ενημέρωση 3:26, 28 August, 2026

Economist - Ο Κιρ Στάρμερ απέτυχε, πρέπει να φύγει

Στο κύριο άρθρο της η βρετανική επιθεώρηση σημειώνει ότι ο βρετανός πρωθυπουργός δεν κατάφερε να διατυπώσει ένα πειστικό όραμα ούτε να εμπνεύσει εμπιστοσύνη. Αν οι ηγέτες χρειάζονται σαφή κατεύθυνση και ισχυρή παρουσία, ο Στάρμερ μοιάζει να στερείται και των δύο. Τώρα, μόλις το 29% των βρετανών ψηφοφόρων επιθυμούν να παραμείνει στην εξουσία

 Οταν μετακόμισε στην Ντάουνινγκ Στριτ, πριν από λιγότερο από δύο χρόνια, ανάμεσα στους στόχους του σερ Κιρ Στάρμερ ήταν και να μείνει εκεί περισσότερο από τον Λάρι, τον γάτο της βρετανικής πρωθυπουργίας. Ο Λάρι, στα 19 του, έχει συγκατοικήσει με έξι πρωθυπουργούς. Ο Στάρμερ ήλπιζε να είναι ο τελευταίος. Ολα δείχνουν ότι δεν θα τα καταφέρει. Οι φωνές που ζητάνε την απομάκρυνσή του πληθαίνουν. Ανάμεσά τους και ο Economist, ο οποίος σε κεντρικό άρθρο του υποστηρίζει ξεκάθαρα ότι ο Στάρμερ πρέπει να φύγει. Και εξηγεί το γιατί. Ο Στάρμερ, γράφει ο Economist, εξελέγη με την υπόσχεση να προστατεύσει τη Βρετανία από τον λαϊκισμό. Οπως και ο Εμανουέλ Μακρόν στη Γαλλία και ο Φρίντριχ Μερτς στη Γερμανία, στόχος του ήταν να αποδείξει ότι η σοβαρή και υπεύθυνη διακυβέρνηση αποδίδει περισσότερο από τις εύκολες, αλλά κενές υποσχέσεις των δημαγωγών.

Οι εξελίξεις αυτής της εβδομάδας, όμως, κατέδειξαν πόσο αποτυχημένη υπήρξε εκ μέρους του αυτή η προσπάθεια. Η βαριά ήττα των Εργατικών στις τοπικές εκλογές στην Αγγλία και στα κοινοβούλια της Σκωτίας και της Ουαλίας στις 7 Μαΐου προκάλεσε εσωκομματική αναταραχή. Ο βρετανός πρωθυπουργός ήδη είναι αντιμέτωπος με τουλάχιστον έναν σοβαρό διεκδικητή της ηγεσίας του κόμματος. Για όλο και περισσότερους, σημειώνει ο Εconomist, θα ήταν προς όφελος της χώρας να αποχωρήσει. Ορισμένοι παρατηρητές, βλέποντας τη χαμηλή δημοτικότητα των Μακρόν, Μερτς και Στάρμερ, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι ευρωπαϊκές σοσιαλδημοκρατίες έχουν καταστεί δυσλειτουργικές. Αντιμέτωποι με χαμηλή ανάπτυξη, υψηλή φορολογία, αυξημένο δανεισμό και ταυτόχρονα πίεση για περισσότερες δημόσιες δαπάνες, οι κεντρώοι ηγέτες φαίνονται εξαντλημένοι και ανίκανοι να επιφέρουν ουσιαστικές αλλαγές ή να αντιμετωπίσουν την άνοδο του λαϊκισμού, είτε από τα δεξιά είτε από τα αριστερά.

