ενημέρωση 3:31, 18 August, 2026

Όταν η Σοφία Λόρεν ζούσε ανάμεσα στους πίνακες του Φράνσις Μπέικον

Με αφορμή την επανακυκλοφορία σπάνιων εικόνων από τη φωτογράφηση της Vogue στη Villa Ponti, ξανανοίγει η ιστορία της εντυπωσιακής συλλογής έργων του Φράνσις Μπέικον που είχαν η Σοφία Λόρεν και ο Κάρλο Πόντι: ένα σπίτι όπου το ιταλικό glamour, η οικογένεια, η αγορά τέχνης και τα παραμορφωμένα σώματα του Μπέικον έζησαν για λίγο μαζί.

Στη φωτογραφία της Vogue, η Σοφία Λόρεν κάθεται σαν να ξέρει ότι ο φακός θα την αγαπήσει πριν ακόμη την κοιτάξει. Δεν χρειάζεται να κάνει πολλά. Το πρόσωπο, τα μαλλιά, το σώμα, η στάση, αυτή η παράξενη βεβαιότητα μιας γυναίκας που δεν ποζάρει απλώς αλλά καταλαμβάνει τον χώρο, αρκούν. Γύρω της, η Villa Ponti: βαριά έπιπλα, μεγάλοι τοίχοι, χρυσοί τόνοι, ιταλική άνεση, το σπίτι ενός ζευγαριού που είχε μάθει να μετατρέπει την ιδιωτική ζωή σε σκηνικό.

Και πίσω της, στον τοίχο, ο Φράνσις Μπέικον.

Όχι σαν διακριτική επιβεβαίωση γούστου. Σαν ενόχληση. Σαν σώμα που αντιστέκεται στο δωμάτιο. Μια μορφή λυγισμένη, παραμορφωμένη, σχεδόν απροστάτευτη, σαν να κουβαλά όλη τη βία που η δημόσια εικόνα της Λόρεν δεν επιτρεπόταν ποτέ να δείξει. Η πιο μυθική Ιταλίδα σταρ, γυναίκα που έγινε σύμβολο ομορφιάς, μητρότητας, επιβίωσης, φτώχειας που νίκησε και θηλυκότητας που δεν απολογείται, ζούσε σε ένα σπίτι όπου στους τοίχους κρέμονταν οι πίνακες ενός ζωγράφου που δεν πίστευε σε καμία αψεγάδιαστη μορφή.

Όταν η Σοφία Λόρεν ζούσε ανάμεσα στους πίνακες του Φράνσις Μπέικον
 Στο εσωτερικό της Villa Ponti, έργα του Φράνσις Μπέικον κρέμονται πάνω από το μπαρ, ανάμεσα σε πίνακες, γυαλικά και αντικείμενα του σπιτιού. Φωτ.: Lord Snowdon / Vogue / Condé Nast Archive

Αυτό είναι το πρώτο ρίγος της ιστορίας. Όχι ότι η Σοφία Λόρεν και ο Κάρλο Πόντι είχαν ακριβά έργα τέχνης. Ούτε ότι ένας μεγάλος παραγωγός του ιταλικού και διεθνούς σινεμά μάζευε μοντέρνα αριστουργήματα. Αλλά ότι η δημόσια εικόνα της Λόρεν, ένα από τα πιο ανθεκτικά σώματα του ευρωπαϊκού glamour, φωτογραφίζεται μέσα σε έναν ιδιωτικό κόσμο όπου η ζωγραφική του Μπέικον χαλάει κάθε υπόσχεση αρμονίας.

 

Οι εικόνες από τη Vogue του Δεκεμβρίου 1970 ξανακυκλοφόρησαν τις τελευταίες ημέρες μέσα από λογαριασμούς τέχνης και κινηματογραφικής μνήμης, σαν μικρό άνοιγμα προς έναν παλιό, σχεδόν απίθανο κόσμο. Η Λόρεν στη Villa Ponti. Ο Κάρλο Πόντι. Οι κήποι. Τα παιδιά. Τα δωμάτια. Οι πίνακες. Και ανάμεσά τους, οι Μπέικον: όχι σαν στολίδι, αλλά σαν σκοτεινή παρουσία σε ένα σπίτι φτιαγμένο για να δείχνει πλήρες.

Πίσω από το viral στιγμιότυπο υπάρχει τεκμηριωμένη ιστορία. Η φωτογράφηση της Vogue από τον Λόρδο Σνόουντον στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Το προφίλ της Nancy Collins στο Vanity Fair το 1991, όπου ο Πόντι μιλά για τη συλλογή του και η Λόρεν υπερασπίζεται τον γάμο, τη ζωή και τον ιδιωτικό της κόσμο. Το ρεπορτάζ του ARTnews το 2007, που ταυτοποιεί τη Λόρεν ως πωλήτρια ενός σημαντικού έργου του Μπέικον στον Christie’s. Και η πώληση του Study for Portrait II, που έπιασε τότε 14,05 εκατομμύρια λίρες και σημείωσε ρεκόρ για τον ζωγράφο.

Πριν από τη δημοπρασία, όμως, υπάρχει το σπίτι.

Η Villa Ponti δεν εμφανίζεται στις σελίδες της Vogue σαν απλή κατοικία διασήμων. Εμφανίζεται σαν ιδιωτικό βασίλειο, ένας χώρος όπου η Λόρεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα σταρ και μητέρα, γυναίκα του Πόντι και κυρία ενός σπιτιού, δημόσια εικόνα και κάποια που μοιάζει, έστω για λίγο, προστατευμένη από τον κόσμο. Κήποι, πέτρα, δωμάτια με βάρος, οικογενειακές σκηνές, μια επίμονη αίσθηση ιταλικής θεατρικότητας. Το σπίτι δεν μοιάζει μόνο φτιαγμένο για να κατοικείται. Μοιάζει φτιαγμένο για να πείθει. Να πείθει ότι η ζωή της Λόρεν και του Πόντι είχε βρει τελικά μορφή.

