ενημέρωση 5:34, 8 August, 2026

Σήμα κινδύνου από Λαγκάρντ - Ο πόλεμος ανεβάζει τις τιμές και φρενάρει την ανάπτυξη

Η ΕΚΤ αύξησε τα βασικά επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης, με την Κριστίν Λαγκάρντ να προειδοποιεί ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις, επιβαρύνει την ανάπτυξη και διατηρεί υψηλή την αβεβαιότητα στην ευρωζώνη 

Σε νέα αύξηση των βασικών επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης προχώρησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με την πρόεδρό της Κριστίν Λαγκάρντ να προειδοποιεί ότι η κλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή δημιουργεί νέες πληθωριστικές πιέσεις και επιβαρύνει τις προοπτικές ανάπτυξης της οικονομίας της ευρωζώνης. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου μετά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου, η επικεφαλής της ΕΚΤ υπογράμμισε ότι η απόφαση για περαιτέρω σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής ελήφθη με γνώμονα την ανάγκη διασφάλισης της επιστροφής του πληθωρισμού στον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%, παρά το δυσμενές γεωπολιτικό περιβάλλον.

«Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δημιουργεί πληθωριστικές πιέσεις», δήλωσε χαρακτηριστικά η Κριστίν Λαγκάρντ, προσθέτοντας ότι η σημερινή απόφαση της ΕΚΤ είναι «ανθεκτική σε ένα ευρύ φάσμα σεναρίων» σχετικά με την εξέλιξη της κρίσης και τις επιπτώσεις της στην οικονομία της ευρωζώνης. Η ΕΚΤ εμφανίζεται πλέον πιο επιφυλακτική τόσο για την πορεία του πληθωρισμού όσο και για τις αναπτυξιακές προοπτικές. Σύμφωνα με τις νέες προβλέψεις των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος, ο γενικός πληθωρισμός αναμένεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 3% το 2026, να υποχωρήσει στο 2,3% το 2027 και να επιστρέψει στον στόχο του 2% το 2028.

Παράλληλα, ο δομικός πληθωρισμός, δηλαδή ο δείκτης που εξαιρεί τις ευμετάβλητες τιμές της ενέργειας και των τροφίμων, προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 2,5% το 2026 και το 2027 και στο 2,2% το 2028. Οι προβλέψεις αυτές είναι υψηλότερες σε σχέση με εκείνες του Μαρτίου, γεγονός που αποδίδεται κυρίως στη σημαντική άνοδο του ενεργειακού κόστους. Η πρόεδρος της ΕΚΤ εξήγησε ότι η αύξηση των τιμών της ενέργειας δεν επηρεάζει μόνο τους λογαριασμούς ηλεκτρισμού ή καυσίμων, αλλά μεταφέρεται σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομία, επηρεάζοντας το κόστος παραγωγής, τις μεταφορές, τα τρόφιμα και τις υπηρεσίες.

«Η αύξηση των τιμών της ενέργειας θα ενισχύσει περαιτέρω τον πληθωρισμό κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και θα τον διατηρήσει σημαντικά πάνω από τον στόχο έως το πρώτο εξάμηνο του 2027», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι η ΕΚΤ παρακολουθεί ιδιαίτερα τον κίνδυνο δευτερογενών επιδράσεων στις τιμές και στους μισθούς. Πιο αδύναμη ανάπτυξη για την ευρωζώνη Παράλληλα με την άνοδο του πληθωρισμού, η ΕΚΤ υποβάθμισε τις προβλέψεις της για την οικονομική ανάπτυξη. Η οικονομία της ευρωζώνης εκτιμάται πλέον ότι θα αναπτυχθεί κατά μόλις 0,8% το 2026, 1,2% το 2027 και 1,5% το 2028, με τις προβλέψεις για τα δύο πρώτα χρόνια να είναι χαμηλότερες σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις.

Η αναθεώρηση αυτή αντικατοπτρίζει την επιβάρυνση που προκαλεί η γεωπολιτική κρίση στις διεθνείς αγορές εμπορευμάτων, στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και στο επενδυτικό κλίμα. Η Λαγκάρντ σημείωσε ότι η οικονομία της ευρωζώνης εμφάνισε ανθεκτικότητα στις αρχές του έτους, στηριζόμενη στην εγχώρια ζήτηση και στις εξαγωγές. Ωστόσο, τα τελευταία στοιχεία δείχνουν επιβράδυνση της δραστηριότητας, κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών, καθώς επιχειρήσεις και καταναλωτές επηρεάζονται από την αβεβαιότητα και το αυξημένο ενεργειακό κόστος. Η αγορά εργασίας εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες στήριξης της οικονομίας.

