Ο Αμερικανός πρόεδρος τόνισε - μεταξύ άλλων - πως ο Νετανιάχου πρέπει να κρατήσει πιο υπεύθυνη στάση απέναντι στον Λίβανο
Ο Ντόναλντ Τραμπ παρευρέθηκε στη Σύνοδο G7 που πραγματοποιήθηκε στη Γαλλία, και αναφέρθηκε σε όλα τα ζητήματα που απασχολούν τις ΗΠΑ αλλά και τον κόσμο όλο.
Ο Αμερικανός πρόεδρος εξέφρασε δημόσια την απογοήτευσή του προς τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, δηλώνοντας ότι πρέπει να επιδείξει «μεγαλύτερη υπευθυνότητα απέναντι στον Λίβανο».
Ο Τραμπ ανέφερε ότι τους τελευταίους μήνες υπήρξαν αρκετές διαφωνίες μεταξύ τους, καθώς θεωρούσε ότι οι ισραηλινές επιθέσεις κατά της Χεζμπολάχ δυσχέραιναν τις αμερικανικές προσπάθειες για επίτευξη συμφωνίας με το Ιράν. Η Τεχεράνη έχει καταστήσει σαφές ότι οποιαδήποτε συμφωνία κατάπαυσης του πυρός θα έπρεπε να περιλαμβάνει και το μέτωπο του Λιβάνου.
«Χωρίς εμένα δεν θα υπήρχε Ισραήλ, γιατί κανένας άλλος πρόεδρος δεν ήταν πρόθυμος να κάνει όσα έκανα εγώ», δήλωσε ο Τραμπ, προσθέτοντας ότι, παρά τη μακροχρόνια καλή σχέση του με τον Νετανιάχου, ο Ισραηλινός ηγέτης οφείλει πλέον να ενεργεί πιο υπεύθυνα όσον αφορά τον Λίβανο.
Από την πλευρά του, ο Νετανιάχου απέφυγε να συγκρουστεί δημόσια με τον Αμερικανό πρόεδρο. Αναφερόμενος στη συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν, σημείωσε ότι υπάρχουν ζητήματα στα οποία οι δύο ηγέτες διαφωνούν, τονίζοντας όμως ότι η ευθύνη του είναι η προάσπιση των συμφερόντων ασφαλείας του Ισραήλ.
Συνάντηση με Ζελένσκι
Ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι θα συναντηθεί με τον πρόεδρο της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, στο περιθώριο της συνόδου.
Παράλληλα, κάλεσε τη Ρωσία να αποδεχθεί μια συμφωνία που θα τερμάτιζε τον πόλεμο στην Ουκρανία. «Η Ρωσία πρέπει να καταλήξει σε συμφωνία. Έχει χάσει τεράστιο αριθμό ανθρώπων, όπως και η Ουκρανία», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο Αμερικανός πρόεδρος παραδέχθηκε ότι η ενασχόλησή του με το Ιράν είχε αποσπάσει την προσοχή του από τις ειρηνευτικές προσπάθειες στην Ουκρανία, ωστόσο υποστήριξε ότι μετά τη συμφωνία με την Τεχεράνη θα αφιερώσει περισσότερες προσπάθειες για την επίλυση της ρωσοουκρανικής σύγκρουσης.
Η Συρία να αντιμετωπίσει τη Χεζμπολάχ
Σε μία ακόμη τοποθέτηση που προκάλεσε αίσθηση, ο Τραμπ υποστήριξε ότι η Συρία ίσως είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τη Χεζμπολάχ πιο αποτελεσματικά από το ίδιο το Ισραήλ.
Αναφερόμενος στον πρόεδρο της Συρίας, Αχμέντ Χουσεΐν αλ-Σαράα, δήλωσε ότι είναι «πολύ καλός στο να αντιμετωπίζει τη Χεζμπολάχ» και ότι δεν τη συμπαθεί.
Ο Τραμπ ανέφερε πως πρότεινε στο Ισραήλ να επιτρέψει στη Συρία να αναλάβει δράση κατά της οργάνωσης, εκτιμώντας ότι θα μπορούσε να το κάνει πιο αποτελεσματικά.
Παράλληλα, επέκρινε τη μακροχρόνια στρατιωτική εκστρατεία του Ισραήλ κατά της Χεζμπολάχ, επισημαίνοντας ότι η σύγκρουση διαρκεί υπερβολικά πολύ και έχει κοστίσει πολλές ανθρώπινες ζωές.
«Δεν χρειάζεται να γκρεμίζετε μια ολόκληρη πολυκατοικία κάθε φορά που αναζητάτε κάποιον, γιατί μέσα υπάρχουν πολλοί άνθρωποι και δεν είναι όλοι μέλη της Χεζμπολάχ», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Οι επόμενες διαπραγματεύσεις με το Ιράν
Αναφερόμενος στις σχέσεις με το Ιράν, ο Τραμπ υποστήριξε ότι η επόμενη φάση των διαπραγματεύσεων θα είναι ευκολότερη από την αρχική, η οποία οδήγησε στο πρόσφατα ανακοινωθέν μνημόνιο κατανόησης μεταξύ των δύο πλευρών.
Παράλληλα, επιχείρησε να καθησυχάσει τους συμμάχους του, ξεκαθαρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρόκειται να επενδύσουν χρήματα στο Ιράν ούτε να του παράσχουν αμερικανική χρηματοδότηση.
Σύμφωνα με τον Τραμπ, η νέα συμφωνία αποσκοπεί κυρίως στη σταθεροποίηση των σχέσεων και στη μείωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή, χωρίς οικονομική ενίσχυση προς την Τεχεράνη.
Από τα ομηρικά συμπόσια μέχρι τα κεμπάπ της Μέσης Ανατολής και τον σύγχρονο γύρο, η ιστορία του φαγητού στη σούβλα είναι μια διαδρομή μετακινήσεων, αυτοκρατοριών, εμπορικών δρόμων και πολιτισμικών ανταλλαγών.
Διαβάζοντας τα ταξιδιωτικά χρονικά του Καζαντζάκη για Ιταλία, Αίγυπτο, Σινά, Κύπρο, Ιερουσαλήμ και Μοριά στη σειρά «Ταξιδεύοντας» των εκδόσεων Διόπτρα, που πρόσφατα πήρε το βραβείο ΕΒΓΕ στην κατηγορία Εικονογράφηση Εξωφύλλου, πρόσεξα αυτό το απόσπασμα, που είναι μία από τις ελάχιστες αναφορές στο σουβλάκι στην ελληνική λογοτεχνία. Ο Καζαντζάκης περιγράφει μια σκηνή για το σουβλάκι του Ισθμού, με ερωτική ένταση και ένα παραλήρημα σύνθετων κοσμητικών επιθέτων και ιστορικών αναφορών:
«Περάσαμε τον Ισθμό, μπήκαμε στην “Ακρόπολη της Ελλάδας”. Η Πελοπόννησος στάθηκε πάντα η κοιτίδα του Ελληνισμού, έδαφος ιερό, γόνιμο, με όλες τις χάρες του νησιού και της στεριάς. Ο “Κατακαημένος Μοριάς” δέχτηκε όλα τα χτυπήματα της δυστυχίας και της δόξας, από τον γεροπαππού του Αγαμέμνονα ως το Γέρο του Μοριά. Ένα ταξίδι στην Ελλάδα, από την Πελοπόννησο πάντα, τη γριά Μάννα, πρέπει ν’ αρχίζει. Εδώ είναι οι ρίζες, αιματηρές, γεμάτες βουλιμία – ο Ταΰγετος, ο Αλφειός, ο Ευρώτας, οι Ατρείδες, η Ελένη, ο Πλήθων, ο Παλαιολόγος, ο Κολοκοτρώνης. Η Αθήνα, ο ανθός, η ακρότατη φιλοδοξία της ρίζας, έρχεται αργότερα.
Άσπρα ηλιοκαμένα χώματα, ο αγέρας γεμάτος σκόνη, το πεύκο δροσίζει και παρηγοράει το μάτι σα μιαν ανάβρα νερό. Η Κόρινθος, νιοχτισμένη ύστερα από τους σεισμούς, συμμετρική, φαντάζει μέσα στον κουρνιαχτό σαν έρημη. Απλώνεται αμίλητη στον ήλιο, και μονάχα στην άκρα της, στο σταθμό, ξεσπούν άγριες φωνές, παμπόνηροι Μοραΐτες πουλούν σταφύλια, χιμούν οι επιβάτες σ’ ένα βρωμερό μακρουλό τραπέζι με νερό και λουκούμια. Σε μια γωνιά, μέσα στον ήλιο, ανεβαίνει φρικτή κνίσα, ένας λιγδερός φουστανελάς περνά από μικρά καλαμάκια μπουκιές κρέας και το πασπαλίζει με θρούμπα και πιπέρι. Στο υπόστεγο, στον ίσκιο, μια γυναίκα παχουλή, ξεστήθωτη, με χρυσά δόντια, σείεται και κουνιέται και κοιτάζει τους άντρες. Κι ένα στρατιωτάκι αγοράζει δυο σουβλάκια και δυο σταφύλια και τη ζυγώνει βήχοντας πονηρά.
