ενημέρωση 6:52, 29 August, 2026

«Στα Τρίκαλα κέρδισα πίσω τον εαυτό μου»

Η Τζώρτζια Παπαγεωργίου, μετά από 10 χρόνια στο εξωτερικό, επέστρεψε στα Τρίκαλα για να χτίσει κάτι δικό της, εκεί που χτυπάει για εκείνη η καρδιά.

Πριν από έναν χρόνο περίπου, η Τζώρτζια Παπαγεωργίου πήρε την απόφαση, έπειτα από δέκα χρόνια περιπλάνησης για σπουδές και δουλειά στο εξωτερικό, να επιστρέψει στα Τρίκαλα, σε μια πόλη που, σύμφωνα με την ίδια, είναι η απόδειξη ότι μπορείς να ζεις στην Ελλάδα και να νιώθεις ότι βρίσκεσαι στην Ευρώπη αλλά με την ψυχή της επαρχίας.

Ακολουθεί η ιστορία της με τα δικά της λόγια:

«Αν κοιτάξω πίσω, η πορεία μου δεν ήταν ποτέ μια ευθεία γραμμή. Ήταν περισσότερο μια σειρά από προσωπικά στοιχήματα. Παρόλο που η καταγωγή μου είναι από τα όμορφα Μετέωρα –συγκεκριμένα από το Καστράκι Τρικάλων–,η ζωή μου ως κόρης στρατιωτικού ήταν μια διαρκής κίνηση. Γεννήθηκα στην Κοζάνη και εξαιτίας των μεταθέσεων του πατέρα μου έζησα σε διάφορες πόλεις ανά την Ελλάδα.

Αυτή η “ζωή στις βαλίτσες” με έκανε φύσει αντιδραστική αλλά και απίστευτα προσαρμοστική. Κάπως έτσι βρέθηκα να σπουδάζω Κοινωνιολογία, περισσότερο από σύμπτωση παρά από στοχευμένη επιλογή. Και μπορεί να αγάπησα την επιστήμη, αλλά ένιωθα συνεχώς πως τα θέλω και οι φιλοδοξίες μου βρίσκουν ταβάνι. Υπήρχε μια ορμή μέσα μου που κανείς γύρω μου δεν φαινόταν να συμμερίζεται.

«Τα Τρίκαλα έχουν μια φυσική ομορφιά που σε ηρεμεί, αλλά και μια “έξυπνη” υποδομή που σε διευκολύνει. Είναι μια πόλη που σε σέβεται ως πολίτη».

Επειδή όμως δεν ήθελα να αφήσω το μέλλον μου στην τύχη για δεύτερη φορά, αποφάσισα να ορίσω τη ζωή μου. Δούλεψα πολύ με τον εαυτό μου και μετέτρεψα αυτή την εφηβική αντιδραστικότητα σε κάτι παραγωγικό: μεθοδικότητα και στοχοπροσήλωση. Το μεταπτυχιακό στο HR στην Αγγλία ήταν το μεγάλο μου άλμα. Ακόμα και όταν η ζωή αποφάσισε να μου βάλει τρικλοποδιά –κυριολεκτικά, αφού έσπασα την κνήμη μου και μπήκα στο χειρουργείο λίγο προτού φύγω για Αγγλία–, δεν το έβαλα κάτω. Έφτασα στην Αγγλία με τις πατερίτσες στο χέρι. Θυμάμαι στην πρώτη μου συνέντευξη για δουλειά εκεί με κοίταξαν με αμφιβολία και με ρώτησαν: “Πιστεύεις ότι θα τα καταφέρεις;”. Τους απάντησα χωρίς δεύτερη σκέψη: “Άλλαξα χώρα με σπασμένο πόδι, δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορώ να καταφέρω”.

«Στα Τρίκαλα κέρδισα πίσω τον εαυτό μου»
 «Σπίτι δεν είναι απαραίτητα ο τόπος όπου βγάζεις τα πιο πολλά χρήματα ή όπου όλα λειτουργούν στην εντέλεια. Σπίτι είναι εκεί που νιώθεις ότι η καρδιά σου ηρεμεί και η δημιουργικότητά σου ξεδιπλώνεται χωρίς φόβο». Φωτ.: Τζώρτζια Παπαγεωργίου
«Στα Τρίκαλα κέρδισα πίσω τον εαυτό μου»
 Tο Καστράκι. Φωτ.: Getty Images/ Ideal Image

Αυτό το πείσμα με κράτησε 9,5 χρόνια στο εξωτερικό. Από το Λέστερ και το Μπέρμιγχαμ μέχρι το Άμστερνταμ, όπου έφτασα να είμαι Global People & Recruitment Manager. Κάποια στιγμή όμως ο κύκλος κλείνει. Ένιωσα ότι όλη αυτή την τεχνογνωσία ήθελα να τη φέρω πίσω, αλλά με τους δικούς μου όρους. Επέστρεψα στα Τρίκαλα γιατί ήθελα να χτίσω κάτι δικό μου πάνω στη δουλειά μου, αλλά αυτήν τη φορά εκεί που χτυπάει η καρδιά μου.

Πολλοί με ρωτάνε γιατί στα Τρίκαλα και όχι στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη. Η απάντηση είναι απλή: για την ποιότητα ζωής! Μετά από χρόνια στο Άμστερνταμ, που έχει απίστευτο work - life balance, ήθελα να συνεχίσω να απολαμβάνω τις ποδηλατάδες μου δίπλα στο ποτάμι και όλα να είναι σε κοντινή απόσταση με το ποδήλατο.

Επίσης, μου αρέσει που στο πατρικό μου, στο Καστράκι, ανοίγω το παράθυρό μου και βλέπω τα Μετέωρα, που αναπνέω καθαρό αέρα και έχω τους δικούς μου ανθρώπους δίπλα μου. Δεν λέω πως η ζωή στην Ελλάδα δεν έχει τις δικές της προκλήσεις και δυσκολίες, αλλά τα Τρίκαλα είναι μια πόλη-πρότυπο. Πέρα όμως από αυτό, το 2026 η έδρα σου δεν ορίζει το ταλέντο σου. Δεν χρειάζεται πλέον να θυσιάζεις την ψυχική σου ηρεμία για να έχεις μια επιτυχημένη καριέρα. Μπορώ να κάνω consulting για μια εταιρεία στο Λονδίνο από το γραφείο μου εδώ, και δέκα λεπτά μετά να απολαμβάνω έναν καφέ στο κέντρο της πόλης, δίπλα στο ποτάμι, χωρίς να έχω φάει δύο ώρες από τη ζωή μου στην κίνηση ή στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Αυτή η ελευθερία, το να ορίζω εγώ τον χρόνο μου και το περιβάλλον μου, είναι η δική μου εκδοχή της ισορροπίας και το μεγαλύτερο κέρδος του επαναπατρισμού μου.

