ενημέρωση 6:28, 17 July, 2026

Οι ΗΠΑ απέκτησαν αντιδορυφορικό όπλο ηλεκτρομαγνητικού πολέμου

Το Meadowlands εκπέμπει ηλεκτρομαγνητικά σήματα που δημιουργούν παρεμβολές σε εχθρικούς δορυφόρους. Το όπλο έχει ήδη χρησιμοποιηθεί στο Ιράν.

Καθώς ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός επεκτείνεται στο Διάστημα, η αμερικανική Δύναμη Διαστήματος ανακοίνωσε ότι έθεσε σε επιχειρησιακή ετοιμότητα ένα επίγειο όπλο ηλεκτρονικού πολέμου που δημιουργεί παρεμβολές σε εχθρικούς δορυφόρου σε ύψος εκατοντάδων χιλιομέτρων.

Το σύστημα Meadowlands, το οποίο αναπτύχθηκε για τον αμερικανικό στρατό από την εταιρεία L3 Harris, περιλαμβάνει έναν πομπό σε σχήμα δορυφορικού πιάτου, τοποθετημένη στην κορυφή μιας ρυμουλκούμενης πλατφόρμας, κάτι που σημαίνει ότι το σύστημα μπορεί πιθανότατα να μεταφέρεται με χερσαία οχήματα ή αεροπλάνα σε περιοχές πάνω από τις οποίες διέρχονται εχθρικοί δορυφόροι.

Το Medowlands είναι σχεδιασμένο να εκπέμπει ηλεκτρομαγνητικά κύματα που παρεμβάλλονται στα σήματα εχθρικών δορυφόρων και εμποδίζουν την επικοινωνία τους με επίγειους σταθμούς.

Όπως το θέτει η Δύναμη Διαστήματος σε ανακοίνωσή της, το νέο όπλο προσφέρει στον αμερικανικό στρατό «μια ισχυρή εργαλειοθήκη για κυριαρχία στο ηλεκτρομαγνητικό φάσμα».

Σύμφωνα με το Space.com, ο φετινός προϋπολογισμός του Πενταγώνου προέβλεπε κονδύλι 470 εκατ. ευρώ για την ανάπτυξη του Medowlands και την εκπαίδευση των χειριστών του.

Η ηγεσία της Δύναμης Διαστήματος έχει επανειλημμένα τονίσει ότι τέτοιου είδους συστήματα αποτελούν βασικό στοιχείο της σημερινής πολιτικής του αμερικανικού στρατού για τον διαστημικό πόλεμο.

«Η συνεχής επένδυση της Δύναμης Διαστήματος σε συστήματα ηλεκτρομαγνητικού πολέμου, λογισμικό και προηγμένη εκπαίδευση είναι ζωτικής σημασίας για τον σύγχρονο πόλεμο», δήλωσε συνταγματάρχης Άντζελο Φερνάντες, διοικητής της μονάδας διαστημικού ηλεκτρομαγνητικού πολέμου.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, τα όπλα αυτού του είδους έπαιξαν κεντρικό ρόλο στην επιχείρηση Midnight Hammer που χτύπησε πυρηνικές εγκαταστάσεις στο Ιράν τον Ιούνιο του 2025.

Στη διάρκεια της επιχείρησης, «οι ειδικοί στον ηλεκτρομαγνητικό πόλεμο δημιούργησαν με επιτυχία μια ζώνη ηλεκτρομαγνητικής σιγής, διασφαλίζοντας την ασφαλή είσοδο και έξοδο των βομβαρδιστικών αεροσκαφών από την περιοχή επιχειρήσεων, ενώ παράλληλα διέκοψαν αποτελεσματικά τις επικοινωνίες του αντιπάλου, παρέχοντας κρίσιμες ενδείξεις και έγκαιρες προειδοποιήσεις», ανέφερε η Δύναμη Διαστήματος στην ανακοίνωσή της.

Ηλεκτρομαγνητικά όπλα χρησιμοποιήθηκαν επίσης τον Φεβρουάριο στην επιχείρηση Epic Fury, λίγο μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν.

