ενημέρωση 1:14, 16 July, 2026

Γιατί στα ΜΜΕ κυριαρχούν αρνητικές ειδήσεις;

Παρακολουθώντας κανείς τις ειδήσες, έχει συχνά την αίσθηση πως τα μόνα νέα που αναφέρονται αφορούν φριχτά και καταθλιπτικά γεγονότα. Γιατί τα ΜΜΕ επικεντρώνονται στα αρνητικά της ζωής και όχι στα θετικά; Και πώς θα μπορούσε να επηρεάσει τους αναγνώστες και τηλεθεατές αυτή η καταθλιπτική οπτική;         

Αυτή η παρατήρηση δεν συνεπάγεται πως συμβαίνουν μόνο άσχημα γεγονότα. Ίσως οι δημοσιογράφοι αναφέρουν τα αρνητικά νέα διότι μια ξαφνική καταστροφή είναι πιο συναρπαστική από ένα καλό νέο. Ή θα μπορούσε να ισχύει πως οι αρχισυντάκτες πιστεύουν ότι οι κυνικές αναφορές των διαφθαρμένων πολιτικών ή των άτυχων γεγονότων είναι πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες. Όμως, μια άλλη πιθανότητα, είναι πως , οι αναγνώστες ή θεατές, έχουν εκπαιδεύσει τους δημοσιογράφους σε τέτοιου είδους γεγονότα. Πολλοί άνθρωποι συχνά λένε ότι θα προτιμούσαν να ακούν καλές ειδήσεις, όμως ισχύει στην πραγματικότητα αυτό;

Για να εξεταστεί αυτή η εκδοχή, οι ερευνητές Marc Trussler και Stuart Soroka πραγματοποίησαν ένα πείραμα στο McGill University στον Καναδά. Ήταν δυσαρεστημένοι με το τελευταίο τους πείραμα για με το πώς οι άνθρωποι επηρεάζονται από τις ειδήσεις. Έτσι η ομάδα αποφάσισε να δοκιμάσει μια νέα στρατηγική: την εξαπάτηση.

Η παραπλανητική ερώτηση

Οι ερευνητές κάλεσαν τους συμμετέχοντες από το πανεπιστήμιο τους, να έρθουν στο εργαστήριο για «μια μελέτη παρακολούθησης ματιών». Πρώτα, ζητήθηκε από τους εθελοντές να επιλέξουν μερικά θέματα από την πολιτική και να τα διαβάσουν από μια ιστοσελίδα. Τότε, μια φωτογραφική μηχανή θα μπορούσε να κάνει κάποιες βασικές μετρήσεις μέσω της παρακολούθησης των ματιών. Ήταν σημαντικό, τους είπαν, ότι έπρεπε να διαβάσουν με προσοχή τα άρθρα, έτσι ώστε να βγουν ακριβείς οι μετρήσεις, χωρίς να έχει σημασία τι διαβάζουν.

Οι συμμετέχοντες παρακολούθησαν ένα σύντομο βίντεο και στη συνέχεια απάντησαν σε ερωτήσεις για το είδος των πολιτικών ειδήσεων που ήθελαν να διαβάσουν.

Τα αποτελέσματα του πειράματος, όπως και τα γεγονότα που είχαν διαβάσει ήταν καταθλιπτικά. Οι περισσότεροι συμμετέχοντες είχαν επιλέξει ιστορίες με αρνητικό τόνο, διαφθορά, πισώπλατες μαχαιριές, υποκρισία και ούτω καθεξής. Εκείνοι που ενδιαφέρονταν περισσότερο για την επικαιρότητα και την πολιτική συνήθως επέλεγαν τα άσχημα νέα. Κι όμως, όταν ρωτήθηκαν αυτοί οι άνθρωποι δήλωσαν ότι προτιμούν μια καλή είδηση. Κατά μέσο όρο, είπαν ότι τα ΜΜΕ ήταν πολύ επικεντρωμένα στις αρνητικές ειδήσεις.

Επικίνδυνη αντίδραση

Οι ερευνητές παρουσιάζουν το πείραμα τους ως στοιχείο της λεγόμενης «αρνητικής προκατάληψης», όρος των ψυχολόγων για την μεγάλη μας δίψα να ακούμε και να θυμόμαστε τις αρνητικές ειδήσεις.

Η θεωρία αυτή δεν καταγράφει μόνο την ικανοποίηση από την κακοτυχία, αλλά μας δίνει την εντύπωση πως μπορούμε να εξελίξουμε την αντίδραση μας απέναντι σε κάποιες πιθανές απειλές. Τα άσχημα νέα θα μπορούσαν να είναι ένα σημάδι ότι χρειάζεται να αλλάξουμε κάτι που κάνουμε για να αποφύγουμε τον κίνδυνο.

Aπό αυτή την θεωρία, υπάρχει μια απόδειξη ότι οι άνθρωποι ανταποκρίνονται ταχύτερα στις αρνητικές λέξεις. Σε εργαστηριακά πειράματα, όταν αναβοσβήνουν οι λέξεις «καρκίνος», «βόμβα», «πόλεμος» και πρέπει ο συμμετέχων να πατήσει ένα κουμπί για να απαντήσει σε μια ερώτηση, εκείνος θα πατήσει πιο γρήγορα το κουμπί της λέξης με την αρνητική σημασία, παρά των λέξεων όπως «μωρό». «χαμόγελο», «διασκέδαση». Είμαστε σε θέση να αναγνωρίζουμε τις αρνητικές λέξεις πιο γρήγορα από τις θετικές.

Επομένως, η επαγρύπνηση μας είναι ο μόνος τρόπος για να αντιδράσουμε πιο γρήγορα σε κάποια απειλή; Ίσως όχι.

Υπάρχει και μια άλλη εκδοχή των ερευνητών: Δίνουμε προσοχή σε κακές ειδήσεις, γιατί στο σύνολό τους πιστεύουμε ότι ο κόσμος είναι χειρότερος από ότι πραγματικά φαίνεται. Όταν πρόκειται για τη δική μας ζωή, οι περισσότεροι από εμάς πιστεύουμε ότι είμαστε οι καλύτεροι από το μέσο όρο και όπως στις ταινίες, περιμένουμε τα πράγματα να έχουν καλό τέλος. Αυτή η ευχάριστη όψη του κόσμου κάνει τα άσχημα νέα ακόμη πιο ενδιαφέροντα. Έτσι η έλξη μας προς τις κακές ειδήσεις, είναι τελικά,  πιο περίπλοκη από τον απλό δημοσιογραφικό κυνισμό.