Στις φωτογραφίες αυτές, η Λόρεν δεν είναι πια η νεαρή γυναίκα που έφτασε από τη φτώχεια της Νάπολης στη Ρώμη, ούτε μόνο η σεξουαλική έκρηξη των πρώτων της ρόλων, ούτε μόνο η παρτενέρ του Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, ούτε μόνο η ηθοποιός που κέρδισε Όσκαρ για την Ατιμασμένη. Είναι κάτι πιο σύνθετο: μια σταρ που έχει περάσει από το σώμα στον θεσμό. Μια γυναίκα της οποίας η δημόσια εικόνα μεγάλωσε τόσο πολύ, ώστε η ίδια μοιάζει πια να κατοικεί μέσα της.

Όταν η Σοφία Λόρεν ζούσε ανάμεσα στους πίνακες του Φράνσις Μπέικον
 Η Villa Ponti ως ιδιωτικό μουσείο: στο σαλόνι, το Van Gogh Going to Work του Φράνσις Μπέικον συνυπάρχει με αρχαιότητες, γλυπτά και αντικείμενα της συλλογής. Φωτ.: Lord Snowdon / Vogue / Condé Nast Archive

Και όμως, αυτό το σπίτι έχει στους τοίχους του Μπέικον.

Ο Κάρλο Πόντι δεν ήταν απλώς ο σύζυγος της Λόρεν. Ήταν ο άνθρωπος που κατάλαβε νωρίς ότι το σώμα της μπορούσε να γίνει κινηματογραφικό γεγονός. Την είδε όταν ήταν ακόμη πολύ νέα, την οργάνωσε, την προστάτευσε, την παρήγαγε, την παντρεύτηκε, την έβαλε σε έναν κόσμο όπου η φτώχεια της Νάπολης μπορούσε να μετατραπεί σε διεθνές glamour. Στη σχέση τους υπήρχε πάντα κάτι που σήμερα διαβάζεται με αμηχανία και ενδιαφέρον μαζί: πατέρας, μέντορας, παραγωγός, εραστής, σύζυγος, διαχειριστής. Η ίδια η Λόρεν, στο Vanity Fair, μιλά για τον Πόντι σαν για τον άνθρωπο που της έδωσε αυτό που χρειαζόταν: πατέρα, σύζυγο, πατέρα για τα παιδιά της. Δεν το λέει σαν θεωρία. Το λέει σαν προσωπική τάξη πραγμάτων.

Ο Πόντι είχε φτιάξει κάτι μεγαλύτερο από μια καριέρα. Ταινίες, χρήματα, σπίτια, συλλογές, επαφές, διεθνές κύρος. Παρήγαγε ταινίες όπως το Doctor Zhivago και το Blow-Up, αλλά παρήγαγε, με έναν τρόπο, και τη δημόσια μυθολογία της Λόρεν. Την προστάτευσε, τη διαχειρίστηκε, την έβαλε στο κέντρο ενός κόσμου όπου η προσωπική ζωή, το σινεμά και η περιουσία δεν χωρίζονταν καθαρά.

Ίσως γι’ αυτό η παρουσία του Μπέικον στους τοίχους της Villa Ponti είναι τόσο ηλεκτρική. Ο άνδρας που παρήγαγε τη μορφή της Λόρεν συνέλεγε τον ζωγράφο που διέλυε τη μορφή.

Στο Vanity Fair του 1991, ο Πόντι φέρεται να λέει ότι είχε τη μεγαλύτερη ιδιωτική συλλογή έργων του Φράνσις Μπέικον στον κόσμο. Η φράση είναι σχεδόν κινηματογραφική, όχι μόνο επειδή αφορά έναν από τους δυσκολότερους και ακριβότερους ζωγράφους του 20ού αιώνα, αλλά επειδή την λέει ένας άνθρωπος που είχε ζήσει παράγοντας εικόνες. Ο Πόντι ήξερε τι σημαίνει πρόσωπο, σώμα, βλέμμα, μύθος. Και όμως, από όλους τους ζωγράφους, μάζευε με πάθος εκείνον που έκανε το ανθρώπινο πρόσωπο να μοιάζει σαν να έχει δεχτεί επίθεση από μέσα.

Το ίδιο προφίλ θυμίζει και το πιο σκοτεινό σκέλος της συλλογής. Το ιταλικό κράτος είχε κατασχέσει έργα τέχνης και περιουσιακά στοιχεία του Πόντι σε υπόθεση που συνδεόταν με φορολογικά και συναλλαγματικά ζητήματα. Χρόνια αργότερα, εκατοντάδες έργα επιστράφηκαν στο ζευγάρι. Η συλλογή, επομένως, δεν ήταν μόνο ιστορία γούστου. Ήταν ιστορία εξουσίας, κράτους, χρήματος, νομικής περιπέτειας, ιδιοκτησίας. Δεν κρεμόταν απλώς στους τοίχους. Είχε περάσει από φακέλους, κατηγορίες, κατασχέσεις, αποθήκες, επιστροφές. Είχε ήδη τη δική της δραματουργία.

Όταν η Σοφία Λόρεν ζούσε ανάμεσα στους πίνακες του Φράνσις Μπέικον
 Francis Bacon, Van Gogh Going to Work, 1957. Το έργο εμφανίζεται στις φωτογραφίες της Villa Ponti και ανήκε στη συλλογή Πόντι-Λόρεν. Credit: The Estate of Francis Bacon

Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, η συλλογή Πόντι-Λόρεν περιλάμβανε περίπου δέκα έργα του Μπέικον: πίνακες από τη σειρά με τους Πάπες, έργα συνδεδεμένα με τον Βαν Γκογκ, αυτοπροσωπογραφίες, τρίπτυχα. Ο Πόντι είχε στην κατοχή του και έργα των Πικάσο, Μπρακ, Καναλέτο, Τζόρτζιο ντε Κίρικο, Μπάρμπαρα Χέπγουορθ και Χένρι Μουρ. Ωστόσο, η φήμη της συλλογής στηριζόταν κυρίως στους Μπέικον.

Αυτό έχει σημασία. Ο Μπέικον δεν είναι ποτέ ουδέτερος μέσα σε ένα δωμάτιο.

