ενημέρωση 3:17, 31 July, 2026

Αντίχριστος

Ο τίτλος ελάχιστα αντιπροσωπεύει το περιεχόμενο του βιβλίου. Γιατί μόνο εναντίον του Χριστού δεν είναι. Είναι, κυρίως, εναντίον του Αποστόλου Παύλου και κατά δεύτερη μοίρα εναντίον του Λούθηρου, είναι εναντίον του πρωτογενούς Ιουδαϊσμού όπως αυτός μεταλλάχτηκε στο δευτερογενή Χριστιανισμό, είναι εναντίον του κλήρου, των Γραμματέων και Φαρισαίων της εποχής του Χριστού, και μόνος αλώβητος βγαίνει από την κατακλυσμική κατακραυγή του Γερμανού φιλοσόφου, όλως περιέργως, ο Πόντιος Πιλάτος μη παίρνοντας θέση για το «τι εστί αλήθεια», δηλαδή νίπτοντας τας χείρας του.

«Ο Αντίχριστος», σημειώνει στη σύντομη εισαγωγή του ο έχων τη φιλολογική επιμέλεια και τα σχόλια του βιβλίου Ήρκος Ρ. Αποστολίδης, «είναι ένα νιτσεϊκό μανιφέστο οργής. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό του κείμενο μετά τον ποιητικό-κοσμολογικό-φιλοσοφικό Ζαρατούστρα». Η εξαίρετη μετάφραση του Βαγγέλη Δουβαλέρη, oι εξίσου εξαίρετες υποσημειώσεις του επιμελητή μαζί με την εξαίρετη τυπογραφικά έκδοση του Gutenberg, κάνουν τον αναγνώστη να χαίρεται που το κρατά στα χέρια του παρόλο που τρέμει με το περιεχόμενό του.

«Αυτό το βιβλίο είναι για τους ολίγιστους» γράφει ο ίδιος ο Νίτσε στον πρόλογό του. «Ίσως δεν έχει γεννηθεί κανείς τους ακόμα. Πιθανόν να είναι εκείνοι που θα καταλάβουν τον Ζαρατούστρα μου. [...] Εμένα μονάχα το μεθαύριο μού ανήκει. Μερικοί γεννιούνται μετά θάνατον». Τέτοια αρχή βιβλίου μόνο σε τρεις συγγραφείς ως τώρα συνάντησα. Στον Προυστ στην «Αναζήτηση του χαμένου χρόνου», στον «Ξένο» του Αλμπέρ Καμί και στα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μάρκες.

Στην 4η Γυμνασίου είχα διαβάσει τον «Ζαρατούστρα» κι ο κόσμος γύρισε ανάποδα στο εφηβικό μου κεφάλι. Από πρώτος στην τάξη μαθητής έγινα από τους τελευταίους. Επαναστάτησα σε όλα και σε όλους. Πήρα και μια πενθήμερη αποβολή. Με τον «Αντίχριστο», που τον πρωτοδιάβασα τώρα, ένιωσα αντίθετα να εμπεδώνονται μερικές αντιρρήσεις που είχα από τότε σχετικά με την Εκκλησία του Δήμου που ο Απόστολος των Εθνών κόβοντας το δεύτερο (δηλαδή ολόκληρη την αρχαία ελληνική γραμματεία) τη μετέτρεψε σε Εκκλησία των Χριστιανών. Κι έτσι 600 (και) χρόνια μετά μας προέκυψε ο άλλος μονοθεϊσμός με τα τζαμιά και τη Μέκκα του.

image

Στα 18 μου χρόνια είχα γράψει ένα θεατρικό έργο με τίτλο «Ο Απόστολος Παύλος στη φυλακή των Φιλίππων» που διασκευάστηκε από τον Νίκο Γκάτσο με μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και παίχτηκε από το τότε ΕΙΡ (30 Οκτωβρίου το 1954) με τον Βασίλη Διαμαντόπουλο στο ρόλο του Παύλου και την Ελένη Χατζηαργύρη στο ρόλο της Λυδίας «της ανθοπώλιδος των Φιλίππων». «Πίστευες ότι ο Χριστός ποτέ θα σταυρωνόταν αν δεν ήταν σίγουρος πως σε τρεις μέρες θα αναστηθεί;» λέει ο Απόστολος κάποια στιγμή στην ερωτευμένη μαζί του Λυδία. Κι εκείνη αποχαιρετώντας τον: «Παύλε, μη μας ξεχάσεις ολότελα», «Πότε-πότε θα σας γράφω».

«Όσο κι αν το ανθρώπινο δράμα του Παύλου με συγκινούσε (γιατί δεν μπορούσε να απαλλαγεί από το πλέγμα του πρώην Σαύλου που λιθοβόλησε τον πρωτομάρτυρα Στέφανο), τόσο η ομαλοποίηση του αντάρτη Χριστού που κατάφερε με έκανε δηλωμένο εχθρό του. [...] Ήταν ο Στάλιν σε σχέση με τον Μαρξ του 1848 ή, αν προτιμάτε, ο Ζντάνοφ σε σχέση με τον Τρότσκι-Χριστό» έγραφα στον πρόλογο του έργου.