Εδώ και έναν χρόνο και κάτι που επέστρεψα, εργάζομαι ως ελεύθερος επαγγελματίας του HR & Career Coaching (CV, Interview & LinkedIn expert) με στόχο να γεφυρώσω το χάσμα ανάμεσα στις εταιρείες και τους υποψηφίους. Συνεργάζομαι με εταιρείες και με ιδιώτες. Ίδρυσα το WhatzNext, που προέκυψε μέσα από μια προσωπική αγωνία, όταν μέσα στην πανδημία βρέθηκα κι εγώ να αναρωτιέμαι: “What's next for me?”. Είδα ότι στην Ελλάδα υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα. Από τη μία, εταιρείες που ψάχνουν κόσμο και δεν βρίσκουν, και από την άλλη, εξαιρετικοί επαγγελματίες που δεν ξέρουν πώς να “πουλήσουν” τον εαυτό τους. Ήθελα να γίνω η γέφυρα. Ήθελα να δώσω στους υποψηφίους τα όπλα που είδα να χρησιμοποιούνται έξω, για να σταματήσουν να νιώθουν αδύναμοι απέναντι στους εργοδότες.

«Στα Τρίκαλα κέρδισα πίσω τον εαυτό μου»
«Τι είναι για μένα τα Τρίκαλα; Είναι η απόδειξη ότι μπορείς να ζεις στην Ελλάδα και να νιώθεις ότι βρίσκεσαι στην Ευρώπη, αλλά με την ψυχή της επαρχίας».

«Στα Τρίκαλα κέρδισα πίσω τον εαυτό μου»«Στα Τρίκαλα κέρδισα πίσω τον εαυτό μου»
 Φωτ.: Τζώρτζια Παπαγεωργίου
«Στα Τρίκαλα κέρδισα πίσω τον εαυτό μου»
«Στα Τρίκαλα κέρδισα πίσω τον εαυτό μου»
 Φωτ.: Τζώρτζια Παπαγεωργίου

Τι είναι για μένα τα Τρίκαλα; Είναι η απόδειξη ότι μπορείς να ζεις στην Ελλάδα και να νιώθεις ότι βρίσκεσαι στην Ευρώπη, αλλά με την ψυχή της επαρχίας. Το πρώτο πράγμα που με κέρδισε επιστρέφοντας είναι η σχέση με το νερό και το πράσινο. Ο Ληθαίος ποταμός που διασχίζει την πόλη δεν είναι απλώς ένα αξιοθέατο, είναι ο παλμός της. Το να περπατάς στις όχθες του ή να διασχίζεις τις γέφυρες είναι το δικό μου καθημερινό reset.

Μετά, είναι η κουλτούρα του ποδηλάτου. Μετά το Άμστερνταμ, φοβόμουν ότι θα μου έλειπε η ελευθερία των δύο τροχών, αλλά εδώ το ποδήλατο είναι τρόπος ζωής, όχι lifestyle επιλογή. Πας παντού χωρίς το άγχος του πάρκινγκ, χωρίς καυσαέριο, με έναν ρυθμό που σου επιτρέπει να χαιρετάς τον κόσμο στον δρόμο.

Και βέβαια, το φαγητό. Μετά από τόσα χρόνια στα “πλαστικά” σούπερ μάρκετ της Βόρειας Ευρώπης, το να έχεις πρόσβαση σε αληθινές γεύσεις είναι πολυτέλεια και αξία ανεκτίμητη για εμένα. Το να παίρνεις φρέσκα προϊόντα κατευθείαν από τους ντόπιους παραγωγούς, να ξέρεις τι τρως, να νιώθεις τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού και των τοπικών τυριών, σου θυμίζει ότι η ποιότητα ζωής κρύβεται στις αισθήσεις.

Τα Τρίκαλα έχουν μια φυσική ομορφιά που σε ηρεμεί, αλλά και μια “έξυπνη” υποδομή που σε διευκολύνει. Είναι μια πόλη που σε σέβεται ως πολίτη. Δεν νιώθεις ότι “πνίγεσαι” στο τσιμέντο· νιώθεις ότι έχεις χώρο να αναπνεύσεις, να σκεφτείς και να δημιουργήσεις. Δεν είναι απλώς η βάση μου, είναι το safe place μου, που μου δίνει την ενέργεια να τρέχω τη WhatzNext σε όλο τον κόσμο!

Όταν μου ζητούν να κάνω συγκρίσεις, πάντα λέω ότι είναι σαν να συγκρίνεις δύο διαφορετικούς κόσμους. Από τη μία πλευρά, υπάρχει η εμπειρία μου στο εξωτερικό, και δεν μπορώ με τίποτα να παραβλέψω την επαγγελματική κουλτούρα που με διαμόρφωσε. Εκεί, το σύστημα σε σπρώχνει οργανικά να γίνεις καλύτερος. Υπάρχει αξιοκρατία και οργάνωση που σου δίνουν μια σπάνια αίσθηση ασφάλειας· ήξερα, για παράδειγμα, ότι αν δουλέψω σκληρά και μεθοδικά, η ανταμοιβή θα έρθει χωρίς να χρειαστεί να παρακαλέσω κανέναν. Παράλληλα, ακόμα και η ανωνυμία της μεγαλούπολης είχε τη δική της γοητεία – αυτή την αίσθηση ότι είσαι ένας πολίτης του κόσμου, μια μικρή αλλά σημαντική κουκκίδα ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλους που κυνηγούν το δικό τους όνειρο.

