ενημέρωση 6:49, 18 July, 2026

Νέα εποχή - Η Γερμανία θέλει 800 δισ. ευρώ για όπλα

Μια ιστορική στροφή βρίσκεται σε εξέλιξη, καθώς η χώρα που απεχθάνεται τον δανεισμό θα βγει στις αγορές με στόχο τον επανεξοπλισμό της. Ο Πούτιν, από στήριγμα της βιομηχανίας επί Μέρκελ, έγινε Νο 1 κίνδυνος και ο Μερτς αγοράζει όπλα με νέο χρέος, κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ μετά την επανένωση της Γερμανίας

Τα πάνω κάτω. Η χώρα που είχε αναγάγει τη δημοσιονομική πειθαρχία σε άκαμπτη ιδεολογία της οικονομικής της πολιτικής, η οποία έδινε επί δεκαετίες το στίγμα της στην ενωμένη Ευρώπη (στην Ελλάδα το γνωρίζουμε από πρώτο χέρι) και κουνούσε αυστηρά το δάχτυλο στους άλλους, αλλάζει ρότα και εγκαταλείπει τις παλιές βεβαιότητες. Τα ντιλ Μέρκελ – Πούτιν δεν χρηματοδοτούν πια με φθηνό αέριο τη βιομηχανική καρδιά της Ευρώπης, η Ρωσία θεωρείται τώρα ο Νο 1 κίνδυνος, η πυρηνική ομπρέλα των ΗΠΑ (στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ) δεν προσφέρει πλέον την ίδια σιγουριά επί των ημερών του Τραμπ, ενώ η Κίνα απειλεί με τα ηλεκτρικά της οχήματα τις εταιρείες αυτοκινήτων της Γερμανίας, που κλείνουν εργοστάσια.

Εως το τέλος της δεκαετίας το Βερολίνο σχεδιάζει να αντλήσει περισσότερα από 800 δισ. ευρώ από τις αγορές, χρηματοδοτώντας τον μεγαλύτερο επανεξοπλισμό της από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Για περισσότερα από τριάντα χρόνια, μετά την επανένωση, η Γερμανία αντιμετώπιζε τον νέο δανεισμό ως έσχατη λύση. Η δημοσιονομική εγκράτεια είχε αποκτήσει σχεδόν ιδεολογικά χαρακτηριστικά και οι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί θεωρούνταν προϋπόθεση οικονομικής αξιοπιστίας και πολιτικής σταθερότητας. Η απόφαση της κυβέρνησης του Φρίντριχ Μερτς να χρηματοδοτήσει τον επανεξοπλισμό της χώρας με νέο χρέος σηματοδοτεί μια βίαιη στροφή στον ρεαλισμό και στη συνειδητοποίηση ότι όχι ο κόσμος, αλλά και η θέση της χώρας μέσα σε αυτόν, έχουν αλλάξει.

Σύμφωνα με τους Financial Times, η Γερμανία σχεδιάζει να δανειστεί αυτά τα 800 δισ. ευρώ με ταχείς ρυθμούς: έως το 2030. Ηδη για το 2027 το υπουργείο Οικονομικών προγραμματίζει εκδόσεις ομολόγων άνω των 200 δισ. ευρώ, ποσό αυξημένο κατά 12,5% σε σύγκριση με εφέτος. Για την τετραετία 2027-2030 οι συνολικές δανειακές ανάγκες υπολογίζονται στα 838 δισ. ευρώ. Η αλλαγή πορείας συνδέεται άμεσα με την επιδείνωση του διεθνούς περιβάλλοντος ασφαλείας για τη χώρα. Στο Βερολίνο θεωρούν ότι η ρωσική απειλή αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά, ενώ η στάση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, απέναντι στην ευρωπαϊκή άμυνα ενισχύει την ανάγκη μεγαλύτερης στρατιωτικής αυτονομίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων αντιμετωπίζεται πλέον ως προτεραιότητα. Το μεγαλύτερο μέρος των νέων δανείων θα κατευθυνθεί στην Αμυνα. Ο σχετικός προϋπολογισμός προβλέπεται να ανέλθει στα 109 δισ. ευρώ το επόμενο έτος και να αυξηθεί στα 183,6 δισ. ευρώ έως το 2030. Παράλληλα, η Γερμανία προγραμματίζει στρατιωτική βοήθεια 11,6 δισ. ευρώ προς την Ουκρανία μέσα στο 2027. Οπως σημειώνει το έγκυρο βρετανικό φύλλο, η νέα στρατηγική κατέστη δυνατή μετά την αναθεώρηση του συνταγματικού «φρένου χρέους». Οι αμυντικές δαπάνες εξαιρέθηκαν από τους περιορισμούς που ίσχυαν έως σήμερα, επιτρέποντας στην κυβέρνηση να χρηματοδοτεί εξοπλιστικά προγράμματα μέσω δανεισμού.