Και να(!) που 60 χρόνια αργότερα διαβάζω στον «Αντίχριστο» του Νίτσε: «Τίποτα δεν έμεινε άθιχτο: ο τύπος του Λυτρωτή, η διδασκαλία, η πρακτική, ο θάνατος, το νόημα του θανάτου, ακόμα και το επέκεινα του θανάτου πρώην Σαύλου – τίποτα, τίποτα δεν είχε πια την πραγματική σχέση με την πραγματικότητα. Ο Παύλος μετατόπισε απλώς το κέντρο βάρους όλης της ύπαρξης του Λυτρωτή σε μιαν άλλη μετέπειτα ύπαρξη – στο ψέμα του “αναστάντος” Ιησού. Κατά βάθος η ζωή του Λυτρωτή δεν του χρησίμευε σε τίποτα. Το θάνατό του στο σταυρό χρειαζόταν και κάτι ακόμα...».

Πολλά ακόμα έχει να μάθει κανείς από την ανάγνωση του πυρακτωμένου αυτού βιβλίου. Ακόμα κι αν διαφωνεί, οι γνώσεις που μπορεί να αποκομίσει πάνω στην πέρα από κάθε πρόβλεψη-εξάπλωση του εκχριστιανισμένου (ως προδομένου ιουδαϊσμού) τότε κόσμου, θα τον βοηθήσουν ακόμα και να καταλάβει καλύτερα την ισραηλο-αραβική κρίση της τελευταίας 50ετίας.

27 κομμάτια από την καρδιά της Τζάνις Τζόπλιν

Η λευκή ιέρεια των μπλουζ, πάντα κοντά στο λευκό θάνατο

n
 
Πορτ Άρθουρ, 19 Ιανουαρίου 1943. Τεξανή γέννημα θρέμμα. Η Τζάνις Τζόπλιν, η πλήρης ενσάρκωση της hippie αντικουλτούρας στη μουσική, μεγάλωσε στη συντηρητική κοινωνία του Πορτ Άρθουρ. Δίπλα στην καρδιά της πετρελαϊκής αμερικανικής βιομηχανίας, η μυρωδιά του κλούβιου αυγού πλημμυρίζει και πνίγει την πόλη. Οι ντόπιοι την αποκαλούν: «Η μυρωδιά του Χρήματος». Ο πατέρας Σεθ δούλευε σε διυλιστήριο. Η μητέρα Ντόροθι άφησε το τραγούδι για να γίνει σύζυγος και μητέρα. Η παιδική ηλικία της Τζάνις Τζόπλιν στην αφθονία της προαστιακής ζωής του Πορτ Άρθουρ είναι ειδυλλιακή, αλλά έρχεται η εφηβεία και η Τζάνις δεν κολλάει με τις συνομήλικές της. Βαριέται την εμμονή των κοριτσιών της ηλικίας της για τον ετήσιο χορό του Γυμνασίου, το μακιγιάζ, τους παίκτες του μπέιζμπολ.

n

«Ήταν η πρώτη που έβαψε τα μαλλιά της πορτοκαλί. Ήταν η πρώτη που βγήκε ραντεβού με αυτούς που η γειτονιά αποκαλούσε αλήτες», θυμάται ο εφηβικός της φίλος, Τάρι Οόουενς. «Άλλαξε. Άρχισε να ψάχνεται, να ασχολείται με την Τέχνη και την πολιτική. Ερωτεύεται κυριολεκτικά την ποίηση του Γκίνσμπεργκ, όλης της γενιάς των «μπήτνικ». Είναι ανήσυχη, περίεργη», λέει η αδελφή της Λόρα.

n

Το σχολείο της Τζάνις Τζόπλιν είναι μόνο για λευκούς. Το ίδιο και το τοπικό λεωφορείο, το παντοπωλείο, το εμπορικό κέντρο. Στο Πορτ Άρθουρ ο φυλετικός διαχωρισμός είναι θεσμός που δεν αμφισβητείται. Η Τζάνις Τζόπλιν πρώτη σήκωσε το χέρι μέσα στην τάξη των λευκών συμμαθητών της για να καταδικάσει το ρατσισμό τους. Αυτομάτως έγινε η πιο αντιπαθής, δακτυλοδεικτούμενη τύπισσα του σχολείου: το μαύρο πρόβατο. «Ολοφάνερα δε με γούσταραν. Ξέρεις πώς είναι οι κοινωνίες στις μικρές πόλεις. Υποτίθεται ότι πρέπει να παντρευτείς με το που τελειώνεις το Λύκειο, να γεννοβολάς παιδιά και να κρατάς το στόμα σου κλειστό. Δεν έκανα τίποτε απ’ όλα αυτά».