Από την άλλη, το αρνητικό ήταν το τίμημα. Ζούσα σε ένα διαρκές κυνήγι. Ο χρόνος εκεί δεν σου ανήκει. Τον τρώνε οι μετακινήσεις, οι ρυθμοί, η πίεση να είσαι πάντα “on”. Στο Άμστερνταμ, για παράδειγμα, παρόλο που όλα λειτουργούσαν ρολόι, ένιωθα συχνά ότι η ζωή μου ήταν ένα προγραμματισμένο Excel. Έλειπε ο αυθορμητισμός, η ελληνική ζεστασιά που δεν αγοράζεται με κανέναν μισθό.

«Στα Τρίκαλα κέρδισα πίσω τον εαυτό μου»
 Φωτ.: Τζώρτζια Παπαγεωργίου
«Στα Τρίκαλα κέρδισα πίσω τον εαυτό μου»
 Φωτ.: Τζώρτζια Παπαγεωργίου
«Στα Τρίκαλα κέρδισα πίσω τον εαυτό μου»
 «Το να δουλεύω remote και να ξέρω ότι με το που κλείσω την οθόνη του laptop μπορώ να βρεθώ μέσα στο πράσινο ή δίπλα στο ποτάμι μού δίνει μια απίστευτη πνευματική διαύγεια».

Ερχόμενη στα Τρίκαλα, τα θετικά είναι ξεκάθαρα: ποιότητα ζωής και χρόνος. Εδώ κέρδισα πίσω τον εαυτό μου. Το να μπορώ να πεταχτώ για μια δουλειά και να γυρίσω σε 10 λεπτά, το να έχω φρέσκα φρούτα και λαχανικά από τοπικές αγορές, και το να έχω προσωπική επαφή με τους ανθρώπους, καθώς και το να νιώθω ότι ανήκω κάπου είναι ανεκτίμητο. Η επαρχία μού δίνει μια ηρεμία που λειτουργεί ως καύσιμο για τη δημιουργικότητά μου. Το να δουλεύω remote και να ξέρω ότι με το που κλείσω την οθόνη του laptop μπορώ να βρεθώ μέσα στο πράσινο ή δίπλα στο ποτάμι μού δίνει μια απίστευτη πνευματική διαύγεια. Και, βέβαια, ο ήλιος! Μετά από τόσα χρόνια στη συννεφιά της Αγγλίας και της Ολλανδίας, το να δουλεύω με το φως της Ελλάδας να μπαίνει στο γραφείο μου αλλάζει όλη μου τη διάθεση.

Φυσικά, υπάρχουν και τα αρνητικά και δεν θέλω να τα ωραιοποιώ. Επαγγελματικά, η Ελλάδα έχει ακόμα στεγανά και για το HR και για το remote. Πρέπει να παλέψεις διπλά για να πείσεις ότι η δουλειά που κάνεις έχει αξία, ειδικά όταν φέρνεις μοντέλα από το εξωτερικό που εδώ φαντάζουν “εξωτικά”. Το networking δεν είναι τόσο εύκολο όσο σε ένα hub όπως το Άμστερνταμ ή η Αθήνα· πρέπει να το κυνηγήσεις μόνος σου, ψηφιακά. Αλλά αυτό είναι και το στοίχημά μου. Να αποδείξω ότι μπορείς να έχεις το mindset του Άμστερνταμ ενώ ζεις στα Τρίκαλα. Να κρατήσεις την επαγγελματική ευθύνη του εξωτερικού και να την παντρέψεις με την ανθρωπιά της Ελλάδας. Είναι δύσκολο; Ναι. Αξίζει; Στα σίγουρα!

Νιώθω απόλυτα δικαιωμένη, ναι. Και το λέω χωρίς κανένα ίχνος δισταγμού. Όταν παίρνεις την απόφαση να αφήσεις μια στρωμένη καριέρα στο εξωτερικό –ειδικά σε πόλεις όπως το Άμστερνταμ που θεωρούνται “παράδεισος” για πολλούς–, όλοι σε ρωτάνε αν είσαι σίγουρη. Σήμερα, μετά από έναν χρόνο και κάτι, νιώθω να δικαιώνομαι κάθε πρωί που ξυπνάω και βλέπω τον ήλιο, τη μαγευτική ομορφιά των Μετεώρων, τον Ληθαίο ποταμό που διασχίζει την πόλη των Τρικάλων. Όπως επίσης και κάθε φορά που νιώθω ότι με τις γνώσεις μου και την εμπειρία μου υποστήριξα κι άλλους Έλληνες αλλά και ελληνικές εταιρείες να σπάσουν τα δικά τους στεγανά, να διεκδικήσουν αυτό που πραγματικά αξίζουν και να δουν ότι ο επαγγελματισμός διεθνούς επιπέδου μπορεί να ανθήσει κι εδώ, στην καρδιά της Ελλάδας.

Μέσα από τη διαδρομή των 10 ετών στο εξωτερικό έμαθα ότι σπίτι δεν είναι απαραίτητα ο τόπος όπου βγάζεις τα πιο πολλά χρήματα ή όπου όλα λειτουργούν στην εντέλεια. Σπίτι είναι εκεί που νιώθεις ότι η καρδιά σου ηρεμεί και η δημιουργικότητά σου ξεδιπλώνεται χωρίς φόβο. Για μένα, αυτό το μέρος είναι εδώ. Το εξωτερικό μού έδωσε τα εφόδια, τις γνώσεις και τον επαγγελματισμό, αλλά η Ελλάδα και τα Τρίκαλα μού έδωσαν το νόημα. Τελικά, η μεγαλύτερη επιτυχία δεν είναι ο τίτλος στην κάρτα σου, αλλά το να μπορείς να πεις ότι ζεις τη ζωή σου με τους δικούς σου όρους, εκεί που νιώθεις πραγματικά ότι ανήκεις.