Αυτό, σύμφωνα με τον Economist, είναι ιδιαίτερα εμφανές στη μετα-Brexit Βρετανία, όπου μέσα σε έξι χρόνια έχουν αλλάξει πέντε πρωθυπουργοί. Ο ρυθμός εναλλαγής θυμίζει περισσότερο ποδοσφαιρικό σύλλογο παρά σταθερή πολιτική ηγεσία, ενώ ο Λάρι μοιάζει να αποτελεί τη μοναδική σταθερά στην Ντάουνινγκ Στριτ. Η Βρετανία δεν είναι μη-κυβερνήσιμη, επισημαίνει παρ’ όλα αυτά ο Economist, κάνοντας μια διαπίστωση: Ο Στάρμερ τείνει να αποδίδει τις δυσκολίες του σε εξωτερικούς παράγοντες, όμως το πρόβλημα σχετίζεται περισσότερο με ένα κρίσιμο στοιχείο της πολιτικής, τον χαρακτήρα του. Η αντίληψη ότι η χώρα πρέπει να διατηρήσει στην εξουσία έναν αδύναμο ηγέτη, από φόβο για κάτι χειρότερο, ενισχύει τελικά τις λαϊκιστικές δυνάμεις που οι μετριοπαθείς θέλουν να αποφύγουν. Η κυβέρνησή του έπρεπε, πράγματι, να αντιμετωπίσει σοβαρές προκλήσεις.

Οι πραγματικοί μισθοί στη Βρετανία έχουν παραμείνει σχεδόν στάσιμοι τα τελευταία 20 χρόνια. Η αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ενωση και την τεράστια ενιαία αγορά της μείωσε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας κατά 4% έως 8%, σύμφωνα με ορισμένες μελέτες. Οι κυβερνήσεις απέτυχαν να αντιμετωπίσουν τη χαμηλή παραγωγικότητα, φοβούμενες πολιτικό κόστος. Από το 2008 έως το 2023, η παραγωγικότητα στις ΗΠΑ αυξήθηκε σημαντικά, ενώ στη Βρετανία παρέμεινε σχεδόν στάσιμη. Μετά το Brexit, τη σύντομη αλλά ταραχώδη διακυβέρνηση της Λιζ Τρας και την άνοδο των τιμών ενέργειας, τα βρετανικά ομόλογα καταγράφουν τα υψηλότερα επιτόκια μεταξύ των χωρών της G7. Η πολιτική κατάσταση, συνεχίζει ο Economist, επιδείνωσε τα προβλήματα του Στάρμερ. Παραδόξως, η μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία των Εργατικών, οι οποίοι πήραν 165 έδρες, δημιούργησε αστάθεια.

Σε ένα εκλογικό σύστημα όπου μικρές μεταβολές στην ψήφο προκαλούν μεγάλες αλλαγές στις έδρες, η πτώση της δημοτικότητας ενθαρρύνει βουλευτές να αμφισβητήσουν την ηγεσία, φοβούμενοι για την επανεκλογή τους. Ωστόσο, αυτή η ισχυρή πλειοψηφία έδινε στον Στάρμερ μια μοναδική ευκαιρία για ουσιαστική διακυβέρνηση. Οι θεσμοί της χώρας παραμένουν λειτουργικοί. Οι σχέσεις με την Ευρώπη, που επί χρόνια επιβάρυναν την οικονομία, θα μπορούσαν να μετατραπούν σε ευκαιρία ανάπτυξης. Το ίδιο ισχύει για μεταρρυθμίσεις στη γραφειοκρατία και το σύστημα πρόνοιας. Ομως, οι μεταρρυθμίσεις του υπήρξαν αποσπασματικές και ανεπαρκείς: αρκετές για να προκαλέσουν δυσαρέσκεια, αλλά όχι για να φέρουν πραγματική αλλαγή. Δεν υπήρξε καμία ουσιαστική φορολογική αναδιάρθρωση, καμία γενναία μεταρρύθμιση πρόνοιας και καμία φιλόδοξη επαναπροσέγγιση με την ΕΕ.

