ενημέρωση 4:57, 5 August, 2026

Γελασμένοι όσοι πιστεύουν ότι οι εκλογές του 2027 θα είναι επανάληψη των εκλογών του 2019 και 2023

Η κυβέρνηση πιστεύει ότι θα επαναλάβει την αντιπαράθεση των προηγούμενων εκλογών. Μόνο που δεν έχει καταλάβει πόσο έχει αλλάξει το κοινωνικό και πολιτικό τοπίο

Με τα κόμματα να έχουν μπει πια σε προεκλογική κινητοποίηση, ξεκινώντας από την ίδια τη Νέα Δημοκρατία εάν παρατηρήσει κανείς τον αριθμό των περιοδειών που ήδη κάνει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, και την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα ήδη να έχει καταλάβει τη θέση της δημοσκοπικής αξιωματικής αντιπολίτευσης, αρχίζουν και διαφαίνονται και οι κομματικές στρατηγικές.

Σε αυτό το πλαίσιο έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να περάσει τη γραμμή ότι η όλη εξέλιξη τη βολεύει, γιατί αυτό σημαίνει επανάληψη μιας μονομαχίας ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Αλέξη Τσίπρα, την οποία υπογραμμίζουν ότι κέρδισε ο πρωθυπουργός και το 2019 και το 2023 και άρα θα την κερδίσει και το 2027.

Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε μια εξαιρετικά εσφαλμένη εκτίμηση των κοινωνικών, πολιτικών και εκλογικών δυναμικών. Οι εκλογές σίγουρα αφορούν πρόσωπα, όμως δεν είναι «μονομαχίες», αφορούν την κατάσταση της χώρας, το πώς αισθάνονται οι διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, τις κοινωνικές συμμαχίες που διαμορφώνονται και τις μετατοπίσεις των σχέσεων εκπροσώπησης.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης το 2019 δεν κέρδισε κάποια παρτίδα απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα. Αυτό που συνέβη ήταν ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας ήθελε μια επιστροφή στην κανονικότητα και ήταν έτοιμη να ακούσει αυτό που εξέφραζε η Νέα Δημοκρατία, την ώρα που ο Αλέξης Τσίπρας, παρότι είχε βγάλει τη χώρα από τα Μνημόνια δεν μπορούσε με έναν απλό και σαφή τρόπο να παρουσιάσει το δικό του πρόγραμμα «μεταμνημονιακής κανονικότητας», ενώ παράλληλα κουβαλούσε το βάρος της φθοράς που αναπόφευκτα φέρνει η διαχείριση της εξουσίας.

Ούτε το 2023 είχαμε μια «μονομαχία» προσώπων. Και πάλι το διακύβευμα αφορούσε το πώς αντιμετώπιζαν την πραγματικότητα οι διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Η Νέα Δημοκρατία ήδη αντιμετώπιζε δυσαρέσκεια για την πολιτική της, αλλά εξακολουθούσε να έχει την υποστήριξη των κοινωνικών στρωμάτων που ευνοήθηκαν από την αυξημένη κρατική δαπάνη στην περίοδο της πανδημίας, ενώ παράλληλα εξακολουθούσε να αντιμετωπίζεται και από ένα μέρος των πιο λαϊκών στρωμάτων ως μια επιλογή σταθερότητας. Την ίδια ώρα η αντιπολίτευση και ιδίως ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε μια προεκλογική εκστρατεία που δεν προσέφερε επί της ουσίας μια εναλλακτική διακυβέρνηση, αλλά απλώς κωδικοποιούσε την λαϊκή δυσαρέσκεια. Όταν ο ένας πόλος μπορεί και συσπειρώνει και ο άλλος δεν κατορθώνει να διαμορφώσει μια ευρύτερη συσπείρωση, το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο.