Πηγή : tvxs

Το μεγάλο πείραμα της κάνναβης

Οταν η μεγαλύτερη εφημερίδα των ΗΠΑ, οι «New York Times», καθώς και ο επιφανής επενδυτής Τζορτζ Σόρος τάσσονται ανοιχτά υπέρ της νομιμοποίησης της κάνναβης, συνειδητοποιείς ότι αρχίζει μια νέα εποχή, που έρχεται να κλονίσει την κοινωνία, αλλά και την οικονομία όπως την ξέραμε. Ποιοι δρόμοι μπορούν να ανοίξουν αν εκτός από τη θεραπευτική γίνει αποδεκτή και η χρήση της ινδικής κάνναβης για καθαρά «ψυχαγωγικούς σκοπούς»; Κι αν δεχτούμε ότι όλες οι μεγάλες αλλαγές, ή έστω μόδες του 20ού και του 21ου αιώνα έχουν ξεκινήσει από την Αμερική, ποια θα είναι η θέση της Ευρώπης και της Ελλάδας μπροστά στη νομιμοποίηση ενός φυτού και μιας ουσίας που είχε δαιμονοποιηθεί για περισσότερα από 40 χρόνια; Και ξαφνικά, από κακός δαίμονας, η κάνναβη παρουσιάζεται ως Μεσσίας. Που θα θεραπεύσει όχι μόνο τους ανθρώπους από τις βαριές αρρώστιες, αλλά και τα κράτη από την οικονομική κρίση. Ποια είναι η αλήθεια;
 
Η νέα ποτοαπαγόρευση

Μέσα από ένα πολύ ένθερμο άρθρο με τίτλο «Απορρίψτε, ξανά, την απαγόρευση», που υπέγραψε πρόσφατα η συντακτική ομάδα των «New York Times», ζητείται ανοιχτά η νομιμοποίηση της κάνναβης, τονίζοντας ότι πρέπει να αλλάξει ο ομοσπονδιακός νόμος που απαγορεύει ως σήμερα τη χρήση της συγκεκριμένης ουσίας. Αναφέρεται, μάλιστα, χαρακτηριστικά το παράδειγμα της ποτοαπαγόρευσης (1920-1933), το οποίο τελικά «δημιούργησε περισσότερα προβλήματα απ' όσα έλυσε. Ηταν 13 χρόνια κατά τα οποία οι άνθρωποι συνέχισαν να πίνουν, νομοταγείς κατά τα άλλα πολίτες έγιναν εγκληματίες, ενώ δημιουργήθηκαν και άνθησαν τα συνδικάτα του εγκλήματος».
 
Από τα τέλη του 2012, δύο Πολιτείες της Αμερικής, το Κολοράντο και η Ουάσιγκτον - ύστερα από το πράσινο φως που έδωσε με επιφύλαξη ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα -, έχουν ψηφίσει νομοθεσία που επιτρέπει τη χρήση της κάνναβης για ψυχαγωγικούς σκοπούς. Παράλληλα, άλλες έξι Πολιτείες την έχουν νομιμοποιήσει για ιατρικούς λόγους (θεραπευτική κάνναβη), ανεβάζοντας το σύνολο σε 23.
 
Ο «Economist» και η αποποινικοποίηση
 
Οπως αναφέρει εκτενές αφιέρωμα του «Economist» με τίτλο «Το μεγάλο πείραμα», «όλο και περισσότεροι Αμερικανοί τάσσονται υπέρ της νομιμοποίησης». Μολονότι τονίζει ότι ένα τέτοιο εγχείρημα είναι δυσκολότερο απ' ό,τι φαίνεται, παραθέτει και τρία σημαντικά οφέλη που θα προκύψουν αν η Αμερική τελικά το τολμήσει: η κυβέρνηση δεν θα είναι πλέον αναγκασμένη να δαπανά υπέρογκα ποσά για να συλλαμβάνει και να φυλακίζει χρήστες με κατά τα άλλα καθαρό μητρώο. Θα αυξηθούν τα έσοδα του κράτους από τη νόμιμη φορολόγηση της κάνναβης. Θα καταπολεμηθεί η εγκληματικότητα. Προς το παρόν, πάντως, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ βάζει εμπόδια. Η μαριχουάνα παραμένει παράνομη ουσία και μάλιστα τοποθετείται στην ίδια κατηγορία με την ηρωίνη.
 
Ο Τζορτζ Σόρος κάνει λόγο για τον παγκόσμιο πόλεμο κατά των παράνομων ναρκωτικών, που κάθε χώρα έχει χάσει από καιρό. Χαρακτηρίζοντας τις τακτικές κατά των ναρκωτικών «αναποτελεσματικές και χάσιμο χρήματος», συνηγορεί με τη μεγάλη έρευνα του London School of Economics με τίτλο «Βάζοντας τέλος στον πόλεμο των ναρκωτικών», που συνυπογράφουν σημαντικοί οικονομολόγοι και καλούν τις κυβερνήσεις να δουν τα πράγματα αλλιώς. Τουλάχιστον ένα τρισεκατομμύριο δολάρια έχουν ξοδευτεί στον πόλεμο κατά των ναρκωτικών, ο οποίος τελικά απέτυχε να σταματήσει την παγκόσμια παράνομη αγορά που βγάζει κέρδος 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως.
 
Το πράσινο ξέσπασμα
 
Τι σημαίνει όμως πρακτικά για την οικονομία της Αμερικής η αποποινικοποίηση της κάνναβης; Τόσο έντονη κινητικότητα σε επενδυτές και start-ups η αμερικανική βιομηχανία είχε να δει από το πρώτο μεγάλο ξέσπασμα του Διαδικτύου. Ηδη όλοι κάνουν λόγο για το «πράσινο ξέσπασμα» (green rush) και το Medicine Man, η επιχείρηση που εδρεύει στο Ντένβερ του Κολοράντο, παρουσιάζει εντυπωσιακά κέρδη: «Οταν πουλούσαμε μόνο θεραπευτική κάνναβη, είχαμε 100 πελάτες την ημέρα. Από τον Ιανουάριο που κάναμε άνοιγμα και σε μαριχουάνα που χρησιμοποιείται για ψυχαγωγικούς σκοπούς, έφτασαν τους 300 ημερησίως. Τον περασμένο Ιούνιο πραγματοποιήθηκε εκεί και το πρώτο συνέδριο της Εθνικής Ομοσπονδίας για την Κάνναβη. Υπολογίζεται ότι η αποποινικοποίηση θα φέρει δεκάδες χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας - μόνο το Medicine Man ξεκίνησε με τέσσερις υπαλλήλους πριν από τέσσερα χρόνια και σήμερα απασχολεί 40, ενώ σε λίγο θα φτάσουν τους 70.
 
Στον δρόμο για την αποποινικοποίηση βρίσκονται και η Μασαχουσέτη, η Αλάσκα και το Ορεγκον, καθώς τα 111 εκατομμύρια Αμερικανών που έχουν κάνει χρήση κάνναβης, είτε περιστασιακά είτε συστηματικά, μαρτυρούν ότι η αγορά είναι τεράστια. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, η νομιμοποίηση του «φυτού με τις απεριόριστες δυνατότητες» θα φέρει κέρδη 13,7 δισ. δολαρίων και συγκεκριμένα: 6 εκατ. δολάρια από τη φορολόγηση των προϊόντων και 7,7 δισ. από την ελαχιστοποίηση των δυνάμεων καταδίωξης της «εγκληματικότητας» γύρω από την κάνναβη.
 