Δεν είναι ο πίνακας που λέει απλώς ότι ο ιδιοκτήτης του έχει χρήματα. Δεν είναι το είδος του έργου που επιβεβαιώνει ήσυχα την κοινωνική θέση ενός συλλέκτη. Ο Μπέικον ενοχλεί. Ακόμη και όταν έχει γίνει πια απόλυτο όνομα της αγοράς τέχνης, ακόμη και όταν τα ποσά γύρω από το έργο του ανήκουν στην οικονομία των υπερπλουσίων, η ζωγραφική του δεν γίνεται ποτέ ήσυχη. Τα σώματά του κάθονται σαν να βασανίζονται από την ίδια τους την ύπαρξη. Τα πρόσωπά του δεν κοιτούν απλώς. Παραμορφώνονται καθώς τα κοιτάς. Οι πάπες του δεν είναι πρόσωπα εξουσίας, αλλά μορφές εγκλωβισμένες μέσα σε μια κραυγή που άλλοτε ακούγεται και άλλοτε μένει βουβή.

Γι’ αυτό ο Μπέικον μέσα στη Villa Ponti δεν είναι πολυτελής λεπτομέρεια. Είναι σχεδόν προσβολή στο ντεκόρ.

Η Λόρεν, αντίθετα, υπήρξε για δεκαετίες η δύναμη της μορφής. Όχι της τέλειας μορφής με ψυχρό, αφηρημένο τρόπο, αλλά της μορφής που γίνεται ζωή. Το μεγάλο στόμα, τα μάτια, οι γοφοί, η φωνή, η ναπολιτάνικη καταγωγή, η αίσθηση ότι η ομορφιά της δεν ήταν αγγελική αλλά γήινη, φτιαγμένη από ήλιο, φτώχεια, πείσμα και χιούμορ. Δεν ήταν ψυχρή ευρωπαϊκή κομψότητα. Ήταν κάτι πιο πληθωρικό και πιο επικίνδυνο: το σώμα ως υπόσχεση ότι η ζωή μπορεί να νικήσει την ταπείνωση.

Το Vanity Fair του 1991 την πιάνει σε μια στιγμή όπου αυτή η εικόνα έχει ήδη αλλάξει ηλικία. Είναι 56 ετών, μητέρα, σύζυγος, γυναίκα που προσπαθεί να ξαναμπεί σε ρόλους, να υπερασπιστεί την καριέρα της, να απαντήσει σε ερωτήσεις για το αν ο Πόντι τη βοήθησε ή την περιόρισε. Το προφίλ τη δείχνει περήφανη, αμυντική, θεατρική, μητρική, ελεγχόμενη, με εκείνη την παλιά σταρ συνείδηση ότι η εικόνα δεν πρέπει ποτέ να αφεθεί εντελώς στην τύχη της.

Εκεί η σύγκρουση με τον Μπέικον γίνεται πιο ενδιαφέρουσα. Η Λόρεν προσπαθεί πάντα να κρατήσει μορφή: γάμο, οικογένεια, πρόσωπο, αξιοπρέπεια, ιστορία. Ο Μπέικον ζωγραφίζει τη στιγμή όπου η μορφή δεν αντέχει άλλο.

Όταν η Σοφία Λόρεν ζούσε ανάμεσα στους πίνακες του Φράνσις Μπέικον
 Francis Bacon, Study for Portrait II, 1956. Το έργο πουλήθηκε στον Christie’s το 2007, με το ARTnews να ταυτοποιεί τη Σοφία Λόρεν ως πωλήτρια. Credit: Christie’s / The Estate of Francis Bacon

Αν το δεις έτσι, η Villa Ponti δεν είναι απλώς το σπίτι ενός διάσημου ζευγαριού. Είναι ένα ψυχολογικό πορτρέτο γάμου. Ο Πόντι συλλέγει. Η Λόρεν κατοικεί. Τα παιδιά εμφανίζονται σαν απόδειξη ότι η επιμονή της στην οικογένεια δικαιώθηκε. Τα δωμάτια οργανώνουν μια αφήγηση πληρότητας. Οι πίνακες όμως, ειδικά οι Μπέικον, κρατούν ανοιχτό ένα ρήγμα. Σαν να λένε ότι κάτω από τον μύθο υπάρχει πάντα κάτι που δεν εξημερώνεται.

Αυτό το ρήγμα δεν ακυρώνει τη Λόρεν. Την κάνει πιο ενδιαφέρουσα. Γιατί η Σοφία Λόρεν δεν υπήρξε ποτέ μόνο μια ωραία γυναίκα. Η ομορφιά της κουβαλούσε από την αρχή κάτι επιζών. Γεννήθηκε ως Sofia Scicolone, παιδί εκτός γάμου, μεγάλωσε με τη στέρηση, πέρασε από την ταπείνωση της φτώχειας, έμαθε να μετατρέπει την ανάγκη σε παρουσία. Η δημόσια εικόνα της ήταν τόσο δυνατή γιατί δεν έμοιαζε να προέρχεται από ασφάλεια. Έμοιαζε να έχει κατακτηθεί.

Ίσως γι’ αυτό μπορούσε να σταθεί δίπλα στον Μπέικον χωρίς να εξαφανιστεί. Μια πιο άψυχη, πιο προστατευμένη ομορφιά θα κατέρρεε δίπλα του. Η Λόρεν όμως έχει κάτι που αντέχει την παραμόρφωση, ακόμη και όταν η εικόνα της δείχνει αψεγάδιαστη. Δεν είναι πορσελάνη. Είναι σάρκα που έμαθε να παίζει τον μύθο της.

Ο Μπέικον, από την άλλη, δεν ζωγραφίζει απλώς άσχημα σώματα. Ζωγραφίζει σώματα μετά την αποκάλυψη ότι καμία δημόσια μορφή δεν μας σώζει. Ζωγραφίζει τον άνθρωπο όταν η εξουσία, ο πόθος, ο φόβος, η μοναξιά και η βιολογία γίνονται ένα. Γι’ αυτό οι πίνακές του δεν μοιάζουν καθόλου ξένοι προς έναν κόσμο σαν της Villa Ponti. Αντιθέτως, μοιάζουν σαν το ασυνείδητό της. Το λαμπρό σπίτι έχει στους τοίχους του αυτό που δεν μπορεί να πει με τα έπιπλα, τα φορέματα, τις φωτογραφίσεις και τις οικογενειακές πόζες.

Η τέχνη, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν είναι γούστο. Είναι σύμπτωμα.

Το 2007, ένα από αυτά τα συμπτώματα βγήκε προς πώληση.