Οι ηγέτες χρειάζονται σαφή κατεύθυνση και ισχυρή παρουσία, τονίζει ο Economist. Ο Στάρμερ φαίνεται να στερείται και των δύο. Δεν κατάφερε να διατυπώσει ένα πειστικό όραμα ούτε να εμπνεύσει εμπιστοσύνη. Σε μια εποχή περίπλοκης πολιτικής διαχείρισης, οι πολίτες θέλουν να πιστεύουν ότι ο ηγέτης τους μπορεί να πάρει σωστές αποφάσεις και να επιλέξει ικανούς συνεργάτες. Ομως, οι ψηφοφόροι του Στάρμερ δείχνουν να έχουν ήδη σχηματίσει άποψη: μόλις το 29% επιθυμεί να παραμείνει στην εξουσία. Η κοινοβουλευτική ομάδα των Εργατικών μοιάζει ολοένα και πιο αποδιοργανωμένη. Η αντικατάσταση ενός πρωθυπουργού ενέχει κινδύνους. Οπως κατέδειξαν οι Συντηρητικοί, μπορεί να εξελιχθεί σε συνήθεια. Υπάρχει επίσης ο φόβος ότι το κόμμα θα στραφεί πιο αριστερά, προκαλώντας ανησυχία στις αγορές. Αν όμως παραμείνει ο Στάρμερ, οι κίνδυνοι ίσως είναι μεγαλύτεροι.

Ενας ηγέτης που επιβιώνει χωρίς ουσιαστική στήριξη κινδυνεύει να παρασυρθεί πολιτικά και να χάσει κάθε δυνατότητα καθοδήγησης. Οποιος κι αν είναι πρωθυπουργός, σημειώνει ο Economist, οι οικονομικοί περιορισμοί θέτουν όρια σε ακραίες πολιτικές. Οι αγορές παρακολουθούν στενά τη βρετανική οικονομία και δεν αφήνουν περιθώρια για απερίσκεπτες επιλογές. Το βασικό ζητούμενο δεν είναι μόνο η κατανόηση της ανάγκης για ανάπτυξη, αλλά η ικανότητα να τεθεί ως εθνικός στόχος και να υποστηριχθεί πολιτικά. Μια διαδικασία ανάδειξης νέας ηγεσίας ίσως αναδείξει πρόσωπα με αυτά τα χαρακτηριστικά. Η Βρετανία βρίσκεται μπροστά σε δύο πιθανά μονοπάτια: ανανέωση ή περαιτέρω παρακμή. Ο επόμενος ηγέτης θα κληρονομήσει μια ισχυρή πλειοψηφία και αρκετό χρόνο για να εφαρμόσει πολιτικές. Τα προβλήματα της χώρας είναι δύσκολα αλλά όχι άλυτα, ενώ οι πολίτες ζητούν αλλαγή.

Παρά τον κίνδυνο εσωτερικών συγκρούσεων, η παρούσα στιγμή μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής. Η εναλλακτική, καταλήγει ο Economist, είναι ανησυχητική. Η άνοδος ακραίων φωνών και διχαστικών κινημάτων δείχνει ότι η κοινωνική συνοχή δοκιμάζεται. Η φήμη της Βρετανίας ως ανεκτικής και πολυπολιτισμικής κοινωνίας αρχίζει να φθίνει, καθώς αυξάνονται φαινόμενα μισαλλοδοξίας. Αν το πολιτικό Κέντρο αποτύχει να σταθεί όρθιο, οι λαϊκιστές ενδέχεται να επικρατήσουν στις επόμενες εκλογές. Τότε, η Βρετανία ίσως βρεθεί πραγματικά σε κατάσταση ακυβερνησίας. 

Το μυστικό σχέδιο βοήθειας της Ρωσίας στο Ιράν

Εμπιστευτικό έγγραφο που περιήλθε πρόσφατα στην κατοχή του Economist, αποκαλύπτει πως η Μόσχα πρότεινε στο Ιράν την παροχή drones που δεν μπορούν να παρεμποδιστούν ηλεκτρονικά, καθώς και εκπαίδευση για τη χρήση τους εναντίον αμερικανικών δυνάμεων στον Περσικό Κόλπο και πιθανώς σε άλλες περιοχές

Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες στον πόλεμο εναντίον του Ιράν για πολλούς λόγους και ένας από τους σημαντικότερους φαίνεται να είναι η αποτελεσματικότητα των ιρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Σύμφωνα με εμπιστευτικό έγγραφο που περιήλθε στην κατοχή του Economist, η Ρωσία φέρεται να πρότεινε στο Ιράν την παροχή drones που δεν μπορούν να παρεμποδιστούν ηλεκτρονικά, καθώς και εκπαίδευση για τη χρήση τους εναντίον αμερικανικών δυνάμεων στον Περσικό Κόλπο και πιθανώς σε άλλες περιοχές. Μέχρι πρόσφατα, γράφει ο Εconomist, ήταν κοινή πεποίθηση ότι το Κρεμλίνο περιοριζόταν κυρίως στην παροχή πληροφοριών που βοηθούσαν το Ιράν να στοχεύει αμερικανικές δυνάμεις στη Μέση Ανατολή.