Τζάνις 16 ετών, η επαναστάτρια βρήκε την έκφρασή της στη μουσική. Σχεδόν καθημερινά μαζί με αγόρια της γειτονιάς διασχίζει τη γέφυρα του Πορτ Άρθουρ για να βρει «ανακούφιση» με Southern Comfort και μπλουζ στα μπαρ της Λουιζιάνα. «Τα μπλουζ έχουν μια ειλικρίνεια που έλειπε από την Πέγκι Λι», έχει πει η ίδια.

n

Οι αποδράσεις από το Πορτ Άρθουρ στη Λουιζιάνα επιβεβαίωσαν απλά την υποψία ότι η Τζάνις ήταν το καλό κορίτσι που ξεστράτισε. Στους διαδρόμους του Λυκείου, οι κακές γλώσσες ασχολούνταν μόνο με την Τζάνις. «Όλοι έλεγαν ότι είχαν πάει με την Τζάνις. Και φυσικά η αλήθεια ήταν ότι ήταν ακόμα παρθένα». Κι όσο την πίεζαν, τόσο εκείνη απλά δε συμμορφωνόταν. «Ήθελαν να γίνω δασκάλα, όπως όλοι οι γονείς. Αλλά στα 17 μου ανακάλυψα, ότι όχι μόνο ακούω μουσική, αλλά ότι έχω φωνή. Ξαφνιάστηκα με τον εαυτό μου, αλλά βρήκα τη διέξοδο», έχει πει η Τζάνις.

Η μαγεία της Τζόπλιν είναι η φωνή της. Αυτή η ακατέργαστη, βραχνή παθιασμένη φωνή είναι σα να ήταν κάπου καταχωνιασμένη. Είναι η φωνή του ανθρώπου που καταπίνει-καταπίνει όλα όσα συμβαίνουν γύρω του και ξαφνικά ξεσπάει. Η φωνή της ενσωματώνει την ευαισθησία, το θρήνο, τη δύναμη, την έκρηξη, το πάθος, τη φλόγα, το δράμα.

Threadgill΄s: το κακόφημο μπαρ που έγινε το δεύτερο σπίτι της Τζόπλιν. Εκεί έδωσε τα πρώτα της live με αμοιβή τις μπύρες που θα κατανάλωνε το βράδυ.

Στο Πανεπιστήμιο του Όστιν επιδιώκει και προκαλεί το status quo. Εμφανίζεται χωρίς σουτιέν. Μία από τις αδελφότητες αντιδρά ανακηρύσσοντάς την: «Τον πιο άσχημο άνδρα στο πανεπιστήμιο». Ωστόσο η πανεπιστημιακή εφημερίδα τον Ιούλιο του 1962 γράφει: «Περπατά ξυπόλυτη, όταν το θέλει, φορά ρούχα Levi’s στο σχολείο, επειδή τής είναι πιο άνετα και παίρνει παντού μαζί της την ώτοχαρπ, εάν θέλει να ακούσει μουσική. Το όνομά της είναι Τζάνις Τζόπλιν».

n

«Δεν άντεχα άλλο το Τέξας. Πήγα στην Καλιφόρνια. Εκεί κάνεις ό,τι γουστάρεις. Κανείς δε σε ενοχλεί». Επιτέλους καταλήγει στην πόλη του Κέρουακ και του Γκίνσμπεργκ: Σαν Φρανσίσκο, 1963, μια πόλη σαν καμία άλλη των ΗΠΑ. Η σκηνή των «μπήτνικ» περιστρέφεται γύρω από τη αμερικανική φολκ και τις αμφεταμίνες. Η Τζάνις Τζόπλιν «αγκαλιάζει» με όρεξη και τα δύο.

Πρώτος έρωτας: Τον λένε Τζέι Πι. Η Τζάνις τον γνωρίζει στο μπαρ Coffee Gallery, εκεί που τραγουδά με την κιθάρα της. «Τον ερωτεύτηκε. Ήταν χαρισματικός αλλά και περίεργος». Η Πατ Νίκολς ήταν η κολλητή της Τζόπλιν στο Φρίσκο. «Ενώ όλοι ντυνόμασταν με τζιν, T-shirts και σνίκερς, αυτός είχε κοντοκουρεμένο μαλλί, φορούσε κουστούμι και μαύρα παπούτσια. Έμοιαζε με μπάτσο».

Speed: Μαζί με την αναγνώριση ως τραγουδίστρια, έρχεται ο εθισμός στις βελόνες. «Σχεδόν τη σκότωσε αυτό το πράγμα. Έγινε σα σκελετός και τα σημάδια από τις βελόνες στα χέρια της ήταν σημάδια θανάτου». Οι φίλοι της έκαναν πάρτι για να συγκεντρώσουν χρήματα για το εισιτήριο της Τζάνις πίσω στο Τέξας. «Πραγματικά ήταν μια ζωντανή νεκρή», λέει η Πατ.

Πίσω στο Πορτ Άρθουρ. Η Τζάνις Τζόπλιν παραδέχεται για πρώτη φορά ότι το παράκανε. Γυρίζει στην «οικογένεια» ανακοινώνοντας ότι είναι έτοιμη για το «αμερικανικό όνειρο» των γονιών της: Θα πάει στο κολέγιο, θα αρραβωνιαστεί τον Τζέι Πι, θα κάνει παιδιά και θα εγκαταλείψει το τραγούδι, τη μουσική.

