ενημέρωση 3:11, 12 August, 2026

Η προέλαση της Ρωσίας, η χρήση πυραύλων Oreshnik στην Ουκρανία - Δηλώσεις Πούτιν σε πρακτορεία ειδήσεων

Σύμφωνα με τον αρχηγό του κράτους, τα ρωσικά στρατεύματα προελαύνουν κατά μήκος ολόκληρης της γραμμής επαφής, ενώ οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις έχουν καταστροφικές ελλείψεις προσωπικού.

ΑΓΙΑ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗ, 5 Ιουνίου. /TASS/. Τα ρωσικά στρατεύματα συνεχίζουν να προελαύνουν σε καθημερινή βάση, με τον ρωσικό στρατό να έχει πρόσφατα αναλάβει τον έλεγχο περίπου 2.440 τετραγωνικών χιλιομέτρων εντός της ζώνης ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης, δήλωσε την Πέμπτη ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν κατά τη διάρκεια συνάντησης που διοργάνωσε το TASS με τους επικεφαλής κορυφαίων διεθνών πρακτορείων ειδήσεων.

Δεν έχουν υπάρξει πολεμικές αναπτύξεις πυραύλων Oreshnik, με την πραγματική έννοια της λέξης, στην Ουκρανία, πρόσθεσε ο πρόεδρος.

Το TASS συγκέντρωσε τις βασικές δηλώσεις του προέδρου σχετικά με την ουκρανική σύγκρουση.

Ο έλεγχος των εδαφών από τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις

Τα ρωσικά στρατεύματα «προχωρούν κατά μήκος ολόκληρης της γραμμής επαφής: δεν υπάρχει μέρος όπου τα ρωσικά στρατεύματα δεν έχουν προχωρήσει».

Ο ρωσικός στρατός έχει ήδη αποκτήσει τον έλεγχο 2.440 τετραγωνικών χιλιομέτρων στη ζώνη ειδικών στρατιωτικών επιχειρήσεων, με την προέλασή του να συνεχίζεται καθημερινά. «Η Ρωσική Ομοσπονδία έχει αναλάβει τον πλήρη έλεγχο της Λαϊκής Δημοκρατίας του Λουγκάνσκ, κατά 100%. Και έχει αναλάβει τον έλεγχο του 85% της Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντόνετσκ».

Η Ρωσία ελέγχει «το 80% της περιοχής Ζαπορόζιε».

Προβλήματα των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων

Οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις έχουν καταστροφικές ελλείψεις σε προσωπικό: «Το πιο πιεστικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο ουκρανικός στρατός σήμερα είναι η σοβαρή έλλειψη προσωπικού».

«Πρόσφατα, οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις έχασαν 100.000 στρατιώτες. Οι μηνιαίες απώλειες ανέρχονται σε περίπου 40.000.»

Η αναγκαστική κινητοποίηση στην Ουκρανία παράγει 15-16.000 άτομα το μήνα, «και οι άνθρωποι εκεί, όπως γνωρίζετε, πιάνονται από τους δρόμους σαν αδέσποτα σκυλιά και αναγκάζονται να καταταγούν στον στρατό». Περίπου 20.000 στρατιωτικοί λιποτακτούν από τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις κάθε μήνα, γεγονός που καθιστά αυτό το πρόβλημα το πιο σημαντικό στον ουκρανικό στρατό: «Κάθε μήνα [οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις] χάνουν περίπου 10.000 άνδρες και κάθε μήνα υπάρχουν περίπου 20.000 λιποτάκτες. Στις αρχές του έτους, ο αριθμός των λιποτάκτων ήταν περίπου 60.000. Οι άνθρωποι απομακρύνονται βίαια. Δεν υπάρχει κίνητρο [για μάχη], κανείς δεν θέλει να πολεμήσει. Ο σχεδόν επίσημος αριθμός είναι 200.000 ποινικές υποθέσεις που έχουν ανοίξει για λιποταξία. Αυτό είναι ένα από τα προβλήματα [στον ουκρανικό στρατό], αλλά το πιο σημαντικό».

Η Δύση παρέχει στην Ουκρανία μεγάλο αριθμό drones, μερικά από τα οποία, δυστυχώς, «διεισδύουν» σε ρωσικό έδαφος.

Το Κίεβο διαθέτει τα συστήματα αεράμυνας Patriot, τα οποία επίσης βρίσκονται σε οξεία έλλειψη, αλλά «το σύστημα αυτό καθαυτό δεν υπάρχει». Η Ρωσία διαθέτει συστήματα κρούσης, συμπεριλαμβανομένων υπερηχητικών πυραύλων, που δεν διαθέτει η Ουκρανία: «Η Ουκρανία δεν διαθέτει τα συστήματα κρούσης που έχει η Ρωσία. Αναφέρομαι σε υπερηχητικούς πυραύλους και πυραύλους κρουζ, οι οποίοι μπορούν να εκτοξευθούν από τη θάλασσα, τον αέρα ή την ξηρά».

Ορέσνικ και άλλα όπλα

Σε αντίθεση με την Ουκρανία, η Ρωσία διαθέτει πατριωτισμό και τη βούληση του λαού, που είναι η πρωταρχική προϋπόθεση για την επίτευξη όλων των στόχων της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης: «Και υπάρχει κάτι άλλο που είναι ακόμη πιο σημαντικό. Υπάρχει ο πατριωτισμός και η βούληση του ρωσικού λαού».

Η Ρωσία διαθέτει σύστημα αεράμυνας, ενώ η Ουκρανία διαθέτει μόνο μεμονωμένα στοιχεία: «Η Ρωσία διαθέτει σύστημα αεράμυνας. Ναι, πρέπει να το βελτιώσουμε, ναι, πρέπει να το ενισχύσουμε και θα το κάνουμε. Αλλά η Ουκρανία δεν διαθέτει καθόλου τέτοιο σύστημα. Έχει απλώς μεμονωμένα στοιχεία, αλλά δεν διαθέτει σύστημα».

Η Ρωσία διαθέτει τη δική της παραγωγική, επιστημονική και προσωπική βάση για την υποστήριξη του στρατού της, και αυτή «ενισχύεται με κάθε μήνα που περνά». Η Ρωσία διαθέτει νέα συστήματα κρούσης, και αυτό ισχύει και για το Oreshnik.

Δεν έχουν υπάρξει πολεμικές αναπτύξεις του Oreshnik με την πραγματική έννοια της λέξης εναντίον της Ουκρανίας: «Δεν είχαμε ουσιαστικά ποτέ ούτε μία πολεμική ανάπτυξη του Oreshnik με την πραγματική έννοια της λέξης εναντίον ουκρανικού εδάφους».

Στην πιο πρόσφατη επίθεση του Ορέσνικ εναντίον της Ουκρανίας, στόχευσαν περιοχές όπου ήταν βολικό να παρατηρήσουν τα αποτελέσματα: «Θα σας πω ένα μεγάλο στρατιωτικό κρατικό μυστικό. Απλώς χτυπήσαμε όπου ήταν βολικό να δούμε τα αποτελέσματα».

Η Ρωσία έπληξε ένα «υπόστεγο» στην Ουκρανία με έναν πύραυλο Oreshnik για να παρατηρήσει πώς «εξαπλώνονται οι ανεξάρτητα στοχευόμενες κεφαλές»: «Υπολογίσαμε τα πάντα μέχρι το χιλιοστό. Αυτό είναι σημαντικό για εμάς, προκειμένου να λάβουμε μελλοντικές αποφάσεις σχετικά με την πλήρη χρήση του πυραύλου Oreshnik εναντίον καθορισμένων στόχων, συμπεριλαμβανομένων των αστικών περιοχών».

Η Ρωσία είναι ανοιχτή σε όλους, έτοιμη για συνεργασία επί ίσοις όροις - Πούτιν

Ο αρχηγός του κράτους σημείωσε ότι η μοναδικότητα και η ελκυστικότητα του SPIEF έγκειται στην ευκαιρία για ανοιχτό διάλογο σε θέματα που αφορούν τόσο τους επιχειρηματίες όσο και ολόκληρα έθνη.

ΑΓΙΑ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗ, 5 Ιουνίου. /TASS/. Η Ρωσία παραμένει μόνιμα ανοιχτή σε όσους επιδιώκουν κοινή εργασία και είναι έτοιμοι για συνεργασία σε ισότιμη βάση, δήλωσε ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν στην ολομέλεια του Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης (SPIEF).

Σημείωσε ότι η μοναδικότητα και η ελκυστικότητα του SPIEF έγκειται στην ευκαιρία για ανοιχτό διάλογο σε θέματα που αφορούν τόσο τους επιχειρηματίες όσο και ολόκληρα έθνη.