Το σουβλάκι το 1937 ήταν ήδη πολύ διαδεδομένο στις περιοχές της Αθήνας όπου είχαν εγκατασταθεί οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, αλλά παραήταν ταπεινό φαγητό για να αναφερθεί στη λογοτεχνία. Δεν υπάρχουν γι’ αυτό κείμενα, γενικά, μέχρι και τη δεκαετία του 2000, και παρέμεινε ταπεινό και παρακατιανό μέχρι να ασχοληθούν μαζί του επιχειρηματικά αξιόλογοι σεφ.
Πέρα, κατά το νότο, σηκώνεται μέσα στο φως άγριος, με γαλάζιες μεταλλικές αναλαμπές, με τη βαριά βυζαντινή, φράγκικη και τούρκικη κορόνα στο κεφάλι, ο Ακροκόρινθος. Και στα πόδια του, χαμηλά στον κάβο, γυαλίζει η ρημαγμένη περιοχή, όπου μια φορά κι έναν καιρό βούιζε, γεμάτη εμπόρους και χαροκόπους και βαμμένες γυναίκες, η παλιά πολιτεία της ηδονής. Ο ναός της Αφροδίτης με τις χίλιες ιέρειες, όπου είχε καταφύγει η συριακή Αστάρτη με τους πλήθιους απανωτούς μαστούς, αφανίστηκε. Αφανίστηκε κι ο σεμνός ναός της Αθηνάς της Χαλινίτιδας, που βοήθησε το Βελλεροφόντη να δαμάσει τον Πήγασο βάζοντάς του χαλινάρι. Μένει μονάχα η Δρακονέρα, η ιερή πηγή Πειρήνη, που την έκαμε ν’ αναβρύσει ο Πήγασος κλοτσώντας με οργή τον κατάξερο βράχο.
Μιαν άλλη φορά, θυμούμαι, είχα ανεβεί στην παλιά πολιτεία κι είχα κατηφορίσει μέσα στο σκαλισμένο βράχο να δω την εφτακάθαρη ιερή πηγή της Ποίησης. Ο Βελλεροφόντης, χιλιάδες χρόνια, γοητεύει με την αλαζονική σκληρή μοίρα του όσους λαχταρούν το αδύνατο. Είχε πηδήσει απάνω στο φοβερό θεριό της Ποίησης, μα είχε ξεχάσει το δώρο της θεάς της φρόνησης, το χαλινάρι. Κι έτσι, αχαλίνωτος, χίμηξε παραδομένος μονάχα στα φτερά του αλόγου του, να κουρσέψει τον ουρανό. Κι ο Δίας, ο αυστηρός θεός της πειθαρχίας, τον γκρέμισε από τον Πήγασο κάτω στη γης. Και σε όλη του πια τη ζωή, γύρισε ο Βελλεροφόντης τυφλωμένος και κουτσός μέσα στο διψασμένο κάμπο.
Και τώρα, μέσα από την παρδαλή βουή του σιδηροδρομικού σταθμού κι από τη λιπαρή κνίσα που ανεβαίνει από τα σουβλάκια και μέσα από τα γέλια που άρχισαν ν’ αναβρύζουν από το χρυσόδοντο στόμα της παχουλής γυναίκας, που μασούλιζε τώρα κι αυτή δίπλα στο πονηρό στρατιωτάκι, η σκληρότατη μοίρα του παμπάλαιου προγόνου ξανάρχεται στο νου και μάχεται να χαλιναρώσει τις άφρονες λαχτάρες της καρδιάς».
Περσική μικρογραφία που απεικονίζει τον ποιητή Φερντουσί να πλησιάζει τους τρεις ποιητές του Σαχ Μαχμούντ, οι οποίοι διαβάζουν, ενώ υπηρέτες προετοιμάζουν κρέας σε σούβλα (ντονέρ;) στο βάθος. Το έργο χρονολογείται μεταξύ 1616 και 1620 και αποδίδεται στον καλλιγράφο Darvîsh 'Abdî.
Ο Νίκος Καζαντζάκης έγραψε το κείμενο το φθινόπωρο του 1937, έπειτα από ένα μεγάλο οδοιπορικό που έκανε στην Πελοπόννησο, καταγράφοντας τις εντυπώσεις του σε άρθρα και ανταποκρίσεις που δημοσιεύτηκαν από τα τέλη της ίδιας χρονιάς σε αθηναϊκές εφημερίδες (μεταξύ αυτών και στην «Καθημερινή»). Το σουβλάκι το 1937 ήταν ήδη πολύ διαδεδομένο στις περιοχές της Αθήνας όπου είχαν εγκατασταθεί οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, αλλά παραήταν ταπεινό φαγητό για να αναφερθεί στη λογοτεχνία. Δεν υπάρχουν γι’ αυτό κείμενα, γενικά, μέχρι και τη δεκαετία του 2000, και παρέμεινε ταπεινό και παρακατιανό μέχρι να ασχοληθούν μαζί του επιχειρηματικά αξιόλογοι σεφ.
Το σουβλάκι του Ισθμού ήταν για δεκαετίες το φαγητό της –απαραίτητης– στάσης στο ταξίδι από τη Στερεά Ελλάδα στην Πελοπόννησο –και το αντίστροφο– και υπάρχει εκεί από την εποχή του Χαριλάου Τρικούπη και την κατασκευή της Διώρυγας, από τα τέλη του 19ου αιώνα. Όσο για το σουβλάκι (αυτό που οι Νοτιοελλαδίτες ονομάζουν καλαμάκι), είναι πολύ παλιά υπόθεση, και δεν είναι μόνο ελληνική. Αυτός ο τρόπος ψησίματος είναι πανάρχαιος και έχει ενώσει πολλούς λαούς και πολιτισμούς από τότε που οι άνθρωποι ψήνουν κρέατα πάνω στα κάρβουνα. Μια απλή ιδέα –να περάσεις κομμάτια κρέατος, ψαριού ή λαχανικών σε μια ξύλινη ή μεταλλική βέργα και να τα ψήσεις πάνω από τη φωτιά– αποδείχθηκε τόσο αποτελεσματική ώστε ταξίδεψε στον χρόνο, από τις πρώτες ανθρώπινες κοινωνίες μέχρι τα σύγχρονα street food των μεγαλουπόλεων. Από τις ακτές του Αιγαίου και τις πεδιάδες της Κεντρικής Ασίας μέχρι τα σοκάκια του Τόκιο, τα εστιατόρια της Κωνσταντινούπολης, τα καντίνια του Βερολίνου και σε ολόκληρη τη Νότια Αμερική, η σούβλα εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους πιο δημοφιλείς τρόπους μαγειρέματος στον κόσμο.
Σήμερα είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια γαστρονομική παράδοση που να μη διαθέτει τη δική της εκδοχή φαγητού στη σούβλα. Κεμπάπ στη Μέση Ανατολή, γύρος στην Ελλάδα, ντονέρ στην Τουρκία και τη Γερμανία, yakitori στην Ιαπωνία, anticuchos στο Περού, churrasco στη Βραζιλία, shaokao στην Κίνα, Pinoy barbecue στις Φιλιππίνες. Οι ονομασίες αλλάζουν, οι μαρινάδες διαφοροποιούνται, τα κρέατα και τα καρυκεύματα προσαρμόζονται στις τοπικές γεύσεις, αλλά η βασική αρχή παραμένει ίδια εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Σύμφωνα με το Λεξικόν Ιωάννου Ζωναρά, η λέξη σουβλάκι προέρχεται από τον οβελίσκο που χρησιμοποιείται από τον 11ο-12ο αιώνα (το «εις οβελίσκον κρέας» έγινε εις οβελίσκον˃ σοβελίσκον˃ σοβελάκι˃ σουβλάκι). Κατά άλλη εκδοχή, το σουβλάκι προέρχεται από τη σούβλα, που προέρχεται από το λατινικό subula. Την ίδια εποχή, ο Βυζαντινός ποιητής Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος, αναφέρει στα «Πτωχοπροδρομικά» του ότι τα χασάπικα στην Κωνσταντινούπολη «πρόσφεραν φέτες κρέατος ψημένου στη σούβλα».
Στα αγγλικά, το skewer εμφανίζεται από τον 15ο αιώνα, προερχόμενο από τη μεσαιωνική μορφή skeuier. Σύμφωνα με το λεξικό Merriam-Webster, περιγράφει μια ξύλινη ή μεταλλική βέργα που χρησιμοποιείται είτε για να συγκρατεί το κρέας ώστε να διατηρεί το σχήμα του κατά το ψήσιμο, είτε για να κρατά μικρά κομμάτια κρέατος ή λαχανικών πάνω από τη φωτιά. Ωστόσο, οι τεχνικές και στις δύο γλώσσες είναι πολύ παλαιότερες από τις λέξεις που τις συνοδεύουν.
Το καλαμάκι είναι υποκοριστικό που δηλώνει το υλικό της σούβλας που χρησιμοποιούσαν για να περάσουν τα κομματάκια κρέατος, ξύλινα σουβλιά από σχίζες καλαμιάς, φτηνό και πολύ εύκολο στη χρήση ξύλο που υπήρχε σε κάθε όχθη ποταμού και λίμνης. Πολύ λεπτά κομμάτια καλαμιού χρησιμοποιούνταν και για να πίνουν ροφήματα, εξού και η άλλη έννοια της λέξης που δημιουργεί και τη λεκτική κόντρα στην Ελλάδα ανάμεσα στους Βόρειους και τους Νότιους.