Μέσα από τις σελίδες του περιοδικού «Management Today», διατυπώνεται το ερώτημα αν η Βρετανία θα μπορούσε να ακολουθήσει το παράδειγμα των ΗΠΑ. Κι εκεί, το 80% της ιδιωτικής κατανάλωσης κάνναβης καλλιεργείται παράνομα. Πρόκειται για μια αγορά που ανέρχεται σε 6 δισ. στερλίνες ετησίως και, αν νομιμοποιηθεί, θα μπορούσε να φέρει 9,3 δισ. στερλίνες τον χρόνο.
 
Εν τω μεταξύ, στην υπόλοιπη Ευρώπη: η Ολλανδία εξακολουθεί να έχει την πρωτοκαθεδρία λόγω των coffee shops, με τον ναρκοτουρισμό του Σαββατοκύριακου να ανεβαίνει κατακόρυφα με επισκέπτες από τις γύρω χώρες, ενώ η Ισπανία επιδίδεται στην πώληση μέσω ειδικών κλαμπ (όπως το Cannabis Social Club στην Καταλωνία), παράδειγμα που εξετάζουν σοβαρά και η Ιταλία και η Γαλλία.

Οσα βήματα κι αν γίνονται προς την περίφημη αποποινικοποίηση, τα ερωτήματα εξακολουθούν να είναι πολλά, οι σκεπτικιστές αναρωτιούνται αν πρόκειται για μια μεγάλη φούσκα που θα σκάσει κάνοντας πολύ κρότο και το παράδειγμα της Ουρουγουάης, της πρώτης και μοναδικής χώρας στον κόσμο που νομιμοποίησε την κάνναβη μέσω της εθνικής της νομοθεσίας, δεν είναι εύκολο να ακολουθηθεί από πολλές άλλες.
 
Η περίπτωση της Ελλάδας
 
Το σωτήριον έτος 1987, ο ψυχίατρος Γιώργης Οικονομόπουλος έκανε δημόσια χρήση τσιγάρου κάνναβης μπροστά στα φαινομενικά έκπληκτα μάτια των δημοσιογράφων, σε μια συμβολική κίνηση που ζητούσε το τέλος της δαιμονοποίησης αυτής της ουσίας. Η πράξη του αυτή τού προκάλεσε νομικά προβλήματα, από τα οποία τελικά αθωώθηκε. Ο ίδιος, από το 1980, έχει αφιερώσει τη ζωή και τη δουλειά του στην απεξάρτηση ασθενών από την ηρωίνη και το αλκοόλ και πρεσβεύει με σθένος ότι δεν υπάρχει τίποτα το επικίνδυνο στη χρήση κάνναβης.
 
Πριν από έναν μήνα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος το βιβλίο του «Το ίαμα κάνναβη. Το κυνηγημένο βοτάνι και οι εντυπωσιακές θεραπευτικές εφαρμογές του», σε μια ακόμη προσπάθειά του να αποδείξει ότι «υπάρχει μία συνωμοσία γύρω από την κάνναβη. Οχι μόνο δεν βλάπτει τον οργανισμό, αλλά βοηθάει στην καταπολέμηση πολύ σοβαρών ασθενειών, όπως ο καρκίνος. Τη δεκαετία του '90 ανακαλύφθηκε ότι στον ανθρώπινο οργανισμό υπάρχει ένα ενδογενές σύστημα, το λεγόμενο ενδοκανναβινοειδές, που παράγει ουσίες οι οποίες πηγαίνουν στις ίδιες "κλειδαριές" που απευθύνεται και η κάνναβη. Η κάνναβη εμποδίζει τα καρκινικά κύτταρα να πολλαπλασιαστούν και να φτιάξουν αγγεία».
 
Οπως είπε στο ΒΗmagazino, όσοι ασχολούνται με τις αρετές της θεραπευτικής κάνναβης την αποκαλούν χαριτολογώντας «Ο Ιησούς των βοτάνων»: «Οι τυφλοί βλέπουν (βοηθά στο γλαύκωμα), οι παράλυτοι περπατούν (βοηθά στη σκλήρυνση κατά πλάκας), οι καρκίνοι αυτοκτονούν. Οταν μιλάμε για θεραπευτική κάνναβη, δεν εννοούμε απαραιτήτως το τσιγάρο, αλλά και διάφορα πολύ ευεργετικά αποστάγματα. Για παράδειγμα, η επάλειψη με λάδι κάνναβης κάνει θαύματα στον καρκίνο του δέρματος. Είναι ένα φυτό ικανό να νικήσει φαρμακοβιομηχανίες που έχουν μονοπώλιο με τις χημειοθεραπείες για την καταπολέμηση του καρκίνου, εταιρείες ξυλείας και νάιλον (από την κλωστική κάνναβη παράγεται το καλύτερο χαρτί και ύφασμα) και πολλά πολλά ακόμη».
 
1 εκατομμύριο έλληνες χρήστες
 
Οπως επισημαίνει ο Γιώργης Οικονομόπουλος, «στην Ελλάδα έχουμε περίπου 1 εκατομμύριο τακτικούς και περιστασιακούς χρήστες κάνναβης. Αν επιτευχθεί η νομιμοποίησή της, τα οικονομικά οφέλη του κράτους θα ήταν τεράστια, θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 600 με 800 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Κάθε χρόνο φεύγει από την Ελλάδα στο εξωτερικό, κυρίως προς την Αλβανία, σε μαύρο χρήμα, πολύ υψηλό συνάλλαγμα, και μάλιστα για προϊόν πολύ κακής ποιότητας, επιβαρημένο με κακά λιπάσματα και επιβλαβές για την υγεία. Υπό άλλες συνθήκες, όλο αυτό το συνάλλαγμα θα μπορούσε να μείνει εντός συνόρων και να αγοραστεί πολύ καλής ποιότητας κάνναβη - είναι κοινό μυστικό ότι στην Ελλάδα το επίπεδο των φυτειών είναι πολύ υψηλό. Επίσης, η φορολογία της κάνναβης θα έφερνε μεγάλα κέρδη στο κράτος και θα μειώνονταν σημαντικά οι υψηλότατες δαπάνες καταστολής και φυλάκισης. 

Ξοδεύονται πάρα πολλά χρήματα για δίκες, ξεριζώματα φυτών, ελικόπτερα που αναζητούν τις παράνομες φυτείες, γιατί να τα πληρώνει ο έλληνας φορολογούμενος όλα αυτά; Επίσης, ο τουριστικός κλάδος θα μπορούσε να έχει τεράστιο όφελος. Φανταστείτε, για παράδειγμα, τι τζίρο θα έκανε ένα coffee shop στη Σαντορίνη...». Και υπογραμμίζει ότι δεν είναι μακριά η ημέρα που η Ελλάδα θα μπει στο παιχνίδι της αποποινικοποίησης: «Οταν ολόκληρη η Αμερική αλλάζει, εμείς δεν μπορούμε να μείνουμε πίσω. Η οικονομία του Κολοράντο ήδη έχει δείξει θαυμαστά αποτελέσματα».