«Είμαστε πάντα ανοιχτοί σε όσους θέλουν να συνεργαστούν με τη χώρα μας και είναι έτοιμοι για ισότιμη, αμοιβαία επωφελή συνεργασία», τόνισε ο Πούτιν.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Αρχεία Έπσταϊν -Ερωτήματα για γόνο δισεκατομμυριούχου που διόρισε ο Τραμπ σε κορυφαίο αμερικανικό οργανισμό

Έγγραφα του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ αποκαλύπτουν επαφές του Μπεν Μπλακ με τον Τζέφρι Έπσταϊν. Ο Μπλακ ηγείται σήμερα της DFC, έχοντας διοριστεί από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ

Ο Τζέφρι Έπσταϊν παραμένει νεκρός εδώ και σχεδόν επτά χρόνια, ωστόσο τα αρχεία που συνεχίζουν να βλέπουν το φως της δημοσιότητας εξακολουθούν να αποκαλύπτουν άγνωστες πτυχές των σχέσεών του με ισχυρά πρόσωπα του πολιτικού και επιχειρηματικού κόσμου. Μία από τις πιο πρόσφατες αποκαλύψεις αφορά τον Μπεν Μπλακ, επικεφαλής της Development Finance Corporation (DFC), του αμερικανικού οργανισμού που διαχειρίζεται επενδύσεις και χρηματοδοτήσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων στο εξωτερικό.

Ο Μπεν Μπλακ δεν έχει κατηγορηθεί για οποιαδήποτε παράνομη πράξη, ενώ εκπρόσωπός του δήλωσε ότι «δεν είχε προσωπική ή επαγγελματική σχέση με τον Τζέφρι Έπσταϊν». Ωστόσο, σύμφωνα με έρευνα της Guardian, τα έγγραφα παρουσιάζουν μια πιο σύνθετη εικόνα καθώς οι δύο άνδρες φέρεται να διατηρούσαν επαφές, αλλά και οικονομικές διασυνδέσεις που εκτείνονται σε βάθος ετών.

Ο γιος του μεγαλύτερου πελάτη του Έπσταϊν

Ο Μπεν Μπλακ είναι γιος του δισεκατομμυριούχου επενδυτή Λέον Μπλακ, συνιδρυτή της Apollo Global Management, μίας από τις μεγαλύτερες εταιρείες private equity (ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων) παγκοσμίως.

Ο Λέον Μπλακ υπήρξε επί χρόνια ο σημαντικότερος οικονομικά πελάτης του Έπσταϊν. Σύμφωνα με έρευνα της Επιτροπής Οικονομικών της Γερουσίας, κατέβαλε στον χρηματιστή περίπου 170 εκατ. δολάρια για φορολογικό και κληρονομικό σχεδιασμό. Παράλληλα, οι New York Times είχαν αποκαλύψει ότι ο Έπσταϊν συνέβαλε στη μεταφορά περίπου 20 εκατ. δολαρίων προς γυναίκες που συνδέονταν με τον επιχειρηματία.

Τρεις γυναίκες έχουν κινηθεί νομικά εναντίον του Λέον Μπλακ για φερόμενη σεξουαλική κακοποίηση. Δύο υποθέσεις έχουν απορριφθεί και μία παραμένει σε εκκρεμότητα. Ο ίδιος δεν έχει κατηγορηθεί ποινικά.

Παράλληλα, ανεξάρτητη έρευνα που παρήγγειλε η Apollo το 2021 δεν εντόπισε στοιχεία ότι ο Έπσταϊν είχε φέρει τον Λέον Μπλακ σε επαφή με ανήλικες.

Από τη Μόσχα με τον Τραμπ

Η έρευνα φωτίζει και τις σχέσεις του Λέον Μπλακ με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ.

Οι δύο άνδρες κινούνταν στους ίδιους επιχειρηματικούς κύκλους τη δεκαετία του 1990 και ταξίδεψαν μαζί στη Μόσχα το 1996. Ο Λέον Μπλακ είχε καταθέσει αργότερα στη Γερουσία ότι οι δυο τους ίσως βρέθηκαν ακόμη και στο ίδιο στριπ κλαμπ κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, ένας από τους βασικούς σκοπούς του ταξιδιού ήταν η ανάπτυξη του συγκροτήματος Ducat Place, όπου ο Τραμπ ήλπιζε να δημιουργήσει τον πρώτο Trump Tower στην Ευρώπη. Μετά το ταξίδι, ο Μπλακ συμμετείχε στη χρηματοδότηση του έργου.

Οι δικηγόροι του υποστηρίζουν ότι δεν υπήρξε ποτέ επιχειρηματική συνεργασία μεταξύ Μπλακ και Τραμπ και ότι γνωρίζονται μόνο κοινωνικά.

Φωτογραφία της τότε συζύγου του Ντέιβιντ Τζιοβάνις, του Ντόναλντ Τραμπ, του Λίον Μπλακ και του Ντέιβιντ Τζιοβάνις (από αριστερά προς τα δεξιά), στη Μόσχα το 1996. Φωτογραφία: Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών, Πηγή: The Guardian

Φωτογραφία της τότε συζύγου του Ντέιβιντ Τζιοβάνις, του Ντόναλντ Τραμπ, του Λέον Μπλακ και του Ντέιβιντ Τζιοβάνις (από αριστερά προς τα δεξιά), στη Μόσχα το 1996. Φωτογραφία: Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών, Πηγή: The Guardian

Η κοινή επένδυση

Το 2011 ο Μπεν Μπλακ επένδυσε στην Environmental Solutions Worldwide (ESWW), εταιρεία που δραστηριοποιούνταν στον έλεγχο εκπομπών πετρελαιοκινητήρων.

Την ίδια περίοδο ο Έπσταϊν κατείχε περίπου το 6% της εταιρείας μέσω offshore  (υπεράκτιας) εταιρείας στις Παρθένες Νήσους.

Ο Μπεν Μπλακ και ο αδελφός του Τζόσουα εντάχθηκαν στο διοικητικό συμβούλιο της ESWW το ίδιο έτος, ενώ τα αρχεία δείχνουν ότι ο πατέρας τους είχε ενθαρρύνει τον Έπσταϊν να επενδύσει στην εταιρεία ήδη από το 2010.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Έπσταϊν τοποθέτησε επιπλέον 1 εκατ. δολάρια στην επιχείρηση μέσω αγοράς εταιρικού χρέους.

Το 2012 οι συμμετοχές του Έπσταϊν μεταβιβάστηκαν στην Black Family Partners LP, επενδυτικό όχημα που διαχειρίζεται μέρος της οικογενειακής περιουσίας των Μπλακ.

Παραμένει άγνωστο αν ο Μπεν Μπλακ γνώριζε την έκταση της συμμετοχής του Έπσταϊν στην εταιρεία όταν πραγματοποίησε τη δική του επένδυση.

Οι συναντήσεις και η Google

Τα αρχεία δείχνουν ότι οι δρόμοι των δύο ανδρών διασταυρώνονταν συχνά.

Το 2012 είχε προγραμματιστεί συνάντηση ανάμεσά τους με πρωτοβουλία του Λέον Μπλακ.

Έναν χρόνο αργότερα, αλληλογραφία συνεργατών του Έπσταϊν κατέγραφε σχέδιο ιδιωτικής ξενάγησης στα γραφεία της Google στη Νέα Υόρκη, στην οποία θα συμμετείχαν ο Έπσταϊν, ο Μπεν Μπλακ, η σύντροφός του, ο Λέον Μπλακ και η Καρίνα Σουλιάκ, η επί χρόνια σύντροφος του Έπσταϊν.

Οι δικηγόροι της οικογένειας υποστηρίζουν ότι ο Μπεν Μπλακ τελικά δεν συμμετείχε στην επίσκεψη.

Το φθινόπωρο του 2013, μετά από οικογενειακή συνάντηση για ζητήματα περιουσίας και κληρονομιάς, ο Έπσταϊν απέκτησε τα στοιχεία επικοινωνίας του Μπεν Μπλακ. Εσωτερικό σημείωμα αναφέρει ότι ο Λέον Μπλακ είχε εγκρίνει επαφές του χρηματιστή με τους γιους του.

Τα γενέθλια στα Χάμπτονς

Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία των αρχείων αφορά τα 30ά γενέθλια του Μπεν Μπλακ.

Σε email του 2014 ο Έπσταϊν ισχυρίζεται ότι ταξίδεψε στα Χάμπτονς για να παρευρεθεί στη γιορτή.

Οι δικηγόροι της οικογένειας αμφισβητούν τον ισχυρισμό και υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει καμία ανεξάρτητη επιβεβαίωση της παρουσίας του, σημειώνοντας ότι ο Έπσταϊν είχε τη συνήθεια να υπερβάλλει για τις σχέσεις του με γνωστά πρόσωπα.

Δύο ημέρες αργότερα, πάντως, ο χρηματιστής εμφανίζεται να συμβουλεύει τον Μπεν Μπλακ σχετικά με την αγορά κατοικίας αξίας 11,5 εκατ. δολαρίων. Τα emails δείχνουν ότι συζητούνταν τρόποι περιορισμού της φορολογικής επιβάρυνσης της συναλλαγής, ενώ ο Έπσταϊν φέρεται να ενημέρωσε συνεργάτες της οικογένειας ότι ο Μπεν μπορούσε να απευθυνθεί σε εκείνον οποιαδήποτε στιγμή για περαιτέρω διευκρινίσεις.

