ενημέρωση 3:40, 2 September, 2026

Κόσμε της τέχνης, πού είναι το cancel σου στον Λέον Μπλακ;

Η νέα σύγκρουση του Λέον Μπλακ με το Κογκρέσο για την υπόθεση Έπσταϊν επαναφέρει ένα ερώτημα: γιατί ο πανίσχυρος συλλέκτης παραμένει «άθικτος» στον κόσμο της τέχνης;

Νέα ένταση προκαλεί στην έρευνα του αμερικανικού Κογκρέσου για τον Τζέφρι Έπσταϊν η στάση του δισεκατομμυριούχου επενδυτή Λέον Μπλακ. Σύμφωνα με τον Guardian, o Ρεπουμπλικανός πρόεδρος της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, Τζέιμς Κόμερ, προειδοποιεί ότι είναι έτοιμος να κινήσει διαδικασία για περιφρόνηση του Κογκρέσου, εάν ο Μπλακ δεν παραδώσει τα έγγραφα που του έχουν ζητηθεί και δεν εμφανιστεί για κατάθεση στις 3 Σεπτεμβρίου.

Η αντιπαράθεση αποκαλύπτεται μέσα από επιστολή που έστειλε ο Κόμερ στη δικηγόρο του Μπλακ, Σούζαν Έστριτς. Στο επίκεντρο βρίσκεται το κατά πόσο ο συνιδρυτής της Apollo συνεργάζεται ουσιαστικά με την έρευνα ή επιχειρεί να περιορίσει ο ίδιος το εύρος της.

Ο Μπλακ υπήρξε φίλος και πελάτης του Έπσταϊν και του είχε καταβάλει τεράστια ποσά για οικονομικές και φορολογικές υπηρεσίες. Σύμφωνα με έρευνα του Ρον Γουάιντεν, επικεφαλής Δημοκρατικού στην Επιτροπή Οικονομικών της Γερουσίας, οι συνολικές αμοιβές που κατέβαλε στον Έπσταϊν έφτασαν περίπου τα 170 εκατ. δολάρια.
Ένα ποίημα, σε αυτό που φαίνεται να είναι σκαναρισμένη σελίδα από το ημερολόγιο μιας νεαρής γυναίκας, περιλαμβάνει σημειώσεις πάνω σε ποίημα της Σύλβια Πλαθ και το φέρει με την ένδειξη «Λέον Μπλακ» (στιγμιότυπο οθόνης μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ)

Ένα ποίημα, σε αυτό που φαίνεται να είναι σκαναρισμένη σελίδα από το ημερολόγιο μιας νεαρής γυναίκας, περιλαμβάνει σημειώσεις πάνω σε ποίημα της Σύλβια Πλαθ και το φέρει με την ένδειξη «Λέον Μπλακ» (στιγμιότυπο οθόνης μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ)

Η προειδοποίηση του Κόμερ

Ο Κόμερ ξεκαθαρίζει στην επιστολή του ότι η επιτροπή δεν προτίθεται να δεχθεί περαιτέρω καθυστερήσεις. Εάν ο Μπλακ δεν προσκομίσει τα έγγραφα που εμπίπτουν στην κλήτευση ή δεν εμφανιστεί στην προγραμματισμένη κατάθεσή του, η επιτροπή προειδοποιεί ότι θα χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας για περιφρόνηση του Κογκρέσου.

Η Έστριτς απορρίπτει την εκδοχή του προέδρου της επιτροπής, υποστηρίζοντας ότι η επιστολή διαστρεβλώνει τα γεγονότα και ότι ο πελάτης της έχει γίνει στόχος ενός «πολιτικού κυνηγιού μαγισσών».

Ο Λέον Μπλακ είχε συμφωνήσει οικειοθελώς να απαντήσει στις ερωτήσεις της Επιτροπής Εποπτείας τον Ιούνιο. Η ευρύτερη έρευνα εξετάζει, μεταξύ άλλων, τον τρόπο με τον οποίο οι ομοσπονδιακές Αρχές χειρίστηκαν την υπόθεση Έπσταϊν, τη λειτουργία κυκλωμάτων trafficking, αλλά και το πώς ο Έπσταϊν και η Γκισλέιν Μάξγουελ επιδίωκαν να καλλιεργήσουν σχέσεις με ισχυρά πρόσωπα προκειμένου να προστατεύσουν τις παράνομες δραστηριότητές τους.

Η κατάθεση που τελείωσε σε μία ώρα

Η πρώτη εμφάνιση του Μπλακ ενώπιον της επιτροπής διακόπηκε έπειτα από μόλις μία ώρα. Βουλευτές και από τα δύο κόμματα υποστήριξαν ότι αρνούνταν να απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικά με συμφωνίες εμπιστευτικότητας, γνωστές ως NDAs.

Ο Κόμερ αντέδρασε εκδίδοντας δύο κλητεύσεις. Με την πρώτη ζητούσε από τον Μπλακ να παραδώσει όλες τις συμφωνίες εμπιστευτικότητας στις οποίες είναι συμβαλλόμενο μέρος και με τη δεύτερη να εμφανιστεί εκ νέου ενώπιον της επιτροπής για επίσημη κατάθεση.