Όπως δήλωσε σε εκδήλωση του Απριλίου ο πτέραρχος Τσανς Σάλτζμαν, αρχηγός Διαστημικών Επιχειρήσεων της Δύναμης Διαστήματος, «την πρώτη ημέρα της επιχείρησης, ένας από τους ειδικούς μας ηγήθηκε του σχεδιασμού και της εκτέλεσης επιχειρήσεων ηλεκτρονικού πολέμου στο διάστημα, υψηλού επιχειρησιακού ρυθμού, για λογαριασμό της Κεντρικής Διοίκησης».

«Αυτό σημαίνει σήμερα να είσαι ένας φρουρός της αμερικανικής Δύναμης Διαστήματος» είπε.

Σοφία Κόπολα - Με ένα ντοκιμαντέρ εκπληρώνει την τελευταία επιθυμία της μητέρας της

Η Έλινορ Κόπολα έφυγε από τη ζωή στις 12 Απριλίου 2024, σε ηλικία 87 ετών

Η Mubi απέκτησε τα παγκόσμια δικαιώματα της ταινίας «Making Marie Antoinette» σε σκηνοθεσία της αείμνηστης Έλινορ Κόπολα.

Το ντοκιμαντέρ είναι μια ματιά στα παρασκήνια της βραβευμένης με Όσκαρ ταινίας της κόρης της Σοφία Κόπολα, με τίτλο «Marie Antoinette» η οποία έκανε πρεμιέρα το 2006.

Είναι η πρώτη παραγωγή μεγάλου μήκους στην οποία δόθηκε άδεια να πραγματοποιηθούν γυρίσματα μέσα στο εμβληματικό Παλάτι των Βερσαλλιών.

Έλινορ Κόπολα: Συνόδευε την κόρη της στα γυρίσματα και κατέγραψε περίπου 80 ώρες υλικό από τα παρασκήνια

Ως δημιουργός ντοκιμαντέρ, ξεχώρισε για το «Hearts of Darkness: A Filmmaker’s Apocalypse», όπου αποτύπωσε τις αμέτρητες δυσκολίες του συζύγου της, Φράνσις Φορντ Κόπολα, κατά τη δημιουργία του βραβευμένου με δύο Όσκαρ «Apocalypse Now» (1979).

Φέτος, καθώς συμπληρώνονται 20 χρόνια από την κυκλοφορία του «Marie Antoinette» και θέλοντας να εκπληρώσει την επιθυμία της μητέρας της, η Σοφία Κόπολα επιμελήθηκε το υλικό σε συνεργασία με τον ‘Ααρον Μάθιους στο μοντάζ και τη δημιουργική συμβολή των στενών φίλων της Έλινορ, Ντάβια Νέλσον και Λιζ Μπερντ.

Σοφία Κόπολα: Πώς ξεκίνησε η ιδέα για το ντοκιμαντέρ

«Με τη μητέρα μου αρχίσαμε να βλέπουμε το υλικό κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Ήταν πάντα επιθυμία της να μετατρέψει όσα είχε καταγράψει σε ένα ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους», δήλωσε η Σοφία Κόπολα και πρόσθεσε

 «Βρισκόταν στα γυρίσματα τόσο ως κινηματογραφίστρια όσο και ως μητέρα μου, οπότε ήταν βαθιά συγκινητικό για εμένα να επιστρέψω σε αυτό το υλικό και να δω τα γυρίσματά μας μέσα από τα μάτια της».

Στο ντοκιμαντέρ, η υποψήφια για Όσκαρ Νταϊάν Λέιν δανείζει τη φωνή της στη δημιουργό καθώς διαβάζει αποσπάσματα από το ημερολόγιό της στο οποίο μοιράζεται τις εμπειρίες από τα γυρίσματα και στοχάζεται πάνω στη σχέση με την κόρη της.

Σύμφωνα με το Deadline, η Έλινορ Κόπολα έφυγε από τη ζωή στις 12 Απριλίου 2024, σε ηλικία 87 ετών.

Οι παραγωγοί

Την παραγωγή υπογράφουν οι Lorenzo Mieli, Mario Gianani, Rachel Dengiz, Youree Henley και η Σοφία Κόπολα ενώ η χρηματοδότηση του ντοκιμαντέρ έγινε από τις εταιρείες Our Films, Mediwan Rights και Entourage Pictures.