Την ίδια περίοδο συγκροτήθηκε και ειδικό ταμείο 500 δισ. ευρώ, με χρονικό ορίζοντα 12 ετών, για την αναβάθμιση των υποδομών. Οι πόροι θα διατεθούν σε γέφυρες, οδικά και σιδηροδρομικά δίκτυα, νοσοκομεία, σχολεία και ενεργειακές εγκαταστάσεις, σε μια προσπάθεια να καλυφθούν οι επενδυτικές ελλείψεις που έχουν συσσωρευθεί τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τους FT, μόνο για το 2027 προβλέπεται να αντληθούν περίπου 55 δισ. ευρώ για έργα υποδομής. Η κυβέρνηση εκτιμά ότι οι επενδύσεις αυτές μπορούν να στηρίξουν μια οικονομία που παραμένει εγκλωβισμένη σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Η μεταστροφή προκαλεί αντιδράσεις ακόμη και στο εσωτερικό των Χριστιανοδημοκρατών (CDU).

Για πολλά χρόνια η παράταξη είχε ταυτιστεί με τη λεγόμενη «Schwarze Null», τη δημοσιονομική γραμμή που επέβαλε ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και συνδέθηκε πολιτικά με τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και τις κυβερνήσεις της Ανγκελα Μέρκελ. Το τραύμα της υπερπληθωριστικής κρίσης του 1923 και η κατάρρευση του γερμανικού μάρκου στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης χαράχτηκαν βαθιά στη συλλογική μνήμη της χώρας. Για πολλές γενιές Γερμανών, το υπερβολικό δημόσιο χρέος και η ανεξέλεγκτη νομισματική χρηματοδότηση συνδέθηκαν με την οικονομική και πολιτική αποσταθεροποίηση και τα μετέπειτα εγκλήματα του ναζισμού, ενώ η Βαϊμάρη εξακολουθεί να λειτουργεί ως ιστορικό σημείο αναφοράς στις πολιτικές συζητήσεις.

Η Σουαβή νοικοκυρά

Η «Schwarze Null» («Μαύρο Μηδέν»), το γερμανικό δόγμα των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών που διαμορφώθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενισχυόταν πάντοτε από τις μνήμες του υπερπληθωρισμού της Βαϊμάρης και όσων ακολούθησαν, κορυφώθηκε δε επί Σόιμπλε, όταν η αποφυγή δημιουργίας νέου δημόσιου χρέους αναδείχθηκε σε κεντρική αρχή της οικονομικής πολιτικής. Βεβαίως, τότε υπήρχε το φθηνό αέριο του «φίλου» της Ανγκελα Μέρκελ, Βλαντίμιρ Πούτιν, κι ας την τρόμαξε μια-δυο φορές με το σκυλάκι του. Το σχήμα λειτουργούσε… Ομως από το 2022, και μετά την εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία, ήρθαν τα πάνω κάτω.

Οπως σχολίασε από το 2025 η Deutsche Welle, όταν το γερμανικό Κοινοβούλιο ενέκρινε την αναθεώρηση του Συντάγματος, απορρίπτοντας το «φρένο του χρέους», η χώρα εγκατέλειψε «τη λογική της “σουαβής νοικοκυράς”, η οποία είναι ικανή να φτιάχνει αριστουργήματα από τα υπολείμματα της προηγούμενης εβδομάδας και να προγραμματίζει εγκαίρως τα ψώνια της για να μειώσει το κόστος, ενώ κατά κανόνα ξοδεύει λιγότερα από όσα εισπράττει». Η «σουαβή νοικοκυρά» (schwabische Hausfrau) είναι μια μυθολογική φιγούρα που χρησιμοποιήθηκε επί δεκαετίες από τους Γερμανούς πολιτικούς, υπέρμαχους της λιτότητας.

Για να μην ξοδεύει, έχει στην τσέπη της έναν σκαντζόχοιρο. Ετσι, δεν πάει το χέρι να ψάξει για λεφτά… Τώρα όλα είναι αλλιώς. Οπως γράφουν οι FT, ο υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ υπερασπίστηκε τη νέα πολιτική, υποστηρίζοντας ότι η Γερμανία δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της απέναντι στο ΝΑΤΟ χωρίς σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών. Τόνισε ότι η ασφάλεια της Ευρώπης δοκιμάζεται από τη ρωσική επιθετικότητα και οι συνθήκες επιβάλλουν διαφορετικές επιλογές από εκείνες του παρελθόντος. Οι προβλέψεις του υπουργείου Οικονομικών δείχνουν ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα αυξηθεί στο 69,5% το επόμενο έτος, παραμένοντας βέβαια χαμηλότερος από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.