 Τα μπλουζάκια και η ελληνική υπερβολή
 
Λιγότερο αισιόδοξοι είναι κάποιοι που ασχολούνται με το εμπόριο της ήμερης ή κλωστικής κάνναβης (Cannabis sativa). Σε επικοινωνία που είχαμε μαζί τους, και επιθυμώντας να διατηρήσουν την ανωνυμία τους χλευάζοντας με αυτόν τον τρόπο την παρανομία στην οποία έχει καταδικάσει το κράτος επί δεκαετίες όλα τα είδη κάνναβης, μας είπαν χαρακτηριστικά: «Πώς είναι δυνατόν να νομιμοποιηθεί η ινδική κάνναβη στην Ελλάδα, τη στιγμή που έχουμε φάει τόση καταδίωξη ακόμη και εμείς που πουλάμε προϊόντα της ήμερης, όπως τσαγάκια και μπλουζάκια;».
 
Τον τελευταίο καιρό, πληθαίνουν οι φωνές που αναφέρουν πως η ινδική κάνναβη είναι η πιο άκακη ευφορική ουσία και δεν θα έπρεπε να διώκεται. Κανείς δεν πέθανε ποτέ από υπερβολική δόση κάνναβης, δεν υπάρχει ούτε ένας τέτοιος θάνατος καταγεγραμμένος στην ιστορία της ανθρωπότητας. Δεν δημιουργεί στερητικό σύνδρομο, ούτε ανάγκη αύξησης της δόσης. Σίγουρα μπορεί να σου προκαλέσει ψυχολογική εξάρτηση, αλλά «αυτό το κάνουν επίσης το Facebook, η τηλεόραση, η πορνογραφία, ή ένας ανεκπλήρωτος έρωτας», όπως λέει χαρακτηριστικά ο ψυχίατρος Γιώργης Οικονομόπουλος.
 
Και καταλήγει: «Είναι πολύ άδικο να θεωρείται η κάνναβη ως προθάλαμος της ηρωίνης. Επειδή, σε γενικές γραμμές, όλοι οι τοξικομανείς - κάπου, κάπως, κάποτε - είχαν καπνίσει μαριχουάνα, δεν σημαίνει ότι αυτό τους οδήγησε στα σκληρά ναρκωτικά». «Είναι σαν να κατηγορείς το κρασί και την μπίρα, που υπάρχουν σε κάθε σπίτι, για τον μετέπειτα σκληρό εθισμό ενός αλκοολικού στο τζιν ή το ουίσκι» συμπληρώνει ο ανώνυμος συνομιλητής μας. Και όπως θυμάται, κάποια στιγμή, παρασυρμένος από το σήμα της κλωστικής κάνναβης στη βιτρίνα, μπήκε στο μαγαζί του ένας ηλικιωμένος κύριος και ρώτησε με συνωμοτικό ύφος: «Εχετε φούντα;». Προτού προλάβει να του απαντήσει «όχι», είχε γίνει καπνός.
 
Πηγή : Το Βήμα

 

Αιμίλιος Βεάκης, ένας κομμουνιστής υμνητής του Μεταξά

Η Ιστορία δεν παραγράφεται ακόμη κι όταν είναι ενοχλητική. Μπορεί να είναι πολλοί αυτοί που θα αιφνιδιαστούν αρνητικά με το ποίημα του Αιμίλιου Βεάκη για τον Ιωάννη Μεταξά – όμως ο Βεάκης είναι ο Βεάκης και ο Μεταξάς είναι ο Μεταξάς. Αν το φέρνουμε στην επιφάνειεα είναι περισσότερο για να προβληματιστούμε σε σχέση με μια εποχή που δημιουργούσε τέτοιου είδους συμπτώματα – κυρίως όμως για να κατανοήσουμε ότι ακόμη και μια μέγιστη προσωπικότητα μπορεί να παραπλανηθεί. Κι ήταν μέγιστη προσωπικότητα ο Βεάκης, φτάνει να θυμηθούμε την Κατίνα Παξινού που είχε πει μετά την αποδημία του: «Πέθανε ο μεγαλύτερος ηθοποιός του τόπου μας. Ο μεγαλύτερος μέσα σε άντρες και γυναίκες. Πόσα μάθαμε από αυτόν τον μεγάλο δάσκαλο της τέχνης». Για να προσθέσει η ίδια πως είχε δει στο «Ολντ Βικ» τον Λόρενς Ολίβιε να κρατάει στο καμαρίνι του τη μάσκα του Βεάκη στον «Βασιλιά Λιρ». Aλλά όπως ακριβώς συμβαίνει με όλους τους μεγάλους, η τεράστια αναγνώριση του Βεάκη συνυπήρξε με την απογοήτευση και όχι σπάνια την οδύνη που πάντα προκαλεί ο φθονερός περίγυρος των μέτριων και των ασήμαντων

Για να φτάνει ως απόηχος σε μια επαρχιακή πόλη τη δεκαετία του '50 το γεγονός ότι ο αθηναίος θείος ενός μικρού παιδιού, όντας κομμουνιστής, συμμετείχε σε μια πορεία των κομμουνιστών προς το Γαλάτσι με παρόντα τον Αιμίλιο Βεάκη, αντιλαμβάνεται κανείς το κύρος που διέθετε ο ηθοποιός αυτός. Για να μεταλλαχθεί το κύρος αυτό - αισθητότατο όσο ζούσε - σε έναν ύμνο όπως τον συνέθεσαν, μετά τον θάνατό του, τα κείμενα, οι λόγοι, οι μαρτυρίες και οι αφηγήσεις, συναδέλφων του ηθοποιών, σκηνοθετών, ποιητών και πεζογράφων. Με λίγα λόγια, σύνολης της πνευματικής και καλλιτεχνικής Ελλάδας.