Οι δικηγόροι του Λέον Μπλακ δήλωσαν ότι δεν γνωρίζουν την ύπαρξη “οποιουδήποτε email προς τον Λέον Μπλακ που να επιβεβαιώνει ότι ο Έπσταϊν παρευρέθηκε στο πάρτι και ότι ο Λέον Μπλακ και ο γιος του έχουν επιβεβαιώσει πως ο Έπσταϊν δεν παρευρέθηκε (ανεξαρτήτως όσων μπορεί να ισχυριζόταν στα emails του)”. Φωτογραφία: Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ

Οι δικηγόροι του Λέον Μπλακ δήλωσαν ότι δεν γνωρίζουν την ύπαρξη “οποιουδήποτε email προς τον Λέον Μπλακ που να επιβεβαιώνει ότι ο Έπσταϊν παρευρέθηκε στο πάρτι και ότι ο Λέον Μπλακ και ο γιος του έχουν επιβεβαιώσει πως ο Έπσταϊν δεν παρευρέθηκε (ανεξαρτήτως όσων μπορεί να ισχυριζόταν στα emails του)”. Φωτογραφία: Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ

Η «Chik» και το φιλί

Στα αρχεία ξεχωρίζει επίσης η περίπτωση μιας γυναίκας που εμφανίζεται με το ψευδώνυμο «Chik».

Η γυναίκα ανήκε στον κύκλο των νεαρών γυναικών που βρίσκονταν συχνά κοντά στον Έπσταϊν και επικοινωνούσε μαζί του για προσωπικά αλλά και οικονομικά ζητήματα.

Κατά τη διάρκεια των εορτών του 2014 στο Σεν Μπαρτς, η ίδια περιγράφει σε emails ότι πέρασε χρόνο με την οικογένεια Μπλακ και ιδιαίτερα με τα αδέλφια Μπεν και Τζόσουα.

Μία από τις γυναίκες με τις οποίες αλληλογραφούσε ο Έπσταϊν έγραψε ότι πέρασε «υπέροχα με τα αδέλφια Μπλακ» κατά τη διάρκεια των εορτών της Πρωτοχρονιάς στο Σεν Μπαρτς, τον Δεκέμβριο του 2014. Φωτογραφία: Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ

Μία από τις γυναίκες με τις οποίες αλληλογραφούσε ο Έπσταϊν έγραψε ότι πέρασε «υπέροχα με τα αδέλφια Μπλακ» κατά τη διάρκεια των εορτών της Πρωτοχρονιάς στο Σεν Μπαρτς, τον Δεκέμβριο του 2014. Φωτογραφία: Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ

Ο Έπσταϊν έλαβε email από δεύτερη αλληλογράφο του, η οποία έγραφε ότι επρόκειτο να δειπνήσει με τον Μπεν Μπλακ και τα αδέλφια του ανήμερα της Πρωτοχρονιάς στο Σεν Μπαρτς, τον Ιανουάριο του 2015. Φωτογραφία: Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ

Ο Έπσταϊν έλαβε email από δεύτερη αλληλογράφο του, η οποία έγραφε ότι επρόκειτο να δειπνήσει με τον Μπεν Μπλακ και τα αδέλφια του ανήμερα της Πρωτοχρονιάς στο Σεν Μπαρτς, τον Ιανουάριο του 2015. Φωτογραφία: Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ

Λίγες εβδομάδες αργότερα ζητά από τον Έπσταϊν συμβουλή για το πώς να απαντήσει σε μήνυμα του Μπεν Μπλακ που την καλούσε να βγουν.

Την επόμενη ημέρα ενημερώνει τον χρηματιστή ότι είχαν συναντηθεί, πέρασαν όμορφα και ότι εκείνος τη φίλησε, χαρακτηρίζοντάς τον «πραγματικό τζέντλεμαν».

Σε άλλα μηνύματα ζητά από τον Έπσταϊν βοήθεια για να αποκτήσει πρόσβαση σε εκδηλώσεις της οικογένειας Μπλακ, ενώ τον ρωτά ακόμη αν ο Μπεν θα συμμετείχε σε προγραμματισμένες συναντήσεις με τον πατέρα του.

Οι δικηγόροι της οικογένειας υποστηρίζουν ότι επρόκειτο για ένα και μοναδικό ραντεβού μεταξύ δύο ενηλίκων και ότι ο Μπεν Μπλακ δεν γνώριζε πως η γυναίκα αλληλογραφούσε με τον Έπσταϊν.

Η «Chik» έγραψε στον Έπσταϊν για να ρωτήσει αν ο Λέον Μπλακ θα ερχόταν μόνος του ή αν θα τον συνόδευε ο «BB» (Μπεν Μπλακ), ενώ παράλληλα ζητούσε να επιβεβαιώσει την ώρα που ο Έπσταϊν ήθελε να τη συναντήσει. Μάρτιος 2015. Φωτογραφία: Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ

Η «Chik» έγραψε στον Έπσταϊν για να ρωτήσει αν ο Λέον Μπλακ θα ερχόταν μόνος του ή αν θα τον συνόδευε ο «BB» (Μπεν Μπλακ), ενώ παράλληλα ζητούσε να επιβεβαιώσει την ώρα που ο Έπσταϊν ήθελε να τη συναντήσει. Μάρτιος 2015. Φωτογραφία: Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ

Το πορτρέτο των αδελφών Μπλακ

Το 2016 βοηθός του Έπσταϊν ζήτησε από τον Μπεν και τον Τζόσουα Μπλακ να φωτογραφηθούν ώστε να δημιουργηθεί πορτρέτο για τον πατέρα τους.

Τον Φεβρουάριο του 2016, βοηθός του Έπσταϊν ζήτησε από τον Μπεν Μπλακ και τον αδελφό του, Τζόσουα, να ποζάρουν για τη δημιουργία των πορτρέτων τους, τα οποία προορίζονταν ως δώρο για τον πατέρα τους.» Φωτογραφία: Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ

Τον Φεβρουάριο του 2016, βοηθός του Έπσταϊν ζήτησε από τον Μπεν Μπλακ και τον αδελφό του, Τζόσουα, να ποζάρουν για τη δημιουργία των πορτρέτων τους, τα οποία προορίζονταν ως δώρο για τον πατέρα τους.» Φωτογραφία: Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ

Το έργο ανατέθηκε στον Κορεάτη ζωγράφο Κιόνγκ Νο, ο οποίος είχε λάβει υποτροφία από τον Έπσταϊν για σπουδές στη Νέα Υόρκη.

Ο καλλιτέχνης δήλωσε στην Guardian ότι φωτογράφισε τους δύο αδελφούς και δημιούργησε τον πίνακα στο εργαστήριό του, χωρίς να γνωρίζει τότε ποιοι ήταν οι εμπλεκόμενοι.

Η οικογένεια Μπλακ αμφισβητεί ότι υπήρξε επίσημη παραγγελία πορτρέτου από τον Έπσταϊν.

Ο Μπεν και ο Τζόσουα Μπλακ συμμετείχαν σε φωτογράφιση με τον Κιόνγκ Νο, Κορεάτη ζωγράφο, ο οποίος δήλωσε στην Guardian: «Τους φωτογράφισα και στη συνέχεια ζωγράφισα το πορτρέτο τους στο εργαστήριό μου». Φωτογραφία: Ευγενική παραχώρηση του Κιόνγκ Νο, Πηγή: The Guardian

Ο Μπεν και ο Τζόσουα Μπλακ συμμετείχαν σε φωτογράφιση με τον Κιόνγκ Νο, Κορεάτη ζωγράφο, ο οποίος δήλωσε στην Guardian: «Τους φωτογράφισα και στη συνέχεια ζωγράφισα το πορτρέτο τους στο εργαστήριό μου». Φωτογραφία: Ευγενική παραχώρηση του Κιόνγκ Νο, Πηγή: The Guardian

Σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά emails, ο Έπσταϊν ασκεί έντονη κριτική στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονταν τα οικονομικά τους οι γιοι του Λέον Μπλακ.

«Έχεις μια βόμβα από χρωματιστά νήματα που δημιούργησαν τα καθυστερημένα παιδιά σου», έγραψε στον επιχειρηματία, προσθέτοντας ότι η κατάσταση έπρεπε να ξεμπλεχτεί πολύ προσεκτικά.

Οι αντιδράσεις μέσα στην DFC

Η δημοσιοποίηση μέρους της αλληλογραφίας του Έπσταϊν στα τέλη του 2025 προκάλεσε συζητήσεις και στο εσωτερικό της DFC.

Σύμφωνα με νυν και πρώην στελέχη της υπηρεσίας, πολλοί εργαζόμενοι είχαν ήδη αμφιβολίες για το κατά πόσο ο Μπεν Μπλακ διέθετε την απαραίτητη εμπειρία για να ηγηθεί ενός οργανισμού με τόσο εκτεταμένες αρμοδιότητες.