Το συγκεκριμένο έγγραφο, όμως, αποτελεί την πρώτη σαφή ένδειξη ότι η Μόσχα ενδέχεται να εξετάζει και την αποστολή προηγμένων οπλικών συστημάτων σε σημαντικές ποσότητες, ικανών να προκαλέσουν σοβαρές απώλειες τόσο στις ΗΠΑ όσο και στους συμμάχους τους. Το σχέδιο, όπως περιγράφεται στο έγγραφο, περιλαμβάνει την αποστολή 5.000 drones μικρής εμβέλειας με οπτική ίνα – τα οποία είναι παρόμοια με εκείνα που χρησιμοποιούνται στον πόλεμο στην Ουκρανία – καθώς και άγνωστου αριθμού drones μεγαλύτερης εμβέλειας τα οποία καθοδηγούνται μέσω δορυφόρου. Προβλέπεται, ταυτόχρονα, η εκπαίδευση ιρανών χειριστών για την αξιοποίηση αυτών των συστημάτων.

Το σχέδιο αυτό, σύμφωνα με τον Economist, αποτυπώνεται σε μια δεκασέλιδη πρόταση της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών της Ρωσίας (GRU), η οποία περιλαμβάνει διαγράμματα και χάρτες, μεταξύ των οποίων και απεικονίσεις νησιών κοντά στις ιρανικές ακτές. Αν και το έγγραφο δεν φέρει ημερομηνία, εκτιμάται ότι συντάχθηκε κατά τις πρώτες εβδομάδες της σύγκρουσης, όταν υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ να διατάξει χερσαία επιχείρηση κατά του Ιράν, ενδεχομένως για την κατάληψη στρατηγικών σημείων όπως το νησί Χαργκ, ένα πολύ σημαντικό κέντρο εξαγωγής πετρελαίου.

Δεν υπάρχουν, ωστόσο, αποδείξεις ότι το σχέδιο υλοποιήθηκε ή ότι τα drones παραδόθηκαν τελικά στο Ιράν. Πηγές πληροφοριών από την περιοχή, στις οποίες ο Economist έδειξε το σχέδιο, το θεωρούν ρεαλιστικό, αν και δεν μπορούν να επιβεβαιώσουν την αυθεντικότητά του. Ο ειδικός σε θέματα ρωσικών υπηρεσιών πληροφοριών Χρίστο Γκρόζεφ επισήμανε ότι το περιεχόμενο της πρότασης συνάδει με άλλες ενδείξεις ότι η GRU επιδιώκει να ενισχύσει τη ρωσική υποστήριξη προς το Ιράν στον πόλεμό του με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.

Ηδη, σημειώνει ο Economist, υπάρχουν ενδείξεις ενίσχυσης της στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών. Στα τέλη Μαρτίου, δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών ανέφεραν ότι η Ρωσία ετοιμαζόταν να στείλει στο Ιράν βελτιωμένες εκδόσεις drones τύπου Shahed, τα οποία είχε αρχικά προμηθευτεί από το Ιράν το 2022. Οι νέες αυτές εκδόσεις διαθέτουν καλύτερες δυνατότητες αποφυγής και μεγαλύτερη μεταφορική ικανότητα, χωρίς όμως να αλλάζουν ριζικά την ισορροπία δυνάμεων. Αντίθετα, τα drones με οπτική ίνα θεωρούνται ιδιαίτερα καινοτόμα. Στον πόλεμο της Ουκρανίας έχουν δημιουργήσει εκτεταμένες «γκρίζες ζώνες», όπου κάθε κίνηση οχημάτων ή στρατιωτών μπορεί να στοχοποιηθεί με ακρίβεια.