Σαν να έγινε κατά κάποιον τρόπο η αναφορά στην προσωπικότητα και το έργο του Αιμίλιου Βεάκη ένα αποδεικτικό στοιχείο της υψηλοφροσύνης που διέθετε όποιος καταπιανόνταν μαζί του. Ή ακόμη ένα είδος εξιλασμού για τις περιπέτειες και τα δεινά που είχε υποστεί σε μάκρος χρόνων πολλών λόγω της πολιτικής του τοποθέτησης η εμβληματική αυτή μορφή του θεάτρου. Φαίνεται όμως πως για να κληροδοτηθεί ως παραμύθι στους μεταγενέστερους η ζωή ενός ανθρώπου, πρέπει να έχει υπάρξει δραματική. Λέγεται συχνά ότι «οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν έχουν ιστορία». Και οι πολλές και διαφορετικές φάσεις του Βεάκη αυτό ακριβώς πιστοποιούν: την ύπαρξη μιας ζωής εξόχως δραματικής, που οι τόσοι σκηνικοί του θρίαμβοι και η ομόθυμη αναγνώρισή του από όλους τους άλλους απλώς μεγάλωναν την πίκρα του.
Πότε όμως αρχίζει να γίνεται γνωστός ο Βεάκης, ο πιο πλούσιος υποκριτικά ηθοποιός - κατά τον Γιώργο Παπά - που γνώρισε το θέατρό μας μέσα στα 156 χρόνια της ζωής του; Ο ηθοποιός, που το πιο αποτελεσματικό του όπλο υπήρξε, κατά τον Διονύσιο Ρώμα, η «χαλκόχρυση» φωνή του. Σαφώς και δεν μπορούμε να θεωρήσουμε το έτος 1900, όταν δηλαδή συναντάμε το όνομά του τον Ιούλιο της χρονιάς αυτής στις εξετάσεις που διενεργεί η Δραματική Σχολή του Βασιλικού Θεάτρου. Αν και το 1884 θα πρέπει να θεωρείται μάλλον καθυστερημένος ως χρόνος γέννησής του, το 1901 συγκαταλέγεται στα μέλη ενός θιάσου που παίζει στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών και αργότερα στο Θέατρο Νεαπόλεως επί της οδού Ιπποκράτους.
Το πρόγραμμα του θιάσου που αλλάζει πολύ συχνά περιλαμβάνει τα έργα «Φίλος των γυναικών» του Δουμά, «Τα μήλα του γείτονα» του Σαρντού, «Να τα λέμε;» του Λαμπίς, «Κόμισα Ρομάνι» του Δελαζέν. Στη συνέχεια ο Βεάκης θα χαθεί για δεκατρία χρόνια από την αθηναϊκή σκηνή περιοδεύοντας στην επαρχία. Αιτία υπήρξε η σχέση του με μια γυναίκα - ηθοποιό, τη Μαίρη Βεάκη. Η φήμη όμως της αξίας του πετούσε από την επαρχία στην Αθήνα και, αφού θα στρατευθεί το 1912, με την έναρξη του Ελληνοτουρκικού Πολέμου, το 1914 θα εγκατασταθεί στην Αθήνα συνεργαζόμενος με τα δύο μεγάλα θεατρικά συγκροτήματα της εποχής, της Κοτοπούλη και της Κυβέλης.
Για να ακολουθήσει από το 1914 ώς το 1951, όταν φεύγει από τη ζωή, μια πορεία που την γκάμα της ο αυστηρός αλλά δίκαιος Αγγελος Τερζάκης τη διατυπώνει σε ένα επιμνημόσυνο κείμενό του με τα παρακάτω λόγια: «Αρχιζε από την αττική τραγωδία και έφθανε στην νεοελληνική ηθογραφία, από το νατουραλιστικό δράμα στην κλασική κωμωδία. Χειριζόταν με άπειρη δεξιοτεχνία όλα τα είδη του δραματικού θεάτρου δίχως εξαίρεση ο Βεάκης. Παίζοντας στο ελεύθερο θέατρο, είχε κινηθεί από την βουλβαρδιέρικη κωμωδία ώς τη φάρσα. Το "Εθνικό Θέατρο" τού έδωσε την ευκαιρία να σταθεί στο βάθρο που του ταίριαζε. Σπάνια ιδιοφυΐα, προικισμένη με όλα τα εφόδια περιεχομένου και μορφής που μπορεί ποτέ να συμπέσουν σε ένα και το ίδιο πρόσωπο. Αν ζούσε σ' άλλη, μεγαλύτερη χώρα, και είχε για μητρική του γλώσσα μια από τις σήμερα παγκόσμιες, θα ήταν αστέρι πρώτου μεγέθους στον διεθνή καλλιτεχνικό ορίζοντα. Εδώ, έλαμψε, μα και πέρασε δύσκολες ώρες. Αυτό δεν εμποδίζει να στέκεται στο καλλιτεχνικό μας πάνθεον μορφή μυθική. Το όνομά του έχει γίνει κιόλας θρύλος».
Πώς συνδυάζεται όμως το όνομα του κομμουνιστή Αιμίλιου Βεάκη με το όνομα του Ιωάννη Μεταξά; Πώς γίνεται ο καλλιτέχνης αυτός που δεινοπάθησε για τις ιδέες του να υμνήσει τον δικτάτορα της 4ης Αυγούστου; Τι τον ώθησε να γράψει το ποίημα «Θρήνοι και κλάψες όχι, στη θανή σου», όταν το ίδιο το θέατρο τον είχε αρνηθεί σε βαθμό που να μην βρίσκει δουλειά λόγω της ιδεολογίας του, ώς τη στιγμή που τον αγκάλιασε η πραγματικά μεγάλη κυρία του θεάτρου, η Κυρία Κατερίνα; Ας διαβάσουμε όμως πρώτα το ίδιο το ποίημα:
«Θρήνοι και κλάψες όχι, 
      στη θανή σου,
Νίκης πολεμικά μονάχα 
      θούρια!
Μέσα μας παιάνες θ' αντηχά
      η φωνή σου,
φτερούγισμα καινούριο,
      ορμή καινούρια.
 
Ο θάνατός σου εσφράγισε
      τη Νίκη
με φωτεινή ακατάλυτη 
      σφραγίδα.
Μεσημεριού λαμπράδα
      η αμφιλύκη!
Κ' είν' έργο πια το που ήταν
      πριν ελπίδα.
 
Στη σκοτεινιά δεν έσβυσε
      το φως σου.
Οραμα φωτεινό μπροστά του 
      απλώθη:
Θρίαμβος των όπλων - νίκη! 
      - ο στοχασμός σου,
φυλής αναστημένης
      αιώνιος πόθος.
 
Ακόμα και στις ύστερες
      στιγμές σου,
στην ύστατη που 
      σε φωτούσε αχτίδα,
Δεν νοιάστηκες για σένα. 
      Οι Ελληνές σου
στερνή σου ανάσα και 
      στερνή σου ελπίδα.
 
Εργο σου νικηφόρο 
      να κορώσεις
την εθνική ψυχή, πυρή 
      λαμπάδα,
και στις μελλούμενες γενιές 
      να δώσεις
ασύγκριτη μια δοξασμένη
      Ελλάδα.
 
Θρήνοι και κλάψες για
      το θάνατό σου
δε στέκουν, όχι,
      εσέ δε σου ταιριάζουν.
Θούρια μονάχα ο νικητής
      στρατός σου
και του λαού τα πλήθη
      ας αλαλάζουν.»
 
 
Υπάρχει ένας ή μάλλον δύο τρόποι να βλέπουμε τα πράγματα. Ο ένας τρόπος είναι να τα αποτιμούμε σύμφωνα με το ήθος και το ύφος της στιγμής όπου συνέβησαν. Ο δεύτερος αναφέρεται στη θεώρησή τους, όταν κανείς πια πρωταγωνιστής ή κομπάρσος, που συνέδραμε στην εξέλιξή τους, δεν υπάρχει στη ζωή. Οσο χρεοκοπημένος είναι ο πρώτος όσον αφορά μια απαραίτητη μορφή αμεροληψίας άλλο τόσο απάνθρωπος μπορεί να ηχήσει ο δεύτερος.
Ακόμα και με το μέτρο της στιγμής που γραφόταν το ποίημα, στις αρχές του 1941 (ο Μεταξάς πέθανε στις 29 Ιανουαρίου), σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αγανακτήσει κανείς, όπως αγανακτεί με τα κείμενα για τον Μεταξά της Μαρίκας Κοτοπούλη, του Μανώλη Καλομοίρη, του Σπύρου Μελά, του Μ. Καραγάτση, του Κωστή Μπαστιά, του Πέτρου Χάρη. Χωρίς να μπορεί να τους κατηγορήσει κανείς για ιδεολογικό τυχοδιωκτισμό, ωστόσο ήταν καλλιτέχνες και πνευματικοί δημιουργοί με μια διάθεση συμβιβασμού ακόμη και σε εκτροχιασμένες περιόδους πολιτικής ζωής. Προπαντός σε σχέση με τη δωρικότητα του Αιμίλιου Βεάκη. Φτάνει να διαβάσουμε με προσοχή το κείμενο που κατέθεσε, μετά την ανάκρισή του, στις 27 Μαρτίου του 1945.
 