O κρατευτής, μια πήλινη ψησταριά με υποδοχές για μεταλλικές σούβλες από τη Θήρα (που βρίσκεται στο μουσείο της), μαρτυρά ότι το σουβλάκι ήταν αγαπημένο έδεσμα των κατοίκων του Αιγαίου τουλάχιστον από τον 17ο αιώνα π.Χ.
Στην Ελλάδα βρίσκεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία σχετικά με το σουβλάκι και την ιστορία του. O κρατευτής, μια πήλινη ψησταριά με υποδοχές για μεταλλικές σούβλες από τη Θήρα (σήμερα βρίσκεται στο μουσείο της), μαρτυρά ότι το σουβλάκι ήταν αγαπημένο έδεσμα των κατοίκων του Αιγαίου τουλάχιστον από τον 17ο αιώνα π.Χ. Τα σουβλάκια εμφανίζονται αργότερα και στα πρώτα δείγματα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, όπου αναφέρεται η χρήση τους. Στην «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια» ο Όμηρος περιγράφει επανειλημμένα σκηνές θυσιών και συμποσίων όπου το κρέας ψήνεται σε σούβλες. Σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, οι ήρωες κόβουν τα καλύτερα κομμάτια του ζώου για τη θυσία, ενώ τα εντόσθια περνιούνται σε σουβλιά και ψήνονται πάνω από τη φωτιά. Στη συνέχεια το υπόλοιπο κρέας τεμαχίζεται, καρφώνεται σε σούβλες και ψήνεται επίσης πάνω στις φλόγες. Η εικόνα είναι τόσο ζωντανή ώστε δεν διαφέρει ιδιαίτερα από μια σύγχρονη υπαίθρια ψησταριά.
Οι Ρωμαίοι συνέχισαν αυτή την παράδοση. Στο περίφημο «De Re Coquinaria» («Περί Μαγειρικής»), το βιβλίο μαγειρικής που αποδίδεται στον Απίκιο, συναντά κανείς πολλές συνταγές όπου χρησιμοποιούνται σούβλες. Σε μία από αυτές, ένα κοτόπουλο ή γουρουνόπουλο ξεκοκαλίζεται και διατηρεί το σχήμα του με ξύλινα σουβλιά κατά το ψήσιμο. Σε άλλη, ακόμη και οι τρούφες περνιούνται σε σουβλί προτού τηγανιστούν. Το γεγονός ότι τα σουβλιά εμφανίζονται τόσο συχνά σε ένα από τα σημαντικότερα γαστρονομικά κείμενα της αρχαιότητας δείχνει ότι αποτελούσαν ήδη ένα καθιερωμένο εργαλείο της καθημερινής κουζίνας.
Την ίδια περίπου περίοδο, οι Κινέζοι ανέπτυσσαν τη δική τους παράδοση ψησίματος σε σουβλί. Στην περιοχή Ningxia της βορειοδυτικής Κίνας, αρχαιολόγοι ανακάλυψαν στο νεκροταφείο Changle τρία ξύλινα ραβδιά με μικρά κομμάτια πρόβειου ή κατσικίσιου κρέατος που παρέμεναν ακόμη καρφωμένα πάνω τους. Τα ευρήματα χρονολογούνται μεταξύ 202 π.Χ. και 220 μ.Χ. Η σημασία της ανακάλυψης δεν βρίσκεται μόνο στην ηλικία της αλλά και στη γεωγραφική της θέση. Η Ningxia αποτελούσε τμήμα του περίφημου Δρόμου του Μεταξιού, του δικτύου εμπορικών διαδρομών που ένωνε την Κίνα με την Κεντρική Ασία, τη Μέση Ανατολή και τελικά τη Μεσόγειο.
Η εικόνα αποτελεί μια οθωμανική μικρογραφία από το Surname-i Hümayun («Βιβλίο των Αυτοκρατορικών Εορτασμών»), το οποίο χρονολογείται στο 1582. Το συγκεκριμένο έργο απεικονίζει τις πολυήμερες εορταστικές εκδηλώσεις στην Κωνσταντινούπολη για την περιτομή του πρίγκιπα Μεχμέτ, γιου του Σουλτάνου Μουράτ Γ'. Η μικρογραφία αποδίδεται στο εργαστήριο του περίφημου ζωγράφου Nakkaş Osman και αποτελεί πολύτιμη πηγή για την κοινωνική ζωή και τα επαγγέλματα της οθωμανικής περιόδου. Απεικονίζονται το ψήσιμο του αρνιού σε καλαμάκια, και στο τραπέζι πίτες και κρεμμύδια.
Συχνά φανταζόμαστε τον Δρόμο του Μεταξιού ως μια διαδρομή για πολύτιμα υφάσματα και εμπορεύματα. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια γιγαντιαία λεωφόρο πολιτισμικών ανταλλαγών. Μαζί με το μετάξι ταξίδευαν θρησκείες, γλώσσες, τεχνολογίες, καλλιτεχνικά ρεύματα και φυσικά τρόποι μαγειρέματος. Τα αρχαιολογικά ευρήματα από την Κίνα και την Ελλάδα δεν αρκούν για να αποδείξουν μια άμεση σχέση, αλλά υποδεικνύουν ότι το ψήσιμο σε σουβλί είχε ήδη διαδοθεί σε τεράστιες αποστάσεις ήδη από την αρχαιότητα.
Αν το σουβλί είναι το εργαλείο, το κεμπάπ είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική χρήση του που άλλαξε τον τρόπο που μαγειρεύεται το κρέας σε όλη τη Μέση Ανατολή αλλά και την Ανατολική Μεσόγειο. Η λέξη kebab θεωρείται ότι προέρχεται από τα περσικά κι αυτό είναι λογικό, γιατί η Περσία βρισκόταν στο κέντρο ενός κόσμου που ένωνε την Κεντρική Ασία με τη Μεσόγειο και λειτουργούσε ως σημείο συνάντησης λαών, εμπορευμάτων και γαστρονομικών παραδόσεων. Στο απόγειό της, η Περσική Αυτοκρατορία εκτεινόταν από τα Βαλκάνια έως την κοιλάδα του Ινδού και από την Κεντρική Ασία μέχρι την Αίγυπτο. Μέσα σε αυτό το τεράστιο γεωγραφικό πλαίσιο αναπτύχθηκαν δεκάδες διαφορετικές εκδοχές ψητού κρέατος.
Το σημερινό Ιράν εξακολουθεί να θεωρείται μία από τις μεγάλες πατρίδες του κεμπάπ. Το shish kebab παρασκευάζεται συνήθως από αρνί μαριναρισμένο με κρεμμύδι, ελαιόλαδο και σαφράν. Το kebab koobideh βασίζεται σε κιμά αρνιού, μοσχαριού ή κοτόπουλου, αναμεμειγμένο με τριμμένο κρεμμύδι. Το barg χρησιμοποιεί ολόκληρα κομμάτια φιλέτου, ενώ το soltani συνδυάζει περισσότερα από ένα είδη κεμπάπ και θεωρείται η πιο πολυτελής εκδοχή του. Η σχέση των Ιρανών με το κεμπάπ είναι τόσο στενή ώστε κάθε χρόνο γιορτάζουν ακόμη και Παγκόσμια Ημέρα Κεμπάπ, τη δεύτερη Παρασκευή του Ιουλίου.
Ένα από τα ερωτήματα που επανέρχονται συχνά αφορά τη διαφορά ανάμεσα στο kebab και το kabob. H απάντηση είναι ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά. Πρόκειται για διαφορετικές μεταγραφές της ίδιας λέξης που χρησιμοποιούνται σε διαφορετικές περιοχές και γλωσσικές παραδόσεις.
Ποιος όμως επινόησε το κεμπάπ;
Υπαίθριος ψήστης σαουαρμά στην Κωνσταντινούπολη του 1855. Η φωτογραφία του James Robertson θεωρείται η πιο παλιά καταγραφή του ντονέρ.
Πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι το κεμπάπ γεννήθηκε στην Κεντρική Ασία. Άλλοι πιστεύουν ότι η πραγματική του πατρίδα είναι η Ανατολία και η σημερινή Τουρκία. Η αλήθεια είναι ότι είναι σχεδόν αδύνατο να εντοπιστεί ένα μοναδικό σημείο προέλευσης. Οι νομαδικοί λαοί της Κεντρικής Ασίας μετέφεραν εδώ και αιώνες μαζί τους ζώα, εργαλεία και τεχνικές μαγειρέματος. Το ψήσιμο μικρών κομματιών κρέατος πάνω σε μεταλλικές λόγχες ή σούβλες ήταν μια ιδανική λύση για πληθυσμούς που βρίσκονταν συνεχώς σε κίνηση. Όταν αυτές οι κοινότητες μετακινήθηκαν προς το Ιράν, τη Μεσοποταμία και αργότερα την Ανατολία, οι γαστρονομικές τους πρακτικές άρχισαν να αναμειγνύονται με τις τοπικές κουζίνες. Έτσι, αντί να υπάρχει μία και μοναδική στιγμή γέννησης του κεμπάπ, πιθανότατα υπήρξε μια μακρά διαδικασία εξέλιξης και αλληλεπίδρασης. Η μεγάλη δύναμη που μετέτρεψε το κεμπάπ σε διεθνές φαινόμενο ήταν τελικά η Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Ρωμιός πλανόδιος που πουλάει σουβλάκια στην οθωμανική Κωνσταντινούπολη του 1650. Jonathan Dryden, 1663. The Dryden Album
Ιδρυμένη γύρω στο 1300 μ.Χ. από τον Οσμάν Α', η Οθωμανική Αυτοκρατορία εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές δυνάμεις της ανθρώπινης ιστορίας. Στο απόγειό της περιλάμβανε τη σημερινή Τουρκία, μεγάλο μέρος των Βαλκανίων, την Ελλάδα, τμήματα της Ουκρανίας, τη Μέση Ανατολή και τις βορειοαφρικανικές ακτές της Μεσογείου. Για περισσότερους από έξι αιώνες, άνθρωποι διαφορετικών θρησκειών, γλωσσών και πολιτισμών βρέθηκαν κάτω από την ίδια πολιτική ομπρέλα. Αυτό είχε τεράστια επίδραση και στο φαγητό.
