«Όσο είσαι υπουργός, όσο παίζεις με τον πόνο των άρρωστων ανθρώπων, δε θα σε αφήσω σε χλωρό κλαρί. Ετσι είμαστε εμείς οι ζαΜπλουτες, "ανάποδοι αθρώποι", στριμμένα άντερα. Μάθε να ζεις μ’ αυτό, ορφανό του Παττακού».
Απάντηση σε ιδιαίτερα επιθετικό τόνο σε όσα ανέφερε γι’ αυτήν ο Άδωνις Γεωργιάδης, έστειλε με δημοσίευσή της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η Έλενα Ακρίτα.
Η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ έδωσε συνέχεια στη διαμάχη μεταξύ τους που έχει ξεσπάσει τις τελευταίες ώρες ανάμεσα στις δυο πλευρές σχετικά με την παρουσία της Μαντόνα στην Ελλάδα τις προηγούμενες μέρες, σημειώνοντας μεταξύ άλλων: «Αϊντε κακομοίρη φτιάξε ‘κει χάμω τον ψηφιακό μαστογραφο στη Νίκαια που τρία χρόνια σε κυνηγάω στη Βουλή, και λιώνουν καρκινοπαθείς γυναίκες τις σόλες τους για να βγάλουν μια μαστογραφία.
»Αϊντε αδιευκρίνιστε, που έχουν έρθει βροχή οι καταγγελίες για τα χάλια των νοσοκομείων σε όλη την Ελλάδα, κι αντί να στρωθείς στη δουλειά, ρουφιανεύεις με τα γυαλιά τους πολίτες. Pervert glasses, διεστραμμένα γυαλιά, τα λένε οι Άγγλοι και τα απαγορεύουν, φουκαρά ε φουκαρά».
«Κατά τον Γεωργιάδη η ζαΜπλουτη είμαι εγώ. Ας του πει η γυναίκα του, η μετενσάρκωση του Κακριδή, που χωρίς δίπλωμα διδάσκει κάτι πάρα πολύ αρχαίο, πως “ζαΜπλουτος” λένε μόνο οι αναλφάβητοι που υπογράφουν με σταυρό. Το σωστό είναι ζάπλουτος, που πάλι δεν είμαι, μακάρι να ‘μουνα, αλλά λέμε τώρα.
Αϊντε κακομοίρη φτιάξε ‘κει χάμω τον ψηφιακό μαστογραφο στη Νίκαια που τρία χρόνια σε κυνηγάω στη Βουλή και λιώνουν καρκινοπαθείς γυναίκες τις σόλες τους για να βγάλουν μια μαστογραφία.
Αϊντε αδιευκρίνιστε, που έχουν έρθει βροχή οι καταγγελίες για τα χάλια των νοσοκομείων σε όλη την Ελλάδα, κι αντί να στρωθείς στη δουλειά, ρουφιανεύεις με τα γυαλιά τους πολίτες. Pervert glasses, διεστραμμένα γυαλιά, τα λένε οι Άγγλοι και τα απαγορεύουν, φουκαρά ε φουκαρά.
Εμεις οι “μίζεροι” δεν γουστάρουμε να έρχονται οι ξένοι, να κλείνουν οι δρόμοι και να μη μπορούμε να πάμε σπίτι μας.
Εμείς οι “μίζεροι” δε γουστάρουμε να έρχονται γενοκτόνοι και να μας κάνουν κ@λοδαχτυλο.
Εμείς οι “μίζεροι” έχουμε αξιοπρέπεια και δε θα γίνουμε ποτέ ορντινάτσες του κάθε κερατά που προσκυνάς εσύ και η παρέα σου.
Σου έχω πει στη Βουλή πως, όταν πας σπίτι σου, δεν θα ξανασχοληθώ ποτέ μαζί σου. Οσο όμως είσαι υπουργός, όσο όμως παίζεις με τον πόνο των άρρωστων ανθρώπων, δε θα σε αφήσω σε χλωρό κλαρί. Ετσι είμαστε εμείς οι ζαΜπλουτες, “ανάποδοι αθρώποι”, στριμμένα άντερα. Μάθε να ζεις μ’ αυτό, ορφανό του Παττακού».
απο αυτό το "σκουπίδι" δεν περιμένουμε κάτι αληθινό, ουσίας
Απο το λογαριασμό του δικηγόρου Θανάση Καμπαγιαννη στο Facebook
Άλλη μια τυπική μέρα υπουργικής φαιδρότητας Το ξέραμε ότι οι υπουργοί και οι βουλευτές αυτής της κυβέρνησης έχουν αυτοδιοριστεί εισαγγελείς των εαυτών τους ώστε να μην προχωράνε οι ποινικές διώξεις που ζητάει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Τώρα, όμως, έχουν γίνει και δικαστές και “συγγράφουν” δικαστικές αποφάσεις.
