδρο αποδυναμωμένο από τον πόλεμο με το Ιράν

Όταν ο Σι Τζινπίνγκ συναντήθηκε με τον Ντόναλντ Τραμπ πέρυσι, ο Κινέζος ηγέτης εστίασε στον έλεγχο της χώρας του σε κρίσιμα ορυκτά, μια ισχυρή στάση που οδήγησε τον πρόεδρο των ΗΠΑ στο να συμφωνήσει σε εμπορική εκεχειρία διάρκειας ενός έτους.

 

Σύμφωνα με ανάλυση των New York Times, αυτή την εβδομάδα που ο Σι φιλοξενεί τον Αμερικανό ομόλογό του στο Πεκίνο, θα έχει ένα ακόμα ισχυρό χαρτί να παίξει: τον πόλεμο στο Ιράν.

Και ενώ οι ΗΠΑ βρέθηκαν πρόσφατα σε πόλεμο, ο Σι καλούσε σε ειρήνη και επικοινωνούσε με ξένους αξιωματούχους τόσο από την περιοχή του Κόλπου όσο και από την Ευρώπη που ζητούσαν τη βοήθειά του για τον τερματισμό της κρίσης.

Μια...όχι και τόσο διακριτική επίσκεψη

Λίγο πριν από την επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ, ταξίδεψε στο Πεκίνο και ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, σε μια... όχι και τόσο διακριτική υπενθύμιση της κινεζικής περιοχής στην Τεχεράνη.

«Το ζήτημα του Ιράν βοηθάει στην πραγματικότητα την Κίνα», δήλωσε στους NYT ο Λι Νταοκούι, εξέχων οικονομολόγος στο Πανεπιστήμιο Τσινγκχουά του Πεκίνου.

Η Κίνα, όπως είπε, έχει σημαντική οικονομική επιρροή στο Ιράν, την οποία θα μπορούσε να αξιοποιήσει για την επιδίωξη στόχων που την ενδιαφέρουν περισσότερο. Ο κυριότερος από αυτούς, σύμφωνα με τον οικονομολόγο, είναι η απομάκρυνση των ΗΠΑ  από την Ταϊβάν.

Αυτό πιθανότατα δίνει στον Σι επιπλέον αυτοπεποίθηση στο πλαίσιο της συνόδου κορυφής με τον Τραμπ που ξεκίνησε σήμερα Πέμπτη και αποτελεί την πρώτη συνάντηση των δύο ηγετών με φυσική παρουσία από τον Οκτώβριο.

Ο Λευκός Οίκος προσπαθεί, από την πλευρά του, να πιέσει την Κίνα, βασικό αγοραστή ιρανικού πετρελαίου που έχει υποστεί κυρώσεις, να μειώσει την υποστήριξή της προς την Τεχεράνη.

Η χρήσιμη επιρροή στο Ιράν

Όπως τονίζουν οι New York Times, η Κίνα έχει τους δικούς της λόγους για να βοηθήσει στον τερματισμό της σύγκρουσης, δεδομένου ότι η οικονομία της επηρεάζεται από την εκτόξευση των τιμών ενέργειας. Επιπλέον, μια παγκόσμια ύφεση θα έβλαπτε τις εξαγωγές της Κίνας, οι οποίες αποτελούν σημαντική κινητήρια δύναμη ανάπτυξης, ενώ τα στρατηγικά της αποθέματα πετρελαίου - αν και χρήσιμα - δεν είναι απεριόριστα.

Η Κίνα έχει ωθήσει Ιρανούς αξιωματούχους στο να διαπραγματευτούν με τις ΗΠΑ, αλλά εμφανίζεται επιφυλακτική στο να εμπλακεί σε έναν πόλεμο, τον οποίο θεωρεί ότι πρέπει να επιλύσει σε μεγάλο βαθμό η Ουάσιγκτον.

Ακόμη όμως και χωρίς να εμπλακεί στρατιωτικά, η Κίνα θα μπορούσε να είναι πρόθυμη να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ.

«Η κινεζική πλευρά μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμφωνία με τις ΗΠΑ λέγοντας: "Ας συνεργαστούμε για να πείσουμε το Ιράν να κρατήσει τα Στενά ανοιχτά"», δήλωσε ο Δρ. Λι, προσθέτοντας ότι το Πεκίνο πιθανότατα θα ήθελε επίσης διαβεβαιώσεις ότι οι ΗΠΑ δεν θα αποκλείσουν την πλωτή οδό.

Παράλληλα, η Κίνα θα μπορούσε να προσφέρει διάφορα κίνητρα στην Τεχεράνη για να συνεργαστεί με την Ουάσιγκτον, όπως δάνεια, επενδύσεις και προσφορές για βοήθεια στην μεταπολεμική ανοικοδόμηση, λένε οι αναλυτές.