Η ιστορικός της γαστρονομίας Πρισίλα Μέρι Ισίν έχει επισημάνει ότι η οθωμανική κουζίνα δεν ήταν αποκλειστικά τουρκική. Αντίθετα, διαμορφώθηκε από τη συνάντηση των γεύσεων της Κεντρικής Ασίας, της Περσίας, της Μέσης Ανατολής και της Ανατολίας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα διάφορα είδη κεμπάπ εξελίχθηκαν, πολλαπλασιάστηκαν και εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Ένας Γάλλος ταξιδιώτης του 15ου αιώνα περιέγραφε ήδη τους νομάδες Τούρκους να ψήνουν πρόβειο κρέας σε σούβλες κατά τις μετακινήσεις τους. Η πρακτική είχε προφανή πλεονεκτήματα. Ήταν γρήγορη, απαιτούσε ελάχιστο εξοπλισμό και επέτρεπε την κατανάλωση του κρέατος αμέσως μετά το ψήσιμο. Καθώς οι Οθωμανοί εγκαθίσταντο σε πόλεις και δημιουργούσαν σύνθετες αυλικές κουζίνες, η απλή αυτή τεχνική μετατράπηκε σε ολόκληρη γαστρονομική κατηγορία.
Ορισμένα από τα παλαιότερα είδη κεμπάπ που συναντά κανείς ακόμη και σήμερα στην Τουρκία έχουν σαφείς ρίζες στην κεντροασιατική παράδοση. Το tandır kebabı, για παράδειγμα, βασίζεται στο αργό ψήσιμο αρνιού μέσα σε πήλινο φούρνο ταντούρ. Το çevirme kebabı χρησιμοποιεί ολόκληρο αρνί που περιστρέφεται αργά στη σούβλα. Στα οθωμανικά ανάκτορα, ωστόσο, η φαντασία των μαγείρων έφτασε πολύ πιο μακριά. Κατά την εποχή του Μεχμέτ Β', του σουλτάνου που κατέκτησε την Κωνσταντινούπολη το 1453, εμφανίστηκαν πιάτα που συνδύαζαν τεχνική, πολυτέλεια και θεατρικότητα. Ένα από αυτά ήταν το περίφημο süt kebabı. Το κρέας ψηνόταν σε σούβλα πάνω από μια κατσαρόλα με ρύζι, έτσι ώστε οι χυμοί και τα λίπη του να στάζουν αργά μέσα στο πιλάφι. Το αποτέλεσμα ήταν ένα πιάτο του οποίου το συνοδευτικό αποκτούσε σχεδόν την ίδια σημασία με το κρέας. Η ιδέα μοιάζει απλή, αλλά αποκαλύπτει πόσο δημιουργικά χρησιμοποιούσαν οι Οθωμανοί μάγειροι τις τεχνικές του ψησίματος.
Η επανάσταση της κάθετης σούβλας
Παρά την τεράστια ποικιλία κεμπάπ που υπήρχε ήδη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, η μεγαλύτερη καινοτομία εμφανίστηκε σχετικά αργά, τον 19ο αιώνα. Το 1867, στην Προύσα, ένας εστιάτορας ονόματι Ισκεντέρ Εφέντη αποφάσισε να πειραματιστεί με τον τρόπο ψησίματος του αρνιού. Μέχρι τότε τα περισσότερα μεγάλα κομμάτια κρέατος ψήνονταν οριζόντια. Ο Ισκεντέρ είχε μια διαφορετική ιδέα. Έκοψε το κρέας σε λεπτές στρώσεις και τις στοίβαξε κατακόρυφα πάνω σε μια περιστρεφόμενη σούβλα. Η αλλαγή αυτή αποδείχθηκε επαναστατική. Καθώς το κρέας γυρνούσε μπροστά στη φωτιά, ψηνόταν ομοιόμορφα. Τα εξωτερικά στρώματα αποκτούσαν τραγανή υφή και μπορούσαν να κοπούν σε λεπτές φέτες, ενώ το εσωτερικό συνέχιζε να ψήνεται. Παράλληλα, οι χυμοί του κρέατος δεν έπεφταν απευθείας στη φωτιά, γεγονός που βελτίωνε τόσο τη γεύση όσο και την υφή. Το αποτέλεσμα ήταν το İskender kebab, ένα πιάτο που σερβίρεται πάνω σε κομμάτια πίτας και συνοδεύεται από σάλτσα ντομάτας, λιωμένο πρόβειο βούτυρο και γιαούρτι. Το αρχικό εστιατόριο του Ισκεντέρ δεν σώζεται σήμερα, όμως οι απόγονοί του εξακολουθούν να λειτουργούν εστιατόριο στην Προύσα, λίγα μόλις μέτρα από την αρχική τοποθεσία. Εκεί διατηρείται ακόμη μικρό μουσείο αφιερωμένο στην ιστορία του πιάτου.
Αγνώστου φωτογράφου. Ντονέρ σε γειτονιά της Κωνσταντινούπολης στα τέλη του 19ου αιώνα.
Το İskender Kebab θεωρείται από πολλούς ο άμεσος πρόγονος του ντονέρ. Η λέξη döner προέρχεται από το τουρκικό ρήμα dönmek, που σημαίνει «γυρίζω» ή «περιστρέφομαι». Πρόκειται ουσιαστικά για την τεχνική της κάθετης σούβλας που τελειοποιήθηκε και απλοποιήθηκε. Οι ιστορικοί της γαστρονομίας διαφωνούν για το ποιος ακριβώς εφηύρε το σύγχρονο ντονέρ. Γνωρίζουμε πάντως ότι αναφορές σε περιστρεφόμενο ψητό κρέας υπάρχουν ήδη από τον 17ο αιώνα. Υπάρχουν επίσης απεικονίσεις από τις αρχές του 1600 που δείχνουν μεγάλες σούβλες γεμάτες κρέας. Από την άλλη πλευρά, φωτογραφίες του 19ου αιώνα αποδεικνύουν ότι η κάθετη σούβλα χρησιμοποιούνταν ήδη προτού καθιερωθεί η αφήγηση που αποδίδει τα πάντα στον Ισκεντέρ Εφέντη. Όπως συμβαίνει συχνά με τα δημοφιλή φαγητά, η πραγματική ιστορία είναι πιθανότατα πιο σύνθετη από τους εθνικούς μύθους που τα συνοδεύουν.
Παρά τη σημασία του στην Τουρκία, το ντονέρ απέκτησε πραγματικά παγκόσμιες διαστάσεις στη Γερμανία των 1960s και ’70s, όταν εκατοντάδες χιλιάδες Τούρκοι εργάτες εγκαταστάθηκαν στη Δυτική Γερμανία. Μαζί τους έφεραν τις γεύσεις, τις συνήθειες και τα φαγητά της πατρίδας τους. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο Kadir Nurman. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι το 1972 άρχισε να πουλά στο Βερολίνο φέτες ντονέρ μέσα σε ψωμί μαζί με σαλάτα, μετατρέποντας σε ένα εύχρηστο γεύμα δρόμου ένα πιάτο που μέχρι τότε μπορούσε κανείς να καταναλώνει κυρίως καθιστός. Είτε ήταν ο πρώτος είτε όχι, η ιδέα αποδείχθηκε ιδιοφυής. Το ντονέρ έγινε γρήγορα το απόλυτο γρήγορο φαγητό της γερμανικής πόλης. Ήταν χορταστικό, σχετικά φθηνό και μπορούσε να καταναλωθεί στο χέρι. Μέσα σε λίγες δεκαετίες εξελίχθηκε σε αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης γερμανικής ταυτότητας. Σήμερα υπολογίζεται ότι στη Γερμανία λειτουργούν περίπου 40.000 καταστήματα κεμπάπ, ενώ καταναλώνονται πάνω από ένα δισεκατομμύριο ντονέρ κάθε χρόνο. Οι ετήσιες πωλήσεις υπολογίζονται σε αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι πολλοί Γερμανοί θεωρούν πλέον το ντονέρ εξίσου χαρακτηριστικό της καθημερινότητάς τους όσο και τα παραδοσιακά γερμανικά λουκάνικα.
Το ντονέρ μέσα σε λίγες δεκαετίες εξελίχθηκε σε αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης γερμανικής ταυτότητας.