Το κορίτσι που η Αμερική αγαπάει. Το προσπάθησε με όλη της τη δύναμη. Γράφει καθημερινά γράμματα στον Τζέι Πι. Πηγαίνει για ψώνια ετοιμάζοντας το νέο της σπιτικό. Υιοθέτησε την περίφημη κόμμωση «κυψέλη». Τα κάνει όλα και περιμένει, περιμένει. Αλλά απλά δε θα γίνει ποτέ. Το κορίτσι που όλοι στο σχολείο αποκαλούσαν «εύκολη» ερωτεύτηκε επιτέλους για να απογοητευθεί. «Ένιωσε μόνη. Μια ζωή αναζητούσε την αγάπη και την αναγνώριση κάποιου. Και τώρα ήταν μόνη».

n

Ήθελε να μιμηθεί τη μαμά της. Δεν τα κατάφερε. «Ήταν μια αυταπάτη που δεν επρόκειτο να διαρκέσει για πολύ». Ο Τζιμ Λάνγκτον είναι ο φίλος της Τζόπλιν που της βρήκε ένα διαμέρισμα για να μένει μόνη, ανεξάρτητη και να τραγουδά στο Όστιν. Ως κριτικός μουσικής με δική του στήλη σε εφημερίδα, ο Λάνγκτον κάνει ό,τι μπορεί για να προωθήσει τη φίλη του: «Να μια τραγουδίστρια που έχει τη μεγαλοσύνη στο τσεπάκι της». Αλλά χρόνια μετά παραδέχεται: «Επέστρεψε στο τραγούδι με ανάμικτα συναισθήματα. Πολύ φόβο και άγχος ότι τραγούδι ίσον ναρκωτικά».

«I am sorry»: κλείνει το γράμμα με το οποίο η Τζάνις Τζόπλιν ανακοινώνει στους γονείς της ότι επέστρεψε στο Σαν Φρανσίσκο. «Γύρισα μια φορά στο Πορτ Άρθουρ και ήταν λάθος. Δεν το ξανακάνω».

Από τους «μπήτνικ» στο LSD: Η γενιά στο Φρίσκο έχει αλλάξει. Καλώς ήρθες ψυχεδέλεια. Το μπλουζ φωνητικό ύφος της Τζόπλιν προσέλκυσε το ροκ συγκρότημα Big Brother and the Holding Company, μια μπάντα που είχε αποκτήσει φήμη μεταξύ των χίπις του Χέιτ-Ασμπέρυ. «Η φωνή της Τζάνις έδωσε στην μπάντα την κλωτσιά που χρειαζόταν». «Η Τζάνις; Πιο ευφυής δε γίνεται. Μας συνεπήρε»: Ντέιβ Γκετζ, ντράμερ των Big Brother and the Holding Company. «Πρώτη φορά αισθάνομαι ελεύθερη να δημιουργήσω μαζί με άλλους», είπε η ίδια.

n

Ο φόβος των ναρκωτικών. Έγραφε γράμματα στους γονείς της, αλλά «δε νομίζω ότι ποτέ κατάλαβαν ποια ήταν και τι ήθελε να γίνει», λέει μια φίλη. Όσο κι αν προς τη στιγμή αντιδρούσε στον κόσμο της βελόνας, όσο κι αν ξαφνιαζόταν τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας από τις αντιδράσεις της, η Τζάνις ένιωθε ότι δε μπορούσε να ξεφύγει και μόνο αύτη το ήξερε ξεκάθαρα. «Μαμά είμαι κατενθουσιασμένη. Αυτή την εβδομάδα βγάλαμε πέντε κομμάτια. Δεν έχω χάσει αλλά ούτε βάλει κιλά. Και είμαι ακόμα στα καλά μου. Μ’ αγάπη Τζάνις».

Σ’ ένα σημειωματάριο συγκέντρωνε όλες τις καλές κριτικές για την μπάντα. Της άρεσε και της χρειαζόταν η αναγνώριση κυρίως για την προσωπική της εικόνα. Η Λίντα Γκραβενίτες ήταν από τις groupies των Big Brother and the Holding Company. «Ζούσε σε μια ευφορία. Της άρεσαν όλα όσα συνέβαιναν στη ζωή της. Επιτέλους κάποιοι πίστευαν και την έβρισκαν απλά υπέροχη».

n

Τη μια στιγμή πίστευε στον εαυτό της και στις ικανότητές της και την άλλη θεωρούσε ότι ήταν απλά ένα σκουπίδι. Μια ζωή στα άκρα και μια συνεχή διαμάχη για το αν τελικά ελκύει ή όχι το άλλο φύλο. Δεύτερος έρωτας, ο επίσης τραγουδιστής Τζο ΜακΝτόναλντ. «Εκείνο το βράδυ έβαλε τα δυνατά της να γίνει τέλεια για εκείνον. Κι αυτός δεν εμφανίστηκε. Πάλι με έστησαν, πάλι με απέρριψαν».

Η γυναίκα στη ζωή της. Πέγκι Κασέρτα: «Περάσαμε καλά. Κάναμε έρωτα πολύ. Δεν ήταν μια λεσβιακή σχέση με τα σημερινά δεδομένα. Τα παγαίναμε καλά, ήμασταν νέες, άγριες και η μία ενδιαφερόταν για την άλλη».