Εκανε τη δουλειά της τόσα χρόνια η «σουαβή νοικοκυρά». Το δημοσιονομικό έλλειμμα εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 4,3% του ΑΕΠ. Το Βερολίνο υπολογίζει επίσης ότι θα υπερβεί από εφέτος τον «παλιό» στόχο του ΝΑΤΟ για αμυντικές δαπάνες (2% του ΑΕΠ) και θα φθάσει το νέο όριο του 3,5% το 2029, αρκετά χρόνια νωρίτερα από τον αρχικό σχεδιασμό. Βεβαίως, ο Τραμπ απαιτεί 5%… Επί του παρόντος η δημοσιονομική επέκταση έχει περιορίσει μέρος των πιέσεων που προκάλεσαν οι αμερικανικοί δασμοί και το αυξημένο ενεργειακό κόστος, χωρίς όμως να επαναφέρει τη γερμανική οικονομία σε αναπτυξιακή τροχιά. Η στασιμότητα εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης.

Την ίδια στιγμή εντείνονται οι επιφυλάξεις για το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Οι πληρωμές τόκων αναμένεται να αυξηθούν, από 42 δισ. ευρώ το 2027, σε περίπου 81 δισ. ευρώ έως το τέλος της δεκαετίας. Οι Financial Times σημειώνουν πως η Ομοσπονδία Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI) κάνει ήδη λόγο για ανησυχητική εξέλιξη, καθώς οι τόκοι αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς… 

Το αποτύπωμα μιας κοσμοπολίτισσας - Η σπάνια συλλογή κοσμημάτων της Lee Radziwill

Εν αντιθέσει με την αδερφή της, Jackie Kennedy, η Radziwill είχε την ελευθερία να πειραματίζεται. Στη συλλογή της βρίσκει κανείς «μποέμ» κομμάτια μαζί με πιο κλασικές επιλογές, ένα στιλ ξένο στις γυναίκες της υψηλής κοινωνίας της εποχής. Ένα στιλ που μαρτυρούσε την ιστορία της ζωής της.

Η Lee Radziwill δεν υπήρξε απλώς η μικρότερη αδελφή της Jacqueline Kennedy Onassis, αλλά μια αυτόνομη, εμβληματική προσωπικότητα του διεθνούς τζετ σετ, η οποία σφράγισε το αμερικανικό στιλ μέσα από ένα εκλεπτυσμένο πρίσμα ευρωπαϊκής αριστοκρατίας. 

Όταν ο οίκος Christie’s διοργάνωσε τη δημοπρασία της προσωπικής της συλλογής στη Νέα Υόρκη, το ενδιαφέρον της αγοράς και των ιστορικών της μόδας υπήρξε καθολικό. Στη συλλογή περιλαμβάνονταν διάφορα προσωπικά αντικείμενά της: από ρούχα, φωτογραφικά άλμπουμ, έπιπλα και πίνακες, μέχρι τη Βίβλο της, ένα φυτολόγιο και μια κρυστάλλινη σφαίρα για πρόβλεψη του μέλλοντος!

Όμως ήταν η συλλογή των κοσμημάτων της έκεινη που προκάλεσε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Τα κοσμήματά της, ένας υποδειγματικός συνδυασμός πολύτιμων λίθων και υψηλής αισθητικής κοσμημάτων σταθερής αξίας, αποκάλυψαν τη φιλοσοφία μιας αυθεντικής κοσμοπολίτισσας: την τέχνη να αναμειγνύει το ανεκτίμητο με το καθημερινό, χωρίς καμία διάθεση εντυπωσιασμού.

Το αποτύπωμα μιας κοσμοπολίτισσας: Η σπάνια συλλογή κοσμημάτων της Lee Radziwill 2
Βραχιόλι με φεγγαρόπετρες, χρυσό δέσιμο και charm / Christie's

Υψηλή κοσμηματοποιία - Μια ωδή στο mix and match

Το αποτύπωμα μιας κοσμοπολίτισσας: Η σπάνια συλλογή κοσμημάτων της Lee Radziwill 3
Σετ κοσμημάτων που φορούσε στην πιο «μποεμ» περίοδό της / Christie's

Σε αντίθεση με τις πληθωρικές και συχνά επιδεικτικές τάσεις της εποχής της, η Radziwill παρέμεινε πιστή στην αρχή της διακριτικής πολυτέλειας. Τα πολύτιμα κομμάτια της συλλογής της δεν χαρακτηρίζονταν από υπερβολή, αλλά προσέλκυαν το ενδιαφέρον χάρη στην κατασκευαστική τους αρτιότητα και τη διαρκή κίνησή τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούσαν τα σκουλαρίκια Coquine του οίκου Christian Dior, ένα σχέδιο που εκτιμούσε ιδιαίτερα, με αποτέλεσμα να αποκτήσει δύο πανομοιότυπα ζευγάρια, ένα σε λευκό χρυσό δεκαοκτώ καρατίων με διαμάντια και ένα σε κίτρινο χρυσό. Τα διαμάντια, τοποθετημένα σε περιμετρικό δέσιμο, κρέμονταν ελεύθερα από τους κρίκους, δημιουργώντας μια αδιάλειπτη ροή που αιχμαλώτιζε το φως με κάθε κίνηση.