Σε αντίθεση με τα συμβατικά drones που βασίζονται σε ραδιοσήματα και μπορούν να δεχτούν παρεμβολές, αυτά καθοδηγούνται μέσω καλωδίου που ξετυλίγεται κατά την πτήση τους, καθιστώντας τα σχεδόν απρόσβλητα από ηλεκτρονικά αντίμετρα. Παρόμοια συστήματα, γράφει ο Economist, έχουν ήδη εμφανιστεί και στον Λίβανο, όπου χρησιμοποιούνται από τη Χεζμπολάχ για επιθέσεις κατά ισραηλινών δυνάμεων. Ισραηλινοί αξιωματούχοι επιβεβαιώνουν ότι τα drones αυτά προέρχονται από το Ιράν και τους Φρουρούς της Επανάστασης, χωρίς όμως να διευκρινίζουν αν η τεχνολογία έχει ρωσική προέλευση. Το δεύτερο σκέλος του σχεδίου αφορά drones μεγάλης εμβέλειας με δορυφορική καθοδήγηση και χρήση του συστήματος Starlink.

Η Ρωσία έχει ήδη αξιοποιήσει τέτοια μέσα στην Ουκρανία για τον εντοπισμό και την αποφυγή ή καταστροφή αντιαεροπορικών συστημάτων. Πριν από λίγους μήνες, ο Ελον Μασκ περιόρισε τη χρήση του Starlink από τις ρωσικές δυνάμεις, επιτρέποντας πρόσβαση μόνο σε εγκεκριμένους χρήστες. Το ρωσικό σχέδιο υπονοεί ότι τα drones αυτά θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στη Μέση Ανατολή, όπου δεν ισχύουν οι ίδιοι περιορισμοί, έστω και προσωρινά. Το τρίτο στοιχείο της πρότασης αφορά την εκπαίδευση προσωπικού, σύμφωνα με τον Economist. Προτείνεται η στρατολόγηση χειριστών ανάμεσα στους περίπου 10.000 ιρανούς φοιτητές που φοιτούν σε ρωσικά πανεπιστήμια, καθώς και από άλλες κοινότητες, όπως Τατζίκοι ή μέλη της αλαουιτικής μειονότητας στη Συρία.

Οι υποψήφιοι, γράφει ο Economist, προτείνεται να περνούν από διαδικασίες ελέγχου για να διασφαλιστεί η αφοσίωσή τους. Στο έγγραφο, σημειώνει ο Economist, φαίνεται ότι το κύριο σενάριο που απασχολούσε τους συντάκτες του ήταν μια πιθανή αμερικανική αποβατική επιχείρηση, είτε για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ είτε για την κατάληψη στρατηγικών στόχων. Τα αμερικανικά αποβατικά σκάφη θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτα σε επιθέσεις drones λόγω της χαμηλής ταχύτητάς τους. Ενα από τα διαγράμματα παρουσιάζει πώς ομάδες drones θα μπορούσαν να εκτοξευθούν ταυτόχρονα από κρυφές θέσεις, πλήττοντας έναν αποβατικό στόλο. Παρότι σήμερα ένα τέτοιο σενάριο φαίνεται λιγότερο πιθανό, στις αρχές του πολέμου αποτελούσε σοβαρή ανησυχία.

Το έγγραφο επισημαίνει, ανάμεσα στα άλλα, ότι η Ρωσία, ήδη βαθιά εμπλεκόμενη στον πόλεμο στην Ουκρανία, διαθέτει περιορισμένους πόρους για να στηρίξει το Ιράν. Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι μια τέτοια εμπλοκή ενέχει πολιτικούς και στρατιωτικούς κινδύνους. Η παροχή περιορισμένης βοήθειας θα μπορούσε να περιπλέξει σημαντικά τις αμερικανικές επιχειρήσεις, χωρίς να εκθέσει άμεσα τη Ρωσία. Το σχέδιο υπογραμμίζει ότι μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε να διατηρήσει τη ρωσική εμπλοκή αφανή, αποφεύγοντας μια ανοιχτή σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. 