Το φεστιβάλ του Μοντερέι. Οι Big Brother and the Holding Company δίπλα σε ονόματα όπως οι The Who και οι The Mamas and The Papas. Ήταν η σκηνή που η Τζάνις τόσο καιρό ονειρευόταν. «Ήθελε να είναι σταρ. Έλεγε συχνά ότι ήθελε να είναι μια ποπ mainstream σταρ». Και απλά μετά το Μοντερέι όλα τα φώτα έπεσαν πάνω στην Τζάνις.

Ηρωίνη. «Κάτι που σε κάνει να αισθάνεσαι τόσο ωραία δε μπορεί να κάνει κακό», έλεγε. Και πρόσθετε: «θέλω απλά λίγη ηρεμία». Και μετά ήρθε εθισμός και το πράγμα χάλασε. Το 1969 διαλύθηκε η οικογένεια που λεγόταν Big Brother and the Holding Company.

n

«Αγαπητή Λίντα, είμαι τόσο μπερδεμένη. Όλοι με αντιμετωπίζουν σαν το αστέρι κι αυτό δεν αρέσει στην μπάντα. Νομίζω ότι λένε διάφορα πίσω από την πλάτη μου. Και η Νέα Υόρκη… νομίζω ότι μάς έχει κουράσει

Kozmic Blues Band, η επόμενη μπάντα και με δικό της εξ ολοκλήρου δικού της μάνατζερ που έδινε εντολές. Η μουσική αφήνει την ψυχεδέλεια και στρέφεται σε πιο σόουλ, φανκ καταστάσεις. «Δε τους βγήκε και η Τζάνις απογοητεύτηκε, θεώρησε ότι έκανε λάθος επιλογή, ειδικά τη χρονιά που δεν ήλεγχε πια το πρόβλημα με το αλκοόλ και τα ναρκωτικά».

Rolling Stone, 1969. Το περιοδικό την αποκαλεί «η Τζούντι Γκάρλαντ του ροκ». Της καταλογίζει συναισθηματική αστάθεια λέγοντας πως ένας Τζον Λένον ή ένας Μπομπ Ντίλαν δε θα είχαν ποτέ τις μεταπτώσεις της είτε στη σκηνή είτε στην τηλεόραση. Αυτό την πείραξε και το είπε σε μια συνέντευξή της με τον Ντέιβιντ Ντάλτον: «Μια γυναίκα που μπαίνει στη μουσική βιομηχανία έχει ήδη απαρνηθεί πολλά στη ζωή. Πρέπει να πει ‘όχι’ στην οικογένειά της, στους φίλους της, στη μητρότητα και να αφοσιωθεί μόνο και εξ ολοκλήρου στη μουσική. Η μόνη αγάπη είναι ανταπόδοση του κοινού. Κι αυτή η αγάπη είναι τόσο εφήμερη όσο ένα φιξάκι. Κάνεις έρωτα με 25.000 άτομα στη σκηνή και γυρίζεις σπίτι μόνη».

n

Το ταγάρι της Τζάνις. Καλοκαίρι του ’70. Η Τζάνις είναι 27 ετών. Ο Ντέιβιντ Ντάλτον είναι μαζί της στην περιοδεία. Η Τζάνις ψάχνει τον αναπτήρα στο ταγάρι που έχει αναδείξει σε σύμβολο μόδας. Το αναποδογυρίζει και ο Ντάλτον βλέπει τα περιεχόμενα της τσάντας ως προέκταση της Τζάνις: «Πού στο διάολο έβαλα τον αναπτήρα. Μάλλον τον άφησα στο μπαρ. Τα έχω πια χαμένα. Συνέχεια χάνω πράγματα στα μπαρ. Την περασμένη εβδομάδα άφησα ένα πορτοφόλι με χίλια δολάρια μέσα». Η Τζάνις αδειάζει την τσάντα: δύο κουπόνια για σινεμά, ένα πακέτο τσιγάρα, μια ταμπακέρα αντίκα, κουπόνια από μοτέλ και κλειδιά ξενοδοχείων, ένα πακέτο χαρτομάντιλα, μέικ απ, μολύβι για τα μάτια, μια ατζέντα, καρτ βιζίτ πολλές, σπιρτόκουτα με τηλέφωνα αλλά με το γραφικό χαρακτήρα μεθυσμένου, υπολείμματα ξηρών καρπών, πένες από κιθάρες, ένα μπουκάλι Southern Comfort, κασέτες του Τζόνι Κας και του Ότις Ρέντινγκ, γυαλιά ηλίου, ασπιρίνες, τσίχλες, ένα τιρμπουσόν δύο βιβλία: η βιογραφία της Ζέλντα Φιτζέραλντ από την Νάνσι Μίλφορντ και το Look Homeward, Angel του Τόμας Γουλφ. Αναπτήρας πουθενά». Σε μια από τις τελευταίες δημόσιες εμφανίσεις της, στις 25 Ιουνίου του 1970, ανακοίνωσε ότι, επρόκειτο να παρευρεθεί στη συνάντηση των προ δεκαετίας συμμαθητών της. Όταν ρωτήθηκε για το εάν ήταν δημοφιλής στο σχολείο, παραδέχθηκε πως, οι συμμαθητές της την κορόιδευαν μέσα κι έξω από αυτό, ενώ διέδιδαν τη φήμη της «εκτός της πόλης, μέχρι και εκτός της πολιτείας». Όταν η Τζόπλιν ξαναπήγε στο Πορτ Άρθουρ η μητέρα της είπε: «Μακάρι να μην είχες γεννηθεί».