Σε κάποιον που θα σκεφτόταν να κάνει πράξη την αποκέντρωση, θα έδινα δύο συμβουλές που ίσως ακουστούν λίγο σκληρές, αλλά είναι η αλήθεια που έμαθα στην πράξη:

Πρώτον, μη μετακομίσεις αν δεν έχεις λύσει το βιοποριστικό σου ψηφιακά. Η αποκέντρωση θέλει κότσια και στρατηγική, γιατί μπορεί η επαρχία να είναι υπέροχη για να ζεις, αλλά η τοπική αγορά εργασίας μπορεί να είναι περιορισμένη ή να μην ταιριάζει στις φιλοδοξίες σου. Η δική μου συμβουλή είναι να φέρεις τη δουλειά μαζί σου. Επένδυσε στο remote working ή χτίσε κάτι δικό σου –όπως έκανα εγώ με το WhatzNext– που να απευθύνεται σε μια ευρύτερη αγορά. Η αποκέντρωση είναι απόλαυση όταν έχεις οικονομική ελευθερία, αλλά μπορεί να γίνει παγίδα αν εξαρτάσαι από τις περιορισμένες δομές μιας μικρής κοινωνίας.

Δεύτερον, προετοιμάσου για ένα δεύτερο πολιτισμικό σοκ. Πολλοί νομίζουν ότι επειδή μιλάμε την ίδια γλώσσα, η προσαρμογή θα είναι εύκολη. Λάθος. Το να φεύγεις από την ανωνυμία της Αθήνας και να πηγαίνεις σε έναν τόπο όπου όλοι ξέρουν όλους θέλει στομάχι και υπομονή. Πρέπει να έχεις τη διάθεση να γίνεις μέρος της κοινότητας, χωρίς όμως να χάσεις την ταυτότητά σου. Μην έρθεις με το ύφος του πρωτευουσιάνου που θα μας μάθει πώς γίνεται η δουλειά· έλα με τη διάθεση να προσφέρεις αξία και να χτίσεις σχέσεις εμπιστοσύνης. Η επαρχία σε ανταμείβει γενναιόδωρα, αλλά πρώτα σε δοκιμάζει».

Πηγή :lifo

Ντέιβιντ Χόκνεϊ - «Η ζωγραφική είναι η τέχνη των ηλικιωμένων»

Ο Βρετανός καλλιτέχνης είχε βρεθεί στη Νορμανδία, όπου δημιούργησε μια μνημειώδη τοιχογραφία, η οποία εκτίθεται στη Serpentine North Gallery.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της εντυπωσιακής καριέρας του, ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ (γενν. 1937, Μπράντφορντ, Ηνωμένο Βασίλειο) παρέμεινε αστείρευτα δημιουργικός, καθοδηγούμενος από την επιθυμία του να εξυμνεί ό,τι έβλεπε γύρω του. Βαθιά γοητευμένος από τους πολλαπλούς τρόπους με τους οποίους μπορεί να αναπαρασταθεί η πραγματικότητα, έχει ασχοληθεί με μια ποικιλία καλλιτεχνικών μέσων, όπως η ζωγραφική, το φωτογραφικό κολάζ, η σκηνογραφία, το σχέδιο και η χαρακτική, ενώ πλέον χρησιμοποιεί iPad, παραδεχόμενος ότι είναι πιο εύκολο στη χρήση από τα πινέλα, που πρέπει να τα πλένεις συνεχώς. Με αυτόν τον τρόπο δούλεψε τον έναν χρόνο που έμεινε στη Νορμανδία, κατά τη διάρκεια του παγκόσμιου lockdown λόγω Covid, φτιάχνοντας, μεταξύ άλλων, μια μνημειώδη τοιχογραφία που εκτίθεται στη Serpentine North Gallery. Eίναι στημένη περιμετρικά της αίθουσας στην οποία είναι είναι τοποθετημένη και αποτυπώνει τη διαδοχή των τεσσάρων εποχών όπως τη βίωσε ο καλλιτέχνης κατά την παραμονή του στη Νορμανδία. Μέσω αυτής θέλει να προσφέρει στον επισκέπτη την εμπειρία μιας βόλτας στο ύπαιθρο, αφού για να τη δει ολόκληρη πρέπει να είναι σε διαρκή κίνηση. Η έκθεση συμπληρώνεται από πορτρέτα κοντινών του ανθρώπων.   

Πηγή: Serpentine

Το κοτόπουλο ως πατρίδα - Aπό το pollo a la brasa στο καζάνι της ajiaco

Με αφορμή μια λίστα του TasteAtlas, ένα ταξίδι στη Λατινική Αμερική ξεδιπλώνει την ιστορία δύο εμβληματικών πιάτων, του περουβιανού pollo a la brasa και της ajiaco, που ενώνουν τη λαϊκή απόλαυση με την πολιτισμική κληρονομιά, μετατρέποντας το φαγητό σε ζωντανή αφήγηση.

ε αφορμή τη λίστα του TasteAtlas για τα καλύτερα πιάτα με κοτόπουλο του κόσμου (όπου, βάσει βαθμολογίας, την κορυφή μοιράζονται πέντε πιάτα, μεταξύ αυτών και το περουβιανό pollo a la brasa), θυμήθηκα πόσο πολύ με είχε εντυπωσιάσει το ψητό κοτόπουλο στις χώρες της Kεντρικής και Nότιας Αμερικής που έχω επισκεφτεί, με αποκορύφωμα την κουζίνα του Περού, όπου το pollo a la brasa (κοτόπουλο στα κάρβουνα) είναι το εθνικό πιάτο – και όχι το σεβίτσε. Το κοτόπουλο είναι το κύριο κρέας που χρησιμοποιούν στο φαγητό του δρόμου αλλά και σε διάσημα μαγαζιά, σε ολόκληρη τη χώρα, μαγειρεμένο με διάφορους τρόπους, σε περίφημες σούπες και σε βραστά πιάτα με πλήθος υλικών, αλλά, πραγματικά, αν έχεις φάει καλοφτιαγμένο pollo a la brasa, δεν το ξεχνάς ποτέ.