Μέχρι στιγμής ο Μπλακ έχει παραδώσει μία συμφωνία και έχει δηλώσει ότι είναι διατεθειμένος να προσκομίσει ακόμη μία. Σύμφωνα με τον Κόμερ, ωστόσο, οι δικηγόροι του ζητούν ως αντάλλαγμα διαβεβαίωση ότι δεν θα κινηθεί εναντίον του διαδικασία για περιφρόνηση του Κογκρέσου.

Η νομική ομάδα του Μπλακ φέρεται επίσης να ζητά η υποχρεωτική κατάθεση να μετατραπεί σε εθελοντική καταγεγραμμένη συνέντευξη, οι ερωτήσεις να περιοριστούν στις δύο συγκεκριμένες συμφωνίες και η διαδικασία να μετατεθεί από τις 3 Σεπτεμβρίου στις αρχές Οκτωβρίου.

Για τον Κόμερ, όμως, ο Μπλακ δεν αναζητά έναν εύλογο συμβιβασμό, αλλά επιχειρεί να υπαγορεύσει στην επιτροπή τα όρια της έρευνάς της.

Φερόμενη απομαγνητοφώνηση καταγγελιών, γραμμένων σε κωδικοποιημένη μορφή σε ημερολόγιο (στιγμιότυπο οθόνης μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ)

Φερόμενη απομαγνητοφώνηση καταγγελιών, γραμμένων σε κωδικοποιημένη μορφή σε ημερολόγιο (στιγμιότυπο οθόνης μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ)

Η διαμάχη για τις συμφωνίες εμπιστευτικότητας

Η πλευρά του Μπλακ υποστηρίζει ότι έχει ήδη παραδώσει τη μοναδική συμφωνία εμπιστευτικότητας που είχε συναφθεί πριν από τον θάνατο του Έπσταϊν το 2019 και για την οποία γνώριζε ο ίδιος ο Έπσταϊν. Τυχόν άλλες συμφωνίες, σύμφωνα με τους δικηγόρους του, συνήφθησαν αργότερα.

Ο Κόμερ αντιτείνει ότι δεν μπορεί ο ίδιος ο Μπλακ να αποφασίζει ποια έγγραφα ανταποκρίνονται στην κλήτευση. Επισημαίνει επίσης ότι συμφωνίες που υπογράφηκαν ακόμη και μετά τον θάνατο του Έπσταϊν θα μπορούσαν να αφορούν θύματά του.

Η Έστριτς κατηγορεί από την πλευρά της το Κογκρέσο ότι επιχειρεί να εισβάλει στην ιδιωτική ζωή ανθρώπων που δεν επιθυμούν να δημοσιοποιηθεί η ταυτότητά τους, στο πλαίσιο μιας έρευνας που, όπως υποστηρίζει, επεκτείνεται σε συμφωνίες με τις οποίες ο Έπσταϊν δεν είχε καμία σχέση.

Η σχέση με τον Έπσταϊν και τα 170 εκατ. δολάρια

Η οικονομική σχέση των δύο ανδρών έχει βρεθεί εδώ και χρόνια στο μικροσκόπιο. Σύμφωνα με έκθεση που είχε αναθέσει η Apollo, ο Έπσταϊν παρείχε οικονομικές υπηρεσίες στον Μπλακ από το 2012 έως το 2017. Η συνεργασία τους συνεχιζόταν επομένως χρόνια μετά το 2008, όταν ο Έπσταϊν είχε δηλώσει ένοχος στη Φλόριντα για κατηγορίες σχετικές με πορνεία, μεταξύ των οποίων και κατηγορία που αφορούσε ανήλικη.

Ο Μπλακ εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο πελάτη του Έπσταϊν και, σύμφωνα με την έρευνα του Ρον Γουάιντεν, του κατέβαλε περίπου 170 εκατ. δολάρια. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι οι υπηρεσίες που λάμβανε αφορούσαν φορολογικό και κληρονομικό σχεδιασμό.

Στην κατάθεσή του στο Κογκρέσο υποστήριξε ότι δεν γνώριζε την εγκληματική δραστηριότητα του Έπσταϊν μέχρι τον Ιούλιο του 2019. Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι γνώριζε για την υπόθεση του 2008. O  Μπλακ είπε στην επιτροπή ότι είχε εμπιστευτεί τον Έπσταϊν και λόγω του δικτύου επαφών που διέθετε στους χώρους των οικονομικών, της ακαδημαϊκής κοινότητας, της επιστήμης και της πολιτικής.