Το ποσοστό ανεργίας παρέμεινε τον Απρίλιο στο 6,3%, κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα στην ιστορία της ευρωζώνης, ενώ συνεχίστηκε η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Παρ’ όλα αυτά, η ζήτηση για εργατικό δυναμικό εμφανίζει σημάδια εξασθένησης και οι προσδοκίες για τους επόμενους μήνες έχουν επιδεινωθεί. Οι εμπειρογνώμονες της ΕΚΤ εκτιμούν ότι η ιδιωτική κατανάλωση θα συνεχίσει να στηρίζει την οικονομική δραστηριότητα, χάρη στη σχετικά καλή κατάσταση των ισολογισμών των νοικοκυριών. Ωστόσο, οι ιδιωτικές επενδύσεις αναμένεται να δεχθούν πιέσεις βραχυπρόθεσμα εξαιτίας του υψηλού κόστους ενέργειας και της αυξημένης αβεβαιότητας.

Από την άλλη πλευρά, οι δημόσιες επενδύσεις αναμένεται να παραμείνουν ισχυρές, με κινητήριους μοχλούς τις αυξημένες δαπάνες για άμυνα και υποδομές, καθώς και τις επενδύσεις σε νέες ψηφιακές τεχνολογίες. Το ενεργειακό σοκ στο επίκεντρο των ανησυχιών Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε η πρόεδρος της ΕΚΤ στις εξελίξεις στην αγορά ενέργειας, οι οποίες θεωρούνται πλέον ο σημαντικότερος παράγοντας κινδύνου για την οικονομία της ευρωζώνης. Ο πληθωρισμός αυξήθηκε στο 3,2% τον Μάιο από 3% τον Απρίλιο, με τις τιμές της ενέργειας να καταγράφουν άνοδο σχεδόν 11% σε ετήσια βάση.

Παράλληλα, επιταχύνθηκε και ο πληθωρισμός στις υπηρεσίες, γεγονός που ενισχύει τις ανησυχίες ότι οι αρχικές ανατιμήσεις αρχίζουν να μεταφέρονται σε ευρύτερα τμήματα της οικονομίας. «Οσο περισσότερο οι τιμές της ενέργειας παραμένουν υψηλές, τόσο πιθανότερο είναι να ενισχύσουν ευρύτερα τον πληθωρισμό μέσω έμμεσων και δευτερογενών επιδράσεων», προειδοποίησε η Λαγκάρντ. Η ίδια επισήμανε ότι η ΕΚΤ θα παρακολουθεί στενά τον τρόπο με τον οποίο οι αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος επηρεάζουν τη διαμόρφωση των μισθών, τις τιμολογιακές πολιτικές των επιχειρήσεων και τις προσδοκίες νοικοκυριών και επενδυτών για τον μελλοντικό πληθωρισμό.

Οι κίνδυνοι παραμένουν υψηλοί Σύμφωνα με την ΕΚΤ, οι κίνδυνοι για την οικονομική ανάπτυξη παραμένουν κυρίως καθοδικοί. Ενα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ ή ενδεχόμενες διαταραχές στις βασικές θαλάσσιες εμπορικές οδούς θα μπορούσαν να επιδεινώσουν σημαντικά την κατάσταση, προκαλώντας νέες ελλείψεις πρώτων υλών και αυξήσεις στο κόστος παραγωγής. Ταυτόχρονα, η επιδείνωση του κλίματος στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές ή μια αυστηρότερη πολιτική χορηγήσεων από τις τράπεζες θα μπορούσαν να περιορίσουν περαιτέρω τη ζήτηση και τις επενδύσεις. Η Λαγκάρντ δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στις υπόλοιπες γεωπολιτικές εστίες έντασης, σημειώνοντας ότι ο πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πηγή αβεβαιότητας για την ευρωπαϊκή οικονομία.