Παγκόσμιο Κύπελλο 1934 - Το Μουντιάλ της προπαγάνδας και του Μουσολίνι

Το σχέδιο του Ντούτσε πέτυχε σε μεγάλο βαθμό. Η κατάκτηση του τροπαίου ενίσχυσε σημαντικά τη φασιστική προπαγάνδα Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934 δημιούργησε ένα πρότυπο αξιοποίησης του αθλητισμού για πολιτικούς σκοπούς. Εκτός από το επίσημο τρόπαιο, απονεμήθηκε στην Ιταλία και ένα ειδικό κύπελλο που είχε αθλοθετήσει ο Μουσολίνι.

H χρησιμοποίηση του ποδοσφαίρου ως εργαλείου προπαγάνδας από ολοκληρωτικά καθεστώτα ξεκίνησε κατά την ταραγμένη περίοδο του Μεσοπολέμου, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934, που πραγματοποιήθηκε στην Ιταλία υπό τη φασιστική δικτατορία του Μουσολίνι.

Ο Μπενίτο Μουσολίνι, γνωστός ως «Ντούτσε» (Il Duce, ο ηγέτης) ήταν από τους πρώτους πολλούς πολιτικούς ηγέτες που αντιλήφθηκε τη δύναμη της επιρροής του ποδοσφαίρου στον λαό. Γι’ αυτό επιδίωξε με κάθε τρόπο ν’ αναλάβει η Ιταλία τη διοργάνωση του 2ου Παγκοσμίου Κυπέλλου, θεωρώντας το ως χρυσή ευκαιρία για την προώθηση του φασιστικού ιδεώδους του. Για να πετύχει αυτόν τον στόχο, το καθεστώς διέθεσε το πολύ μεγάλο ποσό των 3,5 εκατομμυρίων λιρών. Παράλληλα, ο ίδιος ο Μουσολίνι φρόντισε να πολιτικοποιήσει σε μεγάλο βαθμό τη διοργάνωση και να ελέγξει όλη την εικόνα της. Αυτό οδήγησε τον πρόεδρο της FIFA, Ζιλ Ριμέ, να δηλώσει: «Εχω την εντύπωση ότι δεν ήταν η FIFA που οργάνωσε πραγματικά το Παγκόσμιο Κύπελλο, αλλά ο Μουσολίνι».

Το σχέδιο του Ντούτσε πέτυχε σε μεγάλο βαθμό. Η κατάκτηση του τρόπαιου από την πολύ δυνατή Εθνική Ομάδα της Ιταλίας –παρότι αμφισβητήθηκε λόγω ευνοϊκής διαιτησίας και φημών για παρασκηνιακές συμφωνίες– ενίσχυσε σημαντικά τη φασιστική προπαγάνδα και συνέβαλε στην προβολή της χώρας ως ισχυρής πολιτικής δύναμης, έτοιμης να αποκτήσει ηγετικό ρόλο στη διεθνή πολιτική σκηνή.

Έτσι, το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934 δημιούργησε ένα πρότυπο αξιοποίησης του αθλητισμού για πολιτικούς σκοπούς, το οποίο ακολούθησαν και άλλα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ο πρώτος που φαίνεται πως «γοητεύτηκε» από την επιτυχία του Μουσολίνι ήταν ο Χίτλερ. Δύο χρόνια αργότερα, η ναζιστική Γερμανία διοργάνωσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου ακολουθώντας την ίδια λογική: ότι η αθλητική δόξα, πραγματική ή κατασκευασμένη, μπορούσε να ενισχύσει την εικόνα ενός καθεστώτος και να το κάνει να φαίνεται ισχυρό και ανίκητο!

Βάσει του σχεδίου του Μουσολίνι, η Ιταλία ξεκίνησε τις προσπάθειες για την ανάληψη της διοργάνωσης από το 1930.