Η χτεσινή ανάρτηση του Άδωνι Γεωργιάδη με την οποία επικαλείται δικαστική απόφαση του Αρείου Πάγου που δήθεν τον “δικαιώνει” για την χρήση των γυαλιών της META χωρίς συναίνεση του καταγραφόμενου είναι ο ορισμός των fake news. Ο Γεωργιάδης στην κυριολεξία ΕΠΙΝΟΕΙ περιεχόμενο και το βαφτίζει δικαστική απόφαση.Η παράγραφος που παραθέτει: «όταν η καταγραφή αφορά ένα δημόσιο γεγονός που στρέφεται εναντίον του ίδιου του προσώπου που καταγράφει, το γεγονός ήδη καταγράφεται εμφανώς από τηλεοπτικά συνεργεία και πολίτες, ο ίδιος μπορεί να έχει εύλογο συμφέρον να διαθέτει δική του αντικειμενική καταγραφή όσων συμβαίνουν γύρω του, ιδίως για τεκμηρίωση τυχόν επεισοδίων ή ισχυρισμών σχετικά με αυτά. η συμμετοχή στη δημόσια εκδήλωση μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και ως σιωπηρή συναίνεση ή ως «ιδίω κινδύνω ενέργεια»” και που αποδίδεται στην αρειοπαγητική απόφαση απλά ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ.
Είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς – και όμως: ένας υπουργός αναρτά κατασκευασμένο περιεχόμενο δικαστικής απόφασης…Και επειδή βέβαια αυτή η φαιδρότητα δεν θα αρκούσε από μόνη της για ένα τέτοιο υπουργικό μέγεθος, η απόφαση του Αρείου Πάγου τελικά λέει το ακριβώς αντίθετο από αυτό που ισχυρίζεται ο φελλός υπουργός. Ενώ αυτός ισχυρίζεται πως η απόφαση τον δικαιώνει (“δεν μπορεί κάποιος επικαλούμενος τα δικά του προσωπικά δεδομένα να απαγορεύσει την καταγραφή και δημοσίευση ενός δημόσιου γεγονότος”), η αρειοπαγητική επικυρώνει απόφαση που ορίζει τα ακριβώς αντίθετα: “Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η οικειοθελής συμμετοχή του ενάγοντος στην ενέχουσα αυξημένο κίνδυνο προσβολής της προσωπικότητάς του συγκεκριμένη εκδήλωση και η αποδοχή της φωτογράφησής του τόσο από θαμώνες του μπαρ όσο και από επαγγελματία φωτογράφο συνιστά περίπτωση σιωπηρής συναίνεσης για δημοσίευση των ανωτέρω φωτογραφιών του, άλλως ότι η συμπεριφορά του αυτή συνιστά οικείο πταίσμα του στην επελθούσα προσβολή και όλως επικουρικά συνιστά συντρέχον πταίσμα του στην έκταση της ζημίας κατά ποσοστό 90%, τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του, δεδομένου ότι τόσο η επαγγελματική συμμετοχή του ενάγοντος ως στρίπερ στη διοργανωθείσα εκδήλωση, όσο και η πράγματι αποδειχθείσα σιωπηρή συναίνεσή του στη λήψη φωτογραφιών του κατά τη διάρκεια του χορευτικού θεάματος, αν και ήταν ολόγυμνος, δε συνεπάγονται αυτόθροα και δίχως τη συνδρομή άλλων πρόσθετων στοιχείων, που να είναι ικανά να τεθούν προς σχετική αξιολόγηση, την παροχή της κατ’ άρθρα 2 περ. ια’ και 5 § 1 Ν. 2472/1997 συγκατάθεσής του για δημοσίευση των παραπάνω φωτογραφιών του…”. (Το λινκ της απόφασης εδω).
Αναμένουμε την αντίδραση του “Εκπροσώπου Τύπου του Αρείου Πάγου” (θέση που στο παρελθόν κατείχε ο νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου κ. Λυμπερόπουλος) για αυτή την κατάφωρη διασπορά ψευδών ειδήσεων όσον αφορά τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου…
Τέσσερις δεκαετίες συμπλήρωσε ένα από τα πιο διαχρονικά και εξίσου ερωτικά ονόματα της αυτοκίνησης. Και η BMW δικαιολογημένα το γιορτάζει
Μετά από τέτοια γενεαλογία, οδηγικού προσανατολισμού και, ταυτόχρονα, μηχανολογικού ραφιναρίσματός, το Μ3 δεν θέλει συστάσεις. Τουλάχιστον αν έχεις την οποιαδήποτε στοιχειώδη επαφή με τα δρώμενα στο «χώρο». Αυτός ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Εννοώ το πρώτο, το αρχετυπικό Ε30. Με τους φουσκωμένους θόλους, το επιμηκυμένο C pillar (βλ. πίσω «κολώνα»), τον επικό τετρακύλινδρο με το μαύρο καπάκι και σκαλιστό το λογότυπο «BMW MPower» και το dog-leg κιβώτιο. Τι να λέμε τώρα… Οσοι το είχαν δει από κοντά, όσοι το είδαν μεταγενέστερα, όσοι το άκουσαν σε αναβάσεις και όσοι μερακλήδες το διατηρούν ακόμη στο γκαράζ τους ξέρουν γιατί μιλάμε.
Ηταν «The daddy». Από ‘κει ξεκίνησαν όλα, τον μακρινό Μάρτιο του 1986. Εκτοτε, κάθε γενιά που εμφανίζεται δημιουργεί και ένα νέο κύκλο ένθερμων πιστών, όπως επίσης και ένα εύρωστο κύκλο εργασιών στα ταμεία της βαυαρικής εταιρείας. Στη συνέχεια, το Ε36, πιο διακριτικό αισθητικά, για πρώτη φορά με τον εξακύλινδρο εν σειρά. Στην καλύτερη εκδοχή του με το μοτέρ των 321 ίππων και το εξατάχυτο κιβώτιο. Ήταν η λογική συνέχεια. Παρέα στο κόκπιτ εκείνα τα υπέροχα καθίσματα, τα επονομαζόμενα «Φαραώ», λόγω της ιδιαίτερης σχεδίασης των προσκέφαλων που παρέπεμπε στους Αιγύπτιους βασιλείς. Στη συνέχεια, ως γνωστόν, η τρίτη γενιά, το Ε46.