Το Study for Portrait II, έργο του 1956 από τη σειρά των έργων του Μπέικον με Πάπες, παρουσιάστηκε στον Christie’s στο Λονδίνο ως ένα από τα σημαντικότερα έργα της σειράς που είχαν εμφανιστεί στην αγορά. Το ARTnews έγραψε τότε ότι πωλήτρια ήταν η Σοφία Λόρεν και συνέδεσε ευθέως την ιδιοκτησία του έργου με τη συλλογή του Κάρλο Πόντι, ο οποίος είχε πεθάνει λίγες ημέρες αφότου ο Christie’s ανακοίνωσε την πώληση.

Το έργο είχε μια δική του διαδρομή μισής ορατότητας. Ο κατάλογος της δημοπρασίας σημείωνε ότι είχε να παρουσιαστεί δημόσια από το 1963, όμως το ARTnews επισήμανε ότι είχε εκτεθεί το 1983 στην Πινακοθήκη Μπρέρα του Μιλάνου, σε έκθεση έργων του Μπέικον και του Τζορτζ Γκρος. Εκεί, στις καταχωρίσεις, η προέλευση αναφερόταν ως συλλογή Ponti-Loren. Δεν ήταν, λοιπόν, ένας πίνακας που απλώς πέρασε κάποτε από τα χέρια τους. Ανήκε στο βαθύτερο σώμα της συλλογής.

Όταν η Σοφία Λόρεν ζούσε ανάμεσα στους πίνακες του Φράνσις Μπέικον
 Francis Bacon, Seated Figure on Couch, 1962. Ένα από τα έργα που εμφανίζονται στις φωτογραφίες της Villa Ponti.

Η δημοπρασία του Christie’s το μετέτρεψε σε δημόσιο γεγονός. Ο πίνακας πουλήθηκε για 14,05 εκατομμύρια λίρες, περίπου 27,5 εκατομμύρια δολάρια τότε, σημειώνοντας νέο ρεκόρ για τον Μπέικον. Αγοραστής, σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εποχής, ήταν ο Andrew Fabricant για λογαριασμό της Richard Gray Gallery. Από εκεί και πέρα, η γλώσσα αλλάζει: εκτίμηση, τιμή ασφαλείας, χτύπημα, αγοραστής, ρεκόρ. Το έργο παύει να είναι σκοτεινός συγκάτοικος ενός ιδιωτικού σπιτιού και γίνεται αριθμός, είδηση, απόδειξη αξίας.

Και όμως, ακόμη κι εδώ, το πιο ενδιαφέρον δεν είναι το ποσό. Είναι η αποκόλληση. Ένας πίνακας που είχε υπάρξει μέσα σε έναν κόσμο οικογενειακής μυθολογίας, ανάμεσα σε γεύματα, έπιπλα, παιδιά, φορέματα, βλέμματα, σαλόνια, σιωπές και ιδιωτικές διαδρομές, φεύγει από τον τοίχο και περνά σε άλλη κυκλοφορία. Από το σπίτι στην αίθουσα δημοπρασιών. Από την ιδιωτική ένταση στο διεθνές ρεκόρ. Από το βλέμμα της Λόρεν στον αριθμό της αγοράς.

Αυτό είναι συχνά το τέλος τέτοιων σπιτιών. Κάποτε τα αντικείμενα που κρατούσαν ενωμένο τον μύθο αρχίζουν να φεύγουν. Πίνακες, κοσμήματα, έπιπλα, φωτογραφίες, φορέματα, αρχεία. Ό,τι ήταν ατμόσφαιρα γίνεται προέλευση. Ό,τι ήταν καθημερινότητα γίνεται αριθμός καταλόγου. Ό,τι ήταν σκηνικό ζωής γίνεται υλικό για δημοπρασία.

Η Villa Ponti, στις φωτογραφίες της Vogue, μοιάζει ακόμη ακέραιη γιατί δεν ξέρει το μέλλον της. Δεν ξέρει ότι έργα θα κατασχεθούν και θα επιστραφούν. Δεν ξέρει ότι ο Πόντι θα πεθάνει και λίγες ημέρες μετά μια πώληση θα συνδέσει ξανά το όνομά του με τον Μπέικον. Δεν ξέρει ότι η εικόνα της Λόρεν δίπλα στους πίνακες θα ξανακυκλοφορήσει μισό αιώνα αργότερα στα social media, αποκομμένη από τη ζωή που τη γέννησε, έτοιμη να γίνει ξανά γοητευτική, ξανά μυστηριώδης, ξανά αξιοποιήσιμη.

Οι εικόνες όμως ξέρουν κάτι που τα σπίτια δεν ξέρουν: πώς να επιβιώνουν όταν το σπίτι έχει τελειώσει.

Όταν η Σοφία Λόρεν ζούσε ανάμεσα στους πίνακες του Φράνσις Μπέικον
 Η Σοφία Λόρεν στους κήπους της Villa Ponti, στη φωτογράφηση της Vogue του 1970. Φωτ.: Lord Snowdon / Vogue / Condé Nast Archive

Γι’ αυτό η ιστορία της Σοφίας Λόρεν, του Κάρλο Πόντι και των έργων του Μπέικον στη Villa Ponti δεν είναι ένα μικρό επεισόδιο ανάμεσα σε σινεμά και αγορά τέχνης. Είναι μια εικόνα για το πώς ο ευρωπαϊκός 20ός αιώνας έμαθε να βάζει την ομορφιά και τη βία στο ίδιο δωμάτιο. Από τη μία, η σταρ που ενσάρκωσε μια Μεσόγειο αφθονίας, πόθου, μητρότητας και λαϊκής αντοχής. Από την άλλη, ο ζωγράφος που πήρε το ανθρώπινο σώμα και το έδειξε χωρίς τις προστατευτικές αφηγήσεις του. Στη μέση, ο Πόντι: παραγωγός, σύζυγος, συλλέκτης, άνθρωπος που ήξερε ότι οι εικόνες δεν αρκεί να υπάρχουν. Πρέπει να οργανωθούν, να προστατευτούν, να αποκτήσουν αξία.