Είναι, ωστόσο, απίθανο το Πεκίνο να πιέσει την Τεχεράνη να εγκαταλείψει το πυρηνικό της πρόγραμμα.

Το ζήτημα που δεν είναι πια ταμπού

Αυτό που θέλει όμως περισσότερο ο Σι από τον Τραμπ βρίσκεται αλλού: στην Ταϊβάν. Ο Σι επιδιώκει την άμβλυνση της αμερικανικής υποστήριξης προς τη νήσο, είτε μέσω καθυστέρησης ή μείωσης των πωλήσεων όπλων, είτε μέσω δήλωσης ότι η Ουάσιγκτον αντιτίθεται στην ανεξαρτησία της.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη καθυστερήσει την ανακοίνωση ενός πακέτου όπλων ύψους 13 δισ. δολαρίων για την Ταϊβάν, προκειμένου να αποφύγει την οργή του Σι.

Σημειώνεται ότι ο Τραμπ δήλωσε ξανά αυτή την εβδομάδα ότι προτίθετο να συζητήσει με την Κίνα το ζήτημα των πωλήσεων όπλων στην Ταϊβάν.

Αν το πράξει, ο κ. Τραμπ θα μπορούσε να παραβιάσει μια μακροχρόνια δέσμευση γνωστή ως οι «Έξι Διαβεβαιώσεις», ένας πυλώνας των σχέσεων ΗΠΑ-Ταϊβάν και ΗΠΑ-Κίνας. Οι εν λόγω Διαβεβαιώσεις της εποχής Ρίγκαν στάλθηκαν στον πρόεδρο της Ταϊβάν το 1982 και στο πλαίσιο αυτό, δεν θεωρείται αποδεκτό η αμερικανική κυβέρνηση να συμβουλευτεί το Πεκίνο πριν από μια πώληση όπλων στην Ταϊβάν.

Σημειώνεται πάντως ότι, στο πλαίσιο της συνάντησής τους στο Πεκίνο σήμερα, ο Σι προειδοποίησε τον Τραμπ ότι Πεκίνο και Ουάσιγκτον θα μπορούσαν να «έρθουν σε σύγκρουση», εάν δεν αντιμετωπιστεί σωστά το ζήτημα της Ταϊβάν.

Μεταξύ των πιο «σκληροπυρηνικών» Κινέζων ακαδημαϊκών, υπάρχει η άποψη ότι ο πόλεμος στο Ιράν έχει επίσης αποκαλύψει τη στρατιωτική αδυναμία των ΗΠΑ, δίνοντας στο Πεκίνο ακόμη μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση να προωθήσει το ζήτημα της Ταϊβάν.

«Η σύγκρουση με το Ιράν δείχνει ότι οι ΗΠΑ απλά δεν μπορούν να αντέξουν έναν μεγάλο πόλεμο με την Κίνα για την Ταϊβάν. Αυτό είναι πολύ σαφές», δήλωσε ο Γου Σίνμπο, κορυφαίος ακαδημαϊκός στον τομέα των αμερικανικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Fudan στη Σαγκάη.

Επαναπροσδιορισμός των σχέσεων

Για το Πεκίνο, η σημερινή σύνοδος κορυφής ίσως αφορά κυρίως τον επαναπροσδιορισμό των όρων για το πώς θα πρέπει να συνεργάζονται οι δύο υπερδυνάμεις.

Ειδικότερα, ο Σι στοχεύει στην επιβεβαίωση ότι η χώρα του, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, είναι πλέον ισότιμη με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και ότι ο ίδιος, ως ηγέτης της, είναι ισότιμος του Τραμπ.

Η Κίνα είχε υποστηρίξει πρόσφατα σε κύριο άρθρο του πρακτορείου Xinhua  με τίτλο «Βρίσκοντας τον σωστό τρόπο για να τα πάνε καλά η Κίνα και οι ΗΠΑ ως μεγάλες δυνάμεις», ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρέπει να περιμένουν ότι θα παίρνουν μόνα όσα τις βολεύουν από την Κίνα.

Επέκρινε μάλιστα την Ουάσιγκτον διότι ζήτησε από το Πεκίνο να βοηθήσει σε θέματα που την ενδιαφέρουν - όπως η βοήθεια για τον περιορισμό της ροής φαιντανύλης στην Αμερική - ενώ ταυτόχρονα έβλαπτε τα κινεζικά συμφέροντα, επιβάλλοντας π.χ. κυρώσεις σε κινεζικές εταιρείες.