Η Ελλάδα γνώρισε το ντονέρ κατά τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου, όμως η σύγχρονη μορφή του εξελίχθηκε διαφορετικά. Ο γύρος πήρε το όνομά του από την περιστροφή της σούβλας και σταδιακά μετατράπηκε σε ξεχωριστό προϊόν. Αντί για αρνί, χρησιμοποιήθηκε κυρίως χοιρινό, ενώ αναπτύχθηκε και η ιδιαίτερη ελληνική παράδοση του σερβιρίσματος μέσα σε πίτα με ντομάτα, κρεμμύδι και τζατζίκι. Οι γαστρονομικές μελετήτριες Αγλαΐα Κρεμέζη και Ανίσα Χέλου έχουν υποστηρίξει ότι οι Έλληνες κατάφεραν κάτι εξαιρετικά σπάνιο: να μετατρέψουν μια παραλλαγή του ντονέρ σε διεθνές brand. Όπως υποστήριξαν σε μια διάλεξή τους στο Oxford Symposium on Food and Cookery το 2009: «Οι Έλληνες, στο πιο επιτυχημένο ίσως εγχείρημα γαστρονομικού μάρκετινγκ που πραγματοποίησαν ποτέ, κατάφεραν να οικειοποιηθούν το τουρκικό και μεσανατολικό ντονέρ και να το κάνουν γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο ως gyro». Σήμερα η λέξη gyros αναγνωρίζεται σε ολόκληρο τον κόσμο ως ελληνικό φαγητό, ακόμη κι αν οι βαθύτερες ιστορικές ρίζες της τεχνικής οδηγούν πίσω στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ακόμη παλαιότερα στην Κεντρική Ασία.
Σχεδόν κάθε περιοχή του κόσμου ανέπτυξε τη δική της εκδοχή, προσαρμοσμένη στα διαθέσιμα υλικά, στις τοπικές συνήθειες και στις ιδιαίτερες γεύσεις της. Αυτό είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της ιστορίας του: ενώ πρόκειται για μια από τις απλούστερες τεχνικές μαγειρικής που επινόησε ο άνθρωπος, κατάφερε να εξελιχθεί σε δεκάδες διαφορετικές μορφές χωρίς ποτέ να χάσει την ταυτότητά του.
Τα σουβλάκια των Βαλκανίων και της Ασίας
Στις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, όπως η Κροατία, η Σερβία, η Βοσνία και το Κόσοβο, το σουβλάκι είναι γνωστό ως Ražnjići.
Στις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, όπως η Κροατία, η Σερβία, η Βοσνία και το Κόσοβο, το σουβλάκι είναι γνωστό ως Ražnjići. Πρόκειται για μια από τις πιο αγαπημένες μορφές ψησίματος σε οικογενειακές συγκεντρώσεις και υπαίθρια μπάρμπεκιου. Σε αντίθεση με πολλές εκδοχές κεμπάπ της Μέσης Ανατολής, εδώ δεν υπάρχει αυστηρός κανόνας ως προς το είδος του κρέατος. Χρησιμοποιούνται χοιρινό, μοσχάρι, κοτόπουλο ή συνδυασμοί τους, συχνά μαζί με πιπεριές, κρεμμύδια και άλλα λαχανικά. Το ενδιαφέρον είναι ότι, παρά τις εμφανείς επιρροές από την οθωμανική περίοδο, τα βαλκανικά σουβλιά εξελίχθηκαν σε ξεχωριστή παράδοση, περισσότερο συνδεδεμένη με την κουλτούρα του μπάρμπεκιου και λιγότερο με το street food.
Στην Αρμενία, τη Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν συναντάμε μια άλλη οικογένεια παρασκευών: τα lyulya, lula ή lule kebab. Η ιστορία τους φτάνει, σύμφωνα με ορισμένες πηγές, μέχρι τον 2ο αιώνα μ.Χ. Η βασική τους ιδιαιτερότητα είναι ότι δεν χρησιμοποιούν ολόκληρα κομμάτια κρέατος αλλά εξαιρετικά καλά δουλεμένο κιμά. Ο κιμάς αναμειγνύεται με κρεμμύδι και μπαχαρικά και στη συνέχεια ζυμώνεται επί πολλή ώρα. Η διαδικασία αυτή είναι κρίσιμη. Αν το μείγμα δεν αποκτήσει τη σωστή συνοχή, θα διαλυθεί πάνω στη φωτιά. Αντίθετα, όταν έχει δουλευτεί σωστά, κολλά πάνω στο μεταλλικό σουβλί και παραμένει σταθερό κατά το ψήσιμο. Η τεχνική απαιτεί εμπειρία και υπομονή και θεωρείται ένδειξη δεξιοτεχνίας για τους μάγειρες της περιοχής.
Το σουβλάκι στον Νέο Κόσμο
Πολλοί ιστορικοί της γαστρονομίας θεωρούν το al pastor ένα από τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα γαστρονομικής συγχώνευσης στον κόσμο: μια τεχνική της οθωμανικής Ανατολής που μετατράπηκε σε σύμβολο της μεξικανικής ταυτότητας.
Όταν οι Ισπανοί και οι Πορτογάλοι έφτασαν στην Αμερική, συνάντησαν κοινωνίες που ήδη γνώριζαν το ψήσιμο του κρέατος πάνω στη φωτιά. Μετά την κατάκτηση, οι ευρωπαϊκές, αφρικανικές και αυτόχθονες παραδόσεις αναμείχθηκαν δημιουργώντας νέες μορφές φαγητού σε σουβλί, πολλές από τις οποίες επιβιώνουν μέχρι σήμερα.
Το taco al pastor θεωρείται σήμερα ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πιάτα της μεξικανικής κουζίνας, παρότι οι ρίζες του βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στη Μέση Ανατολή. Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, κύματα Λιβανέζων μεταναστών εγκαταστάθηκαν στο Μεξικό, ιδιαίτερα στην περιοχή της Πουέμπλα. Μαζί τους έφεραν την τεχνική του shawarma: λεπτές στρώσεις αρνιού που ψήνονταν σε κάθετη περιστρεφόμενη σούβλα. Οι Μεξικανοί υιοθέτησαν την τεχνική αλλά αντικατέστησαν το αρνί με χοιρινό και πρόσθεσαν τοπικά υλικά όπως τσίλι, achiote, ρίγανη και ανανά. Έτσι γεννήθηκε το taco al pastor, ένα από τα πιο δημοφιλή street foods της χώρας. Η ομοιότητα με το ντονέρ και τον γύρο είναι εμφανής. Το κρέας ψήνεται πάνω σε μια κάθετη σούβλα που ονομάζεται trompo και κόβεται σε λεπτές φέτες καθώς ψήνεται. Πολλοί ιστορικοί της γαστρονομίας θεωρούν το al pastor ένα από τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα γαστρονομικής συγχώνευσης στον κόσμο: μια τεχνική της οθωμανικής Ανατολής που μετατράπηκε σε σύμβολο της μεξικανικής ταυτότητας. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το ίδιο το όνομα al pastor είναι παλαιότερο από το σημερινό taco. Τον 19ο αιώνα στη μεξικανική ύπαιθρο ο όρος περιέγραφε ολόκληρα ζώα ή μεγάλα κομμάτια κρέατος που ψήνονταν περασμένα σε πασσάλους ή σούβλες πάνω από ανοιχτή φωτιά κατά τη διάρκεια γιορτών και κτηνοτροφικών συγκεντρώσεων.
Λίγο πιο νότια, στο Περού, συναντάμε το σουβλάκι στην αρχαιότερη εκδοχή του στην αμερικάνικη ήπειρο. Τα anticuchos θεωρούνται από πολλούς ιστορικούς συνέχεια μιας παράδοσης που ανάγεται στην προκολομβιανή εποχή και στην αυτοκρατορία των Ίνκας. Αρχικά παρασκευάζονταν με κρέας λάμα, αρωματικά βότανα και τοπικές πιπεριές. Μετά την ισπανική κατάκτηση προστέθηκαν νέα υλικά όπως το σκόρδο, ενώ σταδιακά επικράτησε το μοσχάρι. Κατά την αποικιακή περίοδο, τα anticuchos συνδέθηκαν με τις κοινότητες των σκλαβωμένων Αφρικανών, οι οποίοι συχνά λάμβαναν τα λιγότερο επιθυμητά κομμάτια του ζώου. Έτσι γεννήθηκε η πιο διάσημη εκδοχή τους: τα anticuchos de corazón, δηλαδή σουβλάκια από μοσχαρίσια καρδιά μαριναρισμένη με ξίδι, κύμινο, σκόρδο και πιπεριές ají. Σήμερα θεωρούνται ένα από τα εθνικά πιάτα του Περού και πωλούνται παντού, από υπαίθριες καντίνες μέχρι εστιατόρια υψηλής γαστρονομίας. Η δημοτικότητά τους είναι τέτοια ώστε η τρίτη Κυριακή του Οκτωβρίου γιορτάζεται στο Περού και ως ημέρα αφιερωμένη στα anticuchos.
Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη, Εκουαδόρ, Βολιβία και Χιλή: Η κουλτούρα της μεγάλης σούβλας
Στο νότιο τμήμα της ηπείρου, η ιστορία του σουβλιού συνδέεται με τους κτηνοτρόφους των αχανών πεδιάδων. Οι Βραζιλιάνοι gauchos και οι αντίστοιχοι κτηνοτρόφοι της Αργεντινής και της Ουρουγουάης συνήθιζαν να ψήνουν μεγάλα κομμάτια βοδινού καρφωμένα σε μεταλλικές σούβλες γύρω από ανοιχτές φωτιές. Από αυτή την παράδοση γεννήθηκε το βραζιλιάνικο churrasco, μια ολόκληρη φιλοσοφία ψησίματος που εξακολουθεί να καθορίζει την εθνική κουζίνα της χώρας. Στις churrascarias, οι σερβιτόροι κυκλοφορούν ανάμεσα στα τραπέζια κρατώντας τεράστιες σούβλες και κόβουν το κρέας απευθείας στο πιάτο των πελατών, διατηρώντας ζωντανή μια παράδοση αιώνων.