Οι αντιδράσεις εντάθηκαν όταν οι υπάλληλοι εντόπισαν το όνομά του στα αρχεία του Έπσταϊν. Αρχικά σχολίαζαν κυρίως τα υποτιμητικά σχόλια του χρηματιστή για τις οικονομικές ικανότητες των παιδιών της οικογένειας Μπλακ. Όταν όμως αποκαλύφθηκαν και τα emails της «Chik», οι συζητήσεις σταδιακά σταμάτησαν.

Πρώην εργαζόμενοι περιγράφουν σήμερα κλίμα χαμηλού ηθικού και ανησυχίας, με αρκετούς υπαλλήλους να εξετάζουν το ενδεχόμενο αποχώρησης από την υπηρεσία.

Παρά τις αποκαλύψεις, ο Λευκός Οίκος εξακολουθεί να στηρίζει δημόσια τον Μπεν Μπλακ, υποστηρίζοντας ότι διαθέτει τα προσόντα για τη θέση, ενώ οι δικηγόροι της οικογένειας επιμένουν ότι τα αρχεία δεν αποδεικνύουν προσωπική σχέση με τον Τζέφρι Έπσταϊν και ότι μεγάλο μέρος των αναφορών βασίζεται αποκλειστικά σε ισχυρισμούς του ίδιου του χρηματιστή, σημειώνει ο Guardian.

Πώς να «πουλήσεις» μια γενοκτονία

του Τζεφ Σπάροου*, Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης | The Conversation

Στο «Πώς να πουλήσετε μια Γενοκτονία: Η Συνενοχή των ΜΜΕ στην Καταστροφή της Γάζας» (How to Sell a Genocide: The Media’s Complicity in the Destruction of Gaza), ο Άνταμ Τζόνσον διερευνά ένα ενδιαφέρον φαινόμενο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το βιβλίο του, λέει, δεν επικεντρώνεται στην «αποανθρωποποίηση των Παλαιστινίων από τα συντηρητικά ή τα MAGA μέσα ενημέρωσης».

Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι τα δεξιά μέσα ενημέρωσης, όπως το Fox News, η Wall Street Journal και το The Daily Wire, δεν κρύβουν την αντιπαλαιστινιακή τους στάση, αλλά και στο ότι η χρονική συγκυρία του πολέμου στη Γάζα έκανε την κάλυψη και τα σχόλια των υποτιθέμενων «προοδευτικών» ιδιαίτερα σημαντικά.

«Υπήρχε», μας υπενθυμίζει ο Τζόνσον, «ένας Δημοκρατικός πρόεδρος στην εξουσία όταν η γενοκτονία ξεκίνησε για τα καλά, και η υποστήριξη από τους Δημοκρατικούς στο Κογκρέσο, καθώς και στον κόσμο των think-tank και των μέσων ενημέρωσης, ήταν καθοριστική για τη συνέχιση της εν λόγω γενοκτονίας».

Η κριτική του για αυτό που αποκαλεί «κεντροαριστερά μέσα ενημέρωσης» βασίζεται σε προσεκτική τεκμηρίωση περίπου 12.000 άρθρων και 5.000 τηλεοπτικών αποσπασμάτων.

Μιλά λοιπόν με αποδείξεις.

Για παράδειγμα, ο Τζόνσον σημειώνει ότι το CNN – ένας πυλώνας του αμερικανικού φιλελευθερισμού – ανέφερε τους θανάτους παιδιών κατά τις πρώτες 100 ημέρες του πολέμου στην Ουκρανία πολύ περισσότερες φορές (4.223), από ότι τους θανάτους παιδιών κατά την αντίστοιχη περίοδο στη Γάζα (3.632 φορές).

Στο MSNBC, τα παιδιά θύματα του πολέμου στην Ουκρανία εμφανίστηκαν 1.775 φορές, σε σύγκριση με αυτά στη Γάζα που εμφανίστηκαν 1.522 φορές.

Ωστόσο, κατά τις πρώτες 100 ημέρες της σύγκρουσης στην Ουκρανία, 262 παιδιά έχασαν τη ζωή τους, ενώ στη Γάζα, ο αριθμός των νεκρών παιδιών ξεπέρασε τις 10.000.

Η συστηματική καταστροφή των υποδομών των αμάχων στη Γάζα είχε ως αποτέλεσμα, ακόμη και κατά την αρχική περίοδο που μελέτησε ο Τζόνσον, το 80% του πληθυσμού να εκτοπιστεί. Στην Ουκρανία, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 33%. Ωστόσο, ο Τζόνσον διαπιστώνει ότι τα αμερικανικά τηλεοπτικά δίκτυα αναφέρθηκαν σε πρόσφυγες, εκτοπισμένους και παρόμοιους όρους οκτώ φορές πιο συχνά για τους Ουκρανούς από ότι για τους Παλαιστινίους (1.663 έναντι 211).

Λεξιλογικοί ενδοιασμοί

Η Διεθνής Ένωση Μελετητών της Γενοκτονίας περιγράφει τον ισραηλινό πόλεμο στη Γάζα ως ανταποκρινόμενο στον νομικό ορισμό της γενοκτονίας. Η θέση της ένωσης διαμορφώθηκε μετά από ψηφοφορία, οπότε γνωρίζουμε ότι αντανακλά την κρίση του 86% των μελών της.

Σχεδόν όλες οι μεγάλες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ΜΚΟ συμφωνούν, συμπεριλαμβανομένων της Διεθνούς Αμνηστίας, του Human Rights Watch, του B’Tselem, του Ινστιτούτου Lemkin για την Πρόληψη των Γενοκτονιών, του Genocide Watch, του Ευρωπαϊκού Κέντρου για τα Συνταγματικά και Ανθρώπινα Δικαιώματα, της Ένωσης για τις Μεσανατολικές Σπουδές, της Oxfam και των Γιατρών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, μια ισραηλινή ΜΚΟ.

Ωστόσο, τα περισσότερα φιλελεύθερα μέσα ενημέρωσης εξακολουθούν να μην χρησιμοποιούν τη λέξη «γενοκτονία» σε σχέση με τη Γάζα. Ο Τζόνσον δείχνει πώς τέτοιες λεξιλογικές επιφυλάξεις δεν ισχύουν αλλού. «Παρόλο που η καταστροφή της Γάζας, σύμφωνα με όλα τα αντικειμενικά κριτήρια, ήταν κατά πολύ πιο βίαιη και θανατηφόρα από εκείνη της ρωσικής εισβολής και κατοχής της Ουκρανίας», παρατηρεί, «οι συνολικές ηθικές ετικέτες του «εγκλήματος πολέμου» και της «γενοκτονίας» χρησιμοποιήθηκαν στα CNN και MSNBC 17,2 φορές πιο συχνά στο πλαίσιο της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία από ό,τι για τη δράση του Ισραήλ στη Γάζα.

Η ανασκόπησή του για τις πρώτες 30 ημέρες των δύο συγκρούσεων έδειξε ότι, στο CNN και στο MSNBC, οι Ουκρανοί περιγράφονταν στον αέρα ως θύματα γενοκτονίας ή εγκλημάτων πολέμου 1.790 φορές: 1.515 για εγκλήματα πολέμου και 275 για γενοκτονία. Όταν τα θύματα ήταν Παλαιστίνιοι, οι όροι χρησιμοποιήθηκαν 104 φορές: 92 για εγκλήματα πολέμου και 12 για γενοκτονία.

«Φαινομενικά αμερόληπτοι δημοσιογράφοι και “αναλυτές” τόσο στο MSNBC όσο και στο CNN», γράφει ο Τζόνσον, «συχνά ισχυρίζονταν ότι η Ρωσία διέπραττε εγκλήματα πολέμου εναντίον Ουκρανών, χωρίς αυτό να θεωρείται παραβίαση της ουδετερότητάς τους».

Υψηλότερες απαιτήσεις

Οι υπερασπιστές του Ισραήλ επιμένουν ότι η χώρα δεν πρέπει να κρίνεται αυστηρότερα από άλλα έθνη. Η έρευνα του Τζόνσον δείχνει ότι ισχύει το αντίθετο: κρίσεις που διατυπώνονται φυσιολογικά σε άλλα πλαίσια γίνονται αμφιλεγόμενες μόνο όταν εφαρμόζονται στο Ισραήλ.

Μετά από μια επίθεση στο Αραβικό Νοσοκομείο Αλ-Αχλί στην πόλη της Γάζας που σκότωσε περίπου 200 Παλαιστινίους στις 17 Οκτωβρίου 2023, εκπρόσωποι του Ισραήλ καταδίκασαν τις αρχικές αναφορές των μέσων ενημέρωσης που κατηγορούσαν αεροπορική επιδρομή του IDF, δημοσιεύοντας μια ηχογράφηση που υποτίθεται ότι κατέγραφε έναν διάλογο μεταξύ Παλαιστινίων μαχητών που αναλάμβαναν την ευθύνη για την έκρηξη.