Ίσως το πιο ποθητό κουπέ της τελευταίας εικοσιπενταετίας. Ήταν το αυτοκίνητο-πακέτο. Πολύ σωστές διαστάσεις, διαχρονικά σπορ σχεδίαση, βραβευμένος εξακύλινδρος με τρομερό και ιδιαίτερο ήχο, άψογο ζύγισμα, ικανότητα να ταξιδεύει τους επιβάτες ατσαλάκωτους και, ταυτόχρονα, να ωθεί τον ενθουσιώδη οδηγό σε ακρότητες. Το τρίτης γενιάς Μ3 τα είχε όλα. Εκτός ίσως από ανθεκτικά στην πίεση φρένα και κάπως τσιμπημένα κιλά στη ζυγαριά που τα ένιωθες σε επίπεδο κινηματικής. Όπως μιλάμε για 26 χρόνια πριν. Και δύσκολα κάποιος δεν το ερωτεύτηκε. Στην κορυφή των εκδόσεων, το CSL, το οποίο ακόμη και σήμερα, θεωρώ, πως είναι μάλλον ό,τι καλύτερο έχει βγει από το M Division.
Εξαιρουμένου, επίσης, του μάλλον άγαρμπου και σχετικά αργού κιβώτιο SMG. Δεν πειράζει, ας το πάρει το ποτάμι. Ακολούθησε η τέταρτη γενιά, το Ε92. Εκείνη τη φορά -πρώτη και τελευταία- με οκτακύλινδρο κινητήρα, σε διάταξη V, πιο μεγάλο σε διαστάσεις, με ακόμα καλύτερο μπροστινό στην είσοδο των καμπών από το προηγούμενο, με πιο ταξιδιάρικο χαρακτήρα, αλλά εξίσου ικανό να φιτιλιάζει τα πίσω ελαστικά του on demand (ελληνιστί, κατά βούληση).
Eπόμενες γενιές (από επάνω αριστερά και με τη φορά του ρολογιού): τα M3 E36, E46, E92, F80 και G80
Τη συνέχεια την ξέρουν και οι νεότεροι: οι πιο πρόσφατες γενιές του BMW Μ3, τα F80 και G80, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά με τούρμπο κινητήρες που παρείχαν τρομερή ροπή από τις πολύ χαμηλές στροφές. Μαζί και την απαίτηση για ελαφρώς περισσότερη προσοχή στη διαχείριση του κύματος ροπής όταν ήσουν σε φάση υπεριστροφής. Σε επίπεδο αμαξώματος, το Μ3 έγινε τετράθυρο σεντάν, με το παραδοσιακό κουπέ αμάξωμα να φιλοξενεί πλέον τον κωδικό M4. Tο debate στο διαδίκτυο, ως συνήθως, είναι διχασμένο: ποιο είναι το καλύτερο; Είναι το ισχυρότερο; Σάμπως το πιο ιστορικό; Μήπως το πιο σπάνιο; Ή το πιο ολοκληρωμένο; Ή μήπως το ομορφότερο; Επί του τελευταίου, πάντως, οι περισσότεροι συμφωνούν ότι το στέμμα της βασίλισσας των άτυπων καλλιστείων δεν το κατέκτησε η τελευταία γενιά. Σνιφ.
Ποιο είναι, λοιπόν, εκείνο που θα διάλεγες για να έχεις στο γκαράζ και να δείχνεις, όπως έχω ξαναγράψει, στον γιο σου για το πώς ήταν κάποτε τα Πραγματικά Αυτοκίνητα (με σκόπιμα πεζοκεφαλαία), σε μια εποχή που ηλεκτρικές, ομοιόμορφες και άψυχες ντιζαϊνιές θα μετακινούν αυτιστικά τους επιβάτες τους με συστήματα αυτόνομης οδήγησης και οθόνες-σινεμασκόπ μέσω των οποίων θα μπορούν να βλέπουν Netflix μην έχοντας την παραμικρή επαφή με την Πραγματική Οδήγηση; Ελπίζω να μην προλάβω το δυστοπικό σενάριο αλλά και να μην οδηγηθεί η ανθρωπότητα σε αυτήν την μαζικοποιημένη, απόλυτα ελεγχόμενη και άκρως ξενερουά κατάσταση.
Όταν η «αίρεση» συναντά την ιερά παράδοση: το, για πρώτη φορά, ηλεκτρικό M3 συναντά τον πατριάρχη της σειράς. Δεν θα έχει εύκολο έργο, έστω κι αν ευαγγελίζεται 1.000 ίππους
Επίσης, η επικαιρότητα λέει ότι για πρώτη φορά έβερ η επόμενη γενιά Μ3 θα έχει και ηλεκτρική έκδοση. Εδώ είναι που θα πάρουν φωτιά τα πληκτρολόγια. Μέχρι να βρει η προαναφερόμενη «αίρεση», τον δρόμο της τελικής παραγωγής και του σχετικού τιμοκαταλόγου, μπορείτε να κρατήσετε το Μ3 σας. Κι αν δεν έχετε ένα, αποκτήστε κάποιο για πρώτη φορά. Είναι εμπειρία. Σας αφήνω (και πάω για μια βουτιά) με το βίντεο που «ανέβηκε» αυτές τις μέρες από το επίσημο κανάλι της εταιρείας. Ίσως σας βοηθήσει να βρείτε απάντηση στο ερώτημα του τίτλου.