«Παράλληλες Ιστορίες» - Η Ιζαμπέλ Ιπέρ σε ένα σοφιστικέ ψυχολογικό δράμα

Εξόριστος και αυτός εδώ και μερικά χρόνια, άλλος ένας στον μακρύ κατάλογο των Ιρανών καλλιτεχνών που δημιουργούν στη φιλόξενη αγκαλιά της κινηματογραφικής Ευρώπης, ο Ασγκάρ Φαραντί, αν και (πονηρά και διπλωματικά για πολλούς) λιγότερο συγκρουσιακός από τους Παναχί και Ρασούλοφ, επιχειρεί το ντεμπούτο του εκτός φαρσί, με τις γαλλόφωνες «Παράλληλες Ιστορίες», που αντλούν έμπνευση από το έκτο κεφάλαιο του «Δεκαλόγου» του σπουδαίου Κριστόφ Κισλόφσκι, τη «Μικρή ιστορία για τον έρωτα» όπως είχε μεταφερθεί στα ελληνικά.

Υπερθεματίζοντας στην εντολή «ου μοιχεύσεις», ο Πολωνός σκηνοθέτης είχε συνδυάσει τα μοτίβα του έρωτα και της ηδονοβλεψίας με ήρωα τον Τόμεκ που παρακολουθούσε την ιδιωτική ζωή της Μάγδας από την απέναντι πολυκατοικία με τηλεσκόπιο. Στο «Parallel Tales», η νευρική Ιζαμπέλ Iπέρ αλλοιώνει την πεζή καθημερινότητα δυο αδελφών (Πιερ Νινέ και Βενσάν Κασέλ) κα μιας νέας γυναίκας (Βιρζινί Εφιρά) που εργάζονται σε ένα στούντιο ηχοληψίας απέναντι από το παρισινό διαμέρισμά της για να συγγράψει ένα δράμα αντάξιο της φήμης της αλλά και της προβληματικής οικογενειακής παρακαταθήκης που κουβαλά με απογοήτευση όλη της τη ζωή.

Στον χώρο που παρατηρεί με το τηλεσκόπιο της παιδικής της ηλικίας, η μητέρα της είχε κάποτε μετακομίσει με τον εραστή της και ο αγαπημένος πατέρας της δεν άντεξε τον χωρισμό. Με την παραίνεση της μοναδικής, εγκύου ανιψιάς της, που θέλει να την ξεσπιτώσει για να πουλήσει το διαμέρισμα και να λάβει το μερίδιο, προσλαμβάνει έναν ήσυχο Σαμαρείτη, έναν νέο και άπορο που τη βοηθά να συμμαζέψει αλλά και να οργανώσει το χάος της.

Οι «Παράλληλες Ιστορίες» δεν είναι μια ταινία για τον φόβο και την ενοχή, το έγκλημα και την τιμωρία, βασικά για το αίσθημα του θείου στις μικρές ζωές μας, αλλά για κάτι πιο αδιευκρίνιστο και πολύπλοκο που ο Ιρανός σκηνοθέτης προετοιμάζει ίσως πιο αργά απ' ό,τι αντέχει η ταινία του.

Το βάρος της αφήγησης μετατοπίζεται στους «απέναντι»: ενώ αυτό που περιγράφει το επικείμενο μυθιστόρημα είναι μια προβολή autofiction με γερή δόση φαντασίας, το ψέμα κάπως ποτίζει την πραγματικότητα σε μια βιβλική τροπή των περιστάσεων.

Κι ενώ κανείς δεν είναι αυτό που φαίνεται, μια ιδέα, όσο παράλογη κι αν ακούγεται, μπορεί να γεννήσει μια νέα πραγματικότητα. Η πυροδότηση των απωθημένων επιθυμιών και των ανενεργών ενστίκτων ενδιαφέρει τον Φαραντί, ευτυχώς όχι με τη θρησκευτική προσέγγιση του Κισλόφσκι.

Οι «Παράλληλες Ιστορίες» δεν είναι μια ταινία για τον φόβο και την ενοχή, το έγκλημα και την τιμωρία, βασικά για το αίσθημα του θείου στις μικρές ζωές μας, αλλά για κάτι πιο αδιευκρίνιστο και πολύπλοκο που ο Ιρανός σκηνοθέτης προετοιμάζει ίσως πιο αργά απ' ό,τι αντέχει η ταινία του, μπλέκοντας όχι μία αλλά δυο εκδοχές των ηρώων που περιγράφονται στο μυθιστόρημα. Το «μπέρδεμα» απαιτεί υπομονή, γιατί όταν η Βιρζινί Εφιρά ισορροπεί στους ρόλους που της αποδίδει ο Φαραντί, ξεκαθαρίζει και το ψυχολογικό τοπίο της λειτουργίας της μέσα στην ταινία.