Αυτό που μένει είναι η σκηνή. Η Λόρεν, καθισμένη ή όρθια μέσα στο σπίτι της, να κοιτάζει τον φακό. Ο Μπέικον πίσω της να χαλάει τη σιωπή του δωματίου. Η Villa Ponti να προσπαθεί να πείσει ότι η ζωή μπορεί να γίνει όμορφη, τακτοποιημένη, πλήρης. Και η ζωγραφική να υπενθυμίζει ότι η μορφή πάντα τρέμει.

Ίσως γι’ αυτό αυτές οι εικόνες επιστρέφουν τώρα με τόση δύναμη. Όχι μόνο επειδή η Σοφία Λόρεν παραμένει ένα από τα τελευταία μεγάλα πρόσωπα ενός παλιού σινεμά. Όχι μόνο επειδή ο Μπέικον είναι σήμερα ένα από τα πιο βαριά ονόματα της αγοράς τέχνης. Αλλά επειδή μέσα σε αυτές τις φωτογραφίες υπάρχει κάτι που αναγνωρίζουμε αμέσως: η προσπάθεια μιας ζωής να εμφανιστεί ολοκληρωμένη, ενώ στους τοίχους της κρέμεται ήδη η απόδειξη ότι τίποτα δεν είναι.

Η Villa Ponti ήταν ένα σπίτι με κήπους, παιδιά, φως, τέχνη και μυθολογία. Αλλά στους τοίχους υπήρχε ο Μπέικον. Και αυτό αρκεί για να αλλάξει όλη την εικόνα. Γιατί κάτω από κάθε τέλεια φωτογραφία υπάρχει πάντα ένα σώμα που δεν χωράει στο κάδρο. Και ο Μπέικον, στο σπίτι της Σοφίας Λόρεν, ήταν εκεί για να το θυμίζει.

Πηγή: lifo

ΕΛΑΣ - το μανιφέστο, το όνομα και η σημασία του για τον δημοκρατικό χώρο

Ο Αλέξης Τσίπρας έκανε το πρώτο κρίσιμο βήμα. Και το όνομα συμπυκνώνει τη στρατηγική που επιλέγει για την ανασύνθεση του δημοκρατικού χώρου

Στην πολιτική όπως και στη ζωή τα ονόματα μετράνε. Ακόμη περισσότερο μετράει το εάν ανταποκρίνεσαι όντως σε αυτό στο οποίο παραπέμπει το όνομά που επιλέγεις. Ή, τουλάχιστον, το να έχεις επίγνωση των δεσμεύσεων και της ευθύνης που το όνομα που διαλέγεις συνεπάγεται.

Ο Αλέξης Τσίπρας διέψευσε όλους εκείνους που πίστεψαν ότι το όνομα που θα διάλεγε για τη νέα προσπάθεια που τώρα απλώς ξεκινά και επίσημα – γιατί όλοι ξέρουμε ότι η πραγματική πολιτική δουλειά σε όλη την Ελλάδα έχει ξεκινήσει εδώ και πολύ καιρό – θα ήταν ένα «υπερβατικό» όνομα που δεν θα παρέπεμπε σε κάποια ιδεολογική και πολιτική κατεύθυνση, ή ένα όνομα που θα ήταν μια «μεταφορά» για αυτό που προσπαθεί να κάνει (θυμηθείτε πόσο είχε ακουστεί και η Ιθάκη κι η Πυξίδα). Αντιθέτως, επιλέγει ένα όνομα που αποτυπώνει ακριβώς αυτό που θέλει να κάνει.

Γιατί όταν έχει πει ότι έχει δυο χρώματα, το γαλάζιο της πατρίδας και το κόκκινο των αγώνων, τότε έπρεπε και η Ελλάδα να βρει θέση στο όνομα και η Αριστερά. Δηλαδή, να μην αποσιωποιηθεί ούτε η ανάγκη για έναν νέο πατριωτισμό, ούτε και το γεγονός ότι δεν είμαστε στο «τέλος των ιδεολογιών» και μέσα στην κοινωνία εξακολουθούν να υπάρχουν διαχωριστικές γραμμές, πολιτικές και ιδεολογικές, ανάμεσα στην αριστερά και τη δεξιά.

Και βέβαια όταν προτείνει ότι πρέπει να συναντηθούν στο σχέδιο για μια νέα Μεταπολίτευση όλα τα ρεύματα της δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης, δηλαδή η σοσιαλδημοκρατία, η ριζοσπαστική αριστερά και η πολιτική οικολογία δεν θα μπορούσε να λείπει και η συμπαράταξη, ακριβώς για να υπογραμμίσει ότι είναι μια συνάντηση και μια διαδικασία ανασύνθεσης.

Όσο για το ΕΛΑΣ, πάλι εξυπηρετεί τη στρατηγική που διάλεξε ο Αλέξης Τσίπρας. Γιατί επιστρέφει στην κορυφαία στιγμή της ελληνικής δημοκρατικής και προοδευτικής παράταξης, στην εποποιία του ΕΑΜ , του ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ, τότε που η αριστερά, κομμουνιστική και μη, ενώθηκε μαζί με ανθρώπους που ερχόταν από την παράδοση του βενιζελισμού, σε ένα εγχείρημα που κατάφερε να ενώσει και να σώσει τον λαό.

Προφανώς και ένα κόμμα δεν κρίνεται μόνο από τους συμβολισμούς του ονόματος, αλλά από αυτό που λέει και προτείνει. Και όσο και εάν ισχύει ότι μια αρχική διακήρυξη εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να απαντήσει τα πάντα, εντούτοις ο Αλέξης Τσίπρας κατάφερε να πει πολλά με αυτή την παρουσίαση.

Καταρχάς θύμισε μια μεγάλη αλήθεια: η δημοκρατική και προοδευτική πολιτική δεν είναι κάτι που κάποιοι σκέφτονται σε ένα γραφείο, ούτε πρόκειται για την εξειδίκευση κάποιων αφηρημένων αξιών. Οφείλει να προκύπτει από ανάγκες, τις αγωνίες και τους αγώνες του ίδιου του λαού και όλων των αιτημάτων, αλλά και των οραμάτων που αναδύονται εκεί. Δηλαδή, οφείλει να είναι μια πολιτική «από τα κάτω» ουσιωδώς: να εκπροσωπεί τους από κάτω» αλλά και να μπορεί να καθιστά τους «από κάτω» συμμέτοχους και συνυπεύθυνους σε αυτή τη μεγάλη προσπάθεια.