Ωστόσο, η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι υπάρχουν και θετικά σενάρια. Μια ταχύτερη προσαρμογή των αγορών ενέργειας, μια αποκλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή ή η ταχύτερη υιοθέτηση νέων τεχνολογιών από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ισχυρότερη ανάπτυξη από αυτή που προβλέπεται σήμερα. Καμία δέσμευση για τα επιτόκια Οσον αφορά τις επόμενες κινήσεις της ΕΚΤ, η πρόεδρος της τράπεζας απέφυγε να δώσει συγκεκριμένες κατευθύνσεις, επαναλαμβάνοντας τη στρατηγική της εξάρτησης από τα οικονομικά δεδομένα. «Θα συνεχίσουμε να ακολουθούμε μια προσέγγιση που βασίζεται στα δεδομένα και λαμβάνει αποφάσεις σε κάθε συνεδρίαση ξεχωριστά», δήλωσε.

Παράλληλα ξεκαθάρισε ότι «δεν προδεσμευόμαστε σε συγκεκριμένη πορεία επιτοκίων», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων παρεμβάσεων εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις αποδειχθούν πιο επίμονες από τις σημερινές εκτιμήσεις. Το κεντρικό μήνυμα που επιχείρησε να εκπέμψει η ΕΚΤ είναι ότι η σταθερότητα των τιμών παραμένει αδιαπραγμάτευτος στόχος. Όπως τόνισε η Κριστίν Λαγκάρντ, η ΕΚΤ είναι έτοιμη να χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα εργαλεία της προκειμένου να διασφαλίσει τη βιώσιμη επιστροφή του πληθωρισμού στο 2%, ακόμη και σε ένα περιβάλλον έντονων γεωπολιτικών αναταράξεων και αυξημένης αβεβαιότητας για την ευρωπαϊκή οικονομία. 

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Θριάσιο - Έπεσε τμήμα της οροφής στην παθολογική κλινική – Εκκρεμεί εδώ και τέσσερα χρόνια η έγκριση αιτήματος για τεχνική μελέτη

Άφαντος ο Άδωνις

Περιστατικό αποκόλλησης τμήματος οροφής στο Νοσοκομείο Θριάσιο τη Δευτέρα 8 Ιουνίου καταγγέλλει το Σωματείο Εργαζομένων, μεταφέροντας έντονη ανησυχία για την κατάσταση των κτιριακών εγκαταστάσεων. «Ακόμη πιο εξοργιστικό είναι το γεγονός ότι εδώ και τέσσερα έτη έχει κατατεθεί αίτημα του Θριάσιου συνοδευόμενο με τεχνική μελέτη, για την πραγματοποίηση των αναγκαίων εργασιών, συντήρησης, αποκατάστασης και στεγανοποίησης, στα πλαίσια του προγράμματος ενεργειακής αναβάθμισης αλλά εκκρεμεί ακόμη η έγκριση από τα αρμόδια υπουργεία» τονίζουν οι εργαζόμενοι/ες στην ανακοίνωσή τους.

Στην ανακοίνωσή τους οι εργαζόμενοι/ες τονίζουν ακόμα τα προβλήματα που αφορούν την έλλειψη προσωπικό, ενημερώνοντας ότι σχεδόν οι μισές οργανικές θέσεις παραμένουν κενές, ενώ σημαντικές ανάγκες καλύπτονται από 11 συμβασιούχους εργαζόμενους, οι οποίοι εξακολουθούν να εργάζονται υπό καθεστώς εργασιακής αβεβαιότητας.

Παράλληλα, οι εργαζόμενοι συνδέουν την κατάσταση που επικρατεί στο Θριάσιο με αντίστοιχα περιστατικά που έχουν καταγραφεί σε άλλες δημόσιες δομές υγείας της χώρας, όπως καταρρεύσεις οροφών, πυρκαγιές, διαρροές νερού και προβλήματα στα δίκτυα αποχέτευσης.

Ξεκαθαρίζουν πως τα φαινόμενα αυτά αποτελούν συνέπεια της μακροχρόνιας υποχρηματοδότησης του δημόσιου συστήματος υγείας, αλλά και της ανεπαρκούς συντήρησης των κτιριακών εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού. Έτσι, επισημαίνουν ότι η υποστελέχωση των τεχνικών υπηρεσιών δυσχεραίνει την έγκαιρη αντιμετώπιση προβλημάτων που σχετίζονται με την ασφάλεια των νοσοκομείων.

