ενημέρωση 2:52, 24 July, 2026

Skagboys: οι ημέρες πριν το Trainspotting

Είκοσι χρόνια μετά το παταγώδες «Trainspotting», ο συγγραφέας που έδωσε φωνή στη γενιά του ακραίου περιθωρίου επαναφέρει το ίδιο κουαρτέτο ανυπόληπτων οπιουχομανών –Ρέντον, Αρρωστάκι, Μπέγκμπι, Σπαντ– στις πιάτσες και τους τεκέδες του Εδιμβούργου, προκειμένου να ξύσει τον πάτο του κουταλιού. Το «Skagboys» είναι η απαρχή της ιστορίας τους.

n

Δυο γραμμές μέσα στο βιβλίο και καταλαβαίνεις αυτομάτως πως ο Ίρβιν Γουελς δεν θα πήγαινε κόντρα στον μύθο των χαρακτήρων που τον ανέδειξαν, πως παρά τη δικαιολογημένη δυσπιστία απέναντι στα sequel και τα prequel, το «Skagboys» είναι ένα βιβλίο που όφειλε να γραφτεί. «Οι μαλάκες που προσπαθούν να ψυχαναλύσουν τους τελειωμένους παραβλέπουν ένα καίριο σημείο: μερικές φορές το κάνεις γιατί απλώς είναι εκεί κι εσύ είσαι όπως είσαι».

Καλά τα λες, κοκκινοτρίχη, συχνά τα πράγματα είναι έτσι ακριβώς. Όλα τα ελαττωματικά γονίδια και τα κοινωνικοοικογενειακά δράματα του κόσμου (υπάρχουν άφθονα στο «Skagboys») δεν αρκούν για να ξαποστείλουν κάποιον στον λάκκο με τους βρικόλακες χωρίς σταυρό και σκόρδο. Δεν υπάρχει βιολογικός ντετερμινισμός στην πρέζα, όπως κανείς δεν υπέκυψε στην έξη επειδή η ζωή παραείναι αδυσώπητη για να της επιβληθεί. Ο εθισμός δεν υπόκειται σε απλουστεύσεις.

Στην περίπτωση του Μαρκ Ρέντον, μπορεί να είναι ένας έμφυτος ανηδονισμός που καταπραΰνεται μονάχα από το μακάριο «γαμώτο μου… γαμημένη ομορφιά… είμαι αθάνατος, ακαταμάχητος» της χρήσης. Ο Σάιμον Γουίλιαμσον, το Αρρωστάκι, διέπεται από τη φιλοσοφία ότι κανείς δεν ευεργετήθηκε για τις επιφυλάξεις του και, αποφασισμένος καθώς είναι να τα γευτεί όλα από μία φορά, σκορπά τη νιότη του προσπαθώντας να διαιωνίσει εκείνη την πρώτη φορά. Υπάρχουν ασφαλώς και τα γεννημένα θύματα σαν τη μικρή Μαρία, ανεπανόρθωτα βεβηλωμένη, εξαρτημένη και βγαλμένη στο κλαρί προτού προλάβει να το αντιληφθεί. Είναι ένα πανσπερματικό σύμπαν, φτιαγμένο από άπειρες ψηφίδες και κανείς δεν ξέρει να το συνθέτει καλύτερα από κάποιον που το βίωσε στο πετσί του, σαν τον Ίρβιν Γουέλς.

n

Το «Skagboys» ήταν ένα γραμμάτιο που περίμενε να ξεπληρωθεί. Ευθύς αφότου ολοκλήρωσα την πυρετική ανάγνωση του βιβλίου, άρπαξα τη φθαρμένη πρώτη έκδοση του «Trainspotting» (ημερομηνία με ξεθωριασμένο μελάνι: Νοέμβριος 1995 - πώς περνάει ο καιρός!) και την ξεκοκάλισα σε μια καθισιά. Μπορεί το βιβλίο να είναι σκαλισμένο στο δέρμα μου σαν τατουάζ, αλλά είχα λησμονήσει τη συνέντευξη του συγγραφέα στο παράρτημα. Λέει εκεί ο Γουέλς: «Πολλοί μου έχουν προτείνει να γράψω ένα sequel, αλλά νομίζω ότι θα είχε περισσότερο ενδιαφέρον ένα prequel, τοποθετημένο στο Εδιμβούργο τη δεκαετία του ’80. Κάτι που να δείχνει από πού προέρχονται όλοι αυτοί οι άνθρωποι, τα θεμέλια για όλη αυτή την υποκουλτούρα που απεικονίζεται στο βιβλίο». Αν έμοιαζε άκαιρο τότε, τίποτε δεν θα μπορούσε να το δικαιολογεί περισσότερο τη δεδομένη χρονική στιγμή.