Όμως, τώρα δεν είμαστε στην ίδια κατάσταση. Η ελληνική κοινωνία δεν είναι στην ίδια κατάσταση. Η Νέα Δημοκρατία συσπειρώνει πια μόνο τα στρώματα που αισθάνονται ωφελημένα και έχει πραγματικές διαρροές όχι μόνο εκλογικές, αλλά και ως προς κοινωνικές κατηγορίες. Ουσιαστικά έχει γίνει το κόμμα της μειοψηφίας που πιστεύει ότι τα πράγματα πάνε στη σωστή κατεύθυνση, που στηρίζει συγκεκριμένες πολιτικές και που βέβαια έχει θετική γνώμη για τον πρωθυπουργό. Πέραν της Νέας Δημοκρατίας δεν υπάρχει απλώς μια «δυσαρέσκεια». Υπάρχει πολλαπλά καταγραμμένη απόρριψη της κυβερνητικής πολιτικής, έντονη οργή για την έκρηξη της ακρίβειας, αμφισβήτηση της ΝΔ και του πρωθυπουργού και ως προς μία βασική πλευρά της «σταθερότητας», δηλαδή της λειτουργίας των θεσμών και του κράτους δικαίου, διάχυτη αίσθηση ότι υπάρχει και πρόβλημα διαφθοράς με αυτή τη διακυβέρνηση, και πάνω από όλα ένα πολύ έντονο αίτημα πολιτικής αλλαγής.

Αυτό σημαίνει ότι σήμερα το πιο ισχυρό μπλοκ δεν είναι αυτό που στηρίζει την κυβέρνηση, αλλά αυτό που εκφράζει έντονη δυσαρέσκεια και διεκδικεί πολιτική αλλαγή. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά. Το 2019 το αίτημα πολιτικής αλλαγής και μετάβασης στη «σταθερότητα» το εκπροσώπησε η Νέα Δημοκρατία και κέρδισε τις εκλογές. Το 2023 το αίτημα πολιτικής αλλαγής δεν σχηματοποιήθηκε, με αποτέλεσμα να κερδίσει η γραμμή της «σταθερότητας». Σήμερα το αίτημα πολιτικής αλλαγής είναι ιδιαίτερα ισχυρό και εάν βρει ένα πρόγραμμα που να αποπνέει κυβερνησιμότητα αλλά και εγγύηση για μια διαφορετική πολιτική προς όφελος της μεσαίας τάξης και των λαϊκών στρωμάτων και για αποκατάσταση της δημοκρατικής λειτουργίας των θεσμών, τότε αυτή η παράμετρος θα κρίνει τις εκλογές και η Νέα Δημοκρατία θα χάσει.

Να το πούμε διαφορετικά: μέχρι τώρα η Νέα Δημοκρατία είχε σε μεγάλο βαθμό μια πρωτοβουλία των κινήσεων ως προς το τι ορίζει την «ατζέντα» της συνολικής πολιτικής συζήτησης στην κοινωνία. Τώρα είμαστε σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Η Νέα Δημοκρατία διαρκώς πρέπει να αμύνεται και να απαντάει τόσο για την αποτυχία της στην οικονομική πολιτική, όσο και για την υπονόμευση των δημοκρατικών θεσμών. Την «ατζέντα» δεν την ορίζει η κυβερνητική παράταξη, παρά τη συστηματική υποστήριξη ενός μηντιακού οικοσυστήματος «ταϊσμένου» σε μεγάλο βαθμό και με κυβερνητική δαπάνη ή έστω διευκόλυνση. Την ατζέντα, για πρώτη φορά μετά από καιρό – ουσιαστικά από την περίοδο πριν το 2025 – την ορίζουν οι διεργασίες που συμβαίνουν μέσα στην κοινωνία, οι αγωνίες, οι απαιτήσεις, οι διεκδικήσεις που διαμορφώνονται εκεί.

Αυτό σημαίνει νέο τοπίο και νέο συσχετισμό δύναμης. Πράγμα που αντικειμενικά σημαίνει ότι οποιαδήποτε ελπίδα ότι θα επαναληφθεί το 2019 ή το 2023 απλώς δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα και όποιος συσχετισμός γίνει σε αυτή τη βάση θα αποτύχει.

Βεβαίως, ότι δεν πρόκειται να ζήσουμε μια επανάληψη του 2019 και του 2023, δεν σημαίνει ότι θα ζήσουμε και μία επανάληψη του 2015. Η ελληνική κοινωνία δεν είναι εξεγερμένη, όσο βαθιά και εάν είναι η δυσαρέσκειά της. Δεν ξημεροβραδιάζεται σε διαδηλώσεις θεωρώντας ότι από μόνη της η κυβερνητική αλλαγή είναι σημαντική. Δεν είναι έτοιμη να εμπιστευτεί απλώς ένα κόμμα που δείχνει ότι δεν είναι όμοιο με τα «συστημικά» και έχει συνθήματα που μιλούν για την απαλλαγή από τα μνημόνια «με ένα νόμο και ένα άρθρο». Η κοινωνία είναι σήμερα πολύ πιο δύσπιστη απέναντι στα κόμματα συνολικά και ιδιαίτερα απέναντι σε όσους έχουν ασκήσει κυβερνητική εξουσία.