Αλλά αυτή η δυναμική έχει καθορίσει τη σχέση των δύο χωρών τα τελευταία οκτώ χρόνια, οδηγώντας τις δύο πλευρές σε αντιπαράθεση για τα πάντα, από την προέλευση της πανδημίας Covid-19 μέχρι την εμφάνιση ενός κινεζικού κατασκοπευτικού αερόστατου που πετούσε πάνω από τις ΗΠΑ.

Σήμερα, οι δύο πλευρές παραμένουν σε διαμάχη για την υποστήριξη της Κίνας προς το Ιράν και τη Ρωσία, καθώς και για τους ελέγχους εξαγωγών των ΗΠΑ που αποκόπτουν τις κινεζικές εταιρείες από προηγμένα τσιπ υπολογιστών και άλλη τεχνολογία.

Η Κίνα προσπαθεί να κερδίσει χρόνο

Τέλος, σύμφωνα με τους New York Times, η Κίνα επιθυμεί περισσότερη σταθερότητα και συνέχιση της εμπορικής εκεχειρίας. Αυτό σημαίνει τέλος στους δασμούς, στους ελέγχους εξαγωγών και στις κυρώσεις που επιβάλλονται στις εταιρείες της.

«Θέλουν απλώς χρόνο και χώρο για να οχυρωθούν για μελλοντικό ανταγωνισμό», δήλωσε η Αμάντα Χσιάο, διευθύντρια του China Practice στο Eurasia Group, η οποία βρέθηκε πρόσφατα στο Πεκίνο για συναντήσεις με ακαδημαϊκούς και αξιωματούχους.

Το Πεκίνο το έχει ήδη κάνει αυτό, οικοδομώντας αυτό που ο Σι αποκαλεί «εθνική αυτοδυναμία» στην τεχνολογία αλλά και στο εμπόριο και την επιστήμη. Από την τελευταία συνάντηση των δύο ηγετών πριν από έξι μήνες, η Κίνα έχει ακονίσει τα εργαλεία της για να προκαλέσει οικονομικό πόνο στους αντιπάλους της.

Μετά από χρόνια ελέγχων εξαγωγών από τις ΗΠΑ, οι κινεζικές εταιρείες κατασκευάζουν τα δικά τους τσιπ, ενώ εταιρείες όπως η DeepSeek σχεδιάζουν συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που παρακάμπτουν τους περιορισμούς.

Το Πεκίνο έχει επίσης δείξει ότι θα αντιδράσει εάν προκληθεί: Όταν η Ουάσιγκτον επέβαλε κυρώσεις σε ένα κινεζικό διυλιστήριο τον Απρίλιο για την αγορά ιρανικού πετρελαίου, η Κίνα διέταξε τις εταιρείες της να μην συμμορφωθούν.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Από παντοκράτορας ικέτης στο Πεκίνο

Ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται στην Κίνα σε απόλυτα μειονεκτική θέση, εκλιπαρώντας τον Σι για «σανίδα σωτηρίας» στον Περσικό Κόλπο.

Σχεδίαζε να προσγειωθεί στο Πεκίνο σαν κυρίαρχος του κόσμου, αλλά η άτιμη ζωή –και το αλύγιστο Ιράν– έφερε τα πράγματα έτσι ώστε ο πολύς Ντόναλντ Τραμπ να καταλήξει στην Κίνα... ικέτης, εκλιπαρώντας τον Σι Τζινπίνγκ να παρέμβει για να τον σώσει από το ναυάγιο στον Περσικό!

Ο αποδυναμωμένος Αμερικανός ηγέτης φρόντισε φυσικά να διαψεύσει προκαταβολικά αυτό το σενάριο, τονίζοντας λίγο πριν φτάσει στην κινεζική πρωτεύουσα ότι, αν και σκοπεύει να κάνει μια «μακρά συζήτηση για το Ιράν» με τον Κινέζο ηγέτη, δεν θα ζητήσει από τον Σι να μεσολαβήσει για ειρήνη με την Τεχεράνη. Είπε συγκεκριμένα ότι «δεν νομίζω πως θα χρειαστούμε βοήθεια για να τελειώσουμε αυτόν τον πόλεμο» – προσθέτοντας απειλητικά πως «θα τελειώσουμε τη δουλειά είτε ειρηνικά είτε με άλλους τρόπους».

Αλλά αυτοί οι νέοι λεονταρισμοί και οι διαδοχικές υπεροπτικές δηλώσεις, σύμφωνα με πλήθος διαρροές από κορυφαίους αξιωματούχους στην αυλή του Τραμπ, δεν έχουν βάση, καθώς ο Αμερικανός ηγέτης έχει πλέον τόσο μεγάλη ανάγκη από μια «πλατφόρμα εξόδου» από τον ατυχή πόλεμο, που να μπορεί να παρουσιάσει ως νίκη, ώστε είναι διατεθειμένος να θυσιάσει ακόμη και την Ταϊβάν για να εξασφαλίσει την κινεζική «συνεργασία».