Υποψηφιότητα είχαν επίσης θέσει η Σουηδία, η Αυστρία και η Ισπανία. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη βρισκόταν σε βαθιά οικονομική ύφεση, η Ιταλία επένδυσε σημαντικά ποσά για τη δημιουργία υψηλής ποιότητας αθλητικών εγκαταστάσεων, ενώ διέθετε άρτιο μεταφορικό σύστημα. Ομως το πιο ισχυρό της «χαρτί» ήταν η κρατική εγγύηση ότι θα επιδοτούσε κατά 70% τα έξοδα μετακίνησης των υπόλοιπων εθνικών ομάδων.

Σταδιακά, οι άλλες χώρες αποσύρθηκαν από τη διεκδίκηση, με τελευταία τη Σουηδία. Ετσι, στις 9 Οκτωβρίου 1932 ανακοινώθηκε από τη FIFA ότι η διοργάνωση ανατέθηκε στην Ιταλία. Ο πρόεδρος της ιταλικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας προδιέγραψε την πορεία λέγοντας: «Δεν μπορώ να το κάνω εγώ, αλλά η Ιταλία πρέπει να κερδίσει το Μουντιάλ. Είναι διαταγή!».

 

Η Ελλάδα αντίπαλος της Ιταλίας

Παγκόσμιο Κύπελλο 1934: Το Μουντιάλ της προπαγάνδας και του Μουσολίνι
Ολοσέλιδο ρεπορτάζ για τον αγώνα Ιταλίας – Ελλάδας για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1934.

Στο Μουντιάλ δήλωσαν συμμετοχή 32 εθνικές ομάδες. Από αυτές, οι 16 θα προκρίνονταν στην τελική φάση που θα διεξαγόταν στα γήπεδα της Ιταλίας. Η κλήρωση των προκριματικών αγώνων ευνόησε την Ιταλία, καθώς της έφερε ως αντίπαλο την τότε ασθενέστερη ομάδα των Βαλκανίων, την Εθνική Ελλάδας. Ο πρώτος αγώνας, ο οποίος τελικά ήταν και ο μοναδικός, ορίστηκε να διεξαχθεί στις 25 Μαρτίου 1934, στο γήπεδο Σαν Σίρο του Μιλάνου. Η διαφορά δυναμικότητας ανάμεσα στις δύο ομάδες ήταν μεγάλη. Η ήττα της ελληνικής ομάδας θεωρείτο βέβαιη και οι προσδοκίες περιορίζονταν σε μια «αξιοπρεπή ήττα».

Ίσως λόγω του περιορισμένου ενδιαφέροντος για τον αγώνα είτε για άλλους λόγους, η εθνική ομάδα συγκροτήθηκε μόλις πέντε μέρες πριν από την αναχώρησή της. Χωρίς να έχουν κάνει ούτε μια προπόνηση μαζί, οι διεθνείς ταξίδεψαν με πλοίο από τον Πειραιά στο Μπρίντιζι και ακολούθως με τρένο στο Μιλάνο. Μετά από ταξίδι δύο ημερών η αποστολή έφτασε στο Μιλάνο, όπου οι Έλληνες διεθνείς αντιμετώπισαν την ιταλική ομάδα και στάθηκαν αρκετά καλά, αν και ηττήθηκαν με 4-0.

Παγκόσμιο Κύπελλο 1934: Το Μουντιάλ της προπαγάνδας και του Μουσολίνι
Περιγραφή του αγώνα μεταξύ των εθνικών ομάδων της Ιταλίας και της Ελλάδας στην εφημερίδα «Ακρόπολις» (φ.26/3/1934). Στη φωτ. ο Λουίς Μόντι, που το 1934 έπαιξε με τη φανέλα της Εθνικής Ιταλίας, ενώ στο προηγούμενο Μουντιάλ, του 1930, είχε αγωνιστεί με την ομάδα της Αργεντινής. Μέχρι σήμερα παραμένει ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που αγωνίστηκε σε δύο τελικούς Παγκοσμίου Κυπέλλου με δύο διαφορετικές ομάδες.