H Βρίλαντ, που πέθανε σαν σήμερα, ευθύνεται για μερικές από τις ωραιότερες φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν στον αμερικανικό Tύπο και για την άνοδο των πιο γνωστών μοντέλων των rolling ‘60s αλλά και για το Met Gala...
Το γεγονός ότι γεννήθηκε στο Παρίσι της μπελ επόκ, το 1903, ήταν σαν να σφράγισε όλη της την πορεία. Ωστόσο η Νταϊάνα Βρίλαντ δεν διατηρούσε και τις καλύτερες αναμνήσεις από τα παιδικά της χρόνια. «Οι γονείς μπορούν να κάνουν τρομερά πράγματα στα παιδιά», έλεγε.
Η μητέρα της, η κοσμική και εκκεντρική Έμιλι Κέι Χόφμαν, γερμανικής καταγωγής και απόγονος του Τζορτζ Ουάσινγκτον, ήδη στα 5 της τής έλεγε ότι ήταν ανυπόφορη επειδή ζήλευε τη μικρότερη και σαφώς ομορφότερη αδελφή της Αλεξάνδρα. Εκείνη, η Ντιάνα, όπως την αποκαλούσαν οι δικοί της, δεν είχε κληρονομήσει την ομορφιά της αλλά τη μεγάλη μύτη του ομορφάντρα πατέρα της, του Σκοτσέζου χρηματιστή Φρέντερικ Ντιζιέλ. Όταν τα διηγιόταν αυτά συμπλήρωνε: «Ήμουν ένα τερατώδες, άσχημο πράγμα. Ήθελα να αυτοκτονήσω».
Η οικογένεια εγκατέλειψε την Ευρώπη τις παραμονές του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη. Τα δυο κορίτσια γράφτηκαν στο αριστοκρατικό παρθεναγωγείο Brearley, αλλά η Νταϊάνα δεν μπόρεσε να το τελειώσει. Μπορεί η πειθαρχία του σχολείου να την απέτρεψε από το να ολοκληρώσει τις σπουδές της, αλλά οι απαιτήσεις του κλασικού μπαλέτου, και μάλιστα με δάσκαλο τον θρυλικό Μισέλ Φοκίν των Ballets Russes, της πρόσφεραν τη μοναδική ολοκληρωμένη εκπαίδευση που απέκτησε ποτέ της. «Μου δίδαξε την απόλυτη πειθαρχία» έλεγε για εκείνη την περίοδο των νεανικών της χρόνων.
Έχοντας πλήρη ελευθερία και μια οργιώδη φαντασία, πήγε τη δεκαετία του ’60 πέρα από οτιδήποτε περίμενε κανείς από ένα περιοδικό μόδας. Όπως συνήθιζε να λέει: «Το κοινό δεν θέλει να δει αυτό που ξέρει ότι θέλει, αλλά αυτό που δεν ξέρει ακόμα ότι θέλει να δει».
Σε αυτό όφειλε και το αέρινο περπάτημά της, τις κινήσεις των ματιών, τον τρόπο που μιλούσε. Πιθανόν και τις ανακριβείς ιστορίες ότι στο σπίτι της στο Παρίσι σύχναζαν ο Ντιάγκιλεφ και ο Νιζίνσκι, όπως διέδιδε αργότερα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι από πολύ νωρίς αφηνόταν στη γοητεία του παραμυθιού, στην ωραιοποίηση του μύθου, στο να πασπαλίζεις τα πράγματα με ό,τι πιο μαγικό ώστε να τα βοηθήσεις να λάμψουν.
Κι ενώ μάνα και αδελφή τα καλοκαίρια επένδυαν τον χρόνο τους στις εκδηλώσεις των κοσμικών κύκλων, η Νταϊάνα επέλεγε τη συντροφιά της γιαγιάς της, μιας επίσης εξωφρενικής περσόνας. Όταν ήρθε η ώρα να παρουσιαστεί στην υψηλή κοινωνία ως ντεμπιτάντ, ήξερε ήδη ότι έπρεπε να καλύψει τις ατέλειές της με έναν τρόπο που καμία άλλη δεν θα είχε σκεφτεί.
Έτσι, στα 16 της έπρεπε να εφεύρει εκ νέου τον εαυτό της. Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε ήταν ένα δικό της, εξεζητημένο μακιγιάζ, χρησιμοποιώντας μια λευκή κρέμα από ψευδάργυρο που κυκλοφορούσε στα φαρμακεία και λέρωνε τα κοστούμια των συνοδών της. Καθώς όμως έδωσε από την αρχή μεγάλη σημασία σε αυτό, στην ωριμότητα και στα χρόνια της μεγάλης της υπεροχής το εξέλιξε και εν τέλει αποτέλεσε το σήμα κατατεθέν της: κατακόκκινα χείλη και νύχια, λαμπερά βλέφαρα, κόκκινες πινελιές στα ζυγωματικά, στους κροτάφους και στα αυτιά. Μια δική της παραλλαγή του μακιγιάζ «Καμπούκι».