Κι αυτό φαίνεται πρωτίστως από την αγωνία των ίδιων των Ταϊβανέζων, αλλά και των Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών σπονσόρων τους στην αμερικανική Γερουσία.

Πρόβλημα με την Ταϊβάν

Το... άδειασμα της Ταϊβάν είναι άλλωστε το μοναδικό χαρτί που διαθέτει ο Τραμπ για να δελεάσει τον Σι, αφού το ζήτημα της επανένωσης της παλιάς Φορμόζας με την ηπειρωτική Κίνα είναι διαχρονική επιδίωξη για τον Κινέζο ηγέτη.

Η Ταϊβάν είναι βέβαια πολύ σημαντική για τις ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες, λόγω της γεωγραφικής της θέσης αλλά και της παραγωγής προηγμένων ημιαγωγών (μικροτσίπ) που είναι κρίσιμοι για την αμερικανική αμυντική βιομηχανία, αλλά και συνολικά για τον κλάδο της πληροφορικής και φυσικά για τη νέα «κούρσα εξοπλισμών» γύρω από τις διάφορες εφαρμογές της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Ομως η Κίνα έχει πάρει εδώ και καιρό κεφάλι (και) σε αυτή την κούρσα και ο έλεγχος που διατηρεί πάνω σε μια μακρά σειρά από σπάνιες γαίες και πολύτιμα βιομηχανικά μέταλλα της δίνει το στρατηγικό πλεονέκτημα (και) σε αυτόν τον τομέα – εξ ου και η τεράστια κουστωδία από διευθυντές γιγάντων της πληροφορικής που συνοδεύει τον Τραμπ στο Πεκίνο.

Και ο ίδιος ο Τραμπ, άλλωστε, αν και ενέκρινε το τελευταίο εξάμηνο δύο τεράστια πακέτα πώλησης οπλικών συστημάτων προς την Ταϊπέι, κατά τα άλλα, και σε αντίθεση με τους προκατόχους του, τηρεί στάση «στρατηγικής ασάφειας», αποφεύγοντας να δηλώσει ανοιχτά αν θα επέμβει, σε περίπτωση που η Κίνα εισβάλει στο ντε φάκτο περικυκλωμένο νησί.

Αυτό που πραγματικά θέλει ο Σι από τον Τραμπ είναι βέβαια μια ρητή δήλωση κατά της ανεξαρτησίας της Ταϊβάν, αλλά κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο ακόμη και για τον απρόβλεπτο Αμερικανό πρόεδρο. Είπαμε όμως: Ο Τραμπ έχει τόσο μεγάλη ανάγκη αυτή τη στιγμή να «πιαστεί» από οποιαδήποτε μικρή νίκη, εμπορική ή γεωπολιτική, που θα του επιτρέψει να παρουσιαστεί ως θριαμβευτής και τροπαιούχος, ώστε κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ακόμη και μια τέτοια δραματική θυσία ενός (ακόμα…) στενού του συμμάχου.

Οπως όμως γράψαμε και χθες, ο Σι μπορεί απλά να επιλέξει τη στρατηγική της... zugzwang –δηλαδή της «μη κίνησης» στο σκάκι–, διατηρώντας το υψηλό του γόητρο στον παγκόσμιο Νότο και αφήνοντας τον Τραμπ να βγάλει μόνος του το φίδι από την τρύπα που ο ίδιος έσκαψε στον Περσικό Κόλπο.

Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής πετρελαίου και παρέχει ισχυρή στρατιωτική βοήθεια προς το Ιράν, οπότε μπορεί κάλλιστα να «οχυρωθεί» πίσω από τα ρητορικά ευχολόγια περί ειρήνης, ενώ παρασκηνιακά θα συνεχίσει να βοηθά ποικιλοτρόπως τους συμμάχους του.

Ιρανικοί πύραυλοι

Ο Τραμπ μπορεί να κομπάζει όσο θέλει πως «θα τελειώσει τη δουλειά», αλλά η πραγματικότητα είναι άλλη: σύμφωνα με χθεσινό αποκαλυπτικό δημοσίευμα των New York Times, που επικαλούνται απόρρητες εκθέσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, οι δηλώσεις Τραμπ περί «διαλυμένου» ιρανικού στρατού είναι... fake news.

Οι Times αναφέρουν συγκεκριμένα ότι 30 από τις 33 πυραυλικές εγκαταστάσεις στα Στενά του Ορμούζ θεωρούνται ξανά «λειτουργικές» και ότι σχεδόν το 90% των υπόγειων πυραυλικών εγκαταστάσεων χαρακτηρίζεται πλέον «μερικώς ή πλήρως επιχειρησιακό»!