Με την επιστροφή, οι ποδοσφαιριστές περιέγραψαν μια διαιτητική «σφαγή». Διαιτητής ήταν ο Ελβετός Ρενέ Μαρσέ, ο οποίος αργότερα προκάλεσε και την οργή των Ισπανών για την εύνοια που έδειξε στους Ιταλούς. Οι δε επόπτες γραμμών (λάινσμαν) ήταν Ιταλοί! Οι Έλληνες διαμαρτυρήθηκαν για την κατακύρωση του πρώτου γκολ των Ιταλών, καθώς και για την ανοχή που υπήρξε στο σκληρό παιχνίδι. «Ο λάινσμαν κατά την επιτυχία του [πρώτου] τέρματος εσημείωσεν οφσάιντ τους Ιταλούς κυνηγούς, γεγονός το οποίον διέφυγε την προσοχή του Ελβετού διαιτητού Μερσέ. Οι Έλληνες διεμαρτυρήθησαν με εξαιρετικήν επιμονήν δια την αδικίαν αυτήν και ο διαιτητής εκάλεσε τον λάινσμαν όστις παραδόξως εδήλωσεν ότι το τέρμα επετεύχθη κανονικώς…» (εφημερίδα «Μακεδονία», φ. 29/3/1934). «(…) δια το πρώτον τέρμα των Ιταλών η ομάς διεμαρτυρήθη, διότι επετεύχθη καθαρότατα από θέσιν οφσάιντ. Οι λάινσμαν μάλιστα το εσημείωσαν. Μετά όμως τη διαμαρτυρία μας την ηρνήθησαν. Ήσαν βλέπετε Ιταλοί» (εφημερίδα «Ελληνική», φ. 29/3/1934).

Το παράδοξο, όμως, είναι ότι ο αγώνας ρεβάνς δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Η εφημερίδα «Αθλητικά Χρονικά» (φ. 16/3/1934) έκανε λόγο για «σκάνδαλο», γράφοντας ότι η Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία αποδέχτηκε τη μη διεξαγωγή της ρεβάνς, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα 50.000 ιταλικές λιρέτες. Αντίστοιχα, η εφημερίδα «Βραδυνή» (φ. 14/3/1934) έγραψε ότι θα δίνονταν στην Ελληνική Ομοσπονδία 500.000 δραχμές σε λιρέτες, χωρίς να διευκρινίζεται ο λόγος.

Προφανώς οι Ιταλοί δεν ανησυχούσαν για μια πιθανή ήττα από την Ελλάδα. Ίσως να επιδίωκαν να αποφύγουν το κοπιαστικό ταξίδι που απαιτείτο, και να μην αγωνιστούν στα «ξερά» ελληνικά γήπεδα. Το βέβαιο είναι ότι η ρεβάνς δεν πραγματοποιήθηκε, ενώ λέγεται ότι με τα χρήματα αυτά, που παραμένει αδιευκρίνιστο γιατί δόθηκαν, αγοράστηκε το πρώτο κτίριο της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας.

Παγκόσμιο Κύπελλο 1934: Το Μουντιάλ της προπαγάνδας και του Μουσολίνι

Φωτογραφία της ελληνικής εθνικής ομάδας από προηγούμενο αγώνα από αυτόν με την Ιταλία, από την εφημερίδα «Αθλητικά Χρονικά» (φ. 28/3/1934)

Οι προετοιμασίες της διοργάνωσης

Στην Ιταλία, πάντως, οι προετοιμασίες για τη διοργάνωση του Μουντιάλ είχαν ήδη ξεκινήσει. Από αθλητικής πλευράς, το πρώτο μέτρο ήταν η «ιταλοποίηση» Νοτιαμερικανών ποδοσφαιριστών, οι οποίοι αποτέλεσαν τη σπονδυλική στήλη της εθνικής ομάδας. Πρόκειται για τους λεγόμενους Oriundi (ιθαγενείς), ποδοσφαιριστές με υπηκοότητα Αργεντινής αλλά με ιταλική καταγωγή. Οι συγκεκριμένοι είχαν αγωνιστεί με την εθνική ομάδα της Αργεντινής και, σύμφωνα με τους κανονισμούς της FIFA, δεν θα μπορούσαν να αγωνιστούν με την εθνική Ιταλίας, αλλά τελικά αγωνίστηκαν…

Για τη διοργάνωση το ιταλικό φασιστικό καθεστώς δεν άφησε τίποτα στην τύχη. Το πρόσωπο του Μουσολίνι ήταν παντού.