Το αποτύπωμα μιας κοσμοπολίτισσας: Η σπάνια συλλογή κοσμημάτων της Lee Radziwill 4
Οι Dior κρίκοι με τα κρεμαστά διαμάντια (η εκδοχή με τον λευκόχρυσο) / Christie's

Ένα από τα πιο σύγχρονα και συναισθηματικής αξίας κειμήλια της συλλογής ήταν το δαχτυλίδι Taffin, δημιουργία του James de Givenchy, το οποίο αποτελούσε δώρο του στενού της φίλου Hamilton South. Το συγκεκριμένο κόσμημα έφερε έναν οβάλ αμέθυστο σε κοπή cabochon, περιτριγυρισμένο από πυκνή διάταξη τσαβαριτών, με το χαρακτηριστικό βαθυπράσινο χρώμα τους. Δεμένο με χρυσό δεκαοκτώ καρατίων, στο εσωτερικό του υπήρχε η εγχάρακτη αφιέρωση «Στη Lee με αγάπη, Hamilton». 

Το αποτύπωμα μιας κοσμοπολίτισσας: Η σπάνια συλλογή κοσμημάτων της Lee Radziwill 5
Το εν λόγω δαχυλίδι / Christie's

Η δημοπρασία περιελάμβανε επίσης κλασικά διαμαντένια βραχιόλια σε σειρά και μια διαμαντένια καρφίτσα της δεκαετίας του 1950, κομμάτια που αποτελούσαν τη βάση των επίσημων εμφανίσεών της, ενώ η ίδια επέλεγε συχνά να φορά μη συμμετρικά μαργαριτάρια, αποδεικνύοντας ότι η προσωπική σφραγίδα υπερέχει της αυστηρής συμμετρίας.

Το αποτύπωμα μιας κοσμοπολίτισσας: Η σπάνια συλλογή κοσμημάτων της Lee Radziwill 6
Ζευγάρι μαργαριταριών διαφορετικού χρώματος / Christie's
Το αποτύπωμα μιας κοσμοπολίτισσας: Η σπάνια συλλογή κοσμημάτων της Lee Radziwill 7
Σετ δαχτυλιδιών Taffin / Christie's

Η καθιέρωση του costume jewelry

Η Radziwill υπήρξε πρωτοπόρος καθώς συγκαταλέγεται στις πρώτες γυναίκες της υψηλής κοινωνίας που ενέταξαν με φυσικότητα τα costume jewelry στις δημόσιες εμφανίσεις τους, αντιμετωπίζοντας τη μόδα ως πεδίο έκφρασης και θεατρικότητας. Δίπλα στα πολύτιμα διαμάντια, διατηρούσε μια πλούσια συλλογή από εντυπωσιακά κομμάτια των μεγαλύτερων γαλλικών οίκων, χρησιμοποιώντας μεγάλα κολιέ και σκουλαρίκια των Chanel, Yves Saint Laurent και Lanvin για να αναδείξει πιο λιτές στιλιστικές επιλογές.

Η συλλογή της περιελάμβανε επίσης χαρακτηριστικά κομμάτια του οίκου Hermès, καθώς και αξεσουάρ της δεκαετίας του 2000, όπως σκουλαρίκια με κλιπ με τη σφραγίδα του Giorgio Armani, για τον οποίο είχε εργαστεί ως υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων. Ιδιαίτερο σχεδιαστικό ενδιαφέρον παρουσίαζαν τα υφασμάτινα κολιέ με ημιπολύτιμους ή τεχνητούς λίθους του οίκου Prada, καθώς και οι μακριές επιχρυσωμένες αλυσίδες της Loulou de la Falaise, που αντιπροσώπευαν την πιο μποέμ και καλλιτεχνική πλευρά της προσωπικότητάς της.