Η υπερβολή σε όλα, που τα επόμενα χρόνια θα την υιοθετούσε σχεδόν ως προσωπικό της δόγμα, λειτούργησε όχι μόνο κοινωνικά αλλά και ερωτικά. Η φυσική της κομψότητα, η απίστευτη φιλοδοξία της και η επιμονή της έφεραν κοντά της έναν από τους πιο κομψούς και ωραίους άνδρες της εποχής, έναν τραπεζικό από το Όλμπανι, τον Τόμας Ριντ Βρίλαντ. Μια νεότερη εκδοχή του γοητευτικού πατέρα της, ένας κομψός, όμορφος, ψηλός αλλά ουσιαστικά αδιάφορος άντρας.
Η Νταϊάνα Βρίλαντ με τον σύζυγό της Τόμας Ριντ και τους δύο γιους τους.
Ο γάμος έγινε στον περίφημο ναό Σεν Τόμας, γωνία 53ης οδού και 5ης λεωφόρου στο Μανχάταν, όπως οι περισσότεροι κοσμικοί γάμοι της Νέας Υόρκης, υπό τη σκιά ενός σκανδάλου. Η μητέρα της ήταν η πέτρα του σκανδάλου σε μια υπόθεση μοιχείας. Αυτό το γεγονός ξεχείλισε το ποτήρι μεταξύ των δύο και σταδιακά απομάκρυνε τη μία από την άλλη. Άλλωστε η Νταϊάνα ζούσε πια τον δικό της μεγάλο έρωτα και είχε βαλθεί να χτίσει ένα ευτυχισμένο σπιτικό, το οποίο ξεχώριζε στο Όλμπανι, όπου εγκαταστάθηκαν, εξαιτίας της κατακόκκινης εισόδου του.
Η αισθητική ήταν η κύρια συμβολή της Νταϊάνα στο σπίτι, καθώς ο Ριντ απολάμβανε να αναλαμβάνει όλες τις δουλειές του νοικοκυριού. Να κανονίζει το μενού, να οργανώνει δείπνα και πάρτι με φίλους και κοινωνικές επαφές κάθε είδους. Φήμες τον ήθελαν άπιστο σύζυγο, αλλά αυτό δεν κατέστρεψε τον γάμο τους. Σύντομα ήρθαν και παιδιά, πρώτος ο Τίμι και δεύτερος ο Φρέκι. Αλλά το κυριότερο ήταν ότι ήρθε και μια μετάθεση στο Λονδίνο, λίγο πριν το μεγάλο κραχ του 1929. Για μια ακόμα φορά η Νταϊάνα αποδρούσε στο παρά πέντε από μια μεγάλη καταστροφή.
Στη Γηραιά Αλβιώνα ζούσαν σε τέτοια πολυτέλεια που ξεπερνούσε τις δυνατότητες του μισθού του Βρίλαντ. Διατηρούσαν μια Bugatti την οποία οδηγούσε σοφέρ, ο οποίος πήγαινε μαζί τους ακόμα και στις εξερευνήσεις τους ανά την Ευρώπη. Μια ανέφελη ζωή με παρέες εκλεκτές, όπως εκείνη του φωτογράφου Σέσιλ Μπίτον, με τον οποίο συνδέθηκε εφ' όρου ζωής, ενώ υπήρξε από τις ελάχιστες Αμερικανίδες που έλαβαν επίσημη πρόσκληση στο παλάτι από το βασιλικό ζεύγος. Πάντως η μόνη άλλη πηγή εισοδήματος της οικογένειας ήταν ένα μικρό κατάστημα γυναικείων εσωρούχων που άνοιξε η Νταϊάνα, ανάμεσα στην πελατεία του οποίου συγκαταλεγόταν και η Γουάλις Σίμπσον. Λέγεται ότι με αυτά τα εσώρουχα έριξε τον Εδουάρδο.
Η Νταϊάνα Βρίλαντ φωτογραφημένη από τον Σέσιλ Μπίτον.
Θέματα υγείας του Ριντ ανάγκασαν την οικογένεια να ταξιδέψει στη Γερμανία και την Ελβετία. Σε ένα τους πέρασμα από μια κλινική στον Μέλανα Δρυμό βρέθηκαν στα γενέθλια του Χίτλερ. Η ίδια θα δήλωνε σε όλη της τη ζωή απολιτίκ, δεν έβρισκε κανένα ενδιαφέρον στην πολιτική, παρά μόνο αν επηρέαζε τη μόδα. Χρόνια αργότερα θα υπερασπιζόταν την Κοκό Σανέλ που λόγω των σχέσεών της με τους ναζί η γαλλική κοινωνία την είχε εξοστρακίσει.
Το 1937 οι Βρίλαντ είχαν πια επιστρέψει στη Νέα Υόρκη, όπου σύντομα θα άνοιγαν για την Νταϊάνα οι πόρτες μιας μεγάλης καριέρας που ούτε η ίδια δεν είχε διανοηθεί. Κι αυτό χάρη στην Κάρμελ Σνόου, την επινοητική διευθύντρια του πιο δημοφιλούς γυναικείου περιοδικού της Αμερικής, του «Harper’s Bazaar». Η Σνόου ήταν η γυναίκα πίσω από καριέρες όπως του Τρούμαν Καπότε, του Ρίτσαρντ Άβεντον, του Μαρσέλ Βερτές, της Λουίζ Νταλ-Γουλφ, και πάνω από όλα του εκπληκτικού γραφίστα Αλεξέι Μπρόντοβιτς.