Περίπου 100.000 αφίσες, 300.000 κάρτες και ένα εκατομμύριο γραμματόσημα τυπώθηκαν προωθώντας υλικό που ταύτιζε την Ιταλία με τον φασισμό. Μάλιστα στον εναρκτήριο αγώνα στο Τορίνο, ο «Ντούτσε» στάθηκε στην ουρά ενός εκδοτηρίου για να πάρει εισιτήριο. Στη συνέχεια, φυσικά, παρακολούθησε τον αγώνα δίπλα στη βασιλική οικογένεια.

Σε αυτόν τον αγώνα η Ιταλία επικράτησε εύκολα της αδύναμης ομάδας των ΗΠΑ, με 7-1. Όμως στους επόμενους αγώνες άρχισαν να ακούγονται «ψίθυροι» για τη διαιτησία, κυρίως για την ανοχή στο σκληρό, συχνά στα όρια του αντιαθλητικού, παιχνίδι των Ιταλών. Επόμενος αντίπαλος της Ιταλίας ήταν η Ισπανία, σε έναν αγώνα που χαρακτηρίστηκε από τον Μουσολίνι ως «μάχη της Φλωρεντίας». Το αποτέλεσμα ήταν ισόπαλο, 1-1. Την επόμενη μέρα, σύμφωνα με τους κανονισμούς της εποχής, διεξήχθη επαναληπτικός αγώνας. Ωστόσο, λόγω τραυματισμών απουσίαζαν τρεις Ιταλοί και επτά Ισπανοί ποδοσφαιριστές, μεταξύ των οποίων ο Ισπανός τερματοφύλακας Ρικάρντο Ζαμόρα, ένας από τους κορυφαίους παίχτες της εποχής, ο οποίος είχε αποχωρήσει υποβασταζόμενος από το γήπεδο στον πρώτο αγώνα, μετά από χτύπημα στο κεφάλι. Ο δεύτερος αγώνας έληξε 1-0 υπέρ των Ιταλών, αλλά οι Ισπανοί έλεγαν ότι «μας έκλεψαν και στους δύο αγώνες επειδή ήμασταν καλύτεροι από τους Ιταλούς, φυσικά, και αν δεν ήταν οι κομματικές αποφάσεις της διαιτησίας, θα είχαμε αποκλείσει την Ιταλία».

Ακολούθησε στον ημιτελικό ο αγώνας με την Αυστρία, γνωστή τότε ως «ομάδα θαύμα» (Wunderteam). Λίγους μήνες νωρίτερα, στις 11 Φεβρουαρίου 1934, η Αυστρία είχε νικήσει την Ιταλία με 4-2 σε αγώνα στο Τορίνο. Όμως αυτή τη φορά, οι Ιταλοί με «σφιχτή» άμυνα κατάφεραν να περιορίσουν τους τεχνίτες αντιπάλους τους και να επικρατήσουν με 1-0.

Στον μεγάλο τελικό της 10ης Ιουνίου 1934 βρέθηκαν αντίπαλοι στο «Εθνικό Στάδιο του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος» (το σημερινό Φλαμίνιο, έδρα της Λάτσιο), στη Ρώμη, η «δυναμική» Ιταλία και η «φινετσάτη» Τσεχοσλοβακία. Για τον Μουσολίνι, ο αγώνας απέκτησε και πολιτική διάσταση, καθώς εκείνη την ημέρα η Τσεχοσλοβακία ανακοίνωσε επίσημα τη συμμαχία της με τη Σοβιετική Ένωση. Το σύμφωνο αυτό θεωρήθηκε αντιφασιστική κίνηση και στον αγώνα δόθηκε διάσταση συμβολικής αντιπαράθεσης δύο πολιτικών φιλοσοφιών. Έτσι στο γήπεδο, μαζί με τον Ντούτσε, παρευρέθηκαν και πολλοί υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του φασιστικού κόμματος.