Ο ισχυρισμός όπως καταγράφεται σε σημειώσεις από τηλεφωνική επικοινωνία με τον δικηγόρο των κατηγόρων του Μπλακ (στιγμιότυπο οθόνης μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ), Πηγή: Hyperallergic

Ο ισχυρισμός όπως καταγράφεται σε σημειώσεις από τηλεφωνική επικοινωνία με τον δικηγόρο των κατηγόρων του Μπλακ (στιγμιότυπο οθόνης μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ), Πηγή: Hyperallergic

Ο κόσμος της τέχνης δεν έκανε cancel τον Μπλακ

Η υπόθεση έχει πλήξει την επιχειρηματική διαδρομή του Μπλακ, χωρίς όμως να έχει οδηγήσει σε αντίστοιχη απομόνωσή του από τον κόσμο της τέχνης. Όπως επισημαίνει το Vanity Fair, μετά τις αποκαλύψεις για τον Έπσταϊν ο Μπλακ αποχώρησε από όλες τις θέσεις που κατείχε στην Apollo, όμως εξακολουθεί να είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Museum of Modern Art (MoMA). Το Debra and Leon Black Family Film Center εξακολουθεί να φέρει το όνομα του ίδιου και της συζύγου του, ενώ το ζευγάρι βρισκόταν μεταξύ των υποστηρικτών της μεγάλης έκθεσης του Metropolitan Museum of Art για τον Ραφαήλ.

Η παρουσία του στην αγορά παραμένει εξίσου ισχυρή. Η συλλογή του είχε αποτιμηθεί κάποτε από τον Christie’s στα 2,7 δισ. δολάρια, ενώ το περιοδικό καταγράφει εμφανίσεις του τα τελευταία χρόνια στη Frieze Los Angeles, στην Art Basel Miami Beach και σε εκδηλώσεις του MoMA. Δεν υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι έχει σταματήσει να αγοράζει έργα: μετά τις μεγάλες δημοπρασίες του Μαΐου στη Νέα Υόρκη, πηγές της αγοράς τον ήθελαν μεταξύ των ενδιαφερομένων για έργο του Χουάν Μιρό που τελικά πωλήθηκε για 53,5 εκατ. δολάρια.

Ο Μπλακ βρίσκεται εδώ και δεκαετίες στην κορυφή της διεθνούς αγοράς τέχνης. Το 2012 αγόρασε σε δημοπρασία του Sotheby’s μία από τις εκδοχές της «Κραυγής» του Έντβαρντ Μουνκ για σχεδόν 120 εκατ. δολάρια μαζί με την προμήθεια του οίκου, ποσό που τότε αποτελούσε παγκόσμιο ρεκόρ για έργο τέχνης σε δημοπρασία. Έξι μήνες αργότερα το έργο παρουσιάστηκε στο MoMA ως δάνειο από «ιδιωτική συλλογή». Ο Μπλακ ήταν τότε αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του μουσείου και αργότερα έφτασε να γίνει πρόεδρός του.

Όταν, το 2021, οι αποκαλύψεις γύρω από τον Έπσταϊν προκάλεσαν αντιδράσεις και στον χώρο των μουσείων, ο Μπλακ αποφάσισε να μη διεκδικήσει νέα θητεία ως πρόεδρος του MoMA, χωρίς όμως να αποχωρήσει από το διοικητικό συμβούλιο. Ο τότε διευθυντής του μουσείου, Γκλεν Λόουρι, είχε δηλώσει ότι το συμβούλιο εξέτασε προσεκτικά την υπόθεση και αποφάσισε ότι ο Μπλακ έπρεπε να παραμείνει, σημειώνοντας ότι δεν του είχε απαγγελθεί κατηγορία για έγκλημα σχετιζόμενο με τον Έπσταϊν.

Μια φωτογραφία με μήνυμα που φέρεται να κατηγορεί τον Μπλακ για βιασμό και εκβιασμό (στιγμιότυπο οθόνης μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ), Πηγή: Hyperallergic

Μια φωτογραφία με μήνυμα που φέρεται να κατηγορεί τον Μπλακ για βιασμό και εκβιασμό (στιγμιότυπο οθόνης μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ), Πηγή: Hyperallergic

Τι αποκάλυψαν τα αρχεία Έπσταϊν για τη συλλογή του

Η δημοσιοποίηση των αρχείων Έπσταϊν το 2026 έφερε στο φως και πρωτοφανείς λεπτομέρειες για την τεράστια συλλογή του Μπλακ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Vanity Fair, τον Μάρτιο του 2015 χρησιμοποίησε έργα τέχνης αξίας 1 δισ. δολαρίων ως εγγύηση για δάνειο 484 εκατ. δολαρίων από την Bank of America. Μέχρι το 2017, η αξία των έργων που είχαν χρησιμοποιηθεί ως εξασφάλιση είχε φτάσει τα 1,4 δισ. δολάρια και το δάνειο τα 695 εκατ. δολάρια.

Για να καταστεί δυνατή αυτή η διαδικασία, σύμφωνα με το περιοδικό, τα έργα της συλλογής είχαν καταγραφεί αναλυτικά από τον Έπσταϊν στο πλαίσιο των οικονομικών υπηρεσιών που παρείχε στον Μπλακ. Τα έγγραφα αποκαλύπτουν τιμές και έργα μιας συλλογής που μέχρι τότε παρέμενε σε μεγάλο βαθμό κρυφή από τη δημόσια θέα, ανάμεσά τους γλυπτό του Πικάσο για το οποίο ο Μπλακ είχε καταβάλει 125 εκατ. δολάρια και έργο του Ραφαήλ που είχε αγοράσει έναντι 48 εκατ. δολαρίων.