Μια ζωή σε λεπτομέρειες

Πέρα από την αισθητική και οικονομική τους αξία, πολλά από τα αντικείμενα της δημοπρασίας του οίκου Christie’s λειτουργούσαν ως ζωντανά τεκμήρια μιας πολυσχιδούς διαδρομής. Ανάμεσα στα 168 αντικείμενα ξεχώρισαν το σχολικό δαχτυλίδι από το αριστοκρατικό οικοτροφείο Miss Porter’s στη Νέα Αγγλία, καθώς και ένα βραχιόλι με διακοσμητικά στοιχεία που η ίδια η Radziwill είχε χαρίσει στο παρελθόν στην αδελφή της, Jacqueline Kennedy Onassis, το οποίο επέστρεψε αργότερα στην κατοχή της ως ενθύμιο μιας ολόκληρης εποχής.

Το αποτύπωμα μιας κοσμοπολίτισσας: Η σπάνια συλλογή κοσμημάτων της Lee Radziwill 8
Chanel κοσμήματα / Christie's

Η Lee Radziwill απέρριπτε τη νοοτροπία της πρόσκαιρης κατανάλωσης και της διαρκούς ανανέωσης, έχοντας δηλώσει στο παρελθόν πως όταν αποκτά ένα αντικείμενο, το κάνει με την πρόθεση να το κρατήσει για πάντα. Η συλλογή των προσωπικών της αντικειμένων, η οποία πωλήθηκε για 1,26 εκατομμύρια δολάρια κατά τη διάρκεια της θεματικής εβδομάδας συλλεκτών του οίκου Christie’s, παραμένει το σημείο αναφοράς ενός απρόβλεπτου και απόλυτα αυθεντικού προσωπικού στιλ.

Πηγή: Grace

Η Δημοκρατία σε αναστολή - Όταν η πλειοψηφία γίνεται μηχανισμός συγκάλυψης

Η απόρριψη της κλήσης Ντίλιαν - Δημητριάδη στην Επιτροπή Θεσμών αναζωπυρώνει τα ερωτήματα περί συγκάλυψης των υποκλοπών

Δυσκολεύεται κάνεις να θυμηθεί κάποια υπόθεση της Μεταπολίτευσης της οποίας η διαχείριση να αποτελεί, παράλληλα, συγκάλυψη, δημοκρατική εκτροπή, παραβίασης στοιχειωδών λειτουργιών του κράτους δικαίου αλλά και αυτοενοχοποίησης.

Εδώ και περίπου ένα μήνα, μετά την κατάθεση των αιτημάτων της αντιπολίτευσης για την κλήση σε ακρόαση των Ταλ Ντίλιαν και Γρηγόρη Δημητριάδη από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, όλα τα ρεπορτάζ συμφωνούσαν ότι το Μέγαρο Μαξίμου θα εργαλειοποιήσει, για πολλοστή φορά, την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, προκειμένου να αποτρέψει την παρουσία του Ντίλιαν και να απαλλάξει τον Δημητριάδη από την ενόχληση του κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Ήταν γνωστό δε ότι το Μέγαρο Μαξίμου θα επιστρατεύσει τον Μάκη Βορίδη, ο οποίος θα επιχειρηματολογήσει ότι οι κ.κ. Ντίλιαν και Δημητριάδης είναι ιδιώτες.

Ο μεν κ. Ντίλιαν επειδή δεν έχει υπάρξει δημόσιος λειτουργός – κι ας είχε συνεργασία με κάποιους.

Ο δε κ. Δημητριάδης επειδή μετα την παραίτηση που υπέβαλε το καλοκαίρι το 2022, ιδιωτεύει. Είναι ένας ιδιώτης νομικός με ευμεγέθη αστυνομική φρουρά και συνεχή κομματική δράση στο κυβερνών κόμμα. Ένας «απλός ιδιώτης» με ανοιχτές επαφές με τον επιχειρηματικό κόσμο, που θεωρεί, όμως, πως βάλλεται από τη διαπλοκή, όπως υποστηρίζει κι ο μικρός αυθόρμητος (;) στρατός των (συνήθως ψευδώνυμων) υποστηρικτών του. Ένας «απλός πολίτης» που δίνει συνεντεύξεις στις οποίες εξηγεί πως έχει αναλάβει την «πολιτική ευθύνη» των παρακολουθήσεων. Παραμένει, βέβαια, απορίας άξιον το πώς αναλαμβάνει πολιτική ευθύνη ένας απλός ιδιώτης.

Το πρόβλημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη και το Μέγαρο Μαξίμου ήταν, λοιπόν, το προφανές.

Ότι στις πρόσφατες παρεμβάσεις του, μετά την ποινική καταδίκη του από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ο κ. Ντίλιαν έχει διαμηνύσει ότι θέλει να πάει στη Βουλή κι ότι διαθέτει επαρκή στοιχεία για το ποιος χειριζόταν το Predator, για όποιον ακόμη αμφιβάλλει μετά την αποκάλυψη των μεθοδεύσεων για την αδειοδότηση της εξαγωγής του και των μνημονίων συνεργασίας μεταξύ της ΕΥΠ και της Intellexa.