Μπορεί το ψητό κοτόπουλο του «La Granja Azul» στη Santa Clara, στα περίχωρα της Λίμα, να έχει αποκτήσει μυθικές διαστάσεις και να θεωρείται ορόσημο της περουβιανής κουζίνας (είναι το μέρος όπου γεννήθηκε το pollo a la brasa όπως το γνωρίζουμε σήμερα), καθώς επίσης και των «Primos Chicken Bar» στην περιοχή Miraflores και «Don Tito» στη Magdalena, όλα ξεχωριστά και απίθανα, αλλά αυτό που φέρνω και ξαναφέρνω στη μνήμη μου ως γευστική εμπειρία είναι το ψητό κοτόπουλο της «La Choza de Oscar», μιας polleria στο Πούνο, την «πόλη της Τιτικάκα», μία από τις πιο παράξενα όμορφες πόλεις του νότιου Περού. Η παραδοσιακή ταβέρνα, χαμένη ανάμεσα στα σοκάκια μιας πόλης που απλώνεται σε ανηφόρες και κατηφόρες, με τα τούβλινα, ασοβάτιστα σπίτια να καθρεφτίζονται μοναδικά στα νερά της λίμνης, είναι ένα μαγαζί με τοίχους σε έντονο πράσινο, με οθόνες τηλεόρασης που παίζουν τηλεπαιχνίδια και διαφημίσεις, και ολόκληρες οικογένειες τις ώρες αιχμής να συνωστίζονται ή να περιμένουν στην ουρά για να απολαύσουν τη σπεσιαλιτέ της – που τη συνοδεύουν με τσίτσα μοράδα, το τοπικό ποτό από καλαμπόκι που έχει υποστεί ζύμωση.

Το κοτόπουλο ως πατρίδα: από το pollo a la brasa στο καζάνι της ajiaco
 Αυτό που φέρνω και ξαναφέρνω στη μνήμη μου ως γευστική εμπειρία είναι το ψητό κοτόπουλο της «La Choza de Oscar», μιας polleria στο Πούνο, την «πόλη της Τιτικάκα», μία από τις πιο παράξενα όμορφες πόλεις του νότιου Περού. Φωτο: M.Hulot

Το pollo a la brasa που ψήνεται σουβλιστό σε κάρβουνα ιδανικά από ξύλο χαρουπιάς, μαριναρισμένο με διαφορετικά συστατικά σε κάθε polleria, με μυστική συνταγή, είναι το πιο δημοφιλές φαγητό της λαϊκής τάξης. Το ζουμερό αρωματικό κοτόπουλο σερβίρεται με πατάτες τηγανητές (papas fritas ή papas andinas, μια ντόπια ποικιλία με «βελούδινη υφή»), σαλάτα και διάφορες παραδοσιακές σάλτσες (huacatay, την κίτρινη πικάντικη aji amarillo και σπιτική μαγιονέζα). Σύμφωνα με το υπουργείο Γεωργικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, υπάρχουν πάνω από 13.000 pollerias στο Περού, όπου περισσότερα από 160 εκατομμύρια κοτόπουλα καταναλώνονται σε ετήσια βάση – χωρίς να υπολογιστούν τα κιόσκια και τα καροτσάκια στον δρόμο.

Το pollo a la brasa έγινε το πιο δημοφιλές φαγητό της χώρας από το 1950 που ο Roger Schuler, ένας Σουηδός μετανάστης που είχε ορνιθοτροφείο στο Περού, άνοιξε την πρώτη ψησταριά από ανάγκη, επειδή χρεοκόπησε. Τα ψημένα κοτόπουλα που πουλούσε ολόκληρα είχαν τόσο μεγάλη επιτυχία ώστε ζήτησε από έναν φίλο του να του φτιάξει έναν μηχανισμό με πολλές σούβλες για να μπορεί να ψήνει πολλά ταυτόχρονα. Έτσι εφηύρε τον φούρνο «rotombo» ή «speido», στον οποίο γυρνάνε 6 σούβλες με 8 κοτόπουλα η κάθε μία, ψήνοντας ταυτόχρονα 40 με 50 κοτόπουλα.

Από τότε που άνοιξαν το «La Granja Azul» με τη σύζυγό του, τη Franziska, πριν από 76 χρόνια, ο τρόπος ψησίματος και η τεχνική που εξασφάλιζε τραγανή πέτσα και ζουμερό εσωτερικό έγιναν υπόδειγμα για πολλά άλλα μαγαζιά που έψηναν κοτόπουλα – ανέκαθεν ένα φτηνό και αγαπημένο κρέας για τους Περουβιανούς. Η συνταγή του, με μυστική μαρινάδα και αργό ψήσιμο στα κάρβουνα, παραμένει αναλλοίωτη και αποτελεί σύμβολο αυθεντικότητας, ενώ η τοποθεσία του στη Santa Clara προσφέρει την εμπειρία της εξοχικής απόδρασης. Το pollo a la brasa έγινε με τα χρόνια ένα πιάτο που συνδυάζει την έννοια της λαϊκής απόλαυσης, της βιομηχανικής επιτυχίας αλλά και της πολιτισμικής ταυτότητας.

Το κοτόπουλο ως πατρίδα: από το pollo a la brasa στο καζάνι της ajiaco
 Το ζουμερό αρωματικό κοτόπουλο σερβίρεται με πατάτες τηγανητές (papas fritas ή papas andinas, μια ντόπια ποικιλία με «βελούδινη υφή»), σαλάτα και διάφορες παραδοσιακές σάλτσες (huacatay, η κίτρινη πικάντικη aji amarillo και σπιτική μαγιονέζα). Φωτο: M.Hulot
Το κοτόπουλο ως πατρίδα: από το pollo a la brasa στο καζάνι της ajiaco
 Η συνταγή του pollo a la brasa με μυστική μαρινάδα και αργό ψήσιμο στα κάρβουνα παραμένει αναλλοίωτη και αποτελεί σύμβολο αυθεντικότητας. Φωτο: M.Hulot

Για να προσελκύσει πελάτες, ο Schuler έκανε κάτι προκλητικό για την εποχή: ανάρτησε μια πινακίδα που έγραφε «φάτε όσο κοτόπουλο θέλετε με πέντε σόλες». Σε μια περίοδο που το φαγητό εκτός σπιτιού ήταν συνδεδεμένο με την επισημότητα και την κοινωνική επίδειξη, η πρόταση αυτή ήταν πρωτοφανής και η ανταπόκριση του κόσμου τεράστια. Οι πελάτες κατέφθαναν όχι μόνο για τη γεύση αλλά και για την εμπειρία: ένα περιβάλλον ανεπιτήδευτο, όπου μπορούσες να φας με τα χέρια, να λερωθείς, να πάρεις κι άλλη μερίδα χωρίς ενοχές. Σε αντίθεση με τα εστιατόρια της Λίμας της εποχής –χώρους αυστηρούς, με μαχαιροπίρουνα και κανόνες, κατάλοιπα της αποικιοκρατίας–, η «Granja Azul» έγινε ένας χώρος ελευθερίας, όπου το φαγητό έπαψε να είναι τελετουργία και έγινε εμπειρία. Μπορούσε κανείς να ξύνει το κόκαλο χωρίς ενοχές, απολαμβάνοντας κάθε ίνα κρέατος. Το pollo a la brasa, από την αρχή, ήταν ένα φαγητό δημοκρατικό.