n

4 Οκτωβρίου, 1970. Μια καλή μέρα στο στούντιο. Η Τζάνις τελείωσε την ηχογράφηση και έφυγε. Πήγε σε ένα μπαρ με παρέα. Μέθυσε και πίσω στο ξενοδοχείο, μόνη. Η φάση υπερβολική δόση δεν ήταν κάτι που έκανε για πρώτη φορά, αλλά συνήθως είχε παρέα. Ο επόμενος και τελευταίος άντρας της ζωής της είναι ο ιατροδικαστής: «Το μη ταριχευμένο σώμα, καυκάσιας γυναίκας, φαίνεται να έχει συμπληρώσει το 27ο έτος της ζωής της. Ένα τατουάζ βραχιόλι στον αριστερό καρπό, ένα τατουάζ λουλούδι στον δεξί αστράγαλο και ένα μικρό τατουάζ στο αριστερό στήθος. Αρκετά σημάδια από βελόνες και στα δύο χέρια. Καμία ένδειξη τραύματος ή βίας». Καμία άλλη λεπτομέρεια για το θάνατο και αμέσως φτιάνεται ο μύθος των καταδικασμένων θρύλων που πρέπει να πεθάνουν νωρίς: Χέντριξ, Μόρισον κ.ά.. Αλλά για την Τζόπλιν: «Το αύριο ποτέ δε συμβαίνει. Είναι πάντα η ίδια αναθεματισμένη μέρα». 

Πηγή:athensvoice

Οργανώστε συναυλίες όπως τις θέλετε

Θα σας άρεσε να μπορούσατε να οργανώνετε συναυλίες όπως εσείς τις θέλετε; Θα θέλατε να μιλάτε με τον αγαπημένο σας καλλιτέχνη για το πότε θα περάσει από την πόλη σας; Να φέρετε τους AC/DC ή τους U2 στις κάτω Κουκουβάουνες; Δεν είναι και τόσο δύσκολο, αρκεί να σας περισσεύει το πάθος και η αγάπη σας για τον αγαπημένο σας καλλιτέχνη. Όχι, δεν τρελάθηκα. Ψάχνοντας στο διαδίκτυο έπεσα πάνω στην καμπάνια του Gigalize για τους Coldplay. Τι είναι το Gigalize; Όχι, δεν έχει να κάνει με χορταράκια. Είναι η πρώτη ελληνική πλατφόρμα διαδικτύου, όπου εσείς μπορείτε να οργανώσετε τη δική σας συναυλία (Gig) μέσω καμπάνιας, χωρίς να χρειάζεται να έχετε την παραμικρή γνώση οργάνωσης συναυλιών. Τα παιδιά που κρύβονται πίσω από αυτό το ευφάνταστο εγχείρημα είναι οι Παναγιώτης Χρονόπουλος (Πληροφορική & Τηλεπικοινωνιών - ΙΤ manager), Γιώργος Κόλλιας (Αγγλική Φιλολογία, MBA Bocconi/Milano – Bussiness) και Σεραφείμ Παπαγεωργίου (Στατιστική & Ασφαλιστική Επιστήμη - Community Manager). Μαζί τους μας μίλησε και η Γιώτα Γιάννου-υπεύθυνη της καμπάνιας για τους Coldplay. Δείτε τι μας είπαν.

Πώς ξεκίνησε το Gigalize?

Team Gigalize: Γυρνώντας από μια μεγάλη συναυλία αναρωτηθήκαμε πώς γίνεται ο κόσμος να διψάει για συναυλίες και να μην τις έχει. Αποφασίσαμε πως αυτό πρέπει και μπορεί να αλλάξει κι έτσι γεννήθηκε το Gigalize.

Ποια είναι η ομάδα του Gigalize?

Team Gigalize: Είμαστε τρεις φίλοι και μουσικόφιλοι: ο Παναγιώτης, ο Γιώργος και ο Σεραφείμ. Από διαφορετικά backrounds, αλλά ένα κοινό όνειρο: περισσότερες συναυλίες. Τα απαραίτητα συστατικά για μια δυνατή ομάδα, δηλαδή!

Ποιος είναι ο σκοπός του και σε ποιους απευθύνεται;

Team Gigalize: Σκοπός του Gigalize είναι να ενώσει τους θαυμαστές ενός καλλιτέχνη και υπό ένα κοινό σημείο αναφοράς να τους δώσει τη δύναμη να εκφράσουν την αγάπη τους και την επιθυμία τους να τον δουν ζωντανά στην πόλη τους. Απευθύνεται σε όποιον αγαπά τη μουσική και τις συναυλίες τόσο, ώστε να έκανε τα πάντα για να δει το όνειρό του να πραγματοποιείται.