Αναλυτικά η ανακοίνωση του Σωματείου:

«Το νέο περιστατικό πτώσης τμήματος της οροφής στο ΘΡΙΑΣΙΟ νοσοκομείο επιβεβαιώνει την ύπαρξη σοβαρότατου κτιριακού προβλήματος και την ανάγκη για άμεση έναρξη εργασιών συντήρησης, στεγανοποίησης και αποκατάστασης με ταυτόχρονη ουσιαστική ενίσχυση της επικίνδυνα υποστελεχωμένης τεχνικής υπηρεσίας του νοσοκομείου.

Με επείγουσα αναφορά – καταγγελία προς το Υπουργείο Υγείας και τις διοικήσεις της 2ης ΥΠΕ και του ΓΝΕ ΘΡΙΑΣΙΟ, επισημαίνουμε οτι το νέο περιστατικό πτώσης τμήματος της οροφής, τη Δευτέρα 8 Ιουνίου, στο διάδρομο της Β Παθολογικής κλινικής του ΘΡΙΑΣΙΟΥ νοσοκομείου, από όπου διέρχονται καθημερινά δεκάδες εργαζόμενο, ασθενείς και συνοδοί και μόνο από τύχη δεν υπήρξε τραυματισμός, επιβεβαιώνει, για άλλη μια φορά, τις επανειλημμένες καταγγελίες του Σωματείου μας για το σοβαρότατο πρόβλημα στο κτίριο του νοσοκομείου.

Δεν πρόκειται για «μεμονωμένο περιστατικό» όπως είχε απαντήσει, με το γνωστό του ειρωνικό ύφος, ο υπουργός Εμπορίου της Υγείας στις επανειλημμενες αναφορές – καταγγελίες του Σωματείου μας για το πρόβλημα στο κτίριο του ΘΡΙΑΣΙΟΥ νοσοκομείου και συνολικά για την ανεπαρκέστατη συντήρηση των κτιριακων υποδομών στις δημόσιες μονάδες υγείας, δεδομένου ότι πτώσεις τμημάτων της οροφής έχουν συμβεί σε 8 διαφορετικά τμήματα του ΘΡΙΑΣΙΟΥ νοσοκομείου τους τελευταίους μήνες, χωρίς να έχει δοθεί ουσιαστική λύση.

Ακόμη πιο εξοργιστικό είναι το γεγονός ότι εδώ και τέσσερα έτη έχει κατατεθεί αίτημα του ΘΡΙΑΣΙΟΥ συνοδευόμενο με τεχνική μελέτη, για την πραγματοποίηση των αναγκαίων εργασιών, συντήρησης, αποκατάστασης και στεγανοποίησης, στα πλαίσια του προγράμματος ενεργειακής αναβάθμισης αλλά εκκρεμεί ΑΚΟΜΗ η έγκριση από τα αρμόδια υπουργεία.

Ταυτόχρονα παραμένει η επικίνδυνη υποστελεχωση της τεχνικής υπηρεσίας του νοσοκομείου όπου παραμένουν κενές το 48% των οργανικών θέσεων ενώ σε εργασιακή ομηρία διαρκείας βρίσκονται 11 συμβασιούχοι εργαζόμενοι (επικουρικοί και μέσω προγραμμάτων της ΔΥΠΑ) που αν και καλύπτουν κρίσιμες ανάγκες, αντιμετωπίζουν την άρνηση όλων των κυβερνήσεων για μετατροπή των συμβάσεων τους σε αορίστου χρόνου.
Το σοβαρότατο πρόβλημα με την ανεπαρκέστατη συντήρηση των κτιριακών υποδομών ΔΕΝ αφορά μόνο το ΘΡΙΑΣΙΟ νοσοκομείο.