Τα anticuchos δεν περιορίζονται στο Περού. Με διαφορετικά ονόματα και παραλλαγές συναντώνται επίσης στη Βολιβία, στη Χιλή και στο Εκουαδόρ, όπου αποτελούν βασικό κομμάτι της κουλτούρας του δρόμου. Σε πολλές περιοχές πωλούνται από πλανόδιους πωλητές που ψήνουν τα σουβλάκια μπροστά στους πελάτες, ακριβώς όπως συμβαίνει με τα κεμπάπ της Μέσης Ανατολής ή τα σουβλάκια της Ελλάδας.
Κατά τον 16ο και 17ο αιώνα περνούσαν μεγάλα κομμάτια βοδινού σε μεταλλικές σούβλες και τα έψηναν αργά πάνω από ανοιχτή φωτιά. Η πρακτική αυτή εξελίχθηκε σταδιακά σε ολόκληρη γαστρονομική κουλτούρα. Σήμερα οι περίφημες churrascarias αποτελούν σχεδόν θεσμό στη Βραζιλία. Οι σερβιτόροι κυκλοφορούν ανάμεσα στα τραπέζια κρατώντας τεράστιες σούβλες και κόβουν λεπτές φέτες κρέατος απευθείας στο πιάτο του πελάτη. Ανάμεσα στα πιο αγαπημένα κομμάτια βρίσκεται η περίφημη πικάνια, ένα μέρος από το πίσω τμήμα του ζώου που διατηρεί ένα παχύ στρώμα λίπους. Κατά το ψήσιμο, το λίπος λιώνει αργά και αρωματίζει το κρέας, χαρίζοντάς του τη χαρακτηριστική ζουμερή υφή του.
Η Ινδία και οι φούρνοι ταντούρ, η λατρεία της Κίνας για το shaokao, το φιλιππινέζικο adidas και το yokitori της Ιαπωνίας
Η σχέση της Ινδίας με το σουβλί είναι εξίσου αρχαία. Αρχαιολογικά ευρήματα στο Ρατζαστάν έχουν φέρει στο φως φούρνους ταντούρ που χρονολογούνται περίπου στο 2600 π.Χ. Πρόκειται για μια από τις παλαιότερες γνωστές μορφές φούρνων στον κόσμο. Οι ιστορικοί πιστεύουν ότι το ψήσιμο κρέατος σε σουβλιά μέσα σε τέτοιους φούρνους ήταν γνωστό στην περιοχή από το 800 π.Χ. Ωστόσο, πολλές από τις μορφές κεμπάπ που γνωρίζουμε σήμερα συνδέονται με τη μεσαιωνική περίοδο και ιδιαίτερα με τις δυναστείες που προέρχονταν από την Κεντρική Ασία.
Από αυτήν τη συνάντηση γεννήθηκαν πιάτα όπως το chicken tikka και το seekh kebab. Το τελευταίο παρασκευάζεται από κιμά αναμεμειγμένο με κρεμμύδι και αρωματικά μπαχαρικά, ο οποίος πλάθεται γύρω από ένα πλατύ μεταλλικό σουβλί –το λεγόμενο seekh– προτού ψηθεί σε ταντούρ ή στα κάρβουνα.
Στην Κίνα το σουβλάκι είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας. Το shaokao, δηλαδή το κινέζικο μπάρμπεκιου, είναι πανταχού παρόν. Από μικρά καροτσάκια του δρόμου μέχρι τεράστια εστιατόρια, εκατομμύρια Κινέζοι καταναλώνουν καθημερινά σουβλισμένα κρέατα, θαλασσινά και λαχανικά. Ιδιαίτερα γνωστή έχει γίνει τα τελευταία χρόνια η πόλη Zibo, η οποία απέκτησε σχεδόν μυθική φήμη ως «η ιερή γη του μπάρμπεκιου». Εκεί ψήνουν ή καταναλώνουν κυρίως πανσέτα, την οποία τυλίγουν σε λεπτές πίτες μαζί με φρέσκα κρεμμυδάκια. Εξίσου διάσημη είναι η παράδοση της επαρχίας Xinjiang, όπου οι μουσουλμάνοι Ουιγούροι έχουν αναπτύξει μια από τις πιο αναγνωρίσιμες σχολές κεμπάπ στην Ασία. Τα αρνίσια σουβλάκια τους αρωματίζονται συνήθως με κύμινο, τσίλι και άλλα μπαχαρικά που θυμίζουν τις γαστρονομικές ανταλλαγές του Δρόμου του Μεταξιού.
Στις Φιλιππίνες πολύ δημοφιλή είναι τα χοιρινά σουβλάκια του λεγόμενου Pinoy Barbecue.
Στις Φιλιππίνες, το σουβλί απέκτησε έναν ιδιαίτερα δημιουργικό χαρακτήρα. Το πιο διάσημο πιάτο είναι το lechon, ολόκληρο γουρούνι που ψήνεται αργά σε μεγάλη σούβλα, συχνά φτιαγμένη από κορμό μπαμπού. Ακόμη πιο δημοφιλή στην καθημερινότητα είναι τα χοιρινά σουβλάκια του λεγόμενου Pinoy Barbecue. Η μαρινάδα τους αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτισμικής ανάμειξης: καλαμάνσι, σόγια, κέτσαπ μπανάνας και αναψυκτικά όπως Sprite ή 7Up συνδυάζονται για να δημιουργήσουν τη γλυκιά και καραμελωμένη γεύση που τα χαρακτηρίζει. Οι Φιλιππινέζοι έχουν επίσης αναπτύξει μια «λόξα» να περνούν σχεδόν τα πάντα σε σουβλί και να τους δίνουν ευφάνταστες ονομασίες. Υπάρχουν σουβλάκια από πόδια κοτόπουλου (Adidas), αυτιά χοίρου (Walkman) ή κύβους πηχτού αίματος (Betamax), ονομασίες που αποκαλύπτουν το ιδιαίτερο χιούμορ της τοπικής κουλτούρας.
Yakitori σημαίνει κυριολεκτικά «ψητό πουλί». Αν και οι Ιάπωνες χρησιμοποιούσαν σουβλιά εδώ και περίπου 1.300 χρόνια, η πραγματική άνθηση του πιάτου ήρθε μετά τον 18ο αιώνα και ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του 1960, όταν το κοτόπουλο έγινε οικονομικά προσιτό. Το yakitori μπορεί να είναι εξαιρετικά απλό ή απίστευτα περίπλοκο. Μπορεί κανείς να το καταναλώσει όρθιος σε έναν σταθμό τρένου ή σε εστιατόρια βραβευμένα με αστέρια Michelin. Το χαρακτηριστικό του είναι η σχεδόν απόλυτη αξιοποίηση του ζώου. Δεν χρησιμοποιούνται μόνο στήθη ή μπούτια, αλλά και πέτσες, λαιμοί, καρδιές, χόνδροι και πολλά άλλα μέρη που αλλού θα κατέληγαν στα σκουπίδια. Τα σουβλάκια ψήνονται συνήθως πάνω σε κάρβουνο binchotan, το οποίο θεωρείται από πολλούς σεφ το καλύτερο κάρβουνο στον κόσμο λόγω της καθαρής καύσης του και της ικανότητάς του να διατηρεί σταθερή θερμοκρασία για πολλές ώρες. Το κρέας αρωματίζεται είτε με απλό αλάτι είτε με τη διάσημη σάλτσα tare, μια γλυκιά σάλτσα με βάση τη σόγια.
Το yakitori μπορεί να είναι εξαιρετικά απλό ή απίστευτα περίπλοκο. Μπορεί κανείς να το καταναλώσει όρθιος σε έναν σταθμό τρένου ή σε εστιατόρια βραβευμένα με αστέρια Michelin.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες το σουβλάκι γνώρισε μια απροσδόκητη μεταμόρφωση. Εκεί δεν περιορίστηκε στο κρέας. Έγινε ολόκληρη κατηγορία φαγητού. Για να καταλάβει κανείς αυτή την ιδιότυπη αμερικανική σχέση με το σουβλί, αρκεί να επισκεφθεί μία από τις μεγάλες πολιτειακές εκθέσεις που διοργανώνονται κάθε χρόνο σε ολόκληρη τη χώρα. Οι εκθέσεις αυτές αποτελούν θεσμό ήδη από τον 19ο αιώνα. Ξεκίνησαν ως αγροτικές διοργανώσεις όπου οι παραγωγοί παρουσίαζαν ζώα, καλλιέργειες και γεωργικό εξοπλισμό, αλλά σταδιακά μετατράπηκαν σε γιγαντιαία λαϊκά πανηγύρια. Η πιο διάσημη ίσως περίπτωση είναι η Iowa State Fair, μια διοργάνωση που προσελκύει κάθε χρόνο περισσότερο από ένα εκατομμύριο επισκέπτες. Όποιος περιηγηθεί στις λίστες των διαθέσιμων φαγητών θα ανακαλύψει έναν ολόκληρο κόσμο βασισμένο στην ίδια λογική που ακολουθούσαν οι αρχαίοι Έλληνες όταν περνούσαν το κρέας στις σούβλες τους. Μόνο που οι Αμερικανοί αποφάσισαν να το πάνε πολύ πιο πέρα. Εκεί μπορεί κανείς να βρει χοιρινές μπριζόλες σε ξυλάκι, λουκάνικα σε ξυλάκι, καλαμπόκι σε ξυλάκι, ψάρια σε ξυλάκι και αμέτρητες άλλες παραλλαγές. Ανάμεσα στις πιο δημοφιλείς επιλογές βρίσκεται το περίφημο Walleye on a Stick, φιλέτο από το ψάρι walleye, ένα είδος ιδιαίτερα αγαπητό στις βόρειες Πολιτείες των ΗΠΑ. Υπάρχουν επίσης χορτοφαγικές επιλογές, όπως τα Veggie Gluten-Free Corn Dogs, αλλά και γλυκά που μοιάζουν να δοκιμάζουν τα όρια της φαντασίας. Ένα από αυτά είναι η τηγανητή κερασόπιτα σε ξυλάκι, μια δημιουργία που συμπυκνώνει σχεδόν όλη τη λογική της αμερικανικής κουλτούρας των fairs: αν κάτι μπορεί να φαγωθεί, πιθανότατα μπορεί να τοποθετηθεί και πάνω σε ένα ξυλάκι.