Αυτή η αλλαγή δεν ήταν απλώς γαστρονομική, ήταν κοινωνική. Δημιούργησε έναν νέο τύπο εστίασης, πιο προσιτό, πιο άμεσο, πιο κοντά στη λαϊκή καθημερινότητα και μέσα σε λίγα χρόνια η Λίμα γέμισε με pollerías, εξειδικευμένα καταστήματα αφιερωμένα αποκλειστικά στο κοτόπουλο στη σούβλα. Ωστόσο, η πραγματική επανάσταση δεν ήταν μόνο στη συνταγή αλλά και στην τεχνική. Για πρώτη φορά, η παραγωγή μπορούσε να κλιμακωθεί. Το pollo a la brasa πέρασε από την artisanal φάση στη μαζική παραγωγή, χωρίς να χάσει τη βασική του ταυτότητα. Έτσι γεννήθηκε μια ολόκληρη βιομηχανία: οι φούρνοι rotisserie έγιναν εμπορικό προϊόν, που πουλήθηκε σε χιλιάδες νέους επιχειρηματίες σε όλη τη χώρα.

Μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα, το pollo a la brasa είχε ήδη κατακτήσει το Περού. Δεν είναι ένα φαγητό απλώς δημοφιλές, είναι καθημερινό αλλά και το φαγητό του Σαββατοκύριακου, της οικογενειακής εξόδου, της γρήγορης απόλαυσης μετά τη δουλειά. Η σημασία του αναγνωρίστηκε και επίσημα: το πιάτο ανακηρύχθηκε πολιτιστική κληρονομιά και απέκτησε τη δική του ημέρα γιορτής, κάθε Ιούλιο, λίγο πριν από την εθνική επέτειο. Δεν πρόκειται για σύμπτωση, το pollo a la brasa έχει γίνει κομμάτι της ίδιας της εθνικής αφήγησης.

Αν η τεχνική εξηγεί την επιτυχία, η γεύση την εδραιώνει. Σε αντίθεση με την απλή εκδοχή με αλάτι που υπήρχε μέχρι το 1950, το σύγχρονο pollo a la brasa βασίζεται σε μια πολύπλοκη μαρινάδα: σκόρδο, κύμινο, πιπέρι, ají panca (περουβιανή κόκκινη πιπεριά), σόγια, ακόμη και μαύρη μπίρα ή pisco. Αυτό το μείγμα αντικατοπτρίζει την ίδια τη φύση της περουβιανής κουζίνας, μιας κουζίνας fusion, προτού το fusion γίνει μόδα. Ντόπια υλικά, ισπανικές επιρροές και ασιατικά στοιχεία (ιδίως από την κινεζο-περουβιανή παράδοση) συνυπάρχουν σε μια γεύση που δεν μπορεί εύκολα να κατηγοριοποιηθεί. Το ψήσιμο σε περιστροφικό φούρνο εξασφαλίζει την ισορροπία: η συνεχής κίνηση κρατά το κρέας ζουμερό, ενώ η θερμότητα από τα κάρβουνα δημιουργεί την επιθυμητή τραγανή πέτσα. Είναι μια τεχνική ακρίβειας και ταυτόχρονα μια τεχνική λαϊκή.

Το κοτόπουλο ως πατρίδα: από το pollo a la brasa στο καζάνι της ajiaco

 Ιθαγενείς Páez φτιάχνουν ajiaco στη Γουατεμάλα, πάνω στα βουνά, στην Cauca, κοντά στον αρχαιολογικό χώρο του Tierradentro. Φωτο: M.Hulot

Όπως πολλά εμβληματικά πιάτα, το pollo a la brasa δεν περιορίστηκε μέσα στα σύνορα του Περού. Μέσα από τη μετανάστευση ταξίδεψε σε όλη τη Λατινική Αμερική και πέρα από αυτήν. Στις ΗΠΑ, στην Ευρώπη, στην Ασία, οι pollerías πρεσβεύουν μια ολόκληρη κουλτούρα. Για τους Περουβιανούς της διασποράς, το πιάτο λειτουργεί ως γευστική επιστροφή στο σπίτι. Για τους υπόλοιπους, είναι μια εισαγωγή σε μια κουζίνα που συνδυάζει απλότητα και πολυπλοκότητα. Και όμως, παρά την τεράστια διάδοσή του, το pollo a la brasa παραμένει δύσκολο να τελειοποιηθεί. Η ισορροπία της μαρινάδας, η ποιότητα του κοτόπουλου, το είδος του κάρβουνου, η θερμοκρασία, όλα παίζουν ρόλο. Είναι ένα πιάτο που φαίνεται εύκολο, αλλά απαιτεί ακρίβεια και πειραματισμό με τα υλικά μέχρι να βρεθεί η σωστή φόρμουλα για το μαρινάρισμα. Γι’ αυτό και η τραγανή, σχεδόν καραμελωμένη πέτσα, το ζουμερό εσωτερικό, η ελαφρώς καπνιστή επίγευση και η ισορροπία των μπαχαρικών είναι δύσκολο να αναπαραχθούν χωρίς γνώση και υπομονή. Στην καλή εκδοχή του είναι το τέλειο ψητό κοτόπουλο, ένα πιάτο που αξίζει να βρίσκεται στην κορυφή μιας λίστας με φαγητά με βασικό υλικό το κοτόπουλο.

Σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, ωστόσο, το φαγητό που συμπυκνώνει τη μνήμη και την ταυτότητα κάθε χώρας είναι οι κοτόσουπες. Η caldo de gallina, η sopa criolla στο Περού, η caldo de pollo στη Γουατεμάλα, αλλά, κυρίως, η ajiaco της Κολομβίας είναι πιάτα που βρίσκεις παντού, στις άκρες των δρόμων, στα μαγαζιά, στα βουνά και στα υψόμετρα, σε φτωχή, ταπεινή ή πιο πλούσια εκδοχή, πιάτα που δεν χορταίνουν απλώς αλλά πίσω από την απλότητά τους κουβαλούν στρώματα ιστορίας, μετακινήσεων πληθυσμών, πολιτισμικών ανταλλαγών αλλά και προσωπικής μνήμης.