Παρόμοια προβλήματα παρουσιάζονται σε δεκάδες δημόσιες μονάδες υγείας πανελλαδικά (π.χ. πτώση οροφής και ανελκυστήρα στο νοσοκομείο ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ, πυρκαγιές στα νοσοκομεία ΤΖΑΝΕΙΟ, ΣΩΤΗΡΙΑ και ΑΓ. ΑΝΔΡΕΑΣ, πτώση οροφής στο νοσοκομείο ΝΙΚΑΙΑΣ, στο νοσοκομείο ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, στο Πανεπιστημιακό νοσοκομείο Ηρακλείου, στο Πανεπιστημιακό νοσοκομείο Ρίου, στο ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ Θεσσαλονίκης, στο Πανεπιστημιακό νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης, στο Κρατικό Θεραπευτήριο Λέρου, στο Πανεπιστημιακό νοσοκομείο Λάρισας, στο 2ο Κέντρο Υγείας Ελευσίνας, διαρροές υδάτων στο νοσοκομείο Καλαμάτας, διαρροή λυμάτων στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ρίου κλπ) και ο κατάλογος δεν έχει τέλος.

Αυτά είναι τα αποτελέσματα της χρόνιας υποχρηματοδότησης των δημόσιων μονάδων υγείας από όλες τις κυβερνήσεις ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ, που έχει σαν συνέπεια την ανεπαρκέστατη έως ανύπαρκτη συντήρηση των κτιριακών υποδομών, εγκαταστάσεων και μηχανημάτων

Αποτέλεσμα της ίδιας πολιτικής είναι και η επικίνδυνη υποστελέχωση των τεχνικών υπηρεσιών ολων των νοσοκομείων, που έχει δραματικές επιπτώσεις για την ασφαλή λειτουργία των μονάδων και τις συνθήκες εργασίας των εναπομείναντων εργαζομένων, και συνδυάζεται με την ανάθεση εργασιών σε ιδιωτικές εταιρείες, η οποία κοστίζει πολλαπλάσια από την πρόσληψη του αναγκαίου προσωπικού.

Ζητάμε να προχωρήσετε σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες, ώστε:
Να εγκριθούν και να προχωρήσουν άμεσα οι εργασίας αποκατάστασης και στεγανοποίησης στο κτίριο του ΘΡΙΑΣΙΟΥ νοσοκομείου και να ενισχυθεί άμεσα η τεχνική υπηρεσία του ΘΡΙΑΣΙΟΥ νοσοκομείου με προσλήψεις μόνιμου προσωπικού και μονιμοποίηση των συμβασιούχων συναδέλφων.

Να γίνεται ουσιαστικός έλεγχος και συντήρηση των κτιριακών υποδομών των δημόσιων νοσοκομείων και κέντρων υγείας, με αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης».

Reuters - Το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ πιθανόν να φέρει το τέλος του ΟΠΕΚ

Το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ μπορεί να οδηγήσει σε απότομη αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, με τις χώρες του Κόλπου να επωφελούνται αρχικά, αλλά τον ΟΠΕΚ να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο απώλειας ελέγχου στις αγορές, σύμφωνα με ανάλυση του Reuters

Όταν τελικά ανοίξουν ξανά τα Στενά του Ορμούζ, η Σαουδική Αραβία και οι γειτονικές χώρες του Κόλπου θα σπεύσουν να χαιρετίσουν την εξέλιξη αυτή, όμως η επακόλουθη πλημμύρα πετρελαίου στην αγορά κινδυνεύει να διαβρώσει τον ήδη εύθραυστο έλεγχο του ΟΠΕΚ στην αγορά, υποστηρίζει το Reuters σε ανάλυση του. Ο πόλεμος στο Ιράν και το κλείσιμο του κρίσιμου θαλάσσιου περάσματος —μέσω του οποίου διέρχεται σχεδόν το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου και φυσικού αερίου πριν από τη σύγκρουση— έχουν μειώσει σημαντικά την παραγωγή του ΟΠΕΚ και έχουν μετατοπίσει το κέντρο βάρους της ενεργειακής βιομηχανίας μακριά από τη Μέση Ανατολή.

Οι επιλογές του Ριάντ για την αντιμετώπιση αυτών των αλλαγών είναι περιορισμένες. Παραμένει ασαφές τόσο το πότε θα ανοίξουν ξανά τα Στενά, όσο και το υπό ποιες συνθήκες. Ενώ ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επιμένει ότι η ναυσιπλοΐα πρέπει να επιστρέψει στα επίπεδα που βρισκόταν πριν από την έναρξη του πολέμου, το Ιράν εμφανίζεται αποφασισμένο να διατηρήσει κάποιον βαθμό ελέγχου στο πέρασμα, γεγονός που δείχνει ότι η ανάκαμψη θα είναι σταδιακή, αμφίβολη και δύσκολη.