Έτσι, ενώ η σχέση του με τον Έπσταϊν επιστρέφει τώρα στο επίκεντρο μέσα από τη σύγκρουσή του με το Κογκρέσο, ένα άλλο κομμάτι της δημόσιας ζωής του Μπλακ φαίνεται να έχει αλλάξει πολύ λιγότερο. Παραμένει κάτοχος μιας από τις σημαντικότερες ιδιωτικές συλλογές στον κόσμο και εξακολουθεί να διατηρεί θέση σε κορυφαίους πολιτιστικούς θεσμούς – γεγονός που αφήνει ανοιχτό, όπως σημειώνει το Vanity Fair, το ερώτημα εάν η θέση του στον κόσμο της τέχνης θα αλλάξει ποτέ ουσιαστικά.

Ο ρωσικός στρατός συνεχίζει να επιτυγχάνει τους στόχους των ειδικών επιχειρήσεων, επιταχύνει την επίθεση - Πούτιν

Οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις συνεχίζουν να ανταποκρίνονται με επιτυχία στα καθήκοντά τους μέχρι να επιτευχθούν οι στόχοι της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης, δήλωσε ο Ρώσος Πρόεδρος

ΜΟΣΧΑ, 22 Αυγούστου. /TASS/. Τα ρωσικά στρατεύματα έχουν επιταχύνει τις επιθετικές τους επιχειρήσεις και συνεχίζουν να επιτυγχάνουν με επιτυχία τους στόχους της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης, δήλωσε ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν σε συνέντευξή του στον δημοσιογράφο του Vesti, Πάβελ Ζαρούμπιν. 

«Οι ενέργειες του αντιπάλου δεν είχαν καμία επίδραση στην κατάσταση στο πεδίο της μάχης. Επιπλέον, όχι μόνο τα στρατεύματά μας συνεχίζουν να προελαύνουν προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά έχουν επίσης επιταχύνει τον ρυθμό των επιθετικών τους επιχειρήσεων», δήλωσε ο Πούτιν.

Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν με επιτυχία τα καθήκοντά τους μέχρι να επιτευχθούν οι στόχοι της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης.

«Φυσικά, ταυτόχρονα, ο στόχος μας είναι να βελτιώσουμε το δίκτυο αεράμυνας, να ενισχύσουμε τις δυνατότητές του», συνέχισε ο Ρώσος ηγέτης.

 Σχολιάζοντας τις επιθέσεις της Ουκρανίας σε πολιτικούς στόχους στη Ρωσία, ο πρόεδρος δήλωσε ότι παράλληλα με τη βελτίωση της αεράμυνάς της, η Ρωσία θα πρέπει επίσης να ενισχύσει τον συντονισμό μεταξύ των υπηρεσιών ασφαλείας της και των πολιτικών αρχών, και να εμπλέξει κρατικές επιχειρήσεις και ιδιωτικές εταιρείες στην προσπάθεια.
  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Τι έμαθε η Ρωσία από τον Πούτιν και τον Τραμπ στο Άνκορατζ

Ο Φιόντορ Λουκιάνοφ αναπολεί την πρώτη επέτειο της συνόδου κορυφής Ρωσίας-ΗΠΑ

Η συνάντηση μεταξύ των προέδρων της Ρωσίας και των ΗΠΑ στην Αλάσκα πέρυσι προκάλεσε αίσθηση τόσο στη μορφή όσο και στην ουσία. Οι προσδοκίες ήταν τόσο υψηλές, είτε εκφράζονταν ως ελπίδα είτε ως ανησυχία, που η σύνοδος κορυφής στο Άνκορατζ ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα απογοητεύσει.

Η σύγκρουση γύρω από την Ουκρανία είναι πολύ βαθιά και περίπλοκη για να επιλυθεί σε μία μόνο συνάντηση, ακόμη και σε μια συνάντηση στην οποία θα συμμετείχαν οι ηγέτες της Ρωσίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου του Βιετνάμ κράτησαν χρόνια, παρά το γεγονός ότι και οι δύο πλευρές είχαν κατανοήσει εξαρχής ότι η σύγκρουση θα έπρεπε τελικά να τερματιστεί.

Το πραγματικό ερώτημα ήταν αν το Άνκορατζ μπορούσε να αποτελέσει το σημείο εκκίνησης για μια ειρηνευτική διαδικασία· δεν το έκανε. Πολλά έχουν ειπωθεί έκτοτε για το γιατί, αν και οι προϋποθέσεις για μια τέτοια σημαντική πρόοδο πιθανότατα δεν υπήρχαν εξαρχής. Ωστόσο, αντί να απορρίψουμε τη σύνοδο κορυφής με τον συνηθισμένο σαρκασμό για το «πνεύμα του Άνκορατζ», αξίζει να εξετάσουμε τι πέτυχε η συνάντηση.