Το Channel 4 αποκάλυψε γρήγορα την ηχογράφηση ως αδέξια πλαστογραφία· η ερευνητική ομάδα Forensic Architecture διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι από τους ισραηλινούς ισχυρισμούς σχετικά με την επίθεση στο νοσοκομείο ήταν αποδεδειγμένα ψευδείς.

Στους μήνες που ακολούθησαν, ο IDF εμπλέχθηκε σε αυτό που εμπειρογνώμονες του ΟΗΕ περιέγραψαν αργότερα ως «medicide»: δηλαδή, τη στοχευμένη καταστροφή του συστήματος υγείας της Γάζας και τη δολοφονία περισσότερων από 1.500 εργαζομένων στον τομέα της υγείας. Σε ένα ιδιαίτερα φρικτό περιστατικό, ο IDF πυροβόλησε πέντε ασθενοφόρα με σαφή σήμανση και ένα πυροσβεστικό όχημα, που είχαν σπεύσει να βοηθήσουν Παλαιστινίους τραυματίες από προηγούμενη επίθεση.

Μια μεταγενέστερη έρευνα από την Forensic Architecture και την Earshot ισχυρίστηκε ότι οι στρατιώτες έριξαν περισσότερες από 900 σφαίρες κατά της αυτοκινητοπομπής, πριν πυροβολήσουν τους επιζώντες από κοντινή απόσταση. Στη συνέχεια, ο IDF χρησιμοποίησε μπουλντόζες για να συνθλίψει και να καλύψει τα οχήματα, και να θάψει τους νεκρούς σε έναν ανώνυμο μαζικό τάφο.

Αυτό συνέβη ένα χρόνο και πέντε μήνες αφότου ο Ισραηλινός πρόεδρος Ισαάκ Χέρτζογκ απέρριψε τις κατηγορίες για την ευθύνη του Ισραήλ στην επίθεση στο νοσοκομείο Αλ-Αχλί ως «συκοφαντία».

Η αντίδραση των Ισραηλινών οδήγησε τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης στη διαμόρφωση νέων πολιτικών. Το CNN και η New York Times άρχισαν να δίνουν οδηγίες στους υπαλλήλους τους ότι οι επιθέσεις μπορούσαν να αποδοθούν στο Ισραήλ μόνο μετά από επιβεβαίωση από τον IDF και τον προσδιορισμό της θέσης μέσω συντεταγμένων GPS. Ο Τζόνσον παραθέτει μια πηγή από το CNN:

«Είτε στην αίθουσα σύνταξης είτε στο πεδίο, δεν μπορούσαμε να αποδώσουμε τίποτα στο Ισραήλ και έπρεπε να το λέμε απλά «έκρηξη», μέχρι να εντοπίσουμε γεωγραφικά τον τόπο της έκρηξης, να στείλουμε τις συντεταγμένες στους Ισραηλινούς και να ζητήσουμε το σχόλιό τους».

Όταν ρωτήθηκε αν η πολιτική αυτή εφαρμόστηκε και σε άλλες συγκρούσεις, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία, η πηγή του Τζόνσον απαντά: «Ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ».

Όροι και προϋποθέσεις

Αρχικά ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, η Human Rights Watch και το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ χρησιμοποιούσαν δεδομένα από το Υπουργείο Υγείας της Γάζας λόγω της αποδεδειγμένης αξιοπιστίας του. Μετά την επίθεση στο νοσοκομείο Al-Ahli, τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης άρχισαν να προσθέτουν την περιγραφή «υπό τον έλεγχο της Χαμάς» ή «υπό τη διοίκηση της Χαμάς» στις αναφορές τους για το Υπουργείο Υγείας.

Ο Τζόνσον λέει: «Κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας των 100 ημερών, το CNN χρησιμοποίησε την ετικέτα “υπό τη διοίκηση της Χαμάς” και συναφείς όρους 277 φορές και το MSNBC την χρησιμοποίησε 146 φορές, παρά το γεγονός ότι κανένα από τα δύο δεν την είχε χρησιμοποιήσει ούτε μία φορά μεταξύ 7 Οκτωβρίου 2023 και 17 Οκτωβρίου 2023.»

Η πρακτική αυτή εξαπλώθηκε, μεταξύ άλλων και στην Αυστραλία. Μέχρι τις 28 Οκτωβρίου 2023, η εφημερίδα Sydney Morning Herald αποδίδει επίσης τα στοιχεία για τους θανάτους στο «Υπουργείο Υγείας που ελέγχεται από τη Χαμάς».

Αν και κανείς δεν έχει ακόμη μελετήσει τα φιλελεύθερα μέσα ενημέρωσης στην Αυστραλία με την αυστηρότητα που εφάρμοσε ο Τζόνσον στις ΗΠΑ, τα διαθέσιμα στοιχεία υποδηλώνουν ότι ακολούθησαν τα πρότυπα που περιγράφει. Όπως σημείωσα σε ένα άρθρο για το Deep Cut News, η Age δημοσίευσε ένα τολμηρό κύριο άρθρο δηλώνοντας:

«Σήμερα συμβαίνει μια γενοκτονία […] Η κυβέρνησή μας πρέπει να ζητήσει επειγόντως, επανειλημμένα και δυνατά τη διεθνή παρέμβαση και να ηγηθεί στην επιβολή κυρώσεων. Πρέπει να στείλουμε άφθονη βοήθεια στα θύματα και να διακόψουμε τις οικονομικές και διπλωματικές σχέσεις […] εκτός και αν και έως ότου σταματήσει η βαρβαρότητα. Όλοι μας, ως Αυστραλοί, πρέπει να αποφύγουμε τα ταξίδια […] για τουρισμό ή επαγγελματικούς λόγους. Και η κυβέρνησή μας πρέπει, όπως έκανε με την κρίση των Σύρων προσφύγων πριν από μερικά χρόνια, να οργανώσει γρήγορα την υποδοχή […] προσφύγων».

Μόνο που δεν αφορούσε τη Γάζα. Τα παραπάνω εμφανίστηκαν το 2017, για τη δίωξη του λαού των Ροχίνγκια στη Μιανμάρ.

Ορισμένοι σχολιαστές επισημαίνουν την απουσία τελικής απόφασης από το Διεθνές Δικαστήριο σε σχέση με τη Γάζα. Αλλά το Διεθνές Δικαστήριο δεν είχε αποφανθεί ούτε το 2017, αλλά ούτε και τώρα ότι οι δολοφονίες των Ροχίνγκια συνιστούσαν γενοκτονία. Ο αργός ρυθμός με τον οποίο κινείται το δικαστήριο σημαίνει ότι οι κατηγορίες για γενοκτονία που υπέβαλε η Γκάμπια κατά της Μιανμάρ παραμένουν ανεπίλυτες.

Παρ’ όλα αυτά, το 2017, η εφημερίδα The Age δεν είδε κανένα πρόβλημα στο να χρησιμοποιήσει τη λέξη «γενοκτονία» αφού μελέτησε εκθέσεις των Γιατρών Χωρίς Σύνορα σχετικά με «μια σκόπιμη, συστηματική εκστρατεία που προκαλεί θάνατο και ανθρώπινη ταλαιπωρία».

Σήμερα, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα περιγράφουν τις επιχειρήσεις του Ισραήλ στη Γάζα ως γενοκτονικές. Η εφημερίδα The Age δεν το κάνει. Δεν έχει δημοσιεύσει κάποιο κύριο άρθρο παρόμοιο με αυτό που εξέδωσε σχετικά με τη Μιανμάρ· δεν έχει καλέσει την κυβέρνηση να επιβάλει κυρώσεις, ούτε έχει παροτρύνει τους Αυστραλούς να μποϊκοτάρουν το Ισραήλ.

Ένας συγκαταβατικός Τύπος

Πώς εξηγείται η ειδική μεταχείριση του Ισραήλ από τον φιλελεύθερο Τύπο; Ο πόλεμος στη Γάζα έστρεψε την προσοχή στους λομπίστες και την επιρροή τους στην πολιτική και τα μέσα ενημέρωσης. Στις ΗΠΑ, η Επιτροπή Αμερικανικών-Ισραηλινών Δημοσίων Υποθέσεων διέθεσε το συγκλονιστικό ποσό των 100 εκατομμυρίων δολαρίων το 2024 για να ανατρέψει υποψηφίους που θεωρούσε ότι δεν υποστήριζαν επαρκώς το Ισραήλ.

Στο βιβλίο του Dateline Jerusalem, ο βετεράνος δημοσιογράφος Τζον Λάιονς περιγράφει μια παρόμοια διαδικασία στην Αυστραλία. Πολύ πριν από τον πόλεμο στη Γάζα, ήταν μάρτυρας της βάναυσης διάκρισης που επέβαλαν Ισραηλινοί στρατιώτες σε 12χρονους Παλαιστινίους στη Δυτική Όχθη, αλλά αναγνώρισε ότι, αν το ανέφερε, «θα γινόμουν στόχος μιας αντίδρασης που θα ήταν σκληρή, άσχημη και παρατεταμένη».