Ωστόσο, παρά τη γενική αβεβαιότητα, ένα αποτέλεσμα μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτο: η Σαουδική Αραβία, το Μπαχρέιν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, το Κουβέιτ, το Ιράκ και το Ιράν θα προσπαθήσουν να μεγιστοποιήσουν τις εξαγωγές πετρελαίου για να καλύψουν τα τεράστια δημοσιονομικά κενά που προκάλεσε η σύγκρουση. Η απώλεια περίπου 13 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως εξαγωγών από τη Μέση Ανατολή —περίπου το 13% της παγκόσμιας προσφοράς— από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου αντιστοιχεί σε περισσότερα από 80 δισ. δολάρια χαμένων εσόδων, σύμφωνα με υπολογισμούς. Οι ζημιές σε ενεργειακές υποδομές, συμπεριλαμβανομένων διυλιστηρίων, εγκαταστάσεων αποθήκευσης, δεξαμενόπλοιων και μονάδων LNG, ανέρχονται σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια.

Τα κίνητρα για ταχεία επαναφορά της παραγωγής είναι τεράστια, λόγω της συσσωρευμένης ζήτησης από μεγάλους εισαγωγείς ενέργειας, ιδιαίτερα στην Ασία. Οι ασιατικές κυβερνήσεις και τα διυλιστήρια έχουν περιορίσει σημαντικά την κατανάλωση κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης και έχουν αντλήσει από τα αποθέματά τους. Πολλοί θα επιδιώξουν να τα αναπληρώσουν. Ωστόσο, προσφορά και ζήτηση είναι απίθανο να αποκατασταθούν ταυτόχρονα.

Αρχικά, μπορεί να χρειαστούν μήνες για να επανεκκινήσουν οι παραγωγοί της Μέσης Ανατολής την εξόρυξη μεγάλου μέρους των περίπου 11 εκατ. βαρελιών ημερησίως που έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας. Επίσης δεν είναι σαφές πόση ζήτηση έχει πραγματικά χαθεί και πόση απλώς έχει μετατεθεί. Σε συνδυασμό με τις γεωπολιτικές ανησυχίες, το πιθανότερο είναι μια άνιση ανάκαμψη που θα προκαλέσει νέες διακυμάνσεις στις τιμές.

Ιστορικά, τέτοιες συνθήκες θα ενίσχυαν τον ρόλο του ΟΠΕΚ. Ο οργανισμός και οι σύμμαχοί του, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας, έχουν επανειλημμένα παρέμβει για τη σταθεροποίηση των αγορών σε προηγούμενες κρίσεις, όπως κατά την πανδημία COVID-19. Αυτή τη φορά, όμως, ο οργανισμός φαίνεται πολύ πιο αδύναμος.

Ένας αποδυναμωμένος ΟΠΕΚ

Ο πόλεμος έχει αφήσει τον ΟΠΕΚ κατακερματισμένο και αποδυναμωμένο. Η παραγωγή του κατέρρευσε κατά μέσο όρο στα 20 εκατ. βαρέλια ημερησίως τον Απρίλιο από 31 εκατ. τον Φεβρουάριο, σύμφωνα με στοιχεία της αμερικανικής Υπηρεσίας Ενέργειας (EIA). Το μερίδιο του ΟΠΕΚ στην παγκόσμια παραγωγή έχει πέσει σε ιστορικό χαμηλό, περίπου 22%.

Πιο σημαντικά, η απόφαση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων τον Απρίλιο να αποχωρήσουν από τον οργανισμό για να ακολουθήσουν δική τους στρατηγική αύξησης παραγωγής, έπληξε σοβαρά τη συνοχή του ΟΠΕΚ και την επιρροή της Σαουδικής Αραβίας.

Επιπλέον, η αδυναμία της Ρωσίας να αυξήσει τις εξαγωγές λόγω ουκρανικών επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές περιορίζει τον ρόλο της ως «ρυθμιστή» στην ευρύτερη συμμαχία ΟΠΕΚ+.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το ενδεχόμενο επαναλειτουργίας του Ορμούζ μπορεί να φέρει τη Σαουδική Αραβία σε δύσκολη θέση, καθώς οι χώρες του ΟΠΕΚ θα ανταγωνίζονται έντονα για μερίδια αγοράς, αυξάνοντας την προσφορά και πιέζοντας τις τιμές προς τα κάτω.