Αντίθετα οι Αμερικανοί είναι αυτοί που ξεμένουν από πυραύλους, καθώς χρησιμοποιήθηκαν πάνω από 1.000 πύραυλοι Tomahawk και περισσότεροι από 1.300 Patriot, για την αναπλήρωση των οποίων θα χρειαστούν πολλά χρόνια και δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια!

ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ - Ο Λαβρόφ μιλάει για τα σχέδια των ΗΠΑ για τον έλεγχο των ενεργειακών ροών, τον δυτικό νεοαποικιισμό

Η Δύση χρησιμοποιεί αδίστακτες μεθόδους για να εμποδίσει χώρες να αγοράσουν ρωσικό πετρέλαιο, δήλωσε ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών

ΜΟΣΧΑ, 13 Μαΐου. /TASS/. Οι ΗΠΑ μιλούν ανοιχτά για σχέδια ανάληψης του ελέγχου ενός αγωγού φυσικού αερίου μεταξύ Ρωσίας και Ευρώπης, δήλωσε ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ σε συνέντευξή του στο τηλεοπτικό κανάλι RT India.

Σημείωσε επίσης ότι η Δύση χρησιμοποιούσε νεοαποικιακές μεθόδους, προσπαθώντας να απαγορεύσει στις χώρες να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο.

Το TASS συγκέντρωσε τα κύρια σημεία από τις δηλώσεις του κορυφαίου διπλωμάτη.

Δυτική πίεση

Η Δύση χρησιμοποιεί αδίστακτες μεθόδους για να εμποδίσει χώρες να αγοράσουν ρωσικό πετρέλαιο: «Το να πιέζουμε όλους να μην αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο είναι μια βρώμικη τακτική. Μπορείτε να την περιγράψετε με διαφορετικούς τρόπους - αποικιακή ή νεοαποικιακή - αλλά αυτές είναι μέθοδοι εκμετάλλευσης».

Στόχος είναι να αναγκαστούν όλοι να αγοράσουν «ακριβό αμερικανικό πετρέλαιο και υγροποιημένο φυσικό αέριο αντί για φθηνό ρωσικό πετρέλαιο». «Με αυτόν τον τρόπο, επιδιώκουν να κυβερνήσουν τον κόσμο ελέγχοντας τον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό».

Ωστόσο, δεν υποκύπτουν όλες οι χώρες σε αυτή την πίεση: «Η Ινδία έχει δηλώσει σταθερά και επανειλημμένα ότι θα αποφασίσει ανεξάρτητα από ποιον και σε ποιες ποσότητες θα αγοράζει την ενέργειά της».

Η Ρωσία εγγυάται την εφαρμογή των συμφωνιών για τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ινδίας παρά τον αθέμιτο εξωτερικό ανταγωνισμό: «Μπορώ να εγγυηθώ ότι τα συμφέροντα της Ινδίας, όπως αυτά ισχύουν για τον ρωσικό εφοδιασμό, δεν θα πληγούν. Θα κάνουμε τα πάντα για να διασφαλίσουμε ότι αυτός ο αθέμιτος και ανέντιμος ανταγωνισμός δεν θα βλάψει τις συμφωνίες μας».

Η Ρωσία εξακολουθεί να σέβεται τις υποχρεώσεις της όσον αφορά τον ενεργειακό εφοδιασμό των εταίρων της, συμπεριλαμβανομένης της Ινδίας: «Η Ρωσία δεν ήταν ποτέ γνωστή για την αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της προς την Ινδία ή οποιονδήποτε άλλον, όσον αφορά τον ενεργειακό εφοδιασμό».

Η Ρωσία και η Ινδία εργάζονται στον τομέα της πράσινης ενέργειας, «οικοδομώντας δυνατότητες ενεργειακής ασφάλειας που θα παραμείνουν αξιόπιστες για πολλά χρόνια ακόμη».

Η Δύση καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να απαγορεύσει τις προμήθειες πετρελαίου και φυσικού αερίου από τη Ρωσία, σε μια προσπάθεια να τιμωρήσει τη Μόσχα: «Προσπαθούν τώρα να απαγορεύσουν τις προμήθειές μας σε φυσικό αέριο και πετρέλαιο απλώς και μόνο επειδή θέλουν να τιμωρήσουν τη Ρωσία».