Αυτό σημαίνει ότι είναι γελασμένος και όποιος πιστεύει ότι θα τα καταφέρει απλώς ανακυκλώνοντας συνθήματα. Το αίτημα της πολιτικής αλλαγή είναι υπαρκτό, αλλά για να γίνει η καθοριστική παράμετρος που θα κρίνει το αποτέλεσμα των εκλογών θα πρέπει να αποκτήσει περιεχόμενο, πρόγραμμα, κοστολόγηση, και να προβληθεί ως πραγματικό κυβερνητικό σχέδιο, μαζί με μια ομάδα που δεν είναι μόνο επικοινωνιακά αποτελεσματική, αλλά θα μπορεί να υπόσχεται και αποτελεσματική κυβερνητική διαχείριση. Όλα αυτά θέλουν δουλειά, προετοιμασία, στοχοπροσήλωση και πάνω από όλα συνεχή λογοδοσία στην κοινωνία. Σε αυτή που τελικά θα κρίνει και το αποτέλεσμα των εκλογών.

Πηγή: in

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ο κορυφαίος διπλωμάτης της Ρωσίας σχολιάζει την στρατιωτική ενίσχυση της Γερμανίας και τη δημόσια τοποθέτηση του Ζελένσκι

Σύμφωνα με τον Σεργκέι Λαβρόφ, η Ρωσία εκτιμά τις διπλωματικές προσπάθειες της Τουρκίας στην Ουκρανία, αλλά τονίζει «ότι οποιαδήποτε βιώσιμη, μακροπρόθεσμη και αξιόπιστη διευθέτηση απαιτεί την αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων της κρίσης».

ΜΟΣΧΑ, 16 Ιουνίου. /TASS/. Οι ευρωπαϊκές χώρες συζητούν ενεργά την ανάγκη αποκατάστασης της «παλαιάς στρατιωτικής ισχύος» της Γερμανίας, δήλωσε ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ σε συνέντευξη Τύπου μετά τις συνομιλίες με τον Τούρκο ομόλογό του Χακάν Φιντάν.

Ο Λαβρόφ είπε επίσης ότι ο Βλαντιμίρ Ζελένσκι δεν ασχολείται με την κανονική διπλωματία και αντίθετα «παίζει με το κοινό».

Το TASS συγκέντρωσε τα βασικά συμπεράσματα από τις δηλώσεις του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών.

Ουκρανικός οικισμός

Η Ρωσία εκτιμά τις διπλωματικές προσπάθειες της Τουρκίας στην Ουκρανία, αλλά τονίζει «ότι οποιαδήποτε βιώσιμη, μακροπρόθεσμη και αξιόπιστη διευθέτηση απαιτεί την αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων της κρίσης».

Ο Βλαντιμίρ Ζελένσκι βασίζεται σε αυτό που ο Λαβρόφ χαρακτήρισε «διπλωματία μεγαφώνων», όπως φαίνεται από το πρόσφατο προσβλητικό μήνυμα που απηύθυνε δημόσια στον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν μέσω των μέσων ενημέρωσης: «Ανακοινώνει τα πάντα δημόσια, συμπεριλαμβανομένου του προσβλητικού μηνύματος που έστειλε πρόσφατα στον πρόεδρο Πούτιν».

Ο Ζελένσκι δεν ασκεί την κανονική διπλωματία και αντίθετα «προσποιείται το κοινό».

Η αναβίωση του ναζισμού στη Δύση

Η Δύση προσπαθεί να επαναβεβαιώσει τον ρόλο της ως ηγεμόνας που λαμβάνει αποφάσεις για όλους, και ο Λαβρόφ είπε ότι, σε αυτό το πλαίσιο, η αναβίωση του ναζισμού έχει γίνει ολοένα και πιο επίκαιρη.

Οι ευρωπαϊκές χώρες συζητούν ενεργά την ανάγκη αποκατάστασης της «πρώην στρατιωτικής ισχύος» της Γερμανίας.