Πρώτον, αποκάλυψε την αυξανόμενη απόκλιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δυτικής Ευρώπης, καθώς οι ηγέτες του παλαιού κόσμου παραμένουν προσηλωμένοι στην επιδίωξη μιας στρατιωτικής νίκης επί της Ρωσίας, αλλά η Ουάσινγκτον, αντίθετα, δεν θέλει να εμπλακεί άμεσα στην επιδίωξη αυτού του στόχου.

Ο ισχυρισμός του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι απλώς μεσολαβητές και όχι συμμετέχοντες είναι σαφώς ανειλικρινής, δεδομένου ότι η Ουάσινγκτον παραμένει βαθιά εμπλεκόμενη, αλλά η αμερικανική εμπλοκή θα μπορούσε να είναι πολύ μεγαλύτερη, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη τα φαινομενικά όρια στους πόρους της και οι αυξανόμενες υποχρεώσεις της αλλού.

Αυτή η απόκλιση δεν σημαίνει ότι η διατλαντική συμμαχία είναι έτοιμη να καταρρεύσει. Ωστόσο, υποδηλώνει ότι ο Ατλαντισμός που καθιερώθηκε κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα δεν θα επιβιώσει στην παλιά του μορφή. Το κατά πόσον η αντικατάστασή του θα αποδειχθεί πιο επωφελής για τη Ρωσία παραμένει ασαφές, αλλά, παρ' όλα αυτά, η Μόσχα επιθυμεί εδώ και καιρό να δει το τέλος του ΝΑΤΟ όπως το γνωρίζαμε, και οι πιθανότητες να συμβεί αυτό αυξάνονται.

Το Άνκορατζ απέδειξε επίσης ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι παντοδύναμες, καθώς ο Τραμπ δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει από τη Δυτική Ευρώπη και την Ουκρανία αυτό που ήθελε εκείνη την εποχή. Σε εκείνη την περίπτωση, η αποτυχία της Ουάσιγκτον λειτούργησε εναντίον της Μόσχας, αλλά η ευρύτερη αναγνώριση ότι η αμερικανική ισχύς έχει όρια θα πρέπει να θεωρηθεί ως θετική εξέλιξη.

Συνολικά, αυτά τα μαθήματα δείχνουν ότι η Δύση γίνεται όλο και πιο ποικιλόμορφη και εσωτερικά διχασμένη, επομένως η εναπομένουσα ενότητά της πρέπει να διατηρείται ολοένα και περισσότερο μέσω πολιτικής πίεσης και θεσμικής αδράνειας. Η Ρωσία πρέπει επομένως να αναπτύξει μια πιο εξελιγμένη και ευέλικτη πολιτική απέναντι στις δυτικές χώρες, εκμεταλλευόμενη τις αυξανόμενες διαφορές τους αντί να συνεχίζει να τις αντιμετωπίζει ως ένα ενιαίο μπλοκ.

Τέλος, το Άνκορατζ προσέφερε ένα αποκαλυπτικό μοντέλο σύγχρονης διπλωματίας, στο οποίο οι προσωπικότητες έχουν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία από τους θεσμούς και ο χαρακτήρας από τις αρχές. Δεν υπάρχουν πλέον «μαγικές» συμφωνίες και μια συμφωνία κυρίων διαρκεί μόνο μέχρι να φτάσει ένας άλλος κύριος με διαφορετικές προτεραιότητες.

Αυτό που διατηρεί την αξία του είναι η ψυχραιμία και η εξάρτηση από τις δικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με μια νηφάλια αξιολόγηση των ορίων του. Το λάθος της Ρωσίας πριν από το Άνκορατζ ήταν να φανταστεί τον Τραμπ ως μια εξωτερική δύναμη ικανή να αλλάξει ριζικά την κατάσταση, αλλά δεν έπαιξε αυτόν τον ρόλο, ούτε θα μπορούσε να το είχε κάνει.

Αυτή η απογοήτευση επανέφερε τους πάντες στην πραγματικότητα της σύγκρουσης, υπό την έννοια ότι καμία εξωτερική δύναμη δεν μπορεί να επιβάλει την επίλυσή της. Κατά τη διάρκεια του έτους που ακολούθησε την Αλάσκα, η στρατιωτική αντιπαράθεση Ρωσίας-Δυτικοευρωπαϊκής απέκτησε μια σαφέστερη κατεύθυνση και μια δική της εσωτερική λογική, και μέσα σε αυτή τη λογική η Ρωσία πρέπει να αναζητήσει έναν τρόπο να τερματίσει τον παρόντα πόλεμο και να αποτρέψει τον επόμενο, χωρίς να περιμένει μαγικές λύσεις ή μεγάλες συμφωνίες που επιβάλλονται από το εξωτερικό.

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από την  Kommersant και μεταφράστηκε και επιμελήθηκε από την ομάδα του RT.