Η Βρετανία τη δεκαετία του ’80… Η σημερινή Ελλάδα ωχριά. Με τον πληθωρισμό και την ανεργία να εκτινάσσονται σε ανήκουστα μεταπολεμικά επίπεδα, η Θάτσερ ανέρχεται στην εξουσία την άνοιξη του 1979 με το σύνθημα «Οι Εργατικοί δεν δουλεύουν», μονάχα για να τριπλασιάσει τον αριθμό των ανέργων από τα 1,2 στα 3,6 εκατομμύρια έως το 1982, αριθμός που θα παραμείνει σταθερός μέχρι το 1986. Οι μακροχρόνια άνεργοι ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο, ενώ μία θέση εργασίας αντιστοιχεί σε 35 άτομα. Το ίδιο διάστημα, η εργασία πλήρους απασχόλησης αντικαθίσταται από θέσεις μερικής απασχόλησης και σεμινάρια επανεκπαίδευσης, αλλά οι στατιστικές μέθοδοι πραγματοποιούν άλματα προόδου: 29 αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού της ανεργίας καταστούν πρακτικά αδύνατη την κατάδειξη του πραγματικού αριθμού των ανέργων. Εκατοντάδες χιλιάδες διαγράφονται από τα μητρώα ανεργίας καθώς γίνεται ολοένα δυσκολότερο να πάρει κανείς επίδομα, και, στη συνέχεια, στα νούμερα ανεργίας προσμετρώνται μόνο όσοι λαμβάνουν βοήθημα και όχι όσοι το ζητούν.

Κράτος πρόνοιας, πλήρης απασχόληση, ισότητα στην εκπαίδευση, όλα τα δεδομένα έχουν πάει περίπατο ή συρρικνώνονται σε σημείο εξαφάνισης. Σε αυτό το τοπίο εστιάζει ο Γουέλς και εκεί ανιχνεύονται οι ρίζες των ηρώων του, σε μια κοινωνική καμπή όπου «τώρα είναι πράγματι ο καθένας για τον εαυτό του». Παρά την κατάλυση του κοινωνικού συμβολαίου, ο Ρέντον δεν παύει να εμπνέεται από τα ιδεώδη της εργατικής τάξης και να της εκδηλώνει τη βαθιά αφοσίωσή του. Υπάρχει το γήπεδο, υπάρχουν οι φίλοι, τα καλαμπούρια, οι βόλτες, οι μπάντες, οι κασέτες, το σεξ, υπάρχει η Northern Soul και τα ταξίδια για πάρτι στο Μπλάκμπουλ. Υπάρχει εκείνη η αίσθηση που συνεπαίρνει ένα παιδί σαν τον Ρέντον, το συναίσθημα πως «είναι υπέροχο να είμαι εγώ: ένα νέο, έξυπνο παιδί της εργατικής τάξης από αυτά τα πανέμορφα νησιά. Πόσο πιο ευλογημένο μπορεί να είναι ένα ανθρώπινο ον;».

Ο τρόπος που η ζωή του Ρέντον και της ανέμελης κουστωδίας του μετατρέπεται από αστερισμός δυνατοτήτων σε ένα άθλιο μονοπάτι γεμάτο λακκούβες, ο τρόπος που η σφοδρότητα του κοινωνικού πολέμου διυλίζεται μέσα στις προσωπικές ανασφάλειες και τις εσωτερικές συγκρούσεις των χαρακτήρων προκειμένου να τους εμποτίσει με παραίτηση και αυτοκαταστροφικότητα, είναι μια ιστορία που μόνο ο Ίρβιν Γουελς γνωρίζει πώς να περιγράψει. Δηλαδή με χιούμορ, στοργή, ανθρωπιά, ωμό ρεαλισμό και απλή γλώσσα που απευθύνεται σε εσένα και σε εμένα – για πολλοστή φορά πιστοποιεί πως είναι ο Χιούμπερτ Σέλμπι τζούνιορ της γενιάς μας.

«Οι περισσότεροι είναι απλά καθημερινά παιδιά που βυθίστηκαν στο μηδέν με τις ουσίες για να αποτινάξουν την ντροπή του να μην κάνουν τίποτα» αποφαίνεται σε κάποιο σημείο. Και αν στα χρόνια του «Trainspotting» η σήψη απαλυνόταν από το ηδονικό τριπάρισμα του έκστασι και του ρέιβ, εδώ δεν διαβάζουμε για τίποτε άλλο παρά για την εξαθλίωση της ηρωίνης.