Η κατάσταση στην Ευρασία

Η ευρασιατική ήπειρος πρόκειται να διαδραματίσει τον ρόλο της στη σταθεροποίηση της διεθνούς κατάστασης, με τη Ρωσία, την Ινδία και την Κίνα να έχουν μια ειδική αποστολή εδώ: «Χώρες με σπουδαία ιστορία, μεγάλους πολιτισμούς που έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα και συνεχίζουν να εξελίσσονται πρέπει κάποια στιγμή να αναγνωρίσουν την ευθύνη τους και να οδηγήσουν τον Ευρασιατικό κόσμο από το αποικιακό ή νεοαποικιακό παρελθόν του σε ένα στάδιο συνεργασίας, αμοιβαίας κατανόησης και υπέρβασης των διαφορών καθεστώτος που επιμένουν στο μυαλό ορισμένων από τους Δυτικούς συναδέλφους μας, καθώς και να ενθαρρύνουν τον διαπολιτισμικό διάλογο. Πιστεύω ότι η Ρωσία, η Ινδία και η Κίνα έχουν να διαδραματίσουν έναν ιδιαίτερο ρόλο σε αυτή τη διαδικασία».

Εν τω μεταξύ, η Ευρώπη «έχει εμμείνει στη νεοαποικιακή και αποικιακή νοοτροπία της και εξακολουθεί να θέλει να επιβάλει τους κανόνες της σε όλους», συμπεριλαμβανομένης της Ευρασίας. «Ακολουθώντας τα βήματα της ΕΕ, το ΝΑΤΟ επεκτείνει επίσης την εμβέλειά του σε όλη την Ευρασία, εκφράζοντας την ανησυχία του για τις εξελίξεις στη Νότια Σινική Θάλασσα, στο Στενό της Ταϊβάν, στη Νοτιοανατολική Ασία και στη Βορειοανατολική Ασία».

Δεν έχει δημιουργηθεί ακόμη καμία κοινή οντότητα στην Ευρασία: «Υπάρχει ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ), ο ASEAN, το πλαίσιο ολοκλήρωσης της Νότιας Ασίας που περιλαμβάνει την Ινδία, ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO) και μετασοβιετικοί θεσμοί όπως η Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών (ΚΑΚ), η Ευρασιατική Οικονομική Ένωση (EAEU) και ο Οργανισμός Συλλογικής Συνθήκης Ασφάλειας (CSTO), αλλά δεν υπάρχει ακόμη κάτι σαν ενιαία οντότητα-ομπρέλα. Δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι ένας οργανισμός, αλλά τουλάχιστον ένα είδος φόρουμ όπου όλη η Ευρασία θα μπορούσε να συμμετάσχει σε ουσιαστικό διάλογο».

Οι πολιτικές των ΗΠΑ και η επιθυμία για έλεγχο

Υπό τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, οι ΗΠΑ λένε πολλά σωστά πράγματα σχετικά με τις προοπτικές αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας με τη Ρωσία, αλλά στην πραγματικότητα, συνεχίζουν να ακολουθούν μια πολιτική που σκιαγράφησε ο πρώην πρόεδρος Τζο Μπάιντεν: «Εκτός από αυτόν τον τακτικό διάλογο - ο οποίος είναι φυσιολογικός στις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και χωρών - όλα τα άλλα ακολουθούν το πρότυπο που ξεκίνησε ο Πρόεδρος Μπάιντεν. Οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν υπό την προεδρία του παρέμειναν σε ισχύ. Επιπλέον, η κυβέρνηση Τραμπ έχει υιοθετήσει τις δικές της πρωτοβουλίες προκειμένου να τιμωρήσει την οικονομία της Ρωσίας».

Οι ΗΠΑ επιδιώκουν να απομακρύνουν ρωσικές εταιρείες από τις παγκόσμιες αγορές, αναλαμβάνοντας ιδίως τη συνεργασία μεταξύ του ρωσικού πετρελαϊκού γίγαντα Rosneft και της Βενεζουέλας: «Τώρα οι Αμερικανοί θέλουν να αναλάβουν αυτήν την επιχείρηση. Είναι απίθανο να παραμείνει η συνεργασία μεταξύ ομοτίμων».

Η Ουάσινγκτον μιλάει ανοιχτά για σχέδια ανάληψης του ελέγχου ενός αγωγού φυσικού αερίου μεταξύ Ρωσίας και Ευρώπης από την Ουκρανία: «[Οι Αμερικανοί] θέλουν επίσης - το έχουν δηλώσει ανοιχτά - να αναλάβουν τον έλεγχο του αγωγού φυσικού αερίου διαμετακόμισης που εκτείνεται από τη Ρωσία στην Ευρώπη μέσω της Ουκρανίας, προκειμένου να ελέγχουν και αυτές τις ροές».