Πηγή: RT

ΗΠΑ και Καναδάς βυθίζονται σε έναν εμπορικό πόλεμο με νέους δασμούς καθώς οι συνομιλίες καταρρέουν και οι ευθύνες μοιράζονται

ΟΥΑΣΙΝΓΚΤΟΝ (AP) — Οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς, ιστορικοί σύμμαχοι κατά μήκος ενός ανυπεράσπιστου συνόρου, βυθίστηκαν βαθύτερα σε έναν εμπορικό πόλεμο το Σάββατο που χαρακτηρίστηκε από οργισμένες αντεγκλήσεις και νέους δασμούς που αναμένεται να αυξήσουν τις τιμές των προϊόντων και στις δύο χώρες.

Κάθε πλευρά κατηγόρησε η άλλη για την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων στην Ουάσινγκτον αργά την Παρασκευή, με αποτέλεσμα οι ΗΠΑ να επιβάλουν δασμούς 50% σε καναδικά προϊόντα αξίας 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων και ο Καναδάς να ορίσει την 8η Σεπτεμβρίου ως την έναρξη των αντιποίνων του.

Οι δασμοί εισαγωγής του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ θα φτάσουν περίπου το 5% των ετήσιων εξαγωγών του Καναδά στις Ηνωμένες Πολιτείες , που κυμαίνονται από μπαστούνια του χόκεϊ μέχρι γλωσσοπίεστρα. Ο πρωθυπουργός Κάρνεϊ δήλωσε ότι η Οτάβα θα απαντήσει με στοχευμένη δασμολογική προστασία για τις βιομηχανίες που εκτίθενται στους νέους δασμούς των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων προϊόντων χάλυβα. Ανέφερε επίσης τους τομείς των γαλακτοκομικών προϊόντων, των συσκευών, του γεωργικού εξοπλισμού, του χαρτοπολτού και του χαρτιού και των ηλεκτρονικών.

Δεν είχαν προγραμματιστεί περαιτέρω συνομιλίες. Όποιο και αν είναι το τελικό αποτέλεσμα, η απώλεια εμπιστοσύνης φαίνεται να είναι ένα από τα πρώτα θύματα.

Ο Κάρνεϊ κατηγόρησε την Ουάσινγκτον ότι χρησιμοποιεί την «οικονομική ολοκλήρωση ως όπλο» και είπε ότι «η υπογραφή της ήταν γραμμένη με μολύβι». Καταφεύγοντας στη γλώσσα της μάχης, είπε ότι η χώρα του είχε «επιτεθεί» από τους νέους αμερικανικούς δασμούς. «Είσαι σε πόλεμο όταν δέχεσαι επίθεση», είπε, προσθέτοντας ότι ο Καναδάς έχει τα εφέ, την ανθεκτικότητα και το σχέδιο για να απαντήσει.

Ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ μιλάει για την αντίδραση του Καναδά στους νέους δασμούς των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Parliament Hill στην Οτάβα το Σάββατο 22 Αυγούστου 2026. (Patrick Doyle/The Canadian Press μέσω AP)

Αλλά για τον επικεφαλής διαπραγματευτή του Τραμπ για το εμπόριο, τον Τζέιμισον Γκριρ, οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να δράσουν μετά από ένα χρόνο αντιποίνων από τον μακροχρόνιο εταίρο τους.

«Αρκετά είπαμε, γι' αυτό και λάβαμε αντίμετρα. Το ενδιαφέρον μας είναι να προστατεύσουμε τους Αμερικανούς εργαζόμενους και τις αμερικανικές αλυσίδες εφοδιασμού», δήλωσε ο εμπορικός εκπρόσωπος των ΗΠΑ στο «Fox & Friends Weekend».

Ο Καναδάς επικαλείται «απαράδεκτες απαιτήσεις» καθώς οι ΗΠΑ λένε ότι προσέφεραν ευνοϊκούς όρους

Ο Κάρνεϊ δήλωσε ότι ο Καναδάς ήταν πρόθυμος να άρει τους εναπομείναντες δασμούς αντιποίνων στον χάλυβα, το αλουμίνιο και τα αυτοκίνητα, εάν οι ΗΠΑ μείωναν σημαντικά τους δικούς τους, και να ενθαρρύνει τις επαρχίες να αποκαταστήσουν τις πωλήσεις αλκοόλ στις ΗΠΑ. Ωστόσο, είπε ότι οι τελικές απαιτήσεις της Ουάσινγκτον ήταν υπερβολικές. «Ζήτησαν πάρα πολλά και πρόσφεραν πολύ λίγα», είπε ο Κάρνεϊ.

Ο Γκριρ είπε ότι η Ρεπουμπλικανική κυβέρνηση προσφέρθηκε να μειώσει τους δασμούς στον χάλυβα, τα αυτοκίνητα και την ξυλεία, «πράγματα που είναι ευαίσθητα για αυτούς. Και πάντα είχαν την καλύτερη συμφωνία, και θα εξακολουθούσαν να έχουν μια ακόμη καλύτερη συμφωνία, αλλά δεν το ήθελαν αυτό».