«Προς τον κύριον ανακριτήν παρά τω Γ' αστυνομικώ τμήματι…
Κατά την χθεσινήν ανάκρισίν μου εζητήσατε να σας καθορίσω δι' υπομνήματος την ιδεολογία μου. Ιδού, αυτή: για να αποκτήσω τις πνευματικές ικανότητες που απαιτεί η τέχνη μου, είχα χρέος να μελετήσω εντατικά την Ζωή. Προσπάθησα με στοχαστική παρατηρητικότητα να αποκτήσω σαφή γνώση των προβλημάτων που δημιουργούν την ευτυχία ή την δυστυχία του ανθρώπου. Εμαθα να αναζητώ τους καημούς της ανθρώπινης καρδιάς και να ξεχωρίζω το εσωτερικό δράμα του ανθρώπου, τόσο στη σχέση του με το κοινωνικό σύνολο, όσο και με την ατομική του ύπαρξη, τη συνείδησή του. Ετσι αισθάνθηκα μέσα μου ολόφωτα εκδηλωμένη την αγάπη του ανθρώπου. Πιστεύω πως εκείνο που μπορεί να κάνει τον άνθρωπο να βρει τη γαλήνη της ψυχής, την ευτυχία, είναι να αποκτήσει με τη μόρφωση τη δυνατότητα να αντικρίζει θαρρετά το φως της αλήθειας και γερά ερματισμένος από τη γνώση του Ορθού, του Καλού και του Δικαίου, να μπορεί μόνος του να κρατεί το τιμόνι της ζωής του στη σωστή ρότα που χάραξε, χωρίς φόβο να τον παρασύρουν οι πλανεροί άνεμοι…».
 
Δεν γίνεται όμως παρ'όλα αυτά να μην αναρωτηθούμε όσον αφορά την «παρεκτροπή» του Βεάκη με τον Μεταξά. Να παραμερίστηκε άραγε προσωρινά ο Μεταξάς (μέσω του υπουργού του Μανιαδάκη) «του πάγου και του ρετσινόλαδου» και να επικράτησε η εικόνα του ανθρώπου που τρεις μήνες πριν από τον θάνατό του αντέταξε το «Οχι» στους Ιταλούς; Να αφορούσε μήπως τον Μεταξά που, κατά τον Παντελή Πρεβελάκη, «δεν αρνήθηκε ποτέ οτιδήποτε του ζητήθηκε για την προστασία και την προαγωγή της ελληνικής τέχνης», ενώ «υπήρξε συνάμα στα ζητήματα της τέχνης εντελώς ανεξίθρησκος»; Να ήταν μήπως για τον αποφασιστικό δημοτικιστή που έγραψε ανάμεσα σε άλλα: «Η γλώσσα πολλών καθαρευουσιάνων ενθυμίζει μία χωριάτισσα που θέλει να κάνει την κυρία, η δε γλώσσα πολλών δημοτικιστών είναι μία κυρία που της αρέσει να κάνει την χωριάτισσα».
Ομως δεν έχει παρά να διαβάσει κανείς δυο εγγραφές από το «Ημερολόγιο» του Βεάκη το 1941 για να εννοήσει πως το ποίημα «Θρήνοι και κλάψες όχι, στη θανή του» κάθε άλλο παρά για τον δικτάτορα θα μπορούσε να είναι. Γράφει: «Τηλεφωνώ στον Φελίτση στο θέατρο. "Τι γίνεται;" τον ρωτώ. Και παίρνω αυτή την απάντηση: "Βγείτε να δείτε την Ακρόπολη και να καταλάβετε τι γίνεται". Βγαίνω στο μπαλκόνι μου και βλέπω: ο Αγκυλωτός Σταυρός κυματίζει μπροστά στον Παρθενώνα, στο ίδιο κοντάρι που ώς χθες κυμάτιζε η ελληνική σημαία. Δεν μπορώ να πω τι νιώθω. Ενα κενό, ένα βουβό κενό μέσα μου […] Από τις 16 έως τις 27 Ιουλίου παίζω τον Οιδίποδα στο Ωδείο Ηρώδου. Την Τρίτη 29, στις εφτά το πρωί με συλλαμβάνουν οι Ιταλοί ως επικίνδυνο προπαγανδιστή και με κλείνουν στις φυλακές Αβέρωφ χωρίς απολογία ή ανάκριση».
Αλλωστε 73 χρόνια μετά τον θάνατο του Μεταξά οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ο περιλάλητος δικτάτορας έχει καταλήξει σε μια αμφισβητούμενη φυσιογνωμία ώστε να χρειάζεται η αναψηλάφισή της, όπως απεφάνθη πρόσφατα ένας προοδευτικός άνθρωπος του θεάτρου.
Επιπλέον, η αναφορά του ονόματος του Μεταξά στο «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή καθώς συνδυάζεται με μια από τις πιο ουσιαστικές και ειδυλλιακές σκηνές του βιβλίου κάθε άλλο παρά σε έναν Μεταξά - τύραννο παραπέμπει. Θα έλεγε κανείς πως μιλάει για έναν Μεταξά ως μια αρνητικά προκλητική σφήνα στην πολιτική ζωή της Ελλάδας, αλλά καταλυτικό προκειμένου να εξαρθεί η σημασία της ιδιωτείας, σε σχέση με την ηρωίδα του Νίνα, παρά να υπογραμμιστούν τα δύστηνα χρόνια της δικτατορίας.

 

Ο άγνωστος Μάνος της οθόνης και της ζωής

Μήπως ήρθε η ώρα, είκοσι χρόνια από τον θάνατό του και 89 από τη γέννησή του, να ακούσουμε όσα δεν ξέρουμε για τον συνθέτη που έντυσε πολλές νύχτες μας με νότες και συναίσθημα; Δύο συναυλίες στο Ηρώδειο, τον Σεπτέμβριο, ξεκινούν την εξερεύνηση και τη συστηματική παρουσίαση του άγνωστου εν πολλοίς και ανέκδοτου έργου του, που δεν έχει παρουσιαστεί μέχρι σήμερα συναυλιακά. Μαζί και άγνωστες, χαμένες ή ξεχασμένες σκέψεις του στο χαρτί

«Αδ ι α φ ο ρ ώ για τη δόξα. Με φυλακίζει στα όρια που εκείνη καθορίζει κι' όχι εγώ.