Έπειτα σκιαγράφησε τις μεγάλες αλλαγές πολιτικής που χρειάζονται, ώστε η δικαιοσύνη και η δημοκρατία να επιστρέψουν στην ελληνική πολιτική ζωή, συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο που θα σταματήσει τη σημερινή καθοδική πορεία και τον κίνδυνο να βρεθούμε στον πάτο των δεικτών πραγματικής σύγκλισης και ουσιαστικά στο περιθώριο των ευρωπαϊκών εξελίξεων, συναγωνιζόμενοι χώρες όπως η Βουλγαρία. Ούτε παρέλειψε να πει αυτά που θα έπρεπε και η τωρινή κυβέρνηση να υπογραμμίσει, όπως για παράδειγμα ότι γενοκτονία κάνει η κυβέρνηση του Ισραήλ στη Γάζα, μια κυβέρνηση που υπουργοί της ελληνικής κυβέρνησης δεν παραλείπουν να εξυμνήσουν.

Και βέβαια είπε, με τον δικό του τρόπο, ότι ως προς τον κόσμο της δημοκρατικής παράταξης, τους εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που αναζητούν μια πραγματικά προοδευτική πολιτική απέναντι στις καταστροφικές επιλογές της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, τους ανθρώπους της καθημερινής αγωνίας και του καθημερινού αγώνα «κανείς δεν περισσεύει», ζητώντας τους πολύ απλά να γίνουν μέλη της νέας προσπάθειας.

Πάνω από όλα απάντησε σε όσους τον θέλουν είτε να κάνει προσπάθεια να γυρίσει ο χρόνος πίσω στην περασμένη δεκαετία, είτε να επιχειρεί ένα rebranding σε μια πιο «συστημική» εκδοχή. Και απάντησε δείχνοντας ότι εξακολουθεί να βλέπει τη μεγάλη εικόνα των τεράστιων κοινωνικών ανισοτήτων, της οικολογικής καταστροφής, των γεωπολιτικών κινδύνων και της υπονόμευσης της δημοκρατίας σε παγκόσμια κλίμακα, ότι καταλαβαίνει τις μεγάλες διαιρέσεις, ότι αντιλαμβάνεται την ανάγκη για βαθιές προοδευτικές τομές και μέτρα που να μπορούν να κάνουν τη ζωή των πολιτών καλύτερη και ότι επιμένει σε μια αντίληψη της πολιτικής που συνδυάζει τον ρεαλισμό και την επίγνωση των δυσκολιών της διακυβέρνησης, με την επιμονή ότι η εξουσία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο για να πάει πραγματικά η κοινωνία μπροστά.

Ο Αλέξης Τσίπρας του 2026 δεν είναι ο Αλέξης Τσίπρας του 2015. Και έτσι πρέπει. Άλλες οι απαιτήσεις σε μια κοινωνία που ήταν σε εξέγερση ενάντια στα Μνημόνια, τη χειρότερη στιγμή της «Ενωμένης Ευρώπης», άλλες οι απαιτήσεις σήμερα, μετά από επτά σχεδόν χρόνια διακυβέρνησης από το σύστημα εξουσίας του Κυριάκου Μητσοτάκη, με την συστηματική περιφρόνηση των θεσμών, την έκρηξη των ανισοτήτων, αλλά και τη δυσπιστία των πολιτών για τη δυνατότητα να αλλάξουν τα πράγματα.

Προφανώς και δεν έχει αλλάξει κάτι ως προς τον αξιακό του πυρήνα, άνθρωπος της αριστεράς και της δημοκρατικής παράταξης παραμένει και όποιος άκουσε την ομιλία θα μπορούσε να αναγνωρίσει τον παλιό «καταληψία» αλλά και τον άνθρωπο που έπεισε μια κοινωνία να υψώσει το ανάστημά της στο Δημοψήφισμα. Όμως, μετά την εμπειρία της διακυβέρνησης αλλά και της αντιπολίτευσης, αλλά και μετά τον αναστοχασμό που αποτυπώθηκε στην «Ιθάκη», προσπαθεί να αντιμετωπίσει την εξουσία με πιο ώριμο τρόπο, χωρίς να την αντιλαμβάνεται ως τρόπαιο και μην ξεχνώντας ότι στην προοδευτική πολιτική τη διαφορά την κάνει η λαϊκή κινητοποίηση και πόσο θέλουν να βάλουν πλάτη οι άνθρωποι για «να γυρίσει ο ήλιος». Γιατί αντιλαμβάνεται ότι για να διαμορφωθεί ο πολιτικός και εκλογικός συσχετισμός που θα φέρει την πολιτική αλλαγή (και άρα, όπως τόνισε, την αλλαγή πολιτικής) θα πρέπει να αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως κάτι πολύ παραπάνω από απλούς ψηφοφόρους.

Και από ό,τι φάνηκε από το πλήθος που συγκεντρώθηκε στο Θησείο, είναι πολλές και πολλοί αυτοί που ανταποκρίνονται και θέλουν να βοηθήσουν. Και ίσως αυτό, τελικά, να είναι και το πιο σημαντικό.

Πηγή: in

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Η ΕΛΑΣ του Τσίπρα βγαίνει μπροστά γιατί την Ελλάδα 2.0 του Μητσοτάκη ο λαός την πλήρωσε και την πληρώνει ακριβά

Ο Μητσοτάκης πήγε να ξορκίσει με «pass» τον ερχομό Τσίπρα, αλλά ο τελευταίος ανακοίνωσε την ΕΛΑΣ και ο στόχος του Κυριάκου είναι να φύγεις, αλλού να πας

Αγαπημένοι μου συγκάτοικοι στην τρέλα και στην παρακμή, αγαπημένα μου golden boys, αδικημένοι μου μικροαστοί, φτωχοί μου προλετάριοι, είχαμε τα γεννητούρια του νέου κόμματος χθες και το πολιτικό σκηνικό αλλάζει άρδην. Με τούτα και με εκείνα μέσα σε μία εβδομάδα η πολιτική παλέτα εμπλουτίστηκε με δύο νέα κόμματα που ήδη στις πρώτες δημοσκοπήσεις παίζουν γερά. Αυτό αγαπημένοι μου σημαίνει πως το πολιτικό θερμόμετρο θα ανεβαίνει σιγά, σιγά. Εγώ σκέφτομαι πάλι τα κανάλια που θα πρέπει να προσθέσουν καρέκλες στα πάνελ τους, μιας και οι υπάρχουσες δεν θα φτάνουν! Μαθαίνω πάντως ότι στο Μαξίμου αρχίζουν να προβληματίζονται από τις δημοσκοπήσεις και ειδικά τις κρυφές καθώς τα νέα για τη γαλάζια παράταξη δεν είναι καλά…