Ρόλοι χάλυβα σε έλαση στην αυλή του χαλυβουργείου ArcelorMittal Dofasco στο Χάμιλτον του Οντάριο, την Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026. (Nick Iwanyshyn /The Canadian Press μέσω AP) 

Ως αποτέλεσμα, είπε, «Προχωράμε με μέτρα που ανταποκρίνονται στα καναδικά αντίποινα».

Ο Κάρνεϊ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ πρόσθεσαν όρους της τελευταίας στιγμής που θα μείωναν την ελάφρυνση των δασμών για τα καναδικής κατασκευής οχήματα, θα περιόριζαν την ικανότητα του Καναδά να συνάπτει εμπορικές συμφωνίες με άλλες χώρες και θα αποδυνάμωναν την προστασία της γλώσσας, του πολιτισμού και της κυριαρχίας.

Είπε ότι τέτοιες απαιτήσεις ήταν «απαράδεκτες».

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων σηματοδότησε μια απότομη ανατροπή από δύο ημέρες νωρίτερα, όταν αξιωματούχοι από τις δύο χώρες ακουγόταν σαν να οδεύουν προς έναν συμβιβασμό.

Ο πρωθυπουργός του Οντάριο, Νταγκ Φορντ, ο οποίος ηγείται της πιο πυκνοκατοικημένης επαρχίας του Καναδά, επαίνεσε τον Κάρνεϊ για την απόρριψη της συμφωνίας, λέγοντας ότι θα έβλαπτε τους τομείς της αυτοκινητοβιομηχανίας, του χάλυβα και της μεταποίησης του Οντάριο. Ο Φορντ κάλεσε τον Καναδά να χρησιμοποιήσει «κάθε εργαλείο που διαθέτει» για να καταπολεμήσει τους αμερικανικούς δασμούς.

Οι κινήσεις αυτές θέτουν επίσης υπό αμφισβήτηση το μέλλον μιας εμπορικής συμφωνίας της Βόρειας Αμερικής που καλύπτει τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και το Μεξικό, η οποία είναι κρίσιμη για τη βιομηχανία και στις τρεις χώρες.

Ο Κάρνεϊ δήλωσε ότι η κατάρρευση «σίγουρα δεν ήταν καλά νέα» για την αναθεώρηση αυτής της συμφωνίας και ότι οι αποτυχημένες διαπραγματεύσεις έδωσαν στον Καναδά «μια νέα προοπτική» για το τι θέλει η Ουάσινγκτον από την ευρύτερη οικονομική σχέση.

Μια τυπικά συνεργατική συμμαχία αποτυγχάνει

Ο πολιτικός αντίκτυπος πιθανότατα θα είναι ακόμη μεγαλύτερος από τον οικονομικό αντίκτυπο. Οι χώρες πούλησαν η μία στην άλλη αγαθά και υπηρεσίες αξίας 880 δισεκατομμυρίων δολαρίων πέρυσι.

Οι δασμοί αρχικά αναμενόταν να τεθούν σε ισχύ στις 12:01 π.μ. την Τετάρτη. Ο Τραμπ παρέτεινε την προθεσμία για τρεις ημέρες για να επιτρέψει τη συνέχιση των συνομιλιών, αλλά οι χώρες δεν μπόρεσαν να καταλήξουν σε συμφωνία εγκαίρως.

Οι ΗΠΑ και ο Καναδάς διαφωνούν εδώ και δεκαετίες για το εμπόριο, πιέζοντας ο ένας τον άλλον για ευαίσθητα ζητήματα όπως οι εισαγωγές μαλακής ξυλείας από τον Καναδά και η πρόσβαση των ΗΠΑ στην προστατευόμενη αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων του Καναδά.

Κατά κάποιο τρόπο, κατάφεραν να παραμείνουν φίλοι, σύμμαχοι και εμπορικοί εταίροι. Καναδοί στρατιώτες πολέμησαν στο πλευρό των Αμερικανών στο Αφγανιστάν μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Τα σύνορα ΗΠΑ-Καναδά, μήκους 8.525 μιλίων, είναι ανυπεράσπιστα και σχεδόν 330.000 άνθρωποι και αγαθά αξίας 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων τα διασχίζουν καθημερινά. 800.000 Καναδοί ζουν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η προσέγγιση του Τραμπ στην αντιμετώπιση του Καναδά σηματοδοτεί μια εξαιρετική απόκλιση από την παραδοσιακά συνεργατική σχέση μεταξύ των δύο χωρών. Ο Τραμπ έχει επιβάλει δασμούς σε καναδικά προϊόντα σε μια προσπάθεια να επαναφέρει την μεταποίηση στις Ηνωμένες Πολιτείες και έχει κάνει εμπρηστικά σχόλια για τη μετατροπή του Καναδά στην 51η πολιτεία της Αμερικής .

Ο Κάρνεϊ είπε ότι ο Καναδάς έχει αναγνωρίσει ότι «η Αμερική έχει αλλάξει» και ότι οι δύο χώρες «δεν θα επιστρέψουν στην παλιά μας σχέση».