»Π ι σ τ ε ύ ω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει κι όχι σ' αυτό που μας διασκεδάζει και μας κολακεύει εις τας βιαίως αποκτηθείσας συνήθειές μας.
»Ε π ι θ υ μ ώ να έχω πολλά χρήματα για να μπορώ να στέλνω "εις τον διάβολον" - που λένε - κάθε εργασία που δεν με σέβεται. Το ίδιο και τους ανθρώπους.
»Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα».
Αυτό είναι το «καταστάλαγμα του βίου» του, όπως το χαρακτήριζε ο Μάνος Χατζιδάκις σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενό του, που δημοσίευσε το 1980 στην ομογενειακή εφημερίδα «Νέος Κόσμος» της Μελβούρνης. Το αποκαλυπτικό κείμενο, που κάποτε γίνεται καταπέλτης για τη δημόσια ζωή και τις θέσεις του συνθέτη - ο οποίος αναφέρει ότι μέχρι τότε είχε στο ενεργητικό του 2.000 τραγούδια και, βεβαίως, το Οσκαρ Τραγουδιού για «Τα παιδιά του Πειραιά» στην ταινία «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασσέν - βρέθηκε στα χαρτιά του, ύστερα από χρόνια, και θα ξαναδεί το φως στο πρόγραμμα δύο συναυλιών, στο Ηρώδειο, στις 24 και 25 Σεπτεμβρίου. 
 
Αφορμή, τα είκοσι χρόνια από τον θάνατό του. Στόχος, οι δύο αυτές συναυλίες υπό τον τίτλο «Τρόποι του Φεγγαριού» να αποτελέσουν την απαρχή στη συστηματική παρουσίαση του έργου του, των απάντων του, διανθισμένων και από πολλά ανέκδοτα μέχρι σήμερα έργα, με την επιμέλεια και την επίβλεψη του γιου του, Γιώργου Χατζιδάκι - διαχειριστή, προστάτη και κληρονόμου της μουσικής και των καταγεγραμμένων σκέψεών του.
Ανέκδοτα έργα, όπως η μουσική που έγραψε, με έμπνευση «τα σύμβολα της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της πνευματικής ανάτασης, αλλά και της βίας της εξουσίας μέσα από μορφές της σύγχρονης ιστορίας που πέρασαν στον ύψιστο ποιητικό κόσμο» για την ταινία του Τζουζέπε Φεράρα «Faccia di Spia», του 1975, στα χρόνια που ο συνθέτης έζησε για λίγο στην Ιταλία και συναντήθηκε και συνεργάστηκε με καλλιτέχνες του ιταλικού νεορεαλισμού, που έφεραν και μια πιο αριστερή σκοπιά στη μεγάλη οθόνη.
 
Η ταινία εστιάζει στα παιχνίδια της αμερικανικής CIA, αλλά και άλλων μυστικών υπηρεσιών όπως η βρετανική ΜΙ6, σε χώρες που μάχονταν για την ελευθερία τους και το δικαίωμα να εκλέγουν δημοκρατικά τους ηγέτες τους, αλλά και στις «εξαφανίσεις» ή δολοφονίες ηγετών της αριστερής κυρίως όχθης που ταυτίστηκαν με τους αγώνες αυτούς.
 
Ετσι, στα πλάνα της παρελαύνουν προσωπικότητες όπως ο αρχηγός της αριστερής Εθνικής Ενωσης Λαϊκών Δυνάμεων (UNPF) του Μαρόκου Μεχντί Μπεν Μπαρά, ο οποίος «εξαφανίστηκε» - μέχρι σήμερα δεν έχει εξακριβωθεί κάτω από ποιες συνθήκες - στο Παρίσι το 1965, ύστερα από τη θαρραλέα στάση απέναντι στον πανίσχυρο αντίπαλό του Χασάν Β'. Στις τελευταίες σκηνές σκοτεινά όργανα του καθεστώτος, με μαύρα γυαλιά, εμφανίζονται να καρφώνουν το δεμένο ημίγυμνο κορμί του Μπεν Μπαρκά (τον ενσαρκώνει ο Φρανσίσκο Ραμπάλ) με σούβλα στο μέρος της καρδιάς, με τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι να ενισχύει το δράμα.
 
Ομως στον ίδιο καμβά - με άξονα τις παρασκηνιακές κινήσεις της CIA -, ντυμένο και ενισχυμένο καταλυτικά από τη μουσική του Χατζιδάκι, κεντάει τη δική του ιστορία το δίδυμο Σαλβαντόρ Αλιέντε (με τη μορφή του ιταλού ηθοποιού Ούγκο Μπολόνια) και Αουγκούστο Πινοτσέτ στη Χιλή, ο δολοφονηθείς ηγέτης του Αγώνα για την Ανεξαρτησία του Κονγκό Πατρίς Λουμούμπα, πρώτος δημοκρατικά εκλεγμένος πρωθυπουργός της χώρας, η δράση του Τσε Γκεβάρα (τον υποδύεται ο Κλάουντιο Καμάσο) στη Βολιβία το 1967, η αμερικανική εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων της Κούβας το 1961 και η δολοφονία του Τζ. Φ. Κένεντι το 1963, οι ταραχές στη Γουατεμάλα το 1954, η δράση μεγάλων χρηματοπιστωτικών φορέων και η σύμπραξή τους με τις μυστικές υπηρεσίες... Στο στόρι παρεισφρέει και η γνωστή από τη θρυλική ταινία της Λίνα Βερτμίλερ «Ιστορία έρωτα και αναρχίας» (παρέα με τον Τζιανκάρλο Τζανίνι) Μαριάντζελα Μελάτο, στον ρόλο της αριστερής Τάνια.
Η ταινία ίσως έχει ξεχαστεί, όπως και η μουσική της που παρέμεινε ανέκδοτη και δεν είχε αποδοθεί μέχρι σήμερα συναυλιακά. Στις δύο βραδιές για τους «Τρόπους του Φεγγαριού», στο Ηρώδειο, η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΝΕΡΙΤ και το Μουσικό Σύνολο Μάνος Χατζιδάκις, υπό τον Λουκά Καρυτινό, θα αναλάβουν την πρώτη παρουσίαση, μαζί με άλλες μουσικές και τραγούδια του συνθέτη για τον κινηματογράφο (στο δεύτερο μέρος οι Ελλη Πασπαλά και Vassilikos θα αποδώσουν τραγούδια που τον έκαναν γνωστό ανά την υφήλιο).
 
«Από τη σιωπή...»
Ο Μάνος Χατζιδάκις, όπως αποδεικνύεται και από ανέκδοτα γραπτά του, είχε ήδη κατασταλαγμένη άποψη για την κινηματογραφική μουσική και τη μαγεία της: «Σαν μίλησαν οι φιγούρες, σκοτώθηκε η σιωπή κι ο χώρος γέμισε αμηχανία και Μουσική. Ετσι γεννήθηκε η Μουσική του Κινηματογράφου. Από τη σιωπή», όπως έγραφε σε ανέκδοτο κείμενο - θα περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα των συναυλιών.
 