Η Ευρώπη επικροτεί τις προσπάθειες του καθεστώτος του Κιέβου να αποκαταστήσει τον ναζισμό, λέει ο Λαβρόφ, και συνεχίζει να δηλώνει ότι ο Ζελένσκι υπερασπίζεται τις ευρωπαϊκές αξίες.

Σύμφωνα με τον Λαβρόφ, «οι ναζιστικές τάσεις γίνονται ιδιαίτερα έντονες επειδή το καθεστώς Ζελένσκι ακολουθεί ανοιχτά μια πολιτική αποκατάστασης των Ναζί εγκληματιών πολέμου και της ναζιστικής ιδεολογίας χωρίς δισταγμό ή συγκάλυψη. Η Ευρώπη απαντά σε αυτές τις συγκεκριμένες και εξωφρενικές ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της αναταφής των συνεργατών που καταδικάστηκαν από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης, χειροκροτώντας και δηλώνοντας ότι ο Ζελένσκι υπερασπίζεται τις ευρωπαϊκές αξίες».

Τα διπλά μέτρα και σταθμά της Ευρώπης

Τα διπλά μέτρα και σταθμά και η υποκρισία που χαρακτηρίζουν εδώ και καιρό τη Δύση παραμένουν αμετάβλητα. Ο Λαβρόφ τα συνόψισε ως εξής: «Διπλά μέτρα και σταθμά· όχι διεθνές δίκαιο αλλά τάξη βασισμένη σε κανόνες· όλα επιτρέπονται για μένα, ενώ όλοι οι άλλοι πρέπει να ζητήσουν την άδειά μου».

Η άρνηση των ευρωπαϊκών χωρών να σχολιάσουν τις τρομοκρατικές επιθέσεις του Κιέβου εναντίον Ρώσων πολιτών ισοδυναμεί με αυτό που ο Λαβρόφ χαρακτήρισε «ομολογία και αυτοέκθεση».

Το μέλλον της ΕΕ

Η ένταξη της Ουκρανίας θα μπορούσε να προκαλέσει την «απλή διάλυση» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τον Λαβρόφ. «Από την άποψη των εσωτερικών προβλημάτων της ΕΕ, ίσως η ένταξη της Ουκρανίας δεν θα ήταν κάτι κακό, επειδή θα μπορούσε να προκαλέσει την κατάρρευση του μπλοκ. Υπάρχουν πολλές αντικρουόμενες τάσεις».

Ο Λαβρόφ δήλωσε ότι αν η ΕΕ θέλει να διαλύσει το οικονομικό της πλαίσιο και να μετατραπεί σε στρατιωτικό μπλοκ, προκαλεί σοβαρά προβλήματα για τον εαυτό της. «Αν θέλουν να εγκαταλείψουν εντελώς την οικονομία, τότε θα πρέπει να καλέσουν τον Ζελένσκι».

Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να γίνει ένα ανεξάρτητο στρατιωτικό μπλοκ και χτίζει ολόκληρο το πλαίσιο ασφαλείας της γύρω από την αντιμετώπιση της Ρωσίας. Ο Λαβρόφ σημείωσε ότι η ψυχρή στάση της κυβέρνησης Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στην Ευρώπη όσον αφορά τις δεσμεύσεις της Ουάσινγκτον για την ασφάλεια έχει τροφοδοτήσει αρκετές τάσεις εντός της ΕΕ.

Μια τάση στοχεύει στη μετατροπή της ΕΕ σε αυτόνομο στρατιωτικό μπλοκ. Μια άλλη τάση αντανακλά την πεποίθηση ότι τα μέλη της ΕΕ δεν μπορούν να διαχειριστούν τις προκλήσεις ασφαλείας μόνα τους.

Σύμφωνα με τον Λαβρόφ, η Βρετανία προωθεί την ιδέα μιας ξεχωριστής στρατιωτικής συμμαχίας που θα περιλαμβάνει το Λονδίνο, την Ουκρανία και τις πιο αντιρωσικές κυβερνήσεις εντός της ΕΕ. Πρόσθεσε ότι αυτές οι έννοιες παραμένουν στο στάδιο των συζητήσεων και των προτάσεων, αλλά ένα γεγονός είναι σαφές: η ΕΕ σχεδιάζει όλα τα πλαίσια ασφαλείας της με επίκεντρο τη Ρωσία.