Τι κερδίζει κάποιος χρησιμοποιώντας την πλατφόρμα σας;

Team Gigalize: Τη δυνατότητα να εκφραστεί. Να δείξει πόσο πολύ θέλει να δει έναν καλλιτέχνη και, φυσικά, να νιώσει μέλος μιας μεγάλης κοινότητας. Αν μάλιστα η συναυλία γίνει πραγματικότητα, κερδίζει το δικαίωμα να λέει πως ήταν μέρος της διαδικασίας!

Είναι δωρεάν; Πόσο εύκολο είναι στη χρήση του;

Team Gigalize: Είναι και θα παραμείνει απολύτως δωρεάν, πανεύκολο στη χρήση και φτιαγμένο από fans για τους fans.

Πώς επιβιώνετε; Πώς βγάζετε χρήματα;

Team Gigalize: Όποιος είναι στον χώρο των startups ξέρει καλά τις θυσίες που χρειάζονται για να δουλέψεις πάνω στο όνειρό σου. Τα καταφέρνουμε χάρη στις οικονομίες μας, συγγενείς και φίλους που κατανοούν και αγαπάνε την τρέλα μας. Στόχος μας το Gigalize σύντομα να είναι βιώσιμο και να μπορούμε να τους το ανταποδώσουμε!

Ποιες εκστρατείες έχουν δημιουργηθεί και πώς πάνε; Ξεχωρίζετε κάποια;

Team Gigalize: Ήδη σε τρεις μήνες λειτουργίας του Gigalize έχουν τρέξει πάνω από 20 καμπάνιες. Οι τρεις που έχουν πιάσει μέχρι τώρα τον στόχο τους είναι του Son Lux, του Ed Sheeran και των One Direction. Αυτή τη στιγμή τρέχουν καμπάνιες για τους Coldpaly, τους Black Keys, τον Damian Marley και τους Green Day, αλλά και πολλές άλλες που μπορείτε να ανακαλύψετε στο www.gigalize.com.

Coldplay και Gigalize. Ποιος είχε την ιδέα;

Γιώτα Γιάννου: Η ιδέα για την καμπάνια των Coldplay ήταν στο μυαλό όλων, από την πρώτη στιγμή. Το είχαμε συζητήσει αρκετές φορές με τα παιδιά του Gigalize, ώσπου μια μέρα μου πρότειναν να γίνω η δημιουργός του «gig». Ενθουσιάστηκα, φυσικά! Είναι τεράστιο απωθημένο οι Coldplay. Στην τελευταία τους περιοδεία υπήρξαν πολλές φήμες για ένα live στη χώρα μας, αντίστοιχες με αυτές που υπάρχουν τώρα. Το live δεν έγινε ποτέ και δεδομένου ότι τα ταξίδια για συναυλίες γίνονται δύσκολα πια - νομίζω πως είναι η κατάλληλη ώρα να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας. Ο στόχος του campaign είναι μεγάλος - είμαι όμως σίγουρη ότι υπάρχουν και παραπάνω από 20.000 Έλληνες fans που θέλουν μία τέτοια συναυλία. Αρκεί να πειστούν πως αξίζει ένα λεπτό (τόσο διαρκεί η διαδικασία) για να υποστηρίξουν την καμπάνια και να το διαδώσουν. "If you never try you 'll never know", δε λένε οι ίδιοι οι Coldplay; Ας το προσπαθήσουμε, λοιπόν.

Ποιες τεχνολογίες χρησιμοποιήσατε;

Team Gigalize: Η υλοποίηση της πλατφόρμας έγινε εξ ολοκλήρου από την ομάδα μας και δεν βασιστήκαμε σε κάποιο προϋπάρχον template. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως Javascript πάνω σε play framework και για το front end κομμάτι της υλοποίησης HTML5. Για αρχή τις ανάγκες μας για hosting τις καλύπτουμε μέσω του cloud της amazon και όσο η δραστηριοποίησή μας παραμένει εγχώρια θεωρούμε πως μια τέτοια λύση μας καλύπτει απόλυτα.

Υπάρχουν σκέψεις για εφαρμογές για έξυπνα κινητά; Η πλατφόρμα θα αποκτήσει αδελφάκια σε Android και IOS?

Team Gigalize: Ναι, φυσικά! Είναι στα άμεσα πλάνα μας να δημιουργήσουμε εφαρμογή για smartphones ώστε να διευκολύνονται οι χρήστες στην ενημέρωσή τους (νέες καμπάνιες, εξέλιξη μιας τρέχουσας κ.λπ). Προς το παρόν πάντως το site είναι mobile responsive (φαίνεται άψογα στον browser του κινητού σας χωρίς να «σπάει»).

Όσοι πιστοί... προσέλθετε. Εξάλλου και οι ίδιοι λένε "Make Gigs Happen", στο χέρι σας είναι.