Στο τέλος, με τη συνθηματολογική υστερία των ανίδεων να απαγορεύει την πρόσβαση των χρηστών ενδοφλέβιων ουσιών σε καθαρά σύνεργα και τα προγράμματα ανταλλαγής συρίγγων να σφραγίζονται, ένας καινούργιος ιός, εκείνη την εποχή αναφερόμενος αποκλειστικά σαν ασθένεια των ομοφυλόφιλων, θερίζει την κοινωνία των πρεζάκηδων που μοιράζεται βελόνες φόρα παρτίδα, ενώ το Εδιμβούργο κατακτά τον τίτλο της «ευρωπαϊκής πρωτεύουσα του AIDS». Σε μια τέτοια γκρίζα αστική άβυσσο αναζητούν τη φτιάξη τους οι Ρέντον και Σία. Ζουν ανάμεσά μας.

Πηγή : athens voice

Το βιβλίο της Κατερίνας

Περιγραφή

Η ιστορία μου αρχίζει από το τέλος – το δικό της και το δικό μου. Έτσι ξεκινά το Βιβλίο της Κατερίνας, μιας γυναίκας που πάλεψε μια ζωή με την ψυχική αρρώστια, και που, αν νικήθηκε, έζησε και μεγαλούργησε ταπεινά χάρη στην αγάπη. Μια οικογενειακή σάγκα γεμάτη ζοφερά μυστικά και θανάσιμες ενοχές, ένα βιβλίο μυστηρίου γύρω από έναν αδιανόητο φόνο και τα δυο του θύματα, και μια κατάδυση σε μια ψυχή που συγκλονίζει με το φως και το σκοτάδι της.

Μας λέει η Κατερίνα:

Αυτό το βιβλίο δεν έχει σκοπό να πληγώσει κανέναν, εκτός απ’ αυτούς που θα το διαβάσουν.

Αυτό το βιβλίο, θα πουν, είναι γεμάτο ψέματα. κακοήθειες, ανακρίβειες, παραχάραξη της οικογενειακής μας ιστορίας από ένα μυαλό χολωμένο κι άρρωστο, που γυρεύει εκδίκηση

για τον θάνατο που μόνο του επέλεξε. Ωστόσο εμένα αυτή είναι η αλήθεια μου, κι από κει και πέρα, ο καθείς ας διαλέξει τη λήθη που του ταιριάζει, που τον ανακουφίζει. έτσι είναι αν έτσι νομίζουνε.

Αυτό το βιβλίο με διαλύει.

Αυτό το βιβλίο έχει σκοπό να με διαλύσει, να με κάνει κομμάτια. Μέσα στα κομμάτια μου είμαι. Κι όποιος την ακούσει δεν θα την ξεχάσει ποτέ. 

Αύγουστος Κορτώ
Το βιβλίο της Κατερίνας
«Μ’ αρέσουνε τα μπούτια του...»