Αν στην κυβέρνηση δεν είχαν κάτι να φοβηθούν, δεν είχαν κανένα λόγο να μπλοκάρουν την κλήση του και την εξέταση του από βουλευτές. Εξάλλου θα δεχόταν ερωτήσεις, όχι μόνο από την αντιπολίτευση, αλλά και από τη ΝΔ.

Αυτό είναι και το μόνο πράγμα που έχει αλλάξει από το 2022 ως σήμερα, άλλωστε. Όπως απέδειξε η αντιπολίτευση και σχετικό δημοσίευμα των ΝΕΩΝ, η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής δεν είχε κανένα πρόβλημα το 2022 να καλέσει τον ιδιώτη Ταλ Ντίλιαν, και τους «ιδιώτες» πρώην αξιωματούχους Γρηγόρη Δημητριάδη, Γιάννη Ρουμπάτη και Θεόδωρο Δραβίλλα, με προσκλήσεις που υπέγραφε ο ίδιος πρόεδρος, ο Αθανάσιος Μπούρας. Η σημερινή αμηχανία του όταν του εμφάνισαν τις επιστολές εκείνες είναι, τουλάχιστον, κάπως τιμητική. Έχουμε φτάσει στο σημείο να αναγνωρίζουμε έστω και την ελάχιστη υπόνοια, το οποιοδήποτε ίχνος, ότι κάποιος νεοδημοκράτης αντιλαμβάνεται τη δύσκολη θέση στην οποία τον φέρνουν οι μεθοδεύσεις της κυβέρνησης του.

Οι μεθοδεύσεις που έρχονται να προστεθούν στη μακρά λίστα των πρωτοβουλιών κοινοβουλευτικής συγκάλυψης, τον αποκλεισμό κρίσιμων μαρτύρων, την ανεξήγητη ως σήμερα αποστολή των ερωτήσεων που έθεσε η ΝΔ σε μάρτυρα της εξεταστικής των υποκλοπών (βλ. κατάθεση Τρίμπαλη).

Στη μακρά λίστα της συσκότισης και των επιθέσεων με επίκεντρο την επίκληση ενός δήθεν «εθνικού απορρήτου» που έχει γίνει λάστιχο στα επιτελικά χέρια του Μαξίμου.

Στη μακρά λίστα των δηλώσεων στοχοποίησης των θυμάτων που προσέφυγαν για τις υποκλοπές, ανάμεσά τους και του πρωθυπουργού, Αντώνη Σαμαρά. Χωρίς ποτέ οι κυβερνητικοί να μας εξηγούν πειστικά γιατί δεν γίνεται σε βάθος έρευνα για την παρακολούθηση αξιωματούχων, αφού δεν είναι αυτοί οι εντολοδόχοι της.

Προστίθενται επίσης στη μακρά λίστα των παράξενων εισαγγελικών διατάξεων, των προανακριτικών πράξεων που δεν έγιναν, τις έρευνες συσκευών που δεν έγιναν, τις συσχετίσεις μεταξύ της ΕΥΠ και του Predator που δεν έγιναν και των πληροφοριών για νέες, έτοιμες, φωτογραφικές νομοθετικές ρυθμίσεις.

Στη μακρά λίστα παρεμβάσεων στις ανεξάρτητες Αρχές και στοχοποίησης των λειτουργών τους.

Στη λίστα των δικαστικών αποφάσεων του ΣτΕ που δικαιώνουν τα θύματα (Νίκο Ανδρουλάκη και Θανάση Κουκάκη) για την παράλληλη στοχοποίηση τους από την ΕΥΠ, αλλά μένουν ανεφάρμοστες με απόφαση του Κυριακου Μητσοτάκη και του επιτελικού Μαξίμου, σε μια απόδειξη του βαθέως σεβασμού με τον οποίο περιβάλλουν τη δικαιοσύνη.

Τον ίδιο σεβασμό που έχουν επιδείξει στη δημοκρατία, την έννομη τάξη, το Σύνταγμα και, φυσικά, στην ίδια τη νοημοσύνη μας.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Το τέλος του «αφηγήματος» και η απώλεια της ψυχραιμίας για τη Νέα Δημοκρατία

Η Νέα Δημοκρατία καταλαβαίνει ότι χάνει τον έλεγχο της πολιτικής ατζέντας και αντιδρά ήδη από τώρα σπασμωδικά