Η ελπίδα επιστρέφει

Με μία μικρή … ανορθογραφία ο στίχος «ΕΛΑΣ, ΕΛΑΣ τι θα γίνει φίλε μου με εμάς;» ταιριάζει στην περίσταση. Νομίζω ότι χθες το βράδυ ο κ. Αλέξης Τσίπρας απάντησε στο … διαχρονικό ερώτημα του Βασίλη Παπακωνσταντίνου! Στο Θησείο σε μία συγκέντρωση – σαφώς μεγαλύτερη από τα δεδομένα του συγκεκριμένου χώρου – ο ιδρυτής της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης με μία – οφείλω να ομολογήσω – σκληρή ομιλία, έδωσε ένα σαφές περίγραμμα των πολιτικών του … προθέσεων! Περιέγραψε με τα μελανότερα χρώματα την κατάσταση που βιώνει το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας – στο οποίο απευθύνθηκε και προσπάθησε να του δώσει ελπίδα και να το αποτρέψει – ενδεχομένως από την αποχή!

Στους αποκλεισμένους…

Ηταν εξαιρετικά αιχμηρός απέναντι στην κυβέρνηση του πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη, θυμίζοντας «τον βίο και την πολιτεία της» και δείχνοντας ότι αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η πρώτη θέση στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Διαλύοντας έτσι και την σχετική «φιλολογία» για την μάχη της δεύτερης θέσης. Και φυσικά ήταν απαξιωτικός απέναντι και στο ΠΑΣΟΚ. Ηταν σύντομη, αλλά σφοδρή η επίθεση απέναντι του. Τόνισε μάλιστα χαρακτηριστικά τα δάνεια που – μαζί με τη Νέα Δημοκρατία οφείλουν και την εξάρτηση που έχουν από τις τράπεζες! Απευθύνθηκε στο «κάτω μέρος» της κοινωνίας που βρίσκεται «στην απ΄ έξω». Και στην ομιλία του βρήκα τουλάχιστον δύο «επιρροές» από τον Γιάννη Ρίτσο!

Εκαναν τον αδιάφορο

Επί μέρες, λοιπόν, το σύστημα του Μεγάρου Μαξίμου διέρρεε απαξιωτικές αναφορές για τη νέα πολιτική κίνηση του πρώην πρωθυπουργού κ. Αλέξη Τσίπρα. Ολο το σύστημα σαν … «ντουντούκα» ένα πράγμα! Χθες όμως, την ημέρα που ο κ. Τσίπρας έκανε την ομιλία του στο Θησείο και τις ανακοινώσεις του, το πήραν αλλιώς! Ας τα πάρουμε από την αρχή. Πρώτον, συνεδρίασε το υπουργικό συμβούλιο για να ανακοινώσει ο κ. Μητσοτάκης τις ίσες αμοιβές ανδρών και γυναικών – και παράλληλα έκανε λόγο για «πολιτική βαβέλ τα νέα κόμματα» – και να μοιράσει νέα pass.

Το μισό υπουργικό συμβούλιο «εν χορώ»

Εν συνεχεία, έκαναν δηλώσεις ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κ. Κωστής Χατζηδάκης – σχετικά με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και την … ΔΕΗ! – ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Παύλος Μαρινάκης, που επαναλαμβάνει ως … κασέτα όσα έλεγαν πριν από δέκα χρόνια, η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων κυρία Νίκη Κεραμέως σχετικά με τις συντάξεις χηρείας, ο άτυπος υφυπουργός Εξωτερικών κ. Τάσος Χατζηβασιλείου σχετικά με την Τουρκία και ο υπουργός Επικρατείας κ. Ακης Σκέρτσος σχετικά με την συνέπεια λόγων και έργων. Σκεφτείτε να τους … ενδιέφερε κιόλας τι θα έκαναν! Κι η πλάκα είναι πως οι «κυβερνητικές πηγές» μετά από την ομιλία του κ. Τσίπρα μιλούσαν για … «τοξικό λόγο»! Θα το συνηθίσουν….

«Πυρά» από τον κ. Καραμανλή

Και δεν είναι μόνο αυτό. Χθες μιλούσε και ο πρώην πρωθυπουργός κ. Κώστας Καραμανλής σε εκδήλωση βιβλιοπαρουσίασης – για το βιβλίο των κκ Κωνσταντίνου Αρβανιτόπουλου και Κωνσταντίνου Φίλη. Εκεί, λοιπόν, ο κ. Καραμανλής – παρόντων των κκ Ευάγγελου Μειμαράκη και Αντώνη Σαμαρά, μεταξύ των άλλων – ο πρώην πρωθυπουργός ήταν καταπέλτης! Τόνισε μεταξύ των άλλων ότι «όταν οι πληροφορίες εξυπηρετούν κατεστημένα συμφέροντα ή καταντούν απροκάλυπτη απόπειρα χειραγώγησης, η Δημοκρατία πλήττεται. Παράνομες ή τυπικά νομιμοφανείς παρακολουθήσεις πλήττουν επίσης τη Δημοκρατία. Το μεγαλύτερο ίσως πλήγμα είναι η διευρυνόμενη βεβαιότητα της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών ότι οι θεσμοί, πρωτίστως μάλιστα η Δικαιοσύνη ως το θεμέλιο της ελεύθερης και δημοκρατικής κοινωνίας, χειραγωγούνται». Δηλαδή για το κάνω πιο … λιανά, ο κ. Καραμανλής σχετικά με τα κεντρικά θέματα της συγκυρίας, τοποθετήθηκε και για τις υποκλοπές, αλλά και τα … δρώμενα στη Δικαιοσύνη, που είναι δηλωτικά μιας κατάστασης που έχει πλέον … κακοφορμίσει!