«Μ’ αρέσουνε τα μπούτια του...» και λέει το όνομα ενός συμμαθητή του.
Μέχρι και πριν μια στιγμή, νόμιζα πως ήμουν προετοιμασμένη για μια τέτοια αποκάλυψη. Έχω διαβάσει ένα σωρό σχετικά βιβλία και άρθρα. Ξέρω για την αμφισεξουαλικότητα των παιδιών, για τη λανθάνουσα φάση, για το αρνητικό οιδιπόδειο που ενδεχομένως του έχω δημιουργήσει εκτοπίζοντας τον πατέρα του ως πρότυπο και περιβάλλοντάς τον με γυναίκες που τον λατρεύουν τυφλά, όπως η Ζωή, και άρα καθιστούν την κατάκτηση της γυναίκας περιττή.
Και πιστεύω ή πίστευα μέχρι πριν μια στιγμή – πως θα μπορούσα να χειριστώ το θέμα, εφόσον προέκυπτε, με ψυχραιμία, νηφαλιότητα και αγάπη.
Μα τώρα, καθώς τα δευτερόλεπτα κυλούν κι εγώ δεν βρίσκω τι να πω, η πρώτη μου παρόρμηση δεν είναι να αγκαλιάσω τον γιο μου και να τον διαβεβαιώσω πως όλα είναι εντάξει, πως δεν έκανε τίποτα κακό και πως θα εξακολουθώ να τον αγαπώ το ίδιο και περισσότερο, είτε αυτό που νιώθει τώρα αλλάξει, είτε παραμείνει το ίδιο.
Όχι, αυτό που θέλω πιο πολύ είναι να κατεβάσω μια καρτέλα Stedon και μια εξάδα μπύρες και να κοιμάμαι τρεις μέρες και να μην υπάρχω και να μη σκέφτομαι τα εγκληματικά μου λάθη, που έκαναν τον γιο μου ομοφυλόφιλο (λέξη οικτρή που ούτε νοερά αντέχω να την αρθρώσω).
Πάνε τα όνειρα, το υπέρλαμπρο μέλλον, πάνε τα πρωθυπουργιλίκια και τα Νόμπελ και τα εγγόνια. Στα σαράντα ο γιος μου δεν θα βρίσκεται στις εγκυκλοπαίδειες, αλλά στα γιαπιά. Η μοναξιά, η εξαθλίωση και η χλεύη θα τον καταπιούν. Μπορεί ακόμα και να καταλήξει σφαγμένος, σαν τον Παζολίνι.
Αλλά, όσο περιμένει και απάντηση δεν παίρνει, ο Πέτρος έχει κολλήσει το πιγούνι στο στέρνο και τα μάτια του έχουν βουρκώσει. Πρέπει κάτι να πω, τώρα, πρέπει να καταπιώ τον πανικό και να χαμογελάσω.
Έτσι, τον αγκαλιάζω και του λέω ότι δεν πειράζει, αυτά συμβαίνουν, και μπορεί να αλλάξει με τα χρόνια, αλλά, κι αν δεν αλλάξει, δεν χάλασε ο κόσμος, δεν έκανε τίποτα κακό, είναι πάντα το αγόρι μου, ο θησαυρός μου, και τον λατρεύω κάθε στιγμή και περισσότερο. Μολαταύτα, «Συγγνώμη» ψιθυρίζει μες στον κόρφο του.
Το γεγονός και μόνο ότι ντρεπόταν να μου μιλήσει, το ότι ζητάει συγγνώμη, είναι απόδειξη ότι ο κόσμος μας είναι σκάρτος, σιχαμένος.
Μα είμαι κι εγώ σιχαμένο και σκάρτο κομμάτι του.
Διότι, μόλις συνέρχεται και το χαμόγελο ανθίζει δειλά στα χείλη του, τον πιάνω από τους ώμους, και με ύφος συνωμοτικό, όπως όταν ετοιμάζουμε μισή δόση κέικ για να φάμε οι δυο μας και να μην γκρινιάζει ο μπαμπάς του ότι θα το κάνω τόφαλο το παιδί η γλυκατζού η άρρωστη, του λέω:
«Αλλά μην το πούμε ακόμα στον μπαμπά, έτσι;»
Πάρε κι άλλη άθλια σιωπή. Σαν να μην έφτανε αυτή που με κατέτρωγε.
Έπρεπε να κάνω συνένοχο τον γιο μου.

Η αναχώρηση

Νίκος Θέμελης
Η αναχώρηση
Σκέψεις στο σημειωματάριο

Έφηβος ταξίδευα συνεπαρμένος από την επιθυμία της περιπέτειας, την έλξη που ασκεί το άγνωστο, όταν δεν το φοβάσαι. Από τη γοητεία της ψευδαίσθησης ότι μπορείς να είσαι μέσα στο όνειρο κάποιος άλλος, διευρύνοντας αψήφιστα τα όρια της ελευθερίας και αλόγιστα του πάθους.

Όταν μεγάλωσα έφυγα για άλλα μέρη αναζητώντας την αλήθεια και τη γνώση. Όσα δεν μου δινε ο τόπος μου, οι άνθρωποί του και οι κλειστοί τους δρόμοι. Ματώνοντας και μαθαίνοντας επίπονα να παίρνω αποστάσεις από παρορμήσεις και στιγμιαίους ή εφήμερους συναισθηματισμούς που σε ξοδεύουν και σε απαξιώνουν.

Ώριμος, τέλος, αναχωρούσα συνήθως από την ανάγκη μιας ακαθόριστης φυγής. Μετρούσε πιο πολύ η απόδραση από το συγκεκριμένο, από τη ρουτίνα ή τη φθορά, παρά οι αναζητήσεις μου στους ανοιχτούς ορίζοντες.

Ταξίδευα μόνος ή με συντροφιά, με έρωτες και με φιλίες. Αν χρειαζόταν τρέχοντας από πίσω τους κι άλλοτε απομακρυνόμενος διακριτικά, καμιά φορά με βία.

Τώρα, ξένος πια στον τόπο μου τον ίδιο, απόρριμμα της κουλτούρας του που κυβερνάει, και πάλι ταξιδεύω, χωρίς κάτι από όλα αυτά που με έσπρωχναν παλιά να είναι φανερό ή τόσο δυνατό για να με καθορίζει. Ταξιδεύω σαν να ΄ναι αυτό ένας τρόπος αυτοεξορίας που χτίσθηκε, όπως θα έλεγε ο ποιητής, κατά μικρόν και ανεπαισθήτως.