«Όσο γράφουμε, θυμόμαστε και υπάρχουμε», λέει η Ιπέρ και υιοθετεί ως ρητό ο βοηθός της (ο βραβευμένος με Σεζάρ, Αντάμ Μπεσά), και αυτό είναι το αντίδοτο για το frustration που μας φέρνει η επίγνωση της θνητότητας – η κύρια διαφορά μας από τα ζώα!

PARALLEL TALES
 Το «μπέρδεμα» απαιτεί υπομονή, γιατί όταν η Βιρζινί Εφιρά ισορροπεί στους ρόλους που της αποδίδει ο Φαραντί, ξεκαθαρίζει και το ψυχολογικό τοπίο της λειτουργίας της μέσα στην ταινία.

Το σενάριο, πάντα μεγάλο ατού στη φιλμογραφία του Φαραντί, και το μοτέρ που του χάρισε ένα αξιόπιστο όνομα, δυο Όσκαρ και πολλές διεθνείς διακρίσεις μέχρι σήμερα, είναι περίτεχνο, ενίοτε εκρηκτικό, συχνά δαιδαλώδες και λίγο φλύαρο με λίγα λόγια – ένα οξύμωρο που μεταφράζεται σε δραματουργική αμηχανία. Μοιάζει σαν να κατασκευάστηκε για τη μετάβαση του Φαραντί σε έναν νέο κύκλο ταινιών, σε διαφορετική γλώσσα και άλλη κουλτούρα, με ασφαλή υλικά και πολλή επεξεργασία στη δομή και στις στροφές της πλοκής.

Όπως είναι αναμενόμενο, ο διακριτικός χειρισμός και η δουλειά πίσω από τα κίνητρα των χαρακτήρων αποκαλύπτουν την ικανότητα του Φαραντί στην παρατήρηση, τις επιπτώσεις και τα διλήμματα που προκύπτουν από τις αντιφάσεις και τις αδυναμίες. Ίσως δεν είχε την επείγουσα ανάγκη να γυρίσει τις «Παράλληλες Ιστορίες», αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα τον ζημιώσει το αποτέλεσμα – αντίθετα, μπορεί να αποζημιώσει θεατές που αναζητούν σοφιστικέ ψυχολογικό δράμα.

Αγοραστική δύναμη - Όταν ο μέσος κάτοικος της ΕΕ αγοράζει «100» στην Ελλάδα αγοράζουμε «68»

Στην ουρά με τις χώρες που έχουν το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε αγοραστική δύναμη η Ελλάδα. Το ανησυχητικό όμως δεν είναι μόνο το χαμηλό νούμερο, αλλά η απόκλιση.

Η διαπίστωση πως η Ελλάδα «ξύνει τον πάτο» της ευρωπαϊκής κατάταξης στην αγοραστική δύναμη δεν αποτελεί πλέον μια απλή στατιστική καταγραφή, αλλά ένα ηχηρό σήμα κινδύνου για τη δομή της οικονομίας.

«Μαραθώνιος» αποδεικνύεται για την Ελλάδα η προσπάθεια σύγκλισης των μισθών με την Ευρωπαϊκή Ένωση

Το γεγονός ότι ένας Έλληνας πολίτης μπορεί να αγοράσει μόλις το 68% των αγαθών που καταναλώνει ο μέσος Ευρωπαίος, την ίδια στιγμή που χώρες της Ανατολικής Ευρώπης μας προσπερνούν με ταχύτητα, αναδεικνύει το βαθύ χάσμα.

Πίσω από τις… λέξεις

Το πραγματικά ανησυχητικό, ωστόσο, δεν είναι μόνο η χαμηλή αφετηρία, αλλά η επίμονη απόκλιση. Ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση οικοδομήθηκε πάνω στην υπόσχεση της σύγκλισης, η Ελλάδα φαίνεται να εγκλωβίζεται σε μια τροχιά «φτωχοποίησης» σε σχέση με τους εταίρους της.