Απειλές στη Μαύρη Θάλασσα

Οι προσπάθειες της Ουκρανίας να πραγματοποιήσει τρομοκρατικές επιθέσεις κατά ενεργειακών υποδομών και πολιτικής ναυτιλίας στη Μαύρη Θάλασσα εξακολουθούν να αποτελούν πηγή ανησυχίας.

Ο Λαβρόφ δήλωσε ότι η Ρωσία ανησυχεί για τις προσπάθειες του Κιέβου να προκαλέσει επεισόδια που αφορούν αποστολές σιτηρών με προορισμό την Τουρκία, καθώς και πετρελαιοφόρα. Ανέφερε επίσης τις συνεχείς απειλές τρομοκρατικών επιθέσεων κατά των αγωγών φυσικού αερίου TurkStream και Blue Stream.

Η Μέση Ανατολή

Η Ρωσία ανησυχεί για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή που προκύπτει από τη σύγκρουση στην οποία εμπλέκεται το Ιράν.

Ο Λαβρόφ δήλωσε: «Ανησυχούμε για τα προβλήματα που έχουν προκύψει στη Μέση Ανατολή λόγω της σύγκρουσης που αφορά το Ιράν ή μάλλον, της σύγκρουσης Ιράν-Ισραήλ».

Συνεργασία με την Τουρκία

Η Ρωσία και η Τουρκία σκοπεύουν να διατηρήσουν στενό συντονισμό σε θέματα ασφάλειας στη Μαύρη Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή και άλλες περιοχές.

Ο Λαβρόφ δήλωσε ότι Ρώσοι και Τούρκοι αξιωματούχοι έχουν δημιουργήσει ισχυρές επαφές εργασίας σε αυτούς τους τομείς και συνεχίζουν να συνεργάζονται σε συμπληρωματική βάση.

Γιατί ο πόλεμος στο Ιράν δεν πήγε σύμφωνα με τα σχέδια των ΗΠΑ

Η Ουάσινγκτον έκανε επτά μοιραία λάθη, από την εσφαλμένη ερμηνεία της στρατηγικής του Ιράν έως την υποτίμηση του κόστους ενός παρατεταμένου πολέμου.

Οι εξελίξεις μετά τον 12ήμερο πόλεμο μεταξύ Ιράν και Ισραήλ δεν οδήγησαν σε αποκλιμάκωση, αλλά μάλλον σε έναν επαναπροσδιορισμό της σύγκρουσης σε πολύ ευρύτερη κλίμακα. Ενώ οι ασταθείς διαπραγματεύσεις μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσινγκτον συνεχίστηκαν, το χάσμα μεταξύ των προσδοκιών των δύο πλευρών βάθυνε. Τελικά, αυτό το χάσμα οδήγησε σε μια απόφαση στον Λευκό Οίκο βασισμένη σε μια αισιόδοξη εκτίμηση: Να εισέλθει σε μια περιορισμένη σύγκρουση και να αναγκαστεί το Ιράν σε μια ταχεία υποχώρηση.

Αλλά το πεδίο της μάχης γρήγορα διέλυσε αυτή την υπόθεση. Ο πόλεμος που υποτίθεται ότι θα ήταν σύντομος, ελεγχόμενος και διαχειρίσιμος μετατράπηκε σε έναν 40ήμερο πόλεμο φθοράς, έναν πόλεμο που όχι μόνο δεν κατάφερε να επιτύχει τους αρχικούς στόχους των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά επέβαλε βαρύ στρατιωτικό, οικονομικό και πολιτικό κόστος.

Το βασικό ερώτημα είναι: Τι προκάλεσε αυτή τη βαθιά αποσύνδεση μεταξύ των αρχικών εκτιμήσεων και της πραγματικότητας; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, το παρόν άρθρο εστιάζει σε λανθασμένους υπολογισμούς πριν από τον πόλεμο και σε καθοριστικές μεταβλητές κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.