 Το ΠΑΣΟΚ σε παραζάλη

Στην Χαριλάου Τρικούπη είναι «τσιτωμένοι» σαν τις … γάτες! Χθες ο εκπρόσωπος τύπου του ΠΑΣΟΚ φρόντισε προκαταβολικά να «την πέσει» στον κ. Τσίπρα – μπορεί να είδε … όνειρο! Η απάντηση όμως δεν έχει καμία σχέση με το πολιτικό … savoir vivre. Ηταν μετωπική και δεν άφηνε κανένα περιθώριο παρερμηνειών! Επειδή τα … παλιά χρόνια το ΠΑΣΟΚ ήταν μέρος του «αντισυριζέικου κινήματος» φαίνεται πως αποφάσισε να «παπαγαλίσει» την σημερινή κριτική της Νέας δημοκρατίας. Και να επαναλάβει τα όσα έλεγε τότε. Και πήρε την απάντηση! Προβλέπω ότι οι σχέσεις της Λεωφόρου Αμαλίας με την Χαριλάου Τρικούπη θα … «δοκιμαστούν» πολύ έως πάρα πολύ στο επόμενο διάστημα. Δεν γνωρίζω τι «αναχώματα» διαθέτει ο κ. Νίκος Ανδρουλάκης και πως θα διαχειριστεί τις «δύο ψυχές» του ΠΑΣΟΚ – o κ. Μητσοτάκης έκανε κριτική στο ΠΑΣΟΚ για αντιθεσμική συμπεριφορά, διότι ψήφισε παρών στη Βουλή για την τρίτη θητεία του κ. Γιάννη Στουρνάρα στη Τράπεζα της Ελλάδος. Είναι θέμα χρόνου οι «δύο ψυχές» να αρχίσουν να συγκρούονται….

Δύο νέα casus belli

Δεν υπάρχει μέρα στα ΜΜΕ του Ισραήλ χωρίς αναφορές στη σύγκρουση με την Τουρκία με προσδιορισμένο χρονικό ορίζοντα το τέλος του πολέμου με το Ιράν

Δεν υπάρχει μέρα στα ΜΜΕ του Ισραήλ χωρίς αναφορές στη σύγκρουση με την Τουρκία με προσδιορισμένο χρονικό ορίζοντα το τέλος του πολέμου με το Ιράν. Ο εμφύλιος πόλεμος που άρχισε την άνοιξη του 2011 και τελείωσε με την ανατροπή του Ασαντ στα τέλη του 2024 άνοιξε τον δρόμο για τη μετατροπή της Συρίας σε σουνιτικό προτεκτοράτο με υπεργολάβο του Ερντογάν τους μεταλλαγμένους τζιχαντιστές του Τζολάνι.

Λίγες βδομάδες μετά την πτώση της Δαμασκού, το Ισραήλ με πυκνούς βομβαρδισμούς ξήλωσε την αμυντική υποδομή που είχε κατασκευάσει το καθεστώς Ασαντ και έπαιρνε υπό την προστασία του τους Δρούζους. Σχεδόν ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ επέβαλαν στη Δαμασκό και στους Κούρδους της Συρίας εκεχειρία και συμφωνία ενσωμάτωσης στον νέο κρατικό μηχανισμό που δεν εφαρμόσθηκε ποτέ.

Από τις πρώτες μέρες μετά την πτώση του Ασαντ, το Ισραήλ και η Τουρκία βρέθηκαν απέναντι, έχοντας διατυπώσει δύο casus belli. Το Ισραήλ έθεσε βέτο στη μόνιμη εγκατάσταση στη Συρία τουρκικών βάσεων και ταυτόχρονα πρόβαλλε ως προστάτης των Κούρδων και των Δρούζων, αλλά και των Χριστιανών και των Αλαουιτών.

Η Τουρκία βάζει βέτο σε οποιαδήποτε φόρμουλα αυτονομίας των Κούρδων και προωθεί ισχυρή κυβέρνηση στη Δαμασκό, ενώ το Ισραήλ στηρίζει τη μετατροπή της Συρίας σε χαλαρή συνομοσπονδία. Χωρίς τον έλεγχο της Συρίας, η Τουρκία βλέπει τις μεσανατολικές φιλοδοξίες της να συρρικνώνονται και κυρίως δεν μπορεί να στηρίξει εκστρατεία μεγάλης κλίμακας κατά των Κούρδων.

Ο πόλεμος των 12 ημερών πριν από έναν χρόνο και στη συνέχεια η επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου πάγωσαν το μέτωπο της Συρίας, καθώς στην Αγκυρα γνωρίζουν ότι κάθε κίνηση μεγάλης κλίμακας των τουρκικών δυνάμεων θα διαβαζόταν στην Ουάσινγκτον ως στήριξη του Ιράν.

Από τα παραπάνω προβάλλει ξεκάθαρα πόσο δύσκολος, αν όχι αδύνατος, είναι ένας συμβιβασμός μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας με εγγυητή τις ΗΠΑ. Η πτώση του καθεστώτος Ασαντ έφερε στο προσκήνιο την άμεση χερσαία γειτνίαση Τουρκίας – Ισραήλ, ένα σενάριο που θεωρείται σοβαρός κίνδυνος για την ασφάλεια του Τελ Αβίβ.

Οσο η Συρία ήταν δορυφόρος του Ιράν, υπήρχε μια ενδιάμεση χώρα που είχε μετατραπεί σε πεδίο σύγκρουσης Ισραήλ – Τεχεράνης. Ακόμα και ως στατικός πόλεμος φθοράς στην επικράτεια της Συρίας, μια σύγκρουση Ισραήλ – Τουρκίας θα απειλεί την όποια σταθερότητα θα έχει αρχίσει να διαμορφώνεται στην ευρύτερη περιοχή μετά τον τερματισμό του πολέμου ΗΠΑ – Ιράν.

Τα παραπάνω αθροιστικά συνιστούν και μια μεγάλη εσωτερική πρόκληση για τον Ερντογάν που ονειρεύτηκε τη νεκρανάσταση του Χαλιφάτου με πρώτο σταθμό τη Δαμασκό. Η Συρία, όπως τη φαντάζεται ο Ερντογάν, αποτελεί μεγαλύτερο κίνδυνο για το Ισραήλ από ό,τι υπήρξε επί Ασαντ.

Πηγή: efsyn

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0