Η ψαλίδα δεν κλείνει· αντίθετα, οι υψηλοί έμμεσοι φόροι, το δυσβάσταχτο κόστος ενέργειας και η στεγαστική κρίση λειτουργούν ως «πολλαπλασιαστές φτώχειας». Όταν οι τιμές στα ράφια είναι ευρωπαϊκές αλλά το διαθέσιμο εισόδημα παραμένει καθηλωμένο, η χώρα κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια οικονομία δύο ταχυτήτων: μια ελκυστική βιτρίνα για τους ξένους επισκέπτες και μια εξαιρετικά ακριβή παγίδα για τους μόνιμους κατοίκους της.

 

Η κατάταξη της Ελλάδας στην τελευταία θέση της Ευρώπης, αποτελεί την απόλυτη διάψευση του αφηγήματος περί «οικονομικού θαύματος» και ισχυρής ανάπτυξης.

Οι χώρες που μας ξεπέρασαν σε αγοραστική δύναμη

Το Κατά Κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης (ΜΑΔ) είναι ένας από τους πιο σημαντικούς δείκτες για να συγκρίνουμε το πραγματικό βιοτικό επίπεδο μεταξύ διαφορετικών χωρών. Το 2025, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ΜΑΔ διαφοροποιείται σημαντικά σε όλη την Ευρώπη. Με τον μέσο όρο της ΕΕ να ορίζεται στο 100,  η Ελλάδα, το 2025, μαζί με τη Βουλγαρία, φιγουράρουν στις τελευταίες θέσεις της ευρωπαϊκής κατάταξης με 68.

Αυτό σημαίνει ότι, αφού ληφθούν υπόψη οι διαφορές τιμών, ο μέσος κάτοικος της ΕΕ μπορεί να αγοράσει 100 μονάδες ενός κοινού καλαθιού αγαθών και υπηρεσιών ενώ στη Βουλγαρία και την Ελλάδα μπορεί να αγοράσει 68 μονάδες.

Το ανησυχητικό είναι ενώ χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (όπως η Ρουμανία ή η Πολωνία), που κάποτε ήταν πολύ φτωχότερες, έχουν καταφέρει να πλησιάσουν ή και να ξεπεράσουν το 78-81% του μέσου όρου, η Ελλάδα παρουσιάζει μια στασιμότητα ή πολύ αργή άνοδο.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι το Λουξεμβούργο και η Ιρλανδία έχουν μακράν το υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, κατά 139% και 137% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Αντίθετα, στη Βουλγαρία και την Ελλάδα βρίσκεται 32% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Η Γερμανία προηγείται των «τεσσάρων μεγάλων» στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ

Μεταξύ των «τεσσάρων μεγάλων» οικονομιών της ΕΕ, η Γερμανία έχει το υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ΜΑΔ, στο 115% του μέσου όρου της ΕΕ. Είναι η μόνη χώρα πάνω από το επίπεδο του 100%. Η Γαλλία βρίσκεται κοντά στον μέσο όρο της ΕΕ, στο 98%, ακολουθεί η Ιταλία με 96%, ενώ η Ισπανία καταγράφει το χαμηλότερο επίπεδο, στο 92% του μέσου όρου της ΕΕ.

Σε όρους ευρώ προσαρμοσμένων σε ΜΑΔ, το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΠ της ΕΕ διαμορφώθηκε περίπου στις 41.600 ευρώ το 2025, σύμφωνα με προκαταρκτικά στοιχεία. Μεταξύ των χωρών της ΕΕ, κυμαίνεται από 28.300 ευρώ στη Βουλγαρία έως 99.300 ευρώ στο Λουξεμβούργο. Πέρα από το Λουξεμβούργο και την Ιρλανδία, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ΜΑΔ υπερβαίνει τις 50.000 ευρώ στην Ολλανδία (55.600 ευρώ) και τη Δανία (52.800 ευρώ).

Στη Γερμανία ανέρχεται σε 47.900 ευρώ, ενώ στη Γαλλία είναι 40.700 ευρώ. Σε δέκα χώρες της ΕΕ, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ΜΑΔ είναι κάτω από τις 35.000 ευρώ. Στην Ελλάδα είναι στα 28.500 ευρώ.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0