Φαινομενικά η Νέα Δημοκρατία παραμένει σε μια κυρίαρχη θέση στο πολιτικό σκηνικό. Κυβερνά εδώ και επτά χρόνια, έχει αλλάξει βασικές πλευρές του θεσμικού πλαισίου της χώρας και έχει διαχειριστεί τα μεγάλα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης. Υπερηφανεύεται ότι έχει εξασφαλίσει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης, ότι έχει δώσει μεγάλες αυξήσεις στον βασικό μισθό και ότι έχει δει τον μέσο μισθό να είναι σε υψηλά επίπεδα. Οι υπουργοί της περιφέρονται στα κανάλια και κάνουν θριαμβευτικούς απολογισμούς του κυβερνητικού έργου, απαριθμώντας ανακαινίσεις νοσοκομείων, δημόσια έργα και «μεταρρυθμίσεις». Είναι μια κυβέρνηση που υποστηρίζει ότι έχοντας την κοινοβουλευτική πλειοψηφία μπορεί να ξεκινήσει μια διαδικασία Συνταγματικής Αναθεώρησης που θα διαμορφώσει το μέλλον της χώρας ως προς τη λειτουργία του κράτους και των θεσμών για τις επόμενες δεκαετίες.

Επιπλέον, η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη στις δημοσκοπήσεις, έχει την πιο συμπαγή και με λιγότερες απώλειες εκλογική βάση, αυξάνει τη συσπείρωσή της το τελευταίο διάστημα, και εάν μπορέσει να κερδίσει ένα σημαντικό μέρος των «αναποφάσιστων» έχει μπροστά της έναν ορίζοντα τρίτης αυτοδύναμης θητείας.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι η Νέα Δημοκρατία διατηρεί, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, τον έλεγχο της «πολιτικής ατζέντας». Ακόμη περισσότερο: θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι το δικό της πολιτικό αφήγημα είναι κυρίαρχο. Άλλωστε, πολλές φορές και η ίδια η κυβέρνηση συμπεριφέρεται ως να είναι η μόνη πολιτική δύναμη που έχει ένα σαφές και ξεκάθαρο αφήγημα, το οποίο υποστηρίζει με την πολιτική της πράξη, την ώρα που οι αντίπαλες δυνάμεις της κυρίως κάνουν πολιτική στα δικά της πεπραγμένα.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή βλέπουμε τη Νέα Δημοκρατία να επιδίδεται σε ένα μπαράζ τοξικότητας στις δημόσιες παρεμβάσεις, τον Πρωθυπουργό να υιοθετεί ρητορική που παραπέμπει στον Διχασμό και τον Εμφύλιο, κυβερνητικά στελέχη να κατηγορούν την κύρια δύναμη της αντιπολίτευσης, την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα για ηθική αυτουργία εάν όχι καθοδήγηση της τρομοκρατίας και τον υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη, σε ένα πρωτοφανές συκοφαντικό παραλήρημα, από το οποίο αναγκάστηκε να πάρει αποστάσεις ακόμη και ο ίδιος ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, να υποστηρίζει ότι ο Αλέξης Τσίπρας χρηματίστηκε για να προχωρήσει στις αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα.

Είναι σαφές ότι μια τόσο γρήγορη κατρακύλα σε ένα τέτοιο είδος πολιτικής αντιπαράθεσης – που υπερβαίνει κατά πολύ οποιαδήποτε εκδοχή «σκληρού ροκ» για να θυμηθούμε ένα παλαιότερο κλισέ – δεν αναλογεί σε κυβέρνηση που έχει τον έλεγχο του παιχνιδιού. Πολύ περισσότερο αναλογεί σε κυβέρνηση που βρίσκεται σε πανικό, αισθάνεται ότι η θέση της απειλείται και προσπαθεί να οικοδομήσει μια αμυντική γραμμή βαθαίνοντας τις διαχωριστικές γραμμές.

Γιατί πολύ απλά η κυβέρνηση δεν έχει τον έλεγχο του αφηγήματος. Πιο σωστά: το αφήγημά της αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να πείσει ένα τμήμα της κοινωνίας τόσο μεγάλο, ώστε να μπορεί να οικοδομήσει δυναμική εκλογικής νίκης. Και αυτό έχει να κάνει με το ίδιο το γεγονός ότι σημαντικές πλευρές του αφηγήματος αντιπροσωπεύουν όχι την πραγματικότητα, αλλά τους κυβερνητικούς ευσεβείς πόθους.

Η κοινωνική «κανονικότητα» στην οποία επένδυσε τόσο πολύ από το 2019 και μετά, αυτή τη στιγμή έχει μετασχηματιστεί, υπό το βάρος της ακρίβειας και της κρίσης κόστους ζωής που πλήττει τη μεσαία τάξη και τα λαϊκά στρώματα, σε οικονομική ανασφάλεια, με τους πολίτες να βλέπουν τις αυξήσεις στα εισοδήματα να μην μεταφράζονται σε αυξημένη αγοραστική δύναμη αλλά να εξανεμίζονται, την ώρα που ιδίως η στέγη καθίσταται όλο και πιο απρόσιτη.