Και αυτό αποδείχθηκε αληθινό. Το άρθρο του, με τίτλο Stone Cold Justice του 2014, κέρδισε ένα βραβείο Walkley, αλλά δέχτηκε «επαγγελματική, προσωπική και αμείλικτη επίθεση από το φιλοϊσραηλινό λόμπι και τους υποστηρικτές του».

Όπως είναι γνωστό, οι Έντουαρντ Χέρμαν και Νόαμ Τσόμσκι αναφέρουν την «κριτική» από τους εταιρικούς λομπίστες ως ένα από τα φίλτρα που δημιουργούν έναν συγκαταβατικό Τύπο. Οι δημοσιογράφοι που διαφωνούν αντιμετωπίζουν ένα μπαράζ χρονοβόρων καταγγελιών τόσο εξαντλητικό που οδηγεί σε προληπτική αυτολογοκρισία. Η κριτική από τις φιλοϊσραηλινές ομάδες στοχεύει, όπως το θέτει ο Lyons, «να κάνει τους δημοσιογράφους να αποφασίσουν ότι, ακόμη και αν έχουν μια γνήσια ιστορία που όμως επικρίνει το Ισραήλ, δεν αξίζει να τη δημοσιεύσουν, καθώς θα προκαλέσει «περισσότερα προβλήματα από όσο αξίζει».

Μαζί με το «μαστίγιο» όμως έρχονται και διάφορα «καρότα». Στην Αυστραλία, φιλοϊσραηλινές ομάδες προσφέρουν τακτικά σε δημοσιογράφους, συντάκτες και άλλους εργαζόμενους στα ΜΜΕ (καθώς και σε πολιτικούς), «εκπαιδευτικά ταξίδια» στη Μέση Ανατολή με όλα τα έξοδα πληρωμένα.

Στους αποδέκτες αυτής της γενναιοδωρίας περιλαμβάνεται μια λίστα με συντηρητικά ταλέντα των ΜΜΕ, αλλά και εξέχοντες δημοσιογράφους από τον φιλελεύθερο Τύπο.

Για να τοποθετήσουμε αυτό το γεγονός στο ιστορικό του πλαίσιο, ας εξετάσουμε την αντίδραση όταν εκατοντάδες εργαζόμενοι στα μέσα ενημέρωσης (συμπεριλαμβανομένου και εμού) υπογράψαμε μια ανοιχτή επιστολή για τη σύγκρουση στη Γάζα το 2023, καλώντας τα μέσα ενημέρωσης, μεταξύ άλλων, να απορρίψουν τον «εξισωτισμό», να εστιάσουν στις ανθρώπινες απώλειες, να επιδείξουν εξίσου σκεπτικισμό απέναντι στις αναφορές του IDF και της Χαμάς, να αναφέρουν αξιόπιστες καταγγελίες για «εγκλήματα πολέμου, γενοκτονία, εθνοκάθαρση και απαρτχάιντ» και να καλύψουν το αντιπολεμικό κίνημα.

Σε απάντηση, το Nine εξέδωσε ένα σημείωμα που συνέταξε ο Τόρι Μαγκουάιερ, τότε εκτελεστικός συντάκτης του Sydney Morning Herald και του The Age, και το οποίο υπέγραψαν ο τότε συντάκτης του The Age, Πάτρικ Έλλιγκετ, ο συντάκτης του SMH, Μπέβαν Σιλντς και ο συντάκτης Ντέιβιντ Κινγκ.

Το σημείωμα προειδοποιούσε τους δημοσιογράφους ότι οι «προσωπικές ατζέντες» δεν πρέπει να επηρεάζουν την κάλυψη. Η αρχή αυτή, έγραψε ο Μαγκουάιερ, σήμαινε ότι «οποιοσδήποτε υπάλληλος της συντακτικής ομάδας που υπέγραψε αυτή την τελευταία επιστολή του κλάδου, δεν θα μπορεί να συμμετάσχει σε καμία δημοσιογραφική κάλυψη ή παραγωγή που σχετίζεται με τον πόλεμο».

Το προσωπικό του Guardian έλαβε ένα παρόμοιο μήνυμα από τους συντάκτες των οργανώσεών του στην Αυστραλία, τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο: την Λένορ Τέιλορ, τη Μπέτσι Ριντ και την Καθ Βίνερ. Το σημείωμα εξηγούσε ότι το προσωπικό «δεν πρέπει να υπογράφει δημόσιες εκκλήσεις ή ανοιχτές επιστολές για θέματα που έχουν, ή θα μπορούσαν να θεωρηθεί ότι έχουν, επίδραση στην ικανότητα [της έκδοσης] να καλύπτει τις ειδήσεις με δίκαιο τρόπο που βασίζεται στα γεγονότα».

Οι Μαγκουάιερ, Σιλντς και Κινγκ είχαν ταξιδέψει στο παρελθόν στο Ισραήλ για «εκπαιδευτικά ταξίδια»· το ίδιο και η Τέιλορ. Μια αναφορά που ζητούσε δίκαιη κάλυψη για τους Παλαιστινίους δημιούργησε την εντύπωση «μεροληψίας» – αλλά η αποδοχή δωρεάν ταξιδιού και διαμονής από το Ισραήλ ή φιλοϊσραηλινές ομάδες δεν το έκανε.

Δύο μέτρα και δύο σταθμά

Τέτοια γεγονότα τροφοδοτούν τους ισχυρισμούς ότι τα ΜΜΕ έχουν «καταληφθεί» από φιλοϊσραηλινούς λομπίστες, κάτι που μπορεί να χαρακτηριστεί ως αντισημιτική συνωμοσιολογία. Το βιβλίο του Τζόνσον βασίζεται σε μια πολύ καλύτερη ανάλυση, η οποία επικεντρώνεται στην ισχύ των ΗΠΑ και όχι του Ισραήλ.

Πριν από τρεις δεκαετίες, ο υπουργός Εξωτερικών Αλεξάντερ Χέιγκ έδωσε μια απλή εξήγηση για το γιατί το Τελ Αβίβ είχε τόσο μεγάλη σημασία για την Ουάσιγκτον. «Το Ισραήλ», είπε, «είναι το μεγαλύτερο αμερικανικό αεροπλανοφόρο στον κόσμο που δεν μαεροπλανοφόρο στον κόσμο που δεν μπορεί να βυθιστεί, δεν μεταφέρει ούτε έναν αμερικανό στρατιώτη και βρίσκεται σε μια κρίσιμη περιοχή για την αμερικανική εθνική ασφάλεια».

Από τη δεκαετία του 1970, οι ΗΠΑ βασίζονται στο Ισραήλ για την προστασία των αμερικανικών συμφερόντων στην πλούσια σε πετρέλαιο Μέση Ανατολή. Για να εξοπλίσουν το Ισραήλ για αυτόν τον ρόλο, οι ΗΠΑ παρέχουν στο Ισραήλ περισσότερη συνολική εξωτερική βοήθεια από οποιαδήποτε άλλη χώρα: από το 1948, συνολικά πάνω από 300 δισεκατομμύρια δολάρια (προσαρμοσμένα σύμφωνα με τον πληθωρισμό).

Το μεγαλύτερο μέρος της αμερικανικής υποστήριξης, ιδίως τα τελευταία χρόνια, αφορά την άμυνα. Η πλειοψηφία της ισραηλινής πολεμικής αεροπορίας και όλα τα μαχητικά της αεροσκάφη είναι κατασκευασμένα στις ΗΠΑ. Ο αναλυτής Γουίλιαμ Ντ. Χάρτουνγκ εκτιμά ότι, από την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, η αμερικανική κυβέρνηση έχει παράσχει στο Ισραήλ 21,7 δισεκατομμύρια δολάρια στρατιωτικής βοήθειας.

Αν αναγνωρίσουμε τη στρατηγική εξάρτηση της Αμερικής από το Ισραήλ, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα την φιλελεύθερη αντίδραση στη Γάζα, η οποία πρέπει επίσης να εξεταστεί στο πλαίσιο του Τραμπισμού. Κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Τραμπ, πολλοί προοδευτικοί φορείς έδειξαν επιδεικτικά την αντίθεσή τους σε μια προεδρία που θεωρούσαν παράνομη και παρεκκλίνουσα.

Ο Τζόνσον σημειώνει ότι, όταν η δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ το 2020 προκάλεσε αναβίωση του κινήματος Black Lives Matter, «τα μέσα ενημέρωσης, οι πολιτιστικοί μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί και τα πανεπιστήμια εξέδωσαν μεγαλόπνοες – αν και ασαφείς – δηλώσεις υποστήριξης της φυλετικής δικαιοσύνης». Αυτές ήταν χειρονομίες κατά του Τραμπ με χαμηλό διακύβευμα, που ευθυγράμμισαν τους mainstream φιλελεύθερους με αυτό που θεωρούσαν ως την επικείμενη αποκατάσταση της προοδευτικής κανονικότητας.