Εντυπωσιασμένη από το απαράμιλλο στυλ της Βρίλαντ, της ανέθεσε τη στήλη «Why Don’t You», όπου η Νταϊάνα πρότεινε διάφορες εξωφρενικές ιδέες στις Αμερικανίδες νοικοκυρές (π.χ. γιατί να μη λούζουν τα ξανθά μαλλιά των παιδιών τους με σαμπάνια, όπως υποτίθεται ότι έκαναν στη Γαλλία;) και η οποία σύντομα απέκτησε φανατικό κοινό. Η επιτυχία έδωσε την ιδέα στη Σνόου να τη χρίσει συντάκτρια μόδας. Η θέση αυτή ουσιαστικά δεν υφίστατο εκείνη την εποχή, πράγμα που χρόνια μετά έδινε το δικαίωμα στη Βρίλαντ να λέει: «Δεν ήμουν μια συντάκτρια μόδας, ήμουν η μία και μοναδική συντάκτρια μόδας»!
Κάρμελ Σνόου και Νταϊάνα Βρίλαντ στα γραφεία του "Harper's Bazaar", 1952.
Εφευρετική όσο κανένας άλλος στον χώρο της μόδας, του στυλ και του περιοδικού Τύπου, όταν η Ευρώπη βρέθηκε στον πόλεμο και η παρισινή haute couture ήταν στα τάρταρα, βρήκε τρόπους να προωθήσει την αμερικανική παραγωγή. Τον Μάρτιο του 1943 επιμελήθηκε η ίδια ένα εξώφυλλο με την παντελώς άγνωστη ακόμα τότε Λορίν Μπακόλ έξω από κλιμάκιο αιμοδοσίας του Ερυθρού Σταυρού. Ήταν η εποχή που η Νέα Υόρκη ήταν γεμάτη Ευρωπαίους καλλιτέχνες και διανοούμενους που είχαν ξεφύγει από τη λαίλαπα του ναζισμού, Εβραίους, Ρώσους και άλλους, οι οποίοι έδιναν στην πόλη νέο αέρα και μοναδικό χαρακτήρα.
Οι διασημότεροι έγιναν μόνιμοι επισκέπτες του διαμερίσματός της στον αριθμό 400 της Παρκ Άβενιου και στο εξοχικό της στο Brewster, που το σαλόνι του ήταν βαμμένο ολόκληρο ροζ. Η Ευρώπη στα καλύτερά της είχε υποταχθεί στη γοητεία της: ο Ζαν-Πιερ Ομόν, η Έλσα Σιαπαρέλι, η πριγκίπισσα Πάλεϊ, ο Σερζ Ομπολένσκι αποτελούσαν τη μόνιμη αυλή της.
Επιδείκνυε το πολύ προσωπικό της στυλ, που ξεκίνησε με τιρμπάν για να καταλήξει αργότερα στην κουπ αλά Καμπούκι που της υπέδειξε ο περίφημος κομμωτής Αλεξάντρ, διατηρώντας το κόκκινο στα χείλη και πολλά αξεσουάρ. Η Νταϊάνα λάτρευε τα κοσμήματα και οτιδήποτε πρόσθετε, αφαιρώντας από τη φυσική της δυσμορφία.
Η δουλειά στο «Bazaar» την απασχολούσε σοβαρά και απαιτούσε από όλους γύρω της πειθαρχία, κάτι που ήταν εύκολο να της προσφέρουν, αφού της ήταν όλοι αφοσιωμένοι. Όταν η Σνόου της έκοψε τα ταξίδια στο Παρίσι για να τη στρέψει περισσότερο προς την αμερικανική μόδα, εκείνη κατεύθυνε τα πάντα από το γραφείο της.
Με τον Ρίτσαρντ Άβεντον, ο οποίος αρχικά είχε δηλώσει ότι δεν ήθελε να συνεργαστεί μαζί της, για να γίνει στην πορεία ο πιο πιστός της συνεργάτης, έστησε την περίφημη φωτογραφία της Ντοβίμα με την τουαλέτα του Ιβ Σεν Λοράν (την πρώτη που σχεδίασε για τον οίκο Ντιόρ) και τους ελέφαντες, χωρίς να είναι η ίδια παρούσα. Το ένστικτό της ήταν αξεπέραστο, ήξερε πάντα ποιο ήταν το σωστό, είτε είχε να κάνει με το χρώμα είτε με το νέο στυλ. Ήταν εκείνη που επέβαλε το μπικίνι, «ό,τι σημαντικότερο μετά την ατομική βόμβα», όπως δήλωσε το 1946.
H περίφημη φωτογραφία της Ντοβίμα με την τουαλέτα του Ιβ Σεν Λοράν (την πρώτη που σχεδίασε για τον οίκο Ντιόρ) και τους ελέφαντες, από τον Ρίτσαρντ Άβεντον.
Το 1957 η Σνόου συνταξιοδοτήθηκε, προωθώντας την ανιψιά της στη διαδοχή. Πριν εγκαταλείψει τη θέση της είπε στους Χιρστ, τους εκδότες του περιοδικού, να μην αφήσουν τη Βρίλαντ να γίνει αρχισυντάκτρια. Έτσι εκείνη παραιτήθηκε και στράφηκε στη «Vogue». Το 1962 προσλήφθηκε αρχικά ως βοηθός αρχισυντάκτη και έναν χρόνο αργότερα έγινε αρχισυντάκτρια, δημιουργώντας το μυθικό περιοδικό με τις αξεπέραστες φωτογραφίες που έχουν γράψει ιστορία.