Οι Ηνωμένες Πολιτείες σχεδιάζουν επίσης να αποκαταστήσουν τους αγωγούς φυσικού αερίου Nord Stream και να τους αγοράσουν από τους Ευρωπαίους, ώστε να μπορούν να υπαγορεύουν τις τιμές του φυσικού αερίου: «Δείτε τους Αμερικανούς που σχεδιάζουν να αποκαταστήσουν τους αγωγούς Nord Stream που ανατινάχθηκαν. <...> Οι Αμερικανοί θέλουν να εξαγοράσουν το μερίδιο που ανήκε προηγουμένως σε ευρωπαϊκές εταιρείες. Θέλουν να το αγοράσουν περίπου στο ένα δέκατο της τιμής που πλήρωσαν οι Ευρωπαίοι για αυτό».

Ο στόχος της Ουάσινγκτον είναι σαφής, καθώς οι Αμερικανοί επιδιώκουν «να θέσουν υπό τον έλεγχό τους κάθε σημαντική οδό εφοδιασμού ενέργειας».

Οι εξελίξεις στο Ιράν και η κρίση στα Στενά του Ορμούζ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες απαιτούν το άνοιγμα του Πορθμού του Ορμούζ, αλλά ήταν ανοιχτό σε όλη την κυκλοφορία πριν παρέμβει η Ουάσινγκτον: «Μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2026, το Πορθμό του Ορμούζ ήταν ανοιχτό στην κυκλοφορία και όλος ο κόσμος χρησιμοποιούσε αυτήν την πλωτή οδό, η οποία αντιπροσώπευε την μεταφορά του ενός πέμπτου όλης της ενέργειας στις παγκόσμιες αγορές. Τώρα, οι Αμερικανοί απαιτούν να ανοίξει ξανά το Πορθμό του Ορμούζ. Αλλά δεν έκλεισε ποτέ. Είναι πάντα σημαντικό να εξετάζουμε τι κρύβεται από κάτω».

Η Ευρώπη «πιθανότατα θα επηρεαστεί περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον από την κρίση στο Στενό του Ορμούζ».

Εάν η κρίση στο Ιράν συνεχιστεί, οι παγκόσμιες αγορές πιθανότατα δεν θα ανακάμψουν μέχρι το τέλος του 2026: «Όσον αφορά το πώς θα το αντιμετωπίσει η παγκόσμια οικονομία, οι ειδικοί υποστηρίζουν ήδη ότι ακόμη και αν η σύγκρουση τελείωνε τώρα, δύσκολα θα ήταν δυνατό να επανέλθουν τα πράγματα στα προπολεμικά επίπεδα πριν από το τέλος του 2026. Εάν συνεχιστεί για αρκετές εβδομάδες ή μήνες ακόμη, ο ορίζοντας για την ανάκαμψη από την κρίση θα μετακινηθεί ακόμη πιο μακριά».

Οι Δυτικοί ιδεολόγοι χρησιμοποιούν εργαλεία προπαγάνδας για να δικαιολογήσουν τις φρικαλεότητες που περιβάλλουν το Ιράν: «Ομοίως, όταν συζητάμε την κατάσταση στο Στενό του Ορμούζ στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, οι Ηνωμένες Πολιτείες λένε ότι πρέπει να καταδικάσουμε το Ιράν. Λέμε ότι το Ιράν αντιδρά σε κάτι, άλλωστε. Η θέση μας συνίσταται στον προσδιορισμό της βασικής αιτίας λέγοντας ότι ήταν μια απρόκλητη επιθετικότητα εναντίον του Ιράν. Αλλά προσπαθούν να πείσουν ορισμένες αραβικές χώρες για μια διαφορετική λογική, ισχυριζόμενοι ότι πρόκειται για δύο διαφορετικούς πολέμους».

Ένας από τους στόχους της επιθετικότητας κατά του Ιράν ήταν να αποτραπεί η ομαλοποίηση των σχέσεων της Τεχεράνης με τα αραβικά έθνη: «Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι όταν εκπονούνταν σχέδια για την υποκίνηση επιθετικότητας κατά του Ιράν, ένας από τους στόχους ήταν να αποτραπεί η ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ του Ιράν και των αραβικών κρατών».

Η ομάδα BRICS «προσφέρει μια αρκετά κατάλληλη πλατφόρμα για την έναρξη πρωτοβουλιών. Θα δούμε πώς θα εξελιχθεί».

Παλαιστινιακό ζήτημα

Οι κρίσεις που αναδύονται σε διάφορα μέρη του κόσμου αποσπούν την προσοχή της διεθνούς κοινότητας από την ανάγκη επίλυσης του παλαιστινιακού ζητήματος: «Αυτό σημαίνει ότι όλες οι προσπάθειες που καταβάλλονται αυτή τη στιγμή στη Βενεζουέλα, το Ιράν, την Κούβα, τη Γροιλανδία και τώρα στον Καναδά - αναφέρθηκε επίσης ως ένα από τα επερχόμενα ζητήματα στην ημερήσια διάταξη - όλα αυτά τα ζητήματα μας απομακρύνουν από την επίλυση της πιο παρατεταμένης, της πιο αρνητικής κρίσης στον κόσμο - δηλαδή, της κρίσης γύρω από την Παλαιστίνη».