Περίπου 65.000 θεατές παρακολούθησαν τον τελικό και πανηγύρισαν τη νίκη της Ιταλίας με 2-1. Το αποτέλεσμα σκίασαν φήμες ότι ο Μουσολίνι είχε συναντηθεί προσωπικά με διαιτητές πριν από τους αγώνες της Ιταλίας. Παράλληλα, ο Σουηδός διαιτητής Ιβάν Εκλιντ, ο οποίος διαιτήτευσε στον τελικό, κατηγορήθηκε ότι ευνόησε τους γηπεδούχους.

Τσεχοσλοβάκοι παίκτες και αξιωματούχοι διαμαρτυρήθηκαν ότι τα κραυγαλέα φάουλ των Ιταλών έμειναν ατιμώρητα και ότι δεν δόθηκαν δύο καθαρά πέναλτι.

Ακολούθησε η τελετή απονομής, όπου ακούστηκε ο φασιστικός ύμνος Giovinezza. Εκτός από το επίσημο τρόπαιο Ζιλ Ριμέ απονεμήθηκε στην Ιταλία και ένα ειδικό κύπελλο, το οποίο είχε αθλοθετήσει ο Μουσολίνι και ήταν έξι φορές μεγαλύτερο από το επίσημο τρόπαιο του Μουντιάλ.

Τέσσερις ημέρες μετά τον τελικό, στις 14 Ιουνίου 1934, ο Μουσολίνι συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Χίτλερ στη Βενετία. Η συνάντηση αυτή θεωρείται η αρχή της δημιουργίας του Αξονα και προμήνυε τις εξελίξεις που οδήγησαν στον καταστροφικό, αιματηρό Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Φωτογραφία δεμένου Παλαιστίνιου κρατούμενου επιβεβαιώνει τις ισραηλινές αναφορές για βασανιστήρια, λένε ομάδες υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Εικόνα ενός άνδρα με εσώρουχα, δεμένους με τα μάτια και δεμένους σε σιδερένια ράβδο έχει κοινοποιηθεί ευρέως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η φωτογραφία ενός Ισραηλινού στρατιώτη που απεικονίζει έναν Παλαιστίνιο από τη Γάζα γυμνό μέχρι τα εσώρουχά του, με δεμένα μάτια και δεμένο με το πρόσωπο προς τα κάτω σε μια σιδερένια ράβδο, επιβεβαιώνει εκτενείς αναφορές για βασανιστήρια Παλαιστινίων υπό κράτηση από τους Ισραηλινούς και η ίδια μπορεί να συνιστά έγκλημα πολέμου, δήλωσαν ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η εικόνα κοινοποιήθηκε σε έναν προσωπικό λογαριασμό κοινωνικής δικτύωσης, ο οποίος πλέον έχει διαγραφεί, με τη λεζάντα στα εβραϊκά «καλημέρα». Έγινε ευρύτερα γνωστό από έναν Παλαιστίνιο συγγραφέα και ακτιβιστή που είναι γνωστός ως Tamer .

«Τόσο η κακομεταχείριση των κρατουμένων όσο και η δημόσια κοινοποίηση ταπεινωτικών ή εξευτελιστικών εικόνων τους μπορούν να συνιστούν εγκλήματα πολέμου», δήλωσε ο Oneg Ben Dror από το τμήμα κρατουμένων και κρατουμένων στους Γιατρούς για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Ισραήλ (PHRI).

Η φωτογραφία «επιβεβαιώνει αυτό που έχουν αποκαλύψει χιλιάδες μαρτυρίες Παλαιστινίων κρατουμένων και αυτό που εμείς και άλλες οργανώσεις αναφέρουμε εδώ και σχεδόν τρία χρόνια», πρόσθεσε. «Τα ισραηλινά κέντρα κράτησης είναι στρατόπεδα βασανιστηρίων για Παλαιστίνιους».

Ο ισραηλινός στρατός επιβεβαίωσε την αυθεντικότητα της φωτογραφίας. «Το περιστατικό δεν συνάδει με τις αξίες και τους κανονισμούς των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων», δήλωσε εκπρόσωπος, προσθέτοντας ότι διεξάγεται έρευνα.