1- Λανθασμένη γενίκευση της εμπειρίας του 12ήμερου πολέμου

Η Ουάσινγκτον υπέθεσε ότι το πρότυπο συμπεριφοράς του Ιράν από τον σύντομο πόλεμο με το Ισραήλ θα επαναλαμβανόταν, αλλά αυτή τη φορά το επίπεδο άμεσης εμπλοκής των ΗΠΑ ήταν πολύ υψηλότερο. Το Ιράν προσάρμοσε την αντίδρασή του αναλόγως, κυρίως παίζοντας το χαρτί του Στενού του Ορμούζ. Σύμφωνα με δημοσιευμένες αναφορές από μια συνεδρίαση της αμερικανικής αίθουσας κρίσεων στις 12 Φεβρουαρίου, ο στρατηγός Keane, πρόεδρος του Γενικού Επιτελείου Στρατού, προειδοποίησε για τους κινδύνους του κλεισίματος του στενού, αλλά ο Τραμπ απέρριψε την εκτίμηση του στρατηγού και υπέθεσε ότι το Ιράν θα παραδιδόταν πριν φτάσει σε αυτό το σημείο. Στο έδαφος, ωστόσο, το Στενό του Ορμούζ έγινε καθοριστικός παράγοντας στη διατάραξη τόσο των οικονομικών όσο και των στρατιωτικών υπολογισμών.

2- Αγνόηση της στρατηγικής μετατόπισης του Ιράν

Οι ΗΠΑ εξακολουθούσαν να θεωρούν ότι ο κύριος στόχος του Ιράν θα ήταν το Ισραήλ, αλλά αυτή τη φορά η Τεχεράνη επικεντρώθηκε σε αμερικανικές βάσεις σε όλη την περιοχή. Τα ΗΑΕ, το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ, το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία και η Ιορδανία συμπεριλήφθηκαν απευθείας στον κατάλογο στόχων του Ιράν.

3- Λανθασμένος υπολογισμός των στρατιωτικών και αμυντικών δυνατοτήτων του Ιράν

Οι σταδιακές εξελίξεις του Ιράν στην τεχνολογία πυραύλων, την επιχειρησιακή ακρίβεια και τα συστήματα αεράμυνας δεν ελήφθησαν επαρκώς υπόψη στους υπολογισμούς της Ουάσινγκτον. Οι ΗΠΑ δεν πίστευαν ότι η αεράμυνα του Ιράν θα μπορούσε να καταρρίψει τα μαχητικά αεροσκάφη του ή ότι οι ιρανικοί πύραυλοι θα μπορούσαν να απενεργοποιήσουν τα προηγμένα ραντάρ στις βάσεις των αραβικών κρατών του Κόλπου. Οι εξελίξεις στο πεδίο της μάχης αποκάλυψαν ένα πραγματικό άλμα στις επιθετικές και αμυντικές δυνατότητες του Ιράν, επιβάλλοντας υψηλό κόστος στην Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ και αμφισβητώντας σοβαρά την αεροπορική του υπεροχή.

4- Λάθος προβλέψεις για την εσωτερική κατάσταση του Ιράν

Μία από τις βασικές υποθέσεις της Ουάσινγκτον ήταν το ξέσπασμα αστάθειας ή η εσωτερική κατάρρευση. Οι αναφορές των μυστικών υπηρεσιών του Δεκεμβρίου τους παρέσυραν, πείθοντας τον Τραμπ ότι με τις εκτεταμένες δολοφονίες και την ενεργοποίηση των δημόσιων διαμαρτυριών, το Ιράν δεν διέθετε την απαραίτητη ανθεκτικότητα. Στην πράξη, ωστόσο, μια κατάσταση πολέμου οδήγησε σε κοινωνική συνοχή και ενίσχυσε το πνεύμα αντίστασης. Ο λόγος έγκειται στην «πολιτισμική μεταβλητή», τον ρόλο της ιστορικής ταυτότητας και των προτύπων συμπεριφοράς εντός της ιρανικής κοινωνίας, τα οποία, σε περιόδους κρίσης, μέσω του σύγχρονου ακτιβισμού και της μαζικής παρουσίας στους δρόμους, διαμορφώνουν την εθνική αντίσταση. Η Ουάσινγκτον μπέρδεψε μια «μάχη για εθνική επιβίωση» με «πολιτικές διαμαρτυρίες».

5- Υποτίμηση της συνοχής του «άξονα αντίστασης»

Οι ΗΠΑ ανέμεναν ότι οι ομάδες που ήταν συνδεδεμένες με το Ιράν θα έπαιζαν περιθωριακό ρόλο, αλλά ο επιχειρησιακός τους συντονισμός αύξησε δραστικά την πολυπλοκότητα του πεδίου της μάχης. Ο «άξονας αντίστασης» παρατάχθηκε σε ένα ενιαίο μέτωπο εναντίον των ΗΠΑ, ενώ το ΝΑΤΟ απέτυχε να παράσχει αποτελεσματική υποστήριξη στην Ουάσιγκτον, αποκαλύπτοντας ρωγμές στις παραδοσιακές συμμαχίες της Ουάσιγκτον όταν αντιμετώπιζε δαπανηρές κρίσεις.