Η υπόσχεση μιας εύρυθμης λειτουργίας του κράτους έχει διαψευστεί από μια διαχείριση υποδομών του τύπου «πάμε και όπου βγει» που οδηγεί σε τραγωδίες όπως των Τεμπών, από μια πολιτική προστασία που περιορίζεται στο «112», και βεβαίως από έναν ορυμαγδό σκανδάλων που έχουν κάνει αυτή την κυβέρνηση να έχει ίσως τον μεγαλύτερο αριθμό στελεχών που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έχουν βρεθεί στο στόχαστρο ποινικής διερεύνησης.

Η θεσμικότητα έχει υποκατασταθεί από τη συνεχή χειραγώγηση όλων των θεσμών, από τις Ανεξάρτητες Αρχές έως τη Δικαιοσύνη, που μπορούν να λειτουργήσουν ως αντίβαρο στην κυβερνητική αυθαιρεσία, την ώρα που η διαφθορά αρχίζει να μοιάζει όντως ενδημική. Η προσπάθεια της κυβέρνησης να αλλάξει το «θεσμικό DNA» της χώρας ολοένα και περισσότερο φαντάζει ως απέλπιδα – καθώς ξέρει ότι δεν έχει τώρα και δεν θα έχει στην επόμενη Βουλή την αναγκαία πλειοψηφία για να «συνταγματοποιήσει» την ίδια την παραμονή της στην εξουσία. Και βέβαια έχει να αντιμετωπίσει τη σιωπηλή εξέγερση της «παραδοσιακής δεξιάς» στο εσωτερικό της που ήδη φαίνεται να δίνει απήχηση στις παρεμβάσεις και δυναμική στις πρωτοβουλίες του Αντώνη Σαμαρά,

Όλα αυτά τα βλέπουν οι πολίτες και αυτό αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις, όπου φαίνεται ότι ακόμη και με την αναμενόμενη συσπείρωση που αναλογεί σε μια προεκλογική περίοδο, η Νέα Δημοκρατία δείχνει να μην έχει δυναμική αυτοδυναμίας σε καμία περίπτωση. Και αυτό εξηγεί τα σημάδια πανικού που ήδη δείχνουν.

Βεβαίως, το γεγονός ότι η Νέα Δημοκρατία δεν ελέγχει το πολιτικό αφήγημα, δεν σημαίνει ότι έχει αναδειχτεί, τουλάχιστον ακόμη, ένα αντίπαλο αφήγημα που να εμπνέει την κοινωνία και να διαμορφώνει πλειοψηφική συσπείρωση. Προφανώς είμαστε στην αρχή της προεκλογικής περιόδου, αλλά στην πολιτική όλα αυτά δεν είναι υπόθεση απλώς σταδιακής αύξησης δυνάμεων, αλλά κρίσιμων κόμβων. Η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα πέρασε την πρώτη δοκιμασία που ήταν να δείξει ότι είναι ο αποτελεσματικότερος πόλος αντιπολίτευσης. Όμως, έχει μπροστά της την πιο μεγάλη δοκιμασία που είναι να πείσει ότι έχει όντως ένα εναλλακτικό σχέδιο για τη χώρα, που να είναι ταυτόχρονα ριζοσπαστικό ως προς το μέγεθος των αλλαγών και ρεαλιστικό ως προς τον βηματισμό και την υλοποίησή του. Σε αυτή τη δοκιμασία θα κριθεί τελικά όχι απλώς το αποτέλεσμα των εκλογών αλλά και το μέλλον της χώρας.

Γιατί μπορεί η κυβέρνηση να έχει χάσει σε ένα βαθμό την ψυχραιμία της, αλλά ταυτόχρονα είναι σαφές ότι θα επενδύσει ιδιαίτερα σε μια προεκλογική εκστρατεία γεμάτη διλήμματα και θα προσπαθήσει να συσπειρώσει γύρω της κοινωνικές δυνάμεις και συμφέροντα που δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα στη χώρα, με ορίζοντα τον ενδεχόμενο εκβιασμό «προθύμων» υποστηρικτών της δικής της στρατηγικής.

Και η απάντηση σε αυτό δεν είναι η αποδόμηση του κυβερνητικού «έργου», αλλά πρωτίστως η πρόταση διακυβέρνησης που θα παραπέμπει σε ένα νέο εφικτό όραμα για μια χώρα πιο δίκαιη, έτσι ώστε να διαμορφωθεί πλειοψηφική δυναμική για την αλλαγή. Και τότε ούτε η τοξικότητα, ούτε οι εκβιασμοί θα μπορούν να αποδώσουν.

Πηγή: in