Ταξιδεύοντας από άκρη σε άκρη στην Κολομβία, συναντήσαμε την ajiaco κυριολεκτικά παντού, στην ερημιά να μαγειρεύεται υπαίθρια, κάτω από τέντες μέσα στη βροχή, για τους ντόπιους ταξιδιώτες, να τη φτιάχνουν οι ιθαγενείς Páez σε γαστρονομικές γιορτές που θύμιζαν τελετουργίες, πάνω στα βουνά, στην Cauca, κοντά στον αρχαιολογικό χώρο του Tierradentro, να σιγοβράζει σε καντίνες στη μέση του πουθενά, να την πουλάνε πλανόδιοι με καροτσάκια ακολουθούμενα από μια λιτανεία από σκύλους (ξελιγωμένους από την ευωδιά). Με βασικά υλικά το κοτόπουλο, το καλαμπόκι και την πατάτα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα ακόμη αγροτικό φαγητό. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του πώς η γαστρονομία λειτουργεί ως φορέας ταυτότητας.

Το κοτόπουλο ως πατρίδα: από το pollo a la brasa στο καζάνι της ajiaco
Το κοτόπουλο ως πατρίδα: από το pollo a la brasa στο καζάνι της ajiaco

Η προέλευση της ajiaco δεν είναι ξεκάθαρη, οι μελετητές διαφωνούν ως προς το πού και πότε εμφανίστηκε για πρώτη φορά, ωστόσο οι περισσότεροι συγκλίνουν στο ότι οι ρίζες της βρίσκονται στις προκολομβιανές κουλτούρες της Καραϊβικής. Η ίδια η λέξη «ajiaco» συνδέεται με το «ají», την ονομασία που χρησιμοποιούσαν οι ιθαγενείς Taíno για την καυτερή πιπεριά, ένα βασικό στοιχείο της διατροφής τους. Το πιάτο συνδέεται με τη γαστρονομική ταυτότητα της περιοχής πριν από την αποικιοκρατία, έναν κόσμο όπου τα υλικά, οι γεύσεις και οι τεχνικές μαγειρικής διαμορφώνονταν από τις τοπικές κοινότητες.

Με την άφιξη των Ισπανών και την επιβολή της αποικιακής τάξης, η ajiaco άρχισε να μεταμορφώνεται. Όπως πολλά πιάτα της Λατινικής Αμερικής, έγινε προϊόν ανάμειξης: ευρωπαϊκά υλικά και τεχνικές προστέθηκαν σε ιθαγενείς βάσεις, ενώ αργότερα οι αφρικανικές επιρροές –μέσα από το τραύμα της δουλείας– εμπλούτισαν ακόμη περισσότερο το γευστικό και πολιτισμικό της προφίλ. Ο Κουβανός εθνολόγος Fernando Ortiz περιέγραψε την ajiaco ως μια ιδανική μεταφορά για την κοινωνία της Κούβας: ένα «χωνευτήρι» όπου διαφορετικά στοιχεία συνυπάρχουν, διατηρώντας ταυτόχρονα την ιδιαιτερότητά τους και συμβάλλοντας σε ένα νέο, σύνθετο σύνολο.

Στην Κούβα, το πιάτο απέκτησε ιδιαίτερη σημασία ήδη από τον 16ο αιώνα. Εκεί, η ajiaco πήρε τη μορφή μιας πλούσιας σούπας, στην οποία συνυπάρχουν διάφορα είδη κρέατος (μοσχάρι, χοιρινό, κοτόπουλο) μαζί με ρίζες και κονδύλους που ονομάζονται συνολικά viandas. Οι ιστορικές αναφορές αποκαλύπτουν ότι η παρασκευή της είχε συχνά συλλογικό χαρακτήρα: υλικά που περίσσευαν από αγρότες, δωρεές περαστικών ή ακόμη και τρόφιμα που προορίζονταν για τους σκλάβους συγκεντρώνονταν σε ένα κοινό καζάνι. Μέσα από αυτήν τη διαδικασία, η ajiaco έγινε όχι μόνο ένα φαγητό ανάγκης αλλά και ένα σύμβολο κοινοτικής ζωής, επιβίωσης και προσαρμογής.

Καθώς το πιάτο διαδόθηκε σε άλλες περιοχές της Λατινικής Αμερικής, απέκτησε διαφορετικές εκδοχές που αντανακλούν τα τοπικά οικοσυστήματα και τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες κάθε τόπου. Στο Περού, για παράδειγμα, η ajiaco είναι ένα πιάτο με πατάτες, σκόρδο και αποξηραμένες πιπεριές, όπως οι aji mirasol και aji panca, εμπλουτισμένο με αρωματικά βότανα όπως το huacatay (ένα είδος άγριας καλέντουλας). Στη Χιλή εμφανίζεται ως ένα πιο «στεγνό» και πικάντικο πιάτο με μοσχάρι, λαχανικά και έντονα καρυκεύματα. Ωστόσο, η εκδοχή που έχει καθιερωθεί ως η πιο εμβληματική είναι αυτή της Κολομβίας – και πιο συγκεκριμένα της Μπογκοτά. Το ajiaco santafereño, όπως είναι γνωστό, αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πιάτα της χώρας και βασικό στοιχείο της τοπικής ταυτότητας. Η ιδιαιτερότητά του βρίσκεται στην ισορροπία των υλικών: τρεις διαφορετικές ποικιλίες πατάτας (κηρώδεις, αλευρώδεις και μικρές) δημιουργούν διαφορετικές υφές, γιατί άλλες πατάτες διατηρούν το σχήμα τους και άλλες διαλύονται, δένοντας τον ζωμό. Το καλαμπόκι προσθέτει γλυκύτητα, ενώ το κοτόπουλο δίνει βάθος και πλούτο στη γεύση. Καθοριστικό στοιχείο είναι το βότανο guascas, που χαρίζει στο πιάτο το χαρακτηριστικό του άρωμα. Πρόκειται για ένα φυτό που εκτός Κολομβίας θεωρείται συχνά ζιζάνιο, γεγονός που υπογραμμίζει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση: αυτό που σε έναν τόπο είναι «άχρηστο», σε έναν άλλο αποτελεί βασικό φορέα γεύσης και ταυτότητας. Η δυσκολία εύρεσής του εκτός Κολομβίας είναι και ένας από τους λόγους που το ajiaco της διασποράς διαφέρει συχνά από το «αυθεντικό», μια υπενθύμιση ότι η κουζίνα είναι πάντα συνδεδεμένη με τη γεωγραφία.