Οι Καναδοί και οι Αμερικανοί είναι απογοητευμένοι

Το καναδικό κοινό έχει κουραστεί. Μια αίτηση για την απέλαση του Αμερικανού πρέσβη Πιτ Χόκστρα, συμμάχου του Τραμπ, έχει συγκεντρώσει σχεδόν 248.000 υπογραφές από τις 21 Ιουλίου. Κατηγορεί τον πρώην Ρεπουμπλικάνο βουλευτή από το Μίσιγκαν ότι «ομαλοποίησε» μεταξύ άλλων τις δηλώσεις του Τραμπ για προσάρτηση του Καναδά.

Οι δύο χώρες είχαν βάσιμους λόγους να βρουν έναν συμβιβασμό.

Σχεδόν το 72% των εξαγωγών αγαθών του Καναδά πέρυσι κατευθύνθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η κυβέρνηση Τραμπ ενδέχεται να είναι επιφυλακτική ως προς την επιβολή νέων δασμών —που καταβάλλονται από Αμερικανούς εισαγωγείς οι οποίοι προσπαθούν να μετακυλίσουν το κόστος στους καταναλωτές μέσω υψηλότερων τιμών— πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Οι Αμερικανοί ψηφοφόροι είναι ήδη απογοητευμένοι από το υψηλό κόστος ζωής.

«Και οι δύο πλευρές θα βρίσκονται υπό τεράστια πίεση τις επόμενες ημέρες για να βρουν μια λύση», δήλωσε ο Ryan Majerus, συνεργάτης στην King & Spalding και πρώην αξιωματούχος εμπορίου των ΗΠΑ.

Ο Τζόσουα Μπόλτεν, Διευθύνων Σύμβουλος της Επιχειρηματικής Στρογγυλής Τράπεζας, η οποία εκπροσωπεί τους ηγέτες μεγάλων αμερικανικών εταιρειών, προειδοποίησε ότι οι δασμοί και τα αντίποινα κινδυνεύουν να «αυξήσουν το κόστος για τις αμερικανικές επιχειρήσεις και οικογένειες» και να διαταράξουν ζωτικές αλυσίδες εφοδιασμού, και κάλεσε και τις δύο κυβερνήσεις να επαναλάβουν τις διαπραγματεύσεις.

Ο Τραμπ έχει στραφεί σε εμπορικές κυρώσεις της εποχής της Μεγάλης Ύφεσης

Ο Τραμπ έχει θέσει τους δασμούς στο επίκεντρο της οικονομικής του ατζέντας για τη δεύτερη θητεία του. Πέρυσι, επέβαλε διψήφιους δασμούς εισαγωγών σε σχεδόν κάθε χώρα, δικαιολογώντας τους κηρύσσοντας το μακροχρόνιο εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ σε κατάσταση εθνικής έκτακτης ανάγκης. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε τον Φεβρουάριο ότι είχε υπερβεί την εξουσία του. Οι δικαστές ακύρωσαν τις εμπορικές κυρώσεις και έβαλαν τις βάσεις για να καταβάλει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επιστροφές χρημάτων στους εισαγωγείς.

Έτσι, ο Τραμπ αναζήτησε άλλη νομική εξουσία για να δικαιολογήσει τους δασμούς.

Αφού το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε μεγάλο μέρος του προηγούμενου δασμολογικού προγράμματος του Τραμπ τον Φεβρουάριο, η κυβέρνηση στράφηκε σε άλλες νομικές αρχές. Για τον Καναδά, ο Τραμπ επικαλέστηκε το Άρθρο 338 του Νόμου περί Δασμών του 1930, μια σπάνια χρησιμοποιούμενη διάταξη της εποχής της Μεγάλης Ύφεσης που επέτρεπε δασμούς έως και 50% έναντι χωρών που θεωρούνταν ότι έκαναν διακρίσεις εις βάρος των αμερικανικών επιχειρήσεων.

Η διάταξη αποτελεί μέρος του δασμολογικού νόμου Smoot-Hawley, ο οποίος κατηγορείται ευρέως από οικονομολόγους και ιστορικούς για την επιδείνωση της Μεγάλης Ύφεσης περιορίζοντας το παγκόσμιο εμπόριο. Το άρθρο 338 δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ στο παρελθόν για την επιβολή δασμών.

Η ρήξη έρχεται καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Μεξικό και ο Καναδάς προσπαθούν να ανανεώσουν μια εμπορική συμφωνία που διαπραγματεύτηκε ο Τραμπ κατά την πρώτη του θητεία και κάποτε την εξήρε ως θρίαμβο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ξεκινήσει επίσημες συνομιλίες με το Μεξικό για την αναθεώρηση της Συμφωνίας ΗΠΑ-Μεξικού-Καναδά, γνωστής ως USMCA. Ωστόσο, οι συνομιλίες με τον Καναδά δεν έχουν ξεκινήσει και η κλιμάκωση της εμπορικής σύγκρουσης θέτει υπό αμφισβήτηση το κατά πόσον θα ξεκινήσουν.
  • Κατηγορία BLOGS
  • 0