Έχοντας πλήρη ελευθερία και μια οργιώδη φαντασία, πήγε τη δεκαετία του ’60 πέρα από οτιδήποτε περίμενε κανείς από ένα περιοδικό μόδας. Όπως συνήθιζε να λέει: «Το κοινό δεν θέλει να δει αυτό που ξέρει ότι θέλει, αλλά αυτό που δεν ξέρει ακόμα ότι θέλει να δει». Και όπως λέει ο φίλος και συνεργάτης της, φωτογράφος Ντέιβιντ Μπέιλι, «το μυστικό της επιτυχίας της ήταν το τάιμινγκ». Αποτελούσε ο ίδιος μέρος αυτού που η Βρίλαντ ονόμασε «British wave», το βρετανικό κύμα που ξέβρασε στις όχθες του Μανχάταν το μοντέλο Τουίγκι, τους Μπιτλς, τον Μικ Τζάγκερ. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτοί που έφερε στη «Vogue». Ήξερε ότι δεν είναι μόνο η μόδα που έχει σημασία, αλλά και οτιδήποτε επαναστατικό φέρνει η κοινωνία. Η λογοτεχνία, η τέχνη, η μουσική, ο κινηματογράφος.
Δημοσίευσε πρώτη φωτογραφίες του Τζάγκερ («τι χείλια, τον θέλω στο περιοδικό» είπε όταν είδε πρώτη φορά εικόνα του, χωρίς να ξέρει ποιος είναι), της Αντζέλικα Χιούστον, με την οποία έγιναν φίλες, της Βερούσκα, της Μαρίσα Μπέρενσον, εγγονής της φίλης της, Έλσας Σιαπαρέλι, της Έντι Σέντζγουικ, της Πενέλοπε Τρι, της γενιάς που αποκαλούσε «youthquake».
H Νταϊάνα Βρίλαντ στο γραφείο της στη Νέα Υόρκη. Φωτ.: Fairchild Archive/Penske Media via Getty Images/Ιdeal Image
Τίποτα δεν τη σόκαρε, και όπως λέει και ο Μπομπ Κολατσέλο, «ήταν πιο μπροστά από όλους μας». Είχε κατανοήσει πρώτη «την ιδιοφυΐα της βαρβαρότητας». Η Condé Nast, ο δημοσιογραφικός οργανισμός που εξέδιδε τη «Vogue», συνεχώς της υπενθύμιζε να περιορίσει τα έξοδα, αλλά λίγο την ένοιαζε προκείμενου να κάνει τη διαφορά.
Ο Ίρβινγκ Πεν της έφερε μια σειρά από συγκλονιστικές φωτογραφίες ηλικιωμένων ανθρώπων από τα ελληνικά νησιά και τις δημοσίευσε χωρίς δεύτερη σκέψη. Η Μαρία Κάλλας έγινε εξώφυλλο και προδημοσίευσε κομμάτια από το «Εν Ψυχρώ» του Τρούμαν Καπότε. Μαζί με τον Ρίτσαρντ Άβεντον δημιούργησαν τις πιο θρυλικές φωτογραφίες μόδας. Η Τζάκι τής ζήτησε να επιμεληθεί το στυλ της πριν ο Κένεντι εκλεγεί αλλά και ως πρώτης κυρίας και εκείνη της σύστησε τον κουτουριέ Όλεγκ Κασίνι. Όταν ο Κένεντι δολοφονήθηκε, εκείνη, ατάραχη, είπε απλώς: «Τώρα δεν μπορούμε να κάνουμε εξώφυλλο την Τζάκι».
Το 1966 χάνει τον άντρα της, Ριντ, με τον οποίο είχε ταυτιστεί σε όλη της τη ζωή. Ταρακουνήθηκε αλλά συνέχισε την πορεία της. Ακολούθησε τη νεοϋρκέζικη σκηνή σε ό,τι είχε να της προσφέρει, το Factory του Γουόρχολ, τις ροκ συναυλίες, λίγο μετά το Studio 54, τις παρέες της που συμπεριελάμβαναν πια την Αντζέλικα Χιούστον με τον Τζακ Νίκολσον, τον Γουόρεν Μπίτι, την Μπάρμπρα Στρέιζαντ (η μύτη της οποίας θεωρούσε ότι της πρόσθετε μοναδικότητα), τη Σερ, όποιον και όποια είχε αυτό που εκείνη αποκαλούσε «μοναδικό charme». Άλλωστε, αποτελούσε και η ίδια πια celebrity πρώτου μεγέθους.
Η Νταϊάνα Βρίλαντ και η Τζάκι Κένεντι-Ωνάση παρευρίσκονται σε ένα πάρτι στο ξενοδοχείο Carlysle στη Νέα Υόρκη στις 12 Οκτωβρίου 1977. Φωτ.: Nick Machalaba/WWD/Penske Media via Getty Images/Ideal Image Ο Γάλλος σχεδιαστής μόδας Ιβ Σεν Λοράν σε ένα πάρτι για την παρουσίαση της σειράς αρωμάτων Opium με την Αμερικανίδα εκδότρια μόδας Νταϊάνα Βρίλαντ το 1981. Φωτ.: Getty Images/Ιdeal Image
Περνούσε κάθε χρόνο τέσσερις μήνες σε ταξίδια ανά τον κόσμο και πίστευε ότι όφειλε να δείξει τα άγνωστα μέρη του πλανήτη στις αναγνώστριές της. «Η υπερβολή είναι η μόνη μου πραγματικότητα» έλεγε και το αποδείκνυε με κάθε τεύχος. Εν τέλει είχε ξεπεράσει κάθε όριο και το 1972 την απέλυσαν. Χάθηκε για ένα διάστημα τεσσάρων μηνών και κανένας δεν ήξερε πού είναι. Πιθανολογείται ότι το πέρασε στη νότια Γαλλία.