Η υποστήριξη προς την Ουκρανία ήταν εξίσου εύκολη. Σε αντίθεση με τους Παλαιστινίους, οι Ουκρανοί θεωρούνταν, τελικά, από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης ως πολιτισμένοι. Στην εφημερίδα London Telegraph, ο σχολιαστής Ντάνιελ Χάννον εξήγησε γιατί η δυστυχία των Ουκρανών βρήκε απήχηση στη Δύση: «Μοιάζουν τόσο πολύ με εμάς. Αυτό είναι που το κάνει τόσο συγκλονιστικό». Το 2022, ο ξένος ανταποκριτής του CBS News Τσάρλι Ντ’ Άγκατα εξήγησε (σε σχόλια για τα οποία αργότερα απολογήθηκε) ότι η Ουκρανία δεν ήταν «ένα μέρος, με όλο το σεβασμό, όπως το Ιράκ ή το Αφγανιστάν, που έχει δει συγκρούσεις να μαίνονται για δεκαετίες»· ήταν «σχετικά πολιτισμένη, σχετικά ευρωπαϊκή».

Ο Τζόνσον δείχνει ότι, κατά την περίοδο που εξέτασε, η New York Times, η Associated Press, η Washington Post, το CNN, το Politico, η USA Today και το Axios χρησιμοποίησαν συνολικά τον όρο «άγριος» 16 φορές για τη δολοφονία Ισραηλινών, αλλά ποτέ για τη δολοφονία Παλαιστινίων.

Ομοίως, η λέξη «σφαγή» εμφανίστηκε 120 φορές σε σχέση με τη δολοφονία Ισραηλινών, αλλά μόνο μία φορά για Παλαιστινίους. Η λέξη «μαζική σφαγή» χρησιμοποιήθηκε 344 φορές σε σχέση με Παλαιστινίους που σκότωναν Ισραηλινούς, αλλά ποτέ για Ισραηλινούς που σκότωναν Παλαιστινίους. Η λέξη «βάρβαρη» χρησιμοποιήθηκε 14 φορές για να περιγράψει τη δολοφονία Ισραηλινών, αλλά καμία φορά σε σχέση με τους θανάτους Παλαιστινίων.

Η κάλυψη από τα συνδρομητικά κανάλια παρουσίασε παρόμοιο μοτίβο. Ο Τζόνσον καταγράφει ότι στο MSNBC, οι παρουσιαστές και οι καλεσμένοι χρησιμοποίησαν τη λέξη «σφαγή» 177 φορές, τη λέξη «βάρβαρος» 46 φορές, τη λέξη «άγριος» 23 φορές και τη λέξη «μακελειό» 102 φορές σε σχέση με τους θανάτους Ισραηλινών. Ποτέ δεν χαρακτήρισαν τη δολοφονία Παλαιστινίων ως «βάρβαρη» ή «άγρια». Σε σχέση με τους Παλαιστινίους, χρησιμοποίησαν τη λέξη «μακελειό» μόνο οκτώ φορές και «σφαγή» τέσσερις φορές.

Οι αναφορές σε «αγριότητα» και «βαρβαρότητα» απηχούν τη λογική του αποικιοκρατικού εποικισμού, που προσδιορίζει τους απολίτιστους ιθαγενείς ως ένα πρόβλημα που πρέπει να λυθεί.

Η σφαίρα της απόκλισης

Καταδικάζοντας την εισβολή του Πούτιν, οι φιλελεύθεροι πολιτικοί και οι θεσμοί αντιτάσσονταν σε έναν παραδοσιακό αντίπαλο των ΗΠΑ. Στάθηκαν στο πλευρό της εισερχόμενης κυβέρνησης Μπάιντεν και των περισσότερων δυτικών χωρών. Και αποστασιοποιούνταν από έναν όλο και πιο αντιδημοφιλή Τραμπ, ο οποίος θεωρείται ευρέως ως φιλορώσος.

Μετά τις 7 Οκτωβρίου 2023, η εξίσωση άλλαξε. Σε αντίθεση με τη στάση απέναντι στην Ουκρανία, η αντίθεση στον πόλεμο του Ισραήλ δεν ήταν χωρίς κόστος. Η εχθρότητα προς τη μακροχρόνια συναίνεση στην εξωτερική πολιτική απαιτούσε ένα ελάχιστο ίχνος θάρρους. Με τους όρους που καθιέρωσε η διάσημη μελέτη του Ντάνιελ Χάλιν για τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης και το Βιετνάμ, The “Uncensored War” (1986), όσοι αντιτάχθηκαν στον πόλεμο του Ισραήλ βγήκαν από τη «σφαίρα της συναίνεσης» και τη «σφαίρα της νόμιμης διαμάχης» για να εγκατασταθούν στη «σφαίρα της απόκλισης».

Πρόκειται για έναν χώρο που καταλαμβάνεται, σύμφωνα με τα λόγια του Χαλίν, από «εκείνους τους πολιτικούς παράγοντες και τις απόψεις που οι δημοσιογράφοι και το πολιτικό mainstream της κοινωνίας απορρίπτουν ως ανάξιους να ακουστούν».

Δεν αποτελεί έκπληξη, όπως εξηγεί ο Τζόνσον, ότι οι θεσμοί που είχαν προηγουμένως υποστηρίξει το Black Lives Matter, τον λαό της Ουκρανίας και άλλες υποθέσεις «βρήκαν τόσο τη γλώσσα όσο και τα χέρια τους δεμένα στο θέμα της κοινωνικής δικαιοσύνης, καθώς ο αριθμός των νεκρών στη Γάζα εκτοξεύτηκε στα ύψη».

Το 2022, ο πρόεδρος του Χάρβαρντ Λόρενς Μπάκοου διακήρυξε την αλληλεγγύη του ιδρύματός του προς την Ουκρανία με μια ενθουσιώδη ομιλία. «Τώρα είναι η ώρα να υψωθούν όλες οι φωνές», δήλωσε και συνέχισε:

«Οι αξιοθρήνητες ενέργειες του Βλαντιμίρ Πούτιν θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων και υπονομεύουν την έννοια της κυριαρχίας. Οι θεσμοί που είναι αφιερωμένοι στη διατήρηση των δημοκρατικών ιδανικών και στην προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν την ευθύνη να καταδικάσουν μια τέτοια αδικαιολόγητη επιθετικότητα […]»

Σήμερα η ουκρανική σημαία κυματίζει πάνω από το Harvard Yard. Το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ στέκεται στο πλευρό του λαού της Ουκρανίας. Μέχρι το 2024, το Χάρβαρντ είχε αλλάξει γνώμη. Η ώρα για να υψωθούν οι φωνές είχε, προφανώς, περάσει. Μπροστά στις φοιτητικές διαμαρτυρίες, το Χάρβαρντ ανακοίνωσε ότι «δεν θα λαμβάνει πλέον θέση σε θέματα εκτός του πανεπιστημίου».

Ο Τζόνσον σημειώνει ότι το 50% των κορυφαίων πανεπιστημίων των ΗΠΑ – συμπεριλαμβανομένων των Johns Hopkins, Northwestern, Yale, Cornell, Columbia, University of Michigan, Stanford, University of Pennsylvania, University of Virginia, Dartmouth και UCLA – εξέδωσαν δηλώσεις υποστήριξης είτε προς την Ουκρανία είτε/και προς το Ισραήλ τον Φεβρουάριο του 2022 και τον Οκτώβριο του 2023.

Στη συνέχεια, καθώς η κρίση στη Γάζα εντεινόταν, εξήγησαν ξαφνικά ότι δεν μπορούσαν να λάβουν θέση σε πολιτικά ζητήματα.

Η στάση των τρίτων

Τα μέσα ενημέρωσης, ωστόσο, έπρεπε να πουν κάτι. Το 2016, τα προοδευτικά μέσα ενημέρωσης στις ΗΠΑ είχαν παρουσιάσει τον Τραμπ ούτε λίγο ούτε πολύ ως φασίστα. Το 2020, είχαν κάνει εκστρατεία, περισσότερο ή λιγότερο ανοιχτά, υπέρ των Δημοκρατικών. Ακόμη και σοβαρές εκδόσεις, όπως η New York Times κατέστησαν σαφή την προτίμησή τους για τον Τζο Μπάιντεν: έναν λογικό κεντρώο που θα αποκαθιστούσε την αξιοπρέπεια και τη δημοκρατία. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι, το 2023, η γενοκτονία στη Γάζα – και η συνενοχή του Μπάιντεν στη σφαγή – προκάλεσε μια τεράστια ιδεολογική κρίση στα φιλελεύθερα μέσα ενημέρωσης.

Ο Τζόνσον σημειώνει ότι ο Μπάιντεν θα μπορούσε να είχε σταματήσει τον πόλεμο ανά πάσα στιγμή, επικαλούμενος πολλαπλές ισραηλινές πηγές προς αυτή την κατεύθυνση. Τον Νοέμβριο του 2023, για παράδειγμα, ο συνταξιούχος ισραηλινός υποστράτηγος Ιτζάκ Μπρικ αναγνώρισε ότι η επιχείρηση στη Γάζα εξαρτιόταν απόλυτα από τις ΗΠΑ:

«Όλοι οι πύραυλοί μας, τα πυρομαχικά, οι βόμβες ακριβείας, όλα τα αεροπλάνα και οι βόμβες, όλα προέρχονται από τις ΗΠΑ. Τη στιγμή που κλείνουν τη βρύση, δεν μπορείς να συνεχίσεις να πολεμάς. Δεν έχεις καμία ικανότητα […] Όλοι καταλαβαίνουν ότι δεν μπορούμε να πολεμήσουμε αυτόν τον πόλεμο χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τελεία».