Η κράτηση και η φωτογράφιση του άνδρα ημίγυμνου παραβίαζε επίσης το διεθνές δίκαιο, δήλωσε η Σάρι Μπάσι, εκτελεστική διευθύντρια της Δημόσιας Επιτροπής κατά των Βασανιστηρίων στο Ισραήλ. «Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για την ασφάλεια για την κράτηση ενός κρατούμενου με τα εσώρουχά του», είπε. «Η αναγκαστική γύμνια ακολουθούμενη από τη λήψη και κοινοποίηση σεξουαλικοποιημένων εικόνων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελεί μορφή σεξουαλικής βίας και επίσης έγκλημα πολέμου».

Αφού η φωτογραφία κοινοποιήθηκε ευρέως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τουλάχιστον δύο μητέρες ισχυρίστηκαν ότι ο δεμένος άνδρας ήταν γιος τους, υπογραμμίζοντας το οδυνηρό κενό των παλαιστινιακών οικογενειών που αναζητούν τα αγαπημένα τους πρόσωπα που αγνοούνται από την κράτησή τους από τις ισραηλινές δυνάμεις, πρόσθεσε ο Μπάσι.

«Δεν είναι η πρώτη φορά που Ισραηλινοί στρατιώτες δημοσιεύουν ταπεινωτικές φωτογραφίες Παλαιστινίων κρατουμένων, στερώντας παράλληλα από τις οικογένειες πληροφορίες ή την πρόσβαση σε αυτές. Έχει γίνει ένας γκροτέσκατος και παράνομος τρόπος για τις οικογένειες να λαμβάνουν πληροφορίες για τα αγαπημένα τους πρόσωπα».

Η Ράνα Αμπού Νάσερ είναι σίγουρη ότι η φωτογραφία δείχνει τον γιο της Οσάμα, ο οποίος απήχθη με τον ενός έτους γιο του τον Μάρτιο, κοντά στην κινούμενη «κίτρινη γραμμή» που σηματοδοτεί τα όρια του ισραηλινού στρατιωτικού ελέγχου στη Γάζα. «Γνωρίζω τις λεπτομέρειες του σώματός του», δήλωσε στο Reuters. «Έχει πρήξιμο στο πόδι του και ουλές στο πόδι του - το ίδιο πρήξιμο στο αριστερό του πόδι που είδα στη φωτογραφία».

Η Τζουντέ αλ-Γκούλ έκλαψε την πρώτη φορά που είδε τη φωτογραφία, αμέσως σίγουρη ότι ήταν ο γιος της, Αμίν, ο οποίος αγνοείται από τη σύλληψή του τον Νοέμβριο του 2023, όταν προσπαθούσε να ταξιδέψει από τη νότια Γάζα προς τα βόρεια. «Είναι αυτός, τα μαλλιά και το πηγούνι του. Είναι ο γιος μου. Η καρδιά μιας μητέρας μπορεί να αναγνωρίσει τον γιο της. Αγκάλιασα το κινητό τηλέφωνο και άρχισα να κλαίω», είπε. «Είναι ο γιος μου, η ψυχή μου, η ζωή μου».

Ο ισραηλινός στρατός αρνήθηκε να σχολιάσει εάν ο κρατούμενος είχε ταυτοποιηθεί ή είχε λάβει ιατρική υποστήριξη, καθώς και εάν είχε ειδοποιηθεί η οικογένειά του στη Γάζα.

Για επτά μήνες στην αρχή του πολέμου, ο ισραηλινός στρατός αρνήθηκε να παράσχει βασικές πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση των ανθρώπων που κρατούνταν στη Γάζα, εφαρμόζοντας στην ουσία μια πολιτική αναγκαστικής εξαφάνισης.

Από τον Μάιο του 2024, το Ισραήλ παρείχε μια διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για ερωτήσεις σχετικά με Παλαιστίνιους από τη Γάζα, αλλά αυτό παρείχε μόνο μια μερική, περιορισμένη βελτίωση. Οι ισραηλινές αρχές είχαν αρνηθεί ότι κρατούσαν εκατοντάδες αγνοούμενους Παλαιστίνιους, των οποίων η σύλληψη επιβεβαιώθηκε από καταθέσεις μαρτύρων, δήλωσε φέτος η ομάδα ανθρωπίνων δικαιωμάτων HaMoked.

Πηγή: Guardian