Η πρώτη συναυλιακή παρουσίαση της μουσικής για την πολιτική ταινία «Faccia di Spia» γίνεται αφορμή για να φωτιστεί και μια άγνωστη στο ευρύ κοινό περίοδος δημιουργίας και κατασταλαγμένων σκέψεων του Μάνου Χατζιδάκι.
Γυρίζουμε πίσω στο 1975, χρονιά κατά την οποία - όπως έγραφε ο συνθέτης στο χαμένο μέχρι σήμερα κείμενό του υπό τον τίτλο «Βιογραφικό σε πρώτο προσωπικό», για την εφημερίδα «Νέος Κόσμος» της Μελβούρνης - «αρχίζει μια διάσημη "εποχή μου" που θα τη λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε, ή υπαλληλική, που με κατέστησε πάλι διάσημο σ' όλους τους απληροφόρητους συμπατριώτες μου και σ' όσους πίστεψαν πως τοποθετήθηκα χαρακτηριστικά στις όποιες θέσεις της δημόσιας ζωής.
 
Μέσα σ' αυτή, που λέτε, την περίοδο, προσπάθησα, ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω "ακριβές καφενειακές ιδέες" πότε στην ΕΡΤ και πότε στο υπουργείο Πολιτισμού. Και οι δύο ετούτοι οργανισμοί, βαθύτατα διαβρωμένοι και σαθροί από τη γέννησή τους, κατάφεραν ν' αντισταθούν επιτυχώς ώσπου στο τέλος να με νικήσουν "κατά κράτος". Παρ' όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό, γεννήθηκε η φιλελεύθερη έννοια του Τρίτου Προγράμματος και επιβλήθηκε σε ολόκληρο τον τόπο».
 
Είναι η περίοδος που ο συνθέτης είναι αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (1974-1977) και χρίζεται διευθυντής μουσικών προγραμμάτων και αργότερα διευθυντής του ανεξαρτητοποιημένου Τρίτου Προγράμματος της ΕΡΤ (1975-1982).
 
Εχει ήδη γράψει, το 1974, τη μουσική για τη γαλλική τηλεταινία του Μαρσέλ Κραβέν «La voleuse de Londres» και το περίφημο «Sweet Movie» του Ντούσαν Μακαβέγιεφ. Ομως ποιος θυμάται ότι λίγο πριν από τη σύνθεση της μουσικής για το «Faccia di Spia» βρέθηκε στα ίδια πλατό με μεγάλα τότε ονόματα του ευρωπαϊκού σινεμά, όπως ο Κλάους Κίνσκι, η Μαρία Σελ και ο Κουρτ Γιούργκενς, χάρη στη μουσική που έγραψε για την πρώτη έγχρωμη ελληνική τηλεοπτική σειρά, σε παραγωγή Παύλου Πισσάνου, την «Κατοχή». Η σειρά, 21 επεισοδίων, έφερε τότε στη μικρή οθόνη (μέσω της ΥΕΝΕΔ) τους Γιώργο Φούντα, Ολγα Πολίτου, Δημήτρη Μπισλάνη, Δήμο Σταρένιο, Γιώργο Αρμαδώρο, μαζί με τους παραπάνω σταρ του κινηματογράφου, σε μια ιστορία σαμποτάζ κατά των Γερμανών στην Κρήτη.
 
Η σειρά πουλήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 σε γερμανικό ιδιωτικό κανάλι, όπου και προβλήθηκε (μάλιστα με ντουμπλαρισμένους στα ελληνικά, όπως ήταν και αρχικά, τον Κουρτ Γιούργκενς και τη Μαρία Σελ!). Πλέον, φέρονται να αγνοούνται τα ίχνη της δουλειάς, που «κρύβει» αυτή την άγνωστη και επίσης μουσικά ανέκδοτη πτυχή δημιουργίας του Μάνου Χατζιδάκι. Ο οποίος μετά το «Faccia di Spia», το 1976 πλέον, υπέγραψε άλλο ένα χαμένο συνθετικό του ντοκουμέντο: την ταινία μικρού μήκους του Αντώνη Λυμπέρη «Για μια δραχμή».
 
Η πρώτη φορά
Ο Μάνος Χατζιδάκις είχε δοκιμαστεί για πρώτη φορά στην κινηματογραφική μουσική τριάντα χρόνια πριν, το 1946, με τους «Αδούλωτους σκλάβους», με την 20χρονη τότε Ελλη Λαμπέτη, τον Ζώρα Τσάπελη και τον Γιώργο Ταλάνο. Βάζοντας νότες και μουσικές εικόνες στην ιστορία μιας παρέας νέων, που λίγο προτού ξεσπάσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, στην Αθήνα, ετοιμάζεται να ανεβάσει το «Ονειρο θερινής νυκτός» του Σαίξπηρ - σχέδιο που τους το ματαιώνει ο πόλεμος. Εκείνο το μουσικό πρωτόλειο του Χατζιδάκι έφερε την υπογραφή του Μάριου Πλωρίτη αρχικά, αλλά τελικά το σενάριο ολοκλήρωσε ο Βίων Παπαμιχάλης. 

Οι «Αδούλωτοι σκλάβοι», εκτός από την πρωτιά Χατζιδάκι, σηματοδότησαν και την πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση της Ελλης Λαμπέτη και εκείνη του Ζώρα Τσάπελη (στον ρόλο του σκηνοθέτη).

Εκτός από τις άγνωστες στο ευρύ κοινό μέχρι πρόσφατα μουσικές του - που, επιτέλους, δισκογραφήθηκαν - για το γουέστερν «Blue» με τον Τέρενς Σταμπ (τον θυμάστε στο «Θεώρημα» του Παζολίνι ή στην αυστραλιανή «Πρισίλα, βασίλισσα της ερήμου»;), φαίνεται ότι η συστηματική παρουσίαση των έργων του Χατζιδάκι, έναυσμα για την οποία αποτελούν οι δύο συναυλίες στο Ηρώδειο, υπάρχουν πολλές μουσικές για τον κινηματογράφο που έχουν μείνει μόνο στα σάουντρακ ταινιών που έχουν πλέον ξεχαστεί. 

Οπως τραγούδια από το «Μεμέτ, αγάπη μου» («Μemed My Hawk», βρετανική παραγωγή του 1984 σε σκηνοθεσία Πίτερ Ουστίνοφ και σενάριο του Τούρκου Γιασάρ Κεμάλ, που θα ακουστεί στις συναυλίες), όπως και από το «Steps» (του Λίοναρντ Χίρσφιλντ από το 1966, σε σενάριο Βασίλη Βασιλικού, με την Ειρήνη Παπά και τον Τάκη Εμμανουήλ) και από το «The Martlet's Tale» του Τζον Κρόουθερ (από το 1970, με την Κατίνα Παξινού).

Ομως μένει να εξερευνηθεί ένας κατάλογος με πάνω από 90 σάουντρακ που είχε υπογράψει από το 1946 με τους «Αδούλωτους σκλάβους» έως και το 1995 με την «Ελεύθερη κατάδυση» του Γιώργου Πανουσόπουλου, σε σενάριο Βασίλη Αλεξάκη, με τους Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και Αλέκο Συσσοβίτη, που έκλεισε, ουσιαστικά μετά θάνατον, τον κύκλο των μουσικών για τον κινηματογράφο που έπλασε από τη... σιωπή, όπως έλεγε, ο Μάνος Χατζιδάκις.