Σουβλάκι στην Αθήνα.
Κάθε Πολιτεία, βέβαια, έχει τις δικές της ιδιορρυθμίες. Στο Ουισκόνσιν, για παράδειγμα, μπορεί κανείς να βρει ένα τουρσί περασμένο σε ξυλάκι και καλυμμένο με θρυμματισμένα Cool Ranch Doritos. Στο Τέξας, η δημιουργικότητα φτάνει ακόμη πιο μακριά, με επιδόρπια όπως το Cheesecake Churro Crumble on a Stick: cheesecake τύπου Νέας Υόρκης καλυμμένο με βελγική σοκολάτα γάλακτος, τρίμματα churro και σάλτσα dulce de leche.
Επιστρέφοντας στο βιβλίο του Καζαντζάκη, διαβάζω στο site των ΕΒΓΕ για τον σχεδιασμό της σειράς «Ταξιδεύοντας» της Διόπτρας από τον Γιάννη Καρλόπουλο – που του χάρισε ένα από τα φετινά βραβεία: «Η γραμμική εικονογράφηση βασίζεται με κέντρο την στυλιζαρισμένη φιγούρα του ΝΚ παρμένη από φωτό στην Αίγινα όπου στέκεται πάνω σε βράχο με βλέμμα που ατενίζει τον κόσμο και πλαισιώθηκε από στοιχεία παρμένα από κάποιο πίνακα ή την “εικονογραφία” της χώρας την εποχή που την επισκέφτηκε ή “συσχετίζεται”: Στην “Ισπανία” στοιχείο από την Γκερνίκα (1935), στη “Ρουσία” από πίνακα της Ρώσικης Πρωτοπορίας (1927), στην “Αγγλία” γραμμικό μαύρο στοιχείο από τα βρεττανικά Dazzle ships του Α' ΠΠ ενώ η επίσκεψη και εντυπώσεις του τόμου είναι το 1946 με το τέλος του Β' ΠΠ. Στην “Ιαπωνία-Κίνα” χρησιμοποιήθηκε μοτίβο και χρώμα κοινό και στις δύο κουλτούρες, όπως οι βεντάλιες ή ακτίνες ηλίου ή χάρτινης ομπρέλας που έχουν το ίδιο σχήμα του τεταρτοκύκλιου. Στο “Ιταλία, Αίγυπτος, Κύπρος, Ιερουσαλήμ, Μοριάς”, το κοινό τους στοιχείο δεν είναι άλλο από τα φύλλα της ελιάς που εδώ μετατρέπονται και σε άλλα “φτερά” του ΝΚ που στέκει σε κάποιο Ενετικό κάστρο με βυζαντινή είσοδο. Να σημειωθεί ότι στα οπισθόφυλλα υπάρχει η χαρτογράφηση των διαδρομών που περιγράφονται και στα εσωτερικά των εξωφύλλων ο κοινός χάρτης των διαδρομών του ΝΚ σε όλο τον κόσμο».
Τρία χρόνια μετά τη διάγνωση του Bruce Willis με μετωποκροταφική άνοια, η σύζυγός του, Emma Heming Willis, ξεκαθαρίζει μια από τις πιο διαδεδομένες παρανοήσεις γύρω από τη νόσο, αποκαλύπτοντας τι πραγματικά συμβαίνει με τη μνήμη του ηθοποιού.
Η δημόσια εικόνα της άνοιας είναι συχνά συνδεδεμένη με την απώλεια μνήμης. Ωστόσο, στην περίπτωση του Bruce Willis, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η σύζυγός του, Emma Heming Willis, αποφάσισε να μιλήσει ανοιχτά και να διορθώσει μια βασική παρανόηση που συνοδεύει τη διάγνωση του αγαπημένου ηθοποιού.
Μέσα από μια ειλικρινή και ανθρώπινη τοποθέτηση, φωτίζει όχι μόνο τη φύση της μετωποκροταφικής άνοιας (FTD), αλλά και την καθημερινότητα ενός ανθρώπου που ζει με αυτήν και εκείνων που τον φροντίζουν.
Η μεγάλη παρανόηση για τη μνήμη
Η πιο σημαντική διευκρίνιση που έκανε η Emma Heming Willis αφορά τη μνήμη του Bruce Willis. Όπως εξήγησε, η μορφή μετωποκροταφικής άνοιας από την οποία πάσχει δεν επηρεάζει τη μνήμη του, κάτι που συχνά παρερμηνεύεται από το κοινό.
H FTD δεν είναι μία ενιαία νόσος. Αντιθέτως, περιλαμβάνει διαφορετικές παραλλαγές, καθεμία από τις οποίες επηρεάζει διαφορετικές λειτουργίες του εγκεφάλου. Στην περίπτωση του Willis, η νόσος σχετίζεται κυρίως με τη γλώσσα και την επικοινωνία.
Αυτό σημαίνει ότι, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στην έκφραση ή στην κατανόηση του λόγου, εξακολουθεί να αναγνωρίζει τα αγαπημένα του πρόσωπα: τη σύζυγό του, τις δύο μικρότερες κόρες τους, αλλά και τα παιδιά του από τον γάμο του με τη Demi Moore.
Η σύγχυση με τη νόσο Αλτσχάιμερ είναι συχνή, καθώς πρόκειται για την πιο γνωστή μορφή άνοιας. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει η Heming, πρόκειται για διαφορετικές καταστάσεις, με διαφορετική εξέλιξη και συμπτώματα.
Οι διαφορετικές όψεις της μετωποκροταφικής άνοιας
Η μετωποκροταφική άνοια επηρεάζει κυρίως τους μετωπιαίους και κροταφικούς λοβούς του εγκεφάλου. Ανάλογα με την παραλλαγή της, μπορεί να εκδηλωθεί με τρεις βασικούς τρόπους: με διαταραχές λόγου και επικοινωνίας, με αλλαγές στη συμπεριφορά και την προσωπικότητα, με κινητικές δυσκολίες.
Στην περίπτωση του Bruce Willis, η γλωσσική λειτουργία είναι εκείνη που έχει επηρεαστεί περισσότερο. Αυτό εξηγεί γιατί η εικόνα του δεν ταυτίζεται με την τυπική αντίληψη που έχουμε για την άνοια.
Παράλληλα, η Heming επισημαίνει ότι η FTD αποτελεί μία από τις πιο συχνές μορφές άνοιας σε άτομα κάτω των 60 ετών, μια πληροφορία που δεν είναι ευρέως γνωστή.
Πέρα από τη διάγνωση, η Emma Heming Willis μίλησε και για την καθημερινότητα της φροντίδας. Περιέγραψε την εμπειρία ως μια μορφή «αμφίσημης απώλειας», μια κατάσταση όπου το αγαπημένο πρόσωπο είναι παρόν σωματικά, αλλά αλλάζει σε ψυχικό και συναισθηματικό επίπεδο.
Getty / Ideal Images
Η φροντίδα ενός ανθρώπου με άνοια δεν είναι μια στατική εμπειρία. Είναι μια διαρκής διαδικασία προσαρμογής, γεμάτη μικρές και μεγάλες απώλειες. Όπως εξηγεί, η θλίψη δεν είναι στιγμιαία, αλλά συνεχής, ένα συναίσθημα που εξελίσσεται μαζί με την πορεία της νόσου.
Παρόλα αυτά, με τον χρόνο, μαθαίνει να διαχειρίζεται αυτή τη νέα πραγματικότητα. Όχι επειδή γίνεται ευκολότερη, αλλά επειδή γίνεται πιο οικεία.
Τα παιδιά του Bruce Willis βιώνουν επίσης αυτή τη νέα συνθήκη, το καθένα με τον δικό του τρόπο. Ωστόσο, μέσα σε αυτή τη δύσκολη διαδρομή, αναδύονται και στιγμές τρυφερότητας.
Η κόρη του, Rumer Willis, έχει μιλήσει για μια διαφορετική πλευρά του πατέρα της που αποκαλύφθηκε μέσα από την ασθένεια: μια πιο ήπια, πιο ευάλωτη εκδοχή του εαυτού του.