Η Μέση Ανατολή θα παραμείνει εστία εξτρεμισμού για δεκαετίες, εκτός εάν δημιουργηθεί ένα παλαιστινιακό κράτος: «Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι χωρίς ένα παλαιστινιακό κράτος, θα διαιωνίσουμε μια εστία εξτρεμισμού για τις επόμενες δεκαετίες - μια εστία που θα βλάψει τους πάντες, συμπεριλαμβανομένου του Ισραήλ και των Αράβων γειτόνων του. Επειδή το Ισραήλ, όπως γνωρίζουμε, αντιδρά δυσανάλογα στον εξτρεμισμό και τις τρομοκρατικές επιθέσεις».

σχέσεις Ρωσίας-Ινδίας

Η Μόσχα δεν έχει μυστικά από το Νέο Δελχί όσον αφορά την αμυντική συνεργασία: «Η αμυντική ικανότητα της Ινδίας είναι ένας τομέας των σχέσεών μας όπου ουσιαστικά δεν έχουμε μυστικά από τους Ινδούς φίλους μας».

Οι σχέσεις Ρωσίας-Ινδίας βασίζονται στη φιλία: «Μια κατάσταση όπου οι δρόμοι μας αποκλίνουν απλά δεν υπάρχει - είναι αδιανόητη. Ξεκινήσαμε τη συζήτησή μας με την ίδια τη βάση των ρωσο-ινδικών σχέσεων: τη φιλία».

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Η σύγκρουση με το Ιράν θα μπορούσε τελικά να κοστίσει 1 τρισεκατομμύριο δολάρια ΗΠΑ — CNN

Το κόστος ενός μόνο χρησιμοποιημένου πυραύλου Tomahawk εκτιμάται επί του παρόντος σε 2 εκατομμύρια δολάρια, σημείωσε η ειδικός Linda Bilmes.

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ, 13 Μαΐου. /TASS/. Το συνολικό κόστος των ΗΠΑ που σχετίζεται με τη σύγκρουση με το Ιράν θα μπορούσε να ανέλθει στο 1 τρισεκατομμύριο δολάρια, ανέφερε το CNN , επικαλούμενο εκτίμηση που παρείχε η Λίντα Μπίλμες, ειδικός της Σχολής Κένεντι του Χάρβαρντ.

Η εκτίμηση έλαβε υπόψη όχι μόνο τα βραχυπρόθεσμα έξοδα αλλά και τις μακροπρόθεσμες προοπτικές. Συγκεκριμένα, οι ΗΠΑ θα χρειαστούν χρόνια για να αναπληρώσουν τα αποθέματά τους σε πυρομαχικά, συμπεριλαμβανομένων των όπλων ακριβείας. Για παράδειγμα, το κόστος ενός μόνο χρησιμοποιημένου πυραύλου Tomahawk εκτιμάται επί του παρόντος σε 2 εκατομμύρια δολάρια, αλλά η αντικατάστασή του θα μπορούσε να κοστίσει περίπου 3,5 εκατομμύρια δολάρια. Η μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη συντήρηση του εξοπλισμού που χρησιμοποιείται στη σύγκρουση, συμπεριλαμβανομένων των ομάδων κρούσης αεροπλανοφόρων, θα μπορούσε να ανέλθει σε δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια τα επόμενα τέσσερα έως πέντε χρόνια. Επιπλέον, οι ΗΠΑ θα πρέπει να εκπληρώσουν κοινωνικές υποχρεώσεις απέναντι στο 55.000 στρατιωτικό προσωπικό που εμπλέκεται στη σύγκρουση.

Ο ειδικός έλαβε επίσης υπόψη τον αντίκτυπο της σύγκρουσης στην παγκόσμια οικονομία, η οποία έχει ήδη οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές καυσίμων και καταναλωτικών αγαθών στις ίδιες τις ΗΠΑ. Συγκεκριμένα, η μέση τιμή ενός γαλονιού βενζίνης (3,79 λίτρα) στις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε σύντομα να αυξηθεί στα 5 δολάρια.

Την Τρίτη, το Πεντάγωνο ανακοίνωσε ότι το κόστος της στρατιωτικής επιχείρησης των ΗΠΑ κατά του Ιράν πλησίαζε ήδη τα 29 δισεκατομμύρια δολάρια. Το ποσό αυτό περιλαμβάνει το κόστος επισκευής και αντικατάστασης εξοπλισμού, καθώς και τα λειτουργικά έξοδα για τη διατήρηση του προσωπικού στην περιοχή.