Η Σαουδική Αραβία ίσως δυσκολευτεί να πείσει άλλους παραγωγούς να περιορίσουν την παραγωγή για να στηρίξουν τις τιμές.

Πορεία προς υπερπροσφορά

Παρότι η ανάκαμψη της προσφοράς δε θα είναι άμεση, οι κίνδυνοι δείχνουν προς υπερπροσφορά. Η επιστροφή των ποσοτήτων του ΟΠΕΚ, μαζί με υψηλή παραγωγή από τις ΗΠΑ, τη Βραζιλία και τη Βενεζουέλα, θα μπορούσε να οδηγήσει σε πλεόνασμα περίπου 5 εκατ. βαρελιών ημερησίως μετά την πλήρη επαναλειτουργία του Ορμούζ, σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών.

Οι παραγωγοί εκτός Κόλπου έχουν ενισχύσει τις θέσεις τους κατά τη διάρκεια της κρίσης, γεγονός που καθιστά δυσκολότερη την ανάκτηση μεριδίου αγοράς από τις χώρες του Κόλπου χωρίς επιθετική πολιτική τιμών.

Αν και ιστορικά ο ΟΠΕΚ έχει εμπλακεί σε «πολέμους τιμών», μια τέτοια κίνηση τώρα, μετά από μια από τις μεγαλύτερες διαταραχές προσφοράς των τελευταίων δεκαετιών, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες εξελίξεις και να επιταχύνει το τέλος της εποχής του οργανισμού, τονίζει το Reuters.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ο Akio Toyoda παραδέχεται ότι φοβάται τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα

«Όλοι στρέφονται στα BEV , αυτός είναι ο μεγαλύτερος φόβος μου»

Ενώ πολλοί κατασκευαστές αυτοκινήτων έχουν καθυστερήσει ή ακυρώσει την ανάπτυξη ορισμένων ηλεκτρικών οχημάτων, συχνά με κόστος δισεκατομμυρίων δολαρίων, η κυρίαρχη σκέψη σε ολόκληρο τον κλάδο είναι ότι τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα είναι το μέλλον. Η Toyota, ωστόσο, θα συνεχίσει να παράγει τους κινητήρες εσωτερικής καύσης για όσο το δυνατόν περισσότερο.

Σε αντίθεση με τους περισσότερους ανταγωνιστές της, η Toyota εργάζεται πάνω σε όλο το φάσμα των κινητήρων, συμπεριλαμβανομένων των FCEV, ακόμη και των κινητήρων εσωτερικής καύσης που λειτουργούν με υδρογόνο. Η δέσμευση της εταιρείας στους κινητήρες εσωτερικής καύσης προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από τον πρόεδρό της, Akio Toyoda , ο οποίος αναμφισβήτητα είναι ένας από τους τελευταίους αληθινούς λάτρεις των αυτοκινήτων που ηγούνται μιας μεγάλης αυτοκινητοβιομηχανίας.

«Όλοι στρέφονται στα BEV (ηλεκτρικά αυτοκινητα) , αυτός είναι ο μεγαλύτερος φόβος μου», είπε. «Πριν από τρία ή τέσσερα χρόνια, ήμουν ο μόνος που έλεγε στα μέσα ενημέρωσης ότι αγαπώ την οσμή της βενζίνης, αγαπώ τον ήχο και αγαπώ τους κινητήρες, και θέλω να διατηρήσω τις θέσεις εργασίας για τους προμηθευτές κινητήρων. Αλλά μου φαίνεται ότι είμαι ο μόνος. Νιώθω πολύ μόνος».

Η στροφή προς πιο αποδοτικά αυτοκίνητα υψηλών επιδόσεων συμβαίνει ήδη στην Toyota. Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα, η επόμενη γενιά GR Yaris θα μεταμορφωθεί σε ένα ισχυρό υβριδικό, πιθανώς συνδυάζοντας τον νέο τετρακύλινδρο κινητήρα 2,0 λίτρων turbo που βρίσκεται σε εξέλιξη με μια μικρή μπαταρία και ηλεκτροκινητήρα, πιθανώς αποδίδοντας έως και 394 ίππους.