Το κοτόπουλο ως πατρίδα: από το pollo a la brasa στο καζάνι της ajiaco
 Κοτόσουπα φτιαγμένη κυριολεκτικά στον δρόμο, στην Κολομβία. Φωτο: M.Hulot
Το κοτόπουλο ως πατρίδα: από το pollo a la brasa στο καζάνι της ajiaco
Το κοτόπουλο ως πατρίδα: από το pollo a la brasa στο καζάνι της ajiaco

Παράλληλα, η παρασκευή του ajiaco δεν είναι μόνο θέμα υλικών αλλά και τελετουργίας. Στην κολομβιανή εκδοχή του, το πιάτο ολοκληρώνεται στο σερβίρισμα: κρέμα γάλακτος, κάππαρη και φέτες αβοκάντο προστίθενται στο τέλος, επιτρέποντας στον καθένα να προσαρμόσει τη γεύση σύμφωνα με τις προτιμήσεις του. Αυτή η πρακτική μετατρέπει το φαγητό σε μια συμμετοχική εμπειρία, όπου η κατανάλωση γίνεται προέκταση της προετοιμασίας.

Όπως συμβαίνει με πολλές σούπες σε διαφορετικούς πολιτισμούς, η ajiaco λειτουργεί ως συναισθηματική άγκυρα. Είναι ένα πιάτο που συνδέεται με το σπίτι, την οικογένεια και τη φροντίδα, ένα φαγητό που συχνά μαγειρεύεται σε στιγμές ανάγκης αλλά και σε στιγμές γιορτής. Δεν είναι τυχαίο ότι αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τις μεταναστευτικές κοινότητες, όπου η ανάγκη για επανασύνδεση με την πατρίδα γίνεται πιο έντονη.

Και ίσως, τελικά, αυτή να είναι η ουσία κάθε σούπας: όχι απλώς να θρέφει το σώμα, αλλά να συγκρατεί και να μεταδίδει ιστορίες. Η ajiaco το κάνει αυτό με τρόπο σχεδόν ιδανικό, σαν ένα καζάνι όπου βράζουν μαζί η ιστορία και η μνήμη.

Το κοτόπουλο ως πατρίδα: από το pollo a la brasa στο καζάνι της ajiaco
 Καλόγρια ψήνει κοτόπουλο στη Λίμα. Φωτο: M.Hulot
Το κοτόπουλο ως πατρίδα: από το pollo a la brasa στο καζάνι της ajiaco
 Στο βόρειο Περού, pollo a la brasa στον δρόμο. Φωτο: M.Hulot
Το κοτόπουλο ως πατρίδα: από το pollo a la brasa στο καζάνι της ajiaco
 Γουατεμάλα, ψητό κοτόπουλο σε καντίνα. Φωτο: M.Hulot

Τριγμοί στις αγορές – Ομόλογα με επιτόκιο 5% εξέδωσαν οι ΗΠΑ

Μπροστά στον κίνδυνο αναζωπύρωσης του πληθωρισμού.

Στο 5,046% έφτασε η απόδοση στη δημοπρασία για τα ομόλογα 30ετούς διάρκειας αξίας 25 δισεκατομμυρίων δολαρίων τα οποία εξέδωσε το υπουργείο Οικονομικών της κυβέρνησης Τραμπ. Εξέλιξη που αναζωπυρώνει την αγωνία περί αύξησης του πληθωρισμού.

«Πολύ ακριβή πλέον η χρηματοδότηση του χρέους», δήλωσε στους Financial Times διαχειριστής χαρτοφυλακίου. Κύρια αιτία για την αύξηση απόδοσης των 30ετών ομολόγων είναι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή που ξεκίνησε μετά τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις στην Τεχεράνη.

Παράλληλα, η Στατιστική Υπηρεσία των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι ο δείκτης τιμών παραγωγού του Απριλίου εκτοξεύτηκε στο 6% από το 4,3% του Μαρτίου και 3,4% πριν από την έναρξη των επιθέσεων.

«Δεν προβλέπεται διασκεδαστικό καλοκαίρι για τους καταναλωτές στις ΗΠΑ», δήλωσε στους FT ο Μπρέτ Ράιαν της Deutsche Bank. Σημειώνεται ότι τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ έχουν αυξηθεί κατά περισσότερο από 50% στα 4,51 δολάρια το γαλόνι, ενώ το ντίζελ έχει αυξηθεί αντίστοιχα στα 5,66 δολάρια αγγίζοντας το ρεκόρ.

Κέβιν Γουόρς: Ο εκλεκτός του Τραμπ στο «τιμόνι» της Fed

Η αμερικανική Γερουσία ενέκρινε τον Κέβιν Γουόρς για τη θέση του προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed). Ο 56χρονος χρηματοοικονομικός παράγοντας και επιλογή του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ εγκρίθηκε με 54 ψήφους υπέρ και 45 κατά.

Ο Κέβιν Γουόρς αναμένεται να αναλάβει καθήκοντα ακόμη και μέσα στην επόμενη εβδομάδα, διαδεχόμενος τον Ζερόμ Πάουελ, του οποίου η θητεία ολοκληρώνεται επισήμως την Παρασκευή.

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επιλογής του, παρουσίασε σχέδια για «μεταρρυθμίσεις» στον τρόπο επικοινωνίας της Fed, στη διαχείριση του ισολογισμού της αλλά και στη σχέση της με το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών.

Η παραμονή του Πάουελ στο διοικητικό συμβούλιο της Fed για άγνωστο χρονικό διάστημα θεωρείται ένας παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει τις εσωτερικές ισορροπίες της κεντρικής τράπεζας.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0