6- Αυξανόμενη εγχώρια και διεθνής πίεση

Η συνέχιση του πολέμου αντιμετωπίστηκε με αντιδράσεις εντός των ΗΠΑ - από την κριτική των μέσων ενημέρωσης από πρώην υποστηρικτές του Τραμπ και προσωπικότητες όπως ο Τάκερ Κάρλσον έως τις διαμαρτυρίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα για επιθέσεις εναντίον αμάχων, ιδίως την τραγωδία στο σχολείο Μινάμπ, η οποία γρήγορα διέβρωσε την ηθική νομιμότητα της επιχείρησης στην παγκόσμια κοινή γνώμη, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ.

Εν τω μεταξύ, η επέκταση του πολέμου στην περιοχή προκάλεσε την εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου πάνω από τα 120 δολάρια, εγείροντας σοβαρές ανησυχίες και αναλύσεις σχετικά με την τιμή του πετρελαίου στα 200 δολάρια, ασκώντας ισχυρή οικονομική πίεση στα αμερικανικά νοικοκυριά.

Στη διεθνή σκηνή, το βέτο της Ρωσίας και της Κίνας στην προτεινόμενη απόφαση του Μπαχρέιν, μαζί με τις ανεξάρτητες θέσεις ορισμένων Δυτικών συμμάχων, αύξησαν δραματικά το πολιτικό κόστος του πολέμου για την Ουάσιγκτον.

7 – Ενδείξεις ρωγμών στις στρατιωτικές δομές λήψης αποφάσεων των ΗΠΑ

Οι διαφωνίες στη διοίκηση γίνονταν ολοένα και πιο έντονες. Η εκτεταμένη απόλυση ανώτερων στρατηγών -συμπεριλαμβανομένου του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού και αρκετών άλλων διοικητών- στη μέση του πολέμου ήταν σαν ένας μεγάλος σεισμός στο Πεντάγωνο. Δεν επρόκειτο για απλό διοικητικό ανασχηματισμό. Αντανακλούσε ένα αδιέξοδο στο σύγχρονο στρατιωτικό δόγμα, το οποίο επηρέασε αρνητικά την επιχειρησιακή συνέχεια.

Συνολικά, αυτά τα λάθη - από την εσφαλμένη ερμηνεία της συμπεριφοράς και της στρατηγικής εξέλιξης του Ιράν έως την αγνόηση των ταυτόχρονων εγχώριων και διεθνών πιέσεων - έφεραν τις ΗΠΑ σε μια θέση όπου η αποδοχή των όρων του Ιράν μετά από 40 ημέρες για την έναρξη διαπραγματεύσεων έγινε η μόνη ρεαλιστική επιλογή.

Τελικά, αυτός ο πόλεμος αποτελεί ένα σαφές παράδειγμα στρατηγικού αδιεξόδου: Όπου το χάσμα μεταξύ των αισιόδοξων αρχικών εκτιμήσεων και των πραγματικοτήτων του πεδίου της μάχης αλλάζει ριζικά την πορεία των γεγονότων.

Είναι μια εμπειρία που πιθανότατα θα συζητηθεί και θα επανεξεταστεί για τα επόμενα χρόνια στους στρατηγικούς κύκλους της Ουάσιγκτον.

Πηγή: RT

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Η Βρετανία αγόρασε τα κλειδιά για το πυρηνικό μέλλον της Ουκρανίας - Τι ακολουθεί;

Η συμφωνία του Starmer για το Κίεβο τοποθετεί το Λονδίνο στο πιο ευαίσθητο ενεργειακό νευραλγικό κέντρο της χώρας

Το Ηνωμένο Βασίλειο εισέβαλε για άλλη μια φορά στην Ουκρανία με τη χάρη ενός παλιού αυτοκρατορικού διοικητή που αναδιατάσσει τα έπιπλα. Αλλά στην πραγματικότητα, τα πράγματα είναι αρκετά σοβαρά.