Getty/ Ideal Images
Παράλληλα, η ίδια εκφράζει ευγνωμοσύνη που η δική της κόρη πρόλαβε να γνωρίσει τον παππού της, μια υπενθύμιση ότι, ακόμη και μέσα στην απώλεια, υπάρχουν στιγμές που αποκτούν ξεχωριστή αξία.
Η οικογένεια, παρά τον χωρισμό του Bruce Willis με τη Demi Moore εδώ και χρόνια, παραμένει ενωμένη. Η σχέση τους έχει μετατραπεί σε μια βαθιά φιλία, βασισμένη στην κοινή αγάπη για τα παιδιά τους και στην αμοιβαία στήριξη.
Τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων αρχίζουν να αποκαθιστούν τη σχέση τους με την πραγματικότητα, ο Τσίπρας έχει δυναμική πρέπει όμως να δώσει εγγυήσεις οτι μπορεί να φέρει την πολιτική αλλαγή
Ετοιμη η απάντηση!
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Παύλος Μαρινάκης δεχόμενος ένα μπαράζ ερωτήσεων στο briefing από τους δημοσιογράφους για τις κυριακάτικες αποκαλύψεις του «Βήματος» σχετικά με το σκάνδαλο των υποκλοπών και τα χαρτιά που διαθέτει ο κ. Ταλ Ντίλιαν, μεταξύ των άλλων … ασαφών απαντήσεων, έδωσε και μία … σαφή απάντηση. Είπε συγκεκριμένα ότι «η δικαιοσύνη είναι η μόνη αρμόδια να αποφανθεί επί της υπόθεσης»! Κρατήστε την αυτή την φράση – και να είστε βέβαιοι ότι με αυτό τον τρόπο θα αρνηθεί και ο πρόεδρος της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής κ. Ιωάννης Μπούγας την κλήση του κ. Ντίλιαν και του ανιψιού κ. Γρηγόρη Δημητριάδη! Αφού βεβαίως, προηγουμένως, έχει εξαντλήσει όλα τα περιθώρια των καθυστερήσεων που διαθέτει. Εκτός κι αν συμβεί το … μοιραίο! Κι ο κ. Ντίλιαν και το περιβάλλον του εκτός από πληροφορίες αρχίζει να μοιράζει χαρτιά και emails….
Η κυρία Καρυστιανού κι οι ψηφοφόροι της
Εν τω μεταξύ άρχισε το νέο «κύμα» των δημοσκοπήσεων, του Ιουνίου αυτή τη φορά – και ίσως είναι και οι τελευταίες μέχρι το τέλος του Αυγούστου, που θα αρχίσει να βγαίνει η φθινοπωρινή «παρτίδα», που θα είναι και η πιο κρίσιμη. Το νέο «κύμα» το άνοιξε χθες η Alco για λογαριασμό του Alpha. Να σας υπενθυμίσω ότι η Alco δίνει μόνο πρόθεση ψήφου, δεν κάνει αναγωγή και δεν δίνει εκτίμηση ψήφου. Ελαφρά βελτίωση της Νέας Δημοκρατίας – βγήκε λίγο πάνω από το 23%, με σταθερά στη δεύτερη θέση την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛΑΣ) του κ. Αλέξη Τσίπρα και 14,2%. Το ΠΑΣΟΚ φαίνεται να κερδίζει την τρίτη θέση, αλλά με 10,3% από την κυρία Μαρία Καρυστιανού, η οποία «κάθεται» στο 8,1%. Στο σημείο αυτό θέλω να επισημάνω μία επιφύλαξη σχετικά με το ποσοστό της κυρίας Καρυστιανού Δεδομένου ότι ορισμένες από τις «δεξαμενές» από τις οποίες αντλεί δυνάμεις, δεν είναι και τόσο … εκδηλωτικές, υπάρχει ενδεχόμενο να διαθέτει και ένα ποσοστό «κρυφής ψήφου», το οποίο βρίσκεται κάτω από τα ραντάρ των ερευνών κοινής γνώμης. Σας υπενθυμίζω την περίπτωση της Νίκης στις εκλογές του 2023. Και πλέον ένα σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων της Νίκης έχει μετακινηθεί στην Ελπίδα για τη Δημοκρατία, μέσα από υπόγεια κανάλια – όπως πχ είναι τα δίκτυα των μοναστηριών. Δεν αμφισβητώ το ποσοστό της Alco, απλώς καταγράφω μία επιφύλαξη.
Κι έρχεται πόλωση
Λογικά μιλώντας, πάντως, το κόμμα της κυρίας Καρυστιανού δείχνει να υποχωρεί σε επιρροή – σε σύγκριση με τις έρευνες του προηγούμενου μήνα. Σε ένα βαθμό είναι μία λογική εξέλιξη. Δεν έχει εμφανίσει κάποια ομάδα στελεχών – υπάρχουν αποσπασματικές αναφορές – δεν υπάρχει κάποια διακήρυξη ή προγραμματικό πλαίσιο, απλώς υπάρχει μία πολιτική ρητορική και φυσικά δεν διαθέτει έναν οργανωτικό κορμό, τώρα το περιβάλλον της κινείται σε μία τέτοια κατεύθυνση. Όμως υπάρχει και μία άλλη παράμετρος, που είναι ουσιαστική. Το 18% όσων την επιλέγουν στην δημοσκόπηση της Alco, προέρχεται από την κεντροαριστερά, ενώ το 35% είναι δεξιοί και κεντροδεξιοί και το 16% κεντρώοι και το 25% προέρχεται από την «καθαρή διαμαρτυρία». Αυτή η πολυσυλλεκτικότητα δεν είναι μόνο πλεονέκτημα, μπορεί σε ορισμένες συνθήκες να μετατραπεί και σε μειονέκτημα. Πχ σε συνθήκες μεγάλης πόλωσης, οι οποίες βεβαίως και θα επικρατήσουν στις επικείμενες εκλογές – και με την συμμετοχή ενός νέου κόμματος στα δεξιά, του κ. Αντώνη Σαμαρά – ο κίνδυνος της δημοσκοπικής συρρίκνωσης είναι εμφανής!
Τραβάει τον δρόμο του
Από την άλλη πλευρά ο πρώην πρωθυπουργός κ. Τσίπρας δεν πολιτεύεται πλέον με τον τρόπο της τελευταίας δεκαπενταετίας. Εχει αλλάξει πολλά πράγματα. Κι αυτό ξενίζει – κι όχι μόνο, αλλά δημιουργεί και εντάσεις και παρεξηγήσεις, τις οποίες ο ίδιος επιμένει να αγνοεί. Δείχνει να ακολουθεί την προτροπή του Δάντη Αλιγκιέρι – «τράβα τον δρόμο σου κι άσε τον κόσμο να λέει» από την «Θεία Κωμωδία» – που αγαπούσε ιδιαίτερα ο Μαρξ!
Υπάρχει δυναμική
Κατά τα άλλα φαίνεται ότι σιγουρεύει – όσο αυτό είναι δυνατόν – τη δεύτερη θέση και μάλιστα στην πρόθεση ψήφου η διαφορά με τη Νέα Δημοκρατία είναι μονοψήφια. Και παράλληλα έχει αρχίσει τις δημόσιες εκδηλώσεις με διαφορετικό τρόπο από τα συνηθισμένα – όπως επί παραδείγματι χθες στη Νίκαια με κεντρικό σύνθημα «Τώρα Μιλάμε». Η αναφορά του μάλιστα χθες πως «αν σε λίγες ώρες καταφέραμε να γίνουμε αξιωματική αντιπολίτευση, σε λίγους μήνες θα καταφέρουμε να γίνουμε κυβέρνηση με τη ψήφο του λαού, όποτε κι αν στηθούν αυτές οι κάλπες», είναι προφανές ότι έχει επενδύσει πολλά στην αναπτυσσόμενη δυναμική του νέου πολιτικού εγχειρήματος….
Χαρμολύπη
Βέβαια η χθεσινή δημοσκόπηση έχει προκαλέσει – όπως αναμενόταν – χαρμολύπη στην Χαριλάου Τρικούπη. Ενώ η «κατοχύρωση» της τρίτης θέσης και η αποσόβηση του κινδύνου από την κυρία Καρυστιανού, πρόσφερε ανακούφιση – αλλά εσείς κρατήστε την επιφύλαξη που σας προανέφερα – δηλαδή γλύτωσαν τα χειρότερα. Η επιβεβαίωση της απόστασης από την ΕΛΑΣ, δεν είναι καθόλου, μα καθόλου ευχάριστο γεγονός. Να σκεφτείτε σε τι είδους … «τραγωδία» βιώνει ο πρόεδρος του κόμματος κ. Νίκος Ανδρουλάκης, που αναγκάστηκε να … αφήσει να περάσει την πόρτα της Χαριλάου Τρικούπη ο κ. Χρήστος Πρωτόπαπας, που ως «δεξί χέρι» του κ. Χάρη Δούκα, έχει αναλάβει την Α΄ Αθήνας, δηλαδή την περιοχή του Δήμου Αθηναίων. Θέλει έτσι να καταστήσει τον κ. Δούκα συνυπεύθυνο για το εκλογικό αποτέλεσμα. Παίρνει τα μέτρα του από τώρα για την βραδιά των εκλογών….