Ο Μίκαελ Χέρτζοχ, πρώην πρέσβης του Ισραήλ στις ΗΠΑ, εξήγησε: «Ο Θεός έκανε χάρη στο Κράτος του Ισραήλ που ο Μπάιντεν ήταν πρόεδρος κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, γιατί θα μπορούσε να ήταν πολύ χειρότερα. Πολεμήσαμε για πάνω από ένα χρόνο, και η κυβέρνηση δεν ήρθε ποτέ σε εμάς να πει: “Καταπαύση πυρός τώρα”. Ποτέ δεν το έκανε. Και αυτό δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο».

Η δράση του Μπάιντεν σπάνια αναγνωρίστηκε από τα mainstream μέσα ενημέρωσης. Ο Τζόνσον περιγράφει την εμφάνιση αρκετών διακριτών στυλ δημοσιογραφικής κάλυψης που επέτρεψαν «στον μέσο καταναλωτή των μέσων ενημέρωσης – και στον εργαζόμενο στα μέσα ενημέρωσης – να χωνέψει τα αδιαμφισβήτητα και αδικαιολόγητα εγκλήματα πολέμου που διαπράττονταν από τους ηγέτες τους μπροστά στα μάτια τους». Ένα συνηθισμένο στυλ αφορούσε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «Third Partying». Αυτό συνεπαγόταν ότι οι δημοσιογράφοι παρουσίαζαν τις ΗΠΑ «ως ουδέτερο μέρος – ακόμη και ως ανθρωπιστική δύναμη – που πάντα προσπαθούσε (αλλά, μυστηριωδώς, πάντα αποτύγχανε) να τερματίσει τη σύγκρουση».

Οι φιλελεύθεροι απεικόνιζαν τον Μπάιντεν ως αβοήθητο. Όπως το έθεσε η New York Times, ο πιο ισχυρός άνδρας στον κόσμο υποτίθεται ότι περιοριζόταν από τα «όρια της αμερικανικής επιρροής στη Μέση Ανατολή».

Έγραψαν άρθρα για αυτό που ο Τζόνσον αποκαλεί «Εξοργισμένος/Βαθιά Ανησυχών Μπάιντεν», στα οποία ο πρόεδρος εμφανιζόταν ως «κρυφά αναστατωμένος, εξοργισμένος, με αυστηρά λόγια για τον Νετανιάχου, ή λυπημένος ή να αγωνιά για τις απώλειες αμάχων».

Μπορούμε να σκεφτούμε αυτά τα στερεότυπα σε σχέση με το έργο του καθηγητή δημοσιογραφίας Τζέι Ρόζεν σχετικά με την επαγγελματική κοινωνικοποίηση των πολιτικών δημοσιογράφων σε αυτό που περιγράφει ως το «έξυπνο στυλ». Ο Ρόζεν εξηγεί:

«Στην πολιτική, πιστεύουν οι δημοσιογράφοι μας, είναι καλύτερο να είσαι έξυπνος παρά να είσαι ειλικρινής ή ακριβής στα γεγονότα. Είναι καλύτερο να είσαι έξυπνος παρά να είσαι δίκαιος, καλός, αμερόληπτος, αξιοπρεπής, αυστηρά νόμιμος, πολιτισμένος, ειλικρινής, στοχαστικός ή ανθρώπινος. Η εξυπνάδα είναι αυτό που οι δημοσιογράφοι θαυμάζουν στους άλλους. Η εξυπνάδα είναι αυτό που οι ίδιοι επιθυμούν διακαώς να είναι. (Και το να μην είσαι έξυπνος είναι πολύ χειρότερο από το να κάνεις λάθος.) Η εξυπνάδα είναι η ιδιότητα του να είσαι πονηρός, πρακτικός, υπερ-ενημερωμένος, οξυδερκής, ειρωνικός, «ενήμερος» και αδιάφορος σε όλα τα πολιτικά θέματα. Και ποιο είναι το πιο αληθινό σημάδι της εξυπνάδας; Η νίκη, φυσικά! Ή το να ξέρεις ποιοι είναι οι νικητές».

Σε σχέση με τη Γάζα, οι έξυπνοι σχολιαστές αναγνώρισαν (αν και όχι απαραίτητα ανοιχτά), την εξάρτηση των ΗΠΑ από το Ισραήλ για τη διατήρηση της ηγεμονίας στη Μέση Ανατολή. Η εξυπνάδα σήμαινε την κατανόηση των πολιτικών συνεπειών αυτής της σχέσης: δηλαδή, ότι οι Αμερικανοί πολιτικοί θα υποστήριζαν το Ισραήλ σχεδόν σε κάθε περίσταση.

Νομικές επιπτώσεις

Στο πλαίσιο των ΗΠΑ, ο Τζόνσον αμφιβάλλει ότι τα προοδευτικά μέσα που υποστήριξαν τη γενοκτονία θα πληρώσουν μεγάλο τίμημα βραχυπρόθεσμα. Αντίθετα, εντοπίζει μια διαδικασία εξορθολογισμού και δικαιολογίας που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Στο βαθμό που οι φιλελεύθεροι αποδίδουν ευθύνες, τις αποδίδουν στον Νετανιάχου και σε αυτό που θεωρούν ως μια ατυχή υπερβολική αντίδραση του IDF στις βαρβαρότητες της Χαμάς.

Καταλήγει: «Κυρίως, πιστεύω ότι η γενοκτονία στη Γάζα θα καταλήξει στη λήθη, θα ξεχαστεί, θα απορριφθεί ως “εμμονή” της αριστεράς ή θα παραμείνει σε εκκρεμότητα, ενώ θα υπονοείται έντονα ότι η δυσανάλογη εστίαση σε αυτήν αποτελεί απόδειξη λανθάνοντος αντισημιτισμού. Και αυτό θα είναι όλο».

Παρόλα αυτά, οι συνέπειες τόσων πολλών θανάτων δεν μπορούν να αποφευχθούν εντελώς. Το προηγούμενο που θέτει η γενοκτονία θα έχει αντίκτυπο για γενιές, στα μέσα ενημέρωσης και αλλού. Όπως σημειώνει ο Τζόνσον, πιθανότατα θα δούμε εκδοχές της Γάζας να εκτυλίσσονται τις επόμενες δεκαετίες σε διάφορες περιφέρειες […] Και το μοντέλο της εκτροπής, της αποανθρωποποίησης και της φιλελεύθερης δικαιολογίας που τελειοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας στη Γάζα θα αποτελέσει το πρότυπο – τα όπλα, τεχνολογικά και ρητορικά, έχοντας ακονιστεί από τα τέλη του 2023 έως το 2025.

Η «Γαζοποίηση» του νότιου Λιβάνου αποτελεί ένα άμεσο και προφανές παράδειγμα, αλλά υπάρχουν και άλλα. Η αδιαφορία για τις νομικές νόρμες που επέδειξε ο Ντόναλντ Τραμπ, όταν έδωσε το πράσινο φως για τον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν αντανακλούσε την εμπειρία της Γάζας, όπου τίποτα από όσα είπαν το Διεθνές Δικαστήριο ή τα Ηνωμένα Έθνη ή παρόμοιοι φορείς δεν έκανε καμία διαφορά.

Συζητώντας την απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολά Μαδούρο από τον Τραμπ, οι νομικοί Όονα Χάθαγουεϊ και Σκοτ Τζ. Σαπίρο προειδοποιούν: «Δεν είναι μόνο το υπάρχον διεθνές νομικό σύστημα που βρίσκεται σε κίνδυνο τώρα. Σε κίνδυνο βρίσκεται η επιβίωση οποιωνδήποτε κανόνων – και μαζί με αυτούς οποιωνδήποτε περιορισμών στην άσκηση της κρατικής εξουσίας».

Σε αυτό το πλαίσιο, όπως συμπεραίνει ο ιστορικός Πακνκάζ Μίσρα, η κριτική της τέταρτης εξουσίας, του λεγόμενου πυλώνα της δημοκρατίας, όχι μόνο γίνεται πιο επίκαιρη. Αντηχεί ως μια ευρύτερη ανάλυση της παρακμής των δημοκρατικών θεσμών στη Δύση.

Το «How to Sell a Genocide» αποτελεί μέρος αυτής της κριτικής. Ωστόσο, απομένουν πολλά ακόμη να γίνουν.

*Τζεφ Σπάροου, Ανώτερος Λέκτορας, Κέντρο Προώθησης της Δημοσιογραφίας, Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης.

Πηγή: infowar

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0