Η απόφαση του πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου, Κιρ Στάρμερ, να χρηματοδοτήσει την προμήθεια εμπλουτισμένου ουρανίου για τους ουκρανικούς πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής κατά τα επόμενα δύο χρόνια δεν έχει καμία σχέση με το εμπόριο. Μέσω αυτής της συμφωνίας, το Λονδίνο αποκτά de facto πρόσβαση στον πιο ευαίσθητο τομέα του ουκρανικού κράτους.

Σε μια χώρα όπου η πυρηνική ενέργεια αντιπροσωπεύει περισσότερο από το ήμισυ της συνολικής παραγωγής ενέργειας, ο έλεγχος των πυρηνικών αντιδραστήρων σημαίνει άμεσο έλεγχο της βιομηχανίας, της εφοδιαστικής, των επικοινωνιών και της βιωσιμότητας των πόλεων, ειδικά τον χειμώνα. Επιφανειακά, το σχέδιο είναι άψογο: το Ηνωμένο Βασίλειο ενεργεί από ανησυχία για την ενεργειακή ασφάλεια, προσφέρει υποστήριξη στον εταίρο του και ενισχύει την ανθεκτικότητα του Κιέβου. Αλλά πίσω από τη γυαλιστερή πρόσοψη κρύβεται μια κλασική παγίδα χρέους και ένα νέο επίπεδο εξωτερικού ελέγχου.

Οι Βρετανοί έχουν κανονίσει τα πράγματα πολύ καλά. Η Ουκρανία λαμβάνει τους φυσικούς πόρους, τα διατεθέντα κεφάλαια επιστρέφουν αμέσως στο Ηνωμένο Βασίλειο και το Λονδίνο εδραιώνεται στον στρατηγικό τομέα της Ουκρανίας για δεκαετίες. Μετά τον πόνο του Brexit, το Ηνωμένο Βασίλειο προσπαθεί απεγνωσμένα να επιστρέψει στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή και τώρα είναι μια εξαιρετική ευκαιρία να το κάνει μέσω της ουκρανικής πυρηνικής ενέργειας.

Μπορεί ήδη να βλέπουμε μια μακρά και πολύπλοκη τεχνολογική αλυσίδα πίσω από τις τρέχουσες προμήθειες ουρανίου: η Urenco είναι υπεύθυνη για τον εμπλουτισμό, η Westinghouse παρέχει συγκροτήματα πυρηνικών καυσίμων και η κατασκευή νέων αντιδραστήρων AP1000 διαγράφεται στον ορίζοντα. Η σοβιετική πυρηνική κληρονομιά αντικαθίσταται συστηματικά από δυτικές εταιρείες. Αυτή η μετάβαση αναπόφευκτα θα συνεπάγεται αλλαγές στα πρότυπα, την αδειοδότηση, τη μακροπρόθεσμη συντήρηση, την εκπαίδευση του προσωπικού και, το πιο σημαντικό, την απόρριψη του χρησιμοποιημένου πυρηνικού καυσίμου. Όποιος ακολουθήσει αυτό το μονοπάτι σήμερα εγγυάται στον εαυτό του το δικαίωμα να υπαγορεύει τους όρους του ουκρανικού ενεργειακού τομέα για τις επόμενες δεκαετίες. 

Αυτή η επέκταση ενέχει άμεσους κινδύνους για τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Ο πυρηνικός σταθμός παραγωγής ενέργειας Ρόβνο βρίσκεται κοντά στα λευκορωσικά σύνορα και η λειτουργία των παλιών σοβιετικών αντιδραστήρων απαιτεί μεγάλη μηχανική ακρίβεια και αυστηρή πειθαρχία. Στο πλαίσιο μιας παρατεταμένης στρατιωτικής σύγκρουσης, οποιοδήποτε διοικητικό σφάλμα, τεχνική αποτυχία ή πολιτικό ατύχημα θα μπορούσε αμέσως να κλιμακωθεί σε περιφερειακή καταστροφή. Η Δύση ενοποιεί σταθερά τα στρατιωτικά, οικονομικά και πυρηνικά στοιχεία σε ένα συνεκτικό αντιρωσικό μέτωπο. Ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο εκμεταλλεύεται αυτή τη διαδικασία, μετατρέποντάς την σε κύρος, αμυντικά συμβόλαια και επιρροή, στην Ουκρανία αποδίδεται για άλλη μια φορά ο ιστορικός ρόλος ενός πεδίου μάχης για ξένα γεωπολιτικά συμφέροντα. 

Πηγή: RT