Τότε ήταν που ο πρώτος τη τάξει επιμελητής του Μουσείου Μετροπόλιταν, Θίοντορ Ρουσό, πρότεινε στον διευθυντή Τόμας Χόβινγκ να κάνουν τη Βρίλαντ ειδική σύμβουλο στο παρωχημένο μέχρι εκείνη τη στιγμή Ινστιτούτο Κοστουμιών του μουσείου. Για να πετύχει η ιδέα του, συνέλεξε και το ποσό που χρειαζόταν χάρη σε μια σειρά φίλων της, όπως της περίφημης Μπέιμπ Πάλεϊ, της Τζάκι Ωνάση και άλλων γυναικών με μεγάλη επιρροή.
Ξεκινώντας το 1973 με μια έκθεση αφιερωμένη στον Balenciaga, επιμελήθηκε συνολικά 14 συγκλονιστικές εκθέσεις. Μια ακόμα καριέρα την είχε μετατρέψει στη «βασίλισσα της Νέας Υόρκης». Το 1976 επισκέφθηκε τη Ρωσία για να οργανώσει την έκθεση «Η δόξα του ρωσικού κοστουμιού». Όλοι ήθελαν να τη γνωρίσουν, να προσκληθούν σε ένα από τα θρυλικά δείπνα στο κατακόκκινο, διακοσμημένο σαν κήπο διαμέρισμά της.
Το εξώφυλλο του περιοδικού «Interview» του 1980.
Νέοι άνθρωποι, συνήθως του κύκλου του Γουόρχολ, την περιέβαλλαν ενημερώνοντάς τη για κάθε τι νέο που υπήρχε στην πόλη, την έπαιρναν μαζί τους να δει ταινίες όπως το «Βαθύ λαρύγγι» και ο «Καλιγούλας». Αποτελούσε έναν ζωντανό θρύλο, μια φιλόσοφο του στυλ, η οποία είχε ζήσει έναν αιώνα ιστορίας και κοινωνικών εξελίξεων που η ίδια είχε παρακολουθήσει μέσα από τη μόδα, καθώς θεωρούσε ότι όλα αποτυπώνονται στα ρούχα. Το 1980 γίνεται εξώφυλλο στο «Interview» και δίνει μαθήματα ζωής.
Σταδιακά, το 1984, άρχισε να χάνει την όρασή της. «Τα μάτια μου κουράστηκαν να βλέπουν όμορφα πράγματα» είπε σε έναν φίλο της. Στο γκαλά του Δεκεμβρίου του 1985 για τα εγκαίνια της έκθεσης «Κοστούμια της βασιλικής Ινδίας» δεν κατάφερε να παραβρεθεί. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια της ζωής της αποσύρθηκε εντελώς από κάθε κοινωνική δραστηριότητα και από ένα σημείο και μετά δεχόταν δύσκολα επισκέψεις, ακόμα και από τους δικούς της. Χρειαζόταν αναπηρική καρέκλα για να κυκλοφορεί και δεν θύμιζε καθόλου τη δυναμική Βρίλαντ που ήξεραν όλοι. Τους φίλους που ήθελε να ακούσει τους άφηνε να σταθούν στον διάδρομο έξω από την κρεβατοκάμαρά της, με την προσωπική της οικονόμο, την Υβόν (την ίδια που είχε η Γκάρμπο), να ελέγχει τα πάντα.
O Ντέιβιντ Μπόουι (1947-2016) με την Νταϊάνα Βρίλαντ (1903-1989) στο θέατρο Booth για την παράσταση "The Elephant Man" (με πρωταγωνιστή τον Μπόουι), Νέα Υόρκη, Σεπτέμβριος 1980. Φωτ: Sonia Moskowitz/Getty Images/Ideal Image
Λίγο πριν πεθάνει, αφέθηκε στη θαλπωρή της οικογένειάς της. Οι δύο γιοι της και τα εγγόνια της ήταν οι μόνοι που θέλησε να έχει κοντά της μέχρι το τέλος. Έσβησε τον Αύγουστο του 1989 από καρδιακό επεισόδιο, έχοντας αφήσει πίσω μια σπουδαία κληρονομιά πολιτισμού και αισθητικής. Πρόλαβε να γράψει και να εκδώσει δύο βιβλία, το «Allure» (1980) και την αυτοβιογραφία της, «D.V.» (1984).
Ο κινηματογράφος την έχει αναπαραστήσει σε ταινίες όπως το «Who Are You, Polly Maggoo?» του 1966 σε σκηνοθεσία Γουίλιαμ Κλάιν, έχει γίνει ντραγκ σόου, αναφορές σε αυτήν έχουν γίνει σε μια σειρά από ντοκιμαντέρ, με πιο πρόσφατο το «Diana Vreeland: the eye has to travel» της συζύγου του εγγονού της, Λίζα Ιμορντίνο Βρίλαντ. Ο εγγονός της, Αλεξάντερ, έχει κυκλοφορήσει το άρωμα που φέρει το όνομά της για να συνοδεύει αέρινα κάθε γυναίκα που αγαπάει την κομψότητα.