Πηγή:protagon

 

Μια ακόμα κουτοπονηριά πίσω από το Πέπλο της Σιωπής

Γράφει ο Γιάννης Βαρουφάκης

Αρκετές φορές, έχω αναφερθεί στο Πέπλο της Σιωπής που καλύπτει τη σκανδαλώδη πριμοδότηση των μεγαλο-ιδιοκτητών των ελληνικών τραπεζών εις βάρος των ίδιων των τραπεζών και, βέβαια, των εξουθενωμένων φορολογούμενων.

Η προτελευταία(*) κουτοπονηριά, με την οποία ο εξαθλιωμένος φορολογούμενος πολίτης επωμίζεται το κόστος της συγκάλυψης της γύμνιας των τραπεζών, έχει ακρώνυμο: ΑΦΑ ή Αναβαλλόμενη Φορολογική Απαίτηση.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Όταν κουρεύτηκαν τα ομόλογα του δημοσίου (με το PSI του 2012) το κόστος για τις τράπεζες που τα είχαν αγοράσει ανερχόταν στα 37,7 δισ.. Αντίθετα με τους μικρο-ομολογιούχους και τα ασφαλιστικά ταμεία που αφέθηκαν στη μοίρα τους, οι τράπεζες, ως γνωστόν, ανακεφαλαιοποιήθηκαν με 41 δισ.. που δανείστηκε ο φορολογούμενος από το 2ο Μνημόνιο. Σαν να μην έφτανε αυτό, μυστικά και χωρίς έγκριση της Βουλής, το δημόσιο τους εγγυήθηκε και επιπλέον, νέο, ιδιωτικό χρέος 41 δισ.. από το οποίο άντλησαν ρευστότητα από την ΕΚΤ (βλ. εδώ). Σαν να μην έφτανε ούτε αυτό, οι τράπεζες ζήτησαν από το κράτος να τους αναγνωριστεί η ζημία των 37,7 δισ. (από το κούρεμα) και να μην τους ζητηθεί να πληρώσουν φόρους για τα κέρδη ίσης αξίας (37,7 δισ.) που θα βγάλουν στο μέλλον (στα επόμενα 30 χρόνια, για την ακρίβεια). Λες και η ανακεφαλαιοποίηση, σε συνδυασμό με την εγγύηση νέου χρέους τους, δεν αρκούσε...

Τέλος πάντων, το δουλικό (προς τους τραπεζίτες) πολιτικό σύστημα συναίνεσε και σε αυτό. Έκατσαν τότε οι τραπεζίτες και υπολόγισαν πόσο φόρο γλίτωσαν από τα μελλοντικά κέρδη 37,7 δισ. για τα οποία το κράτος συμφώνησε να μην τους φορολογήσει. Δεδομένου ότι ο φορολογικός συντελεστής τους είναι 26%, ο φόρος που γλιτώνουν τις επόμενες τρεις δεκαετίες είναι 9 δισ. 802 εκ. ευρώ. Ας πούμε 10 δισ., χοντρά-χοντρά. Αυτά λοιπόν τα 10 δισ. τα ονόμασαν ΑΦΑ (Αναβαλλόμενη Φορολογική Υποχρέωση, που κανονικά έπρεπε να λέγεται Καταργηθείσα Φορολογική Υποχρέωση...).

Τα 10 δισ. της ΑΦΑ δεν είναι τίποτα άλλο από μια διαχρονική φοροαπαλλαγή των τραπεζιτών που θα πρέπει ο φορολογούμενος να βρει τρόπο να καλύψει από το ανύπαρκτο υστέρημά του. Θα περίμενε κανείς ότι οι τραπεζίτες θα ήταν ικανοποιημένοι με αυτό. Πώς να είναι όμως όταν, παρά τα τεράστια δώρα που έχουν λάβει από το δημόσιο, παραμένουν τόσο πτωχευμένοι που ένας στοιχειωδώς τίμιος έλεγχος από την ΕΚΤ (που αυτή την εποχή μελετά τα λογιστικά τους βιβλία) θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι πρέπει είτε να κλείσουν είτε να εκκαθαριστούν (με τους νυν ιδιοκτήτες να χάνουν το «τιμόνι» τους); Οπότε, να πώς σκέφτηκαν οι καλοί τραπεζίτες να βάλουν την ΑΦΑ στη δούλεψή τους: Θα ζητούσαν από την ΕΚΤ να τους αναγνωρίζει αυτά τα 10 δισ. φόρων (την ΑΦΑ) που δεν θα πληρώσουν στο δημόσιο σαν να ήταν κεφάλαια που... διαθέτουν σήμερα! Καταπληκτικό; Όντως καταπληκτικό, τουλάχιστον ως προς το θράσος τους.

Βέβαια, το ότι ζήτησαν κάτι τόσο εξωφρενικό δεν σημαίνει ότι η ΕΚΤ θα το αποδεχθεί. Το πολύ-πολύ να δεχθεί, όπως γίνεται διεθνώς, ότι από αυτά τα 10 δισ. το 1 δισ. ίσως να θεωρηθεί κεφάλαιο υπαρκτό, στον βαθμό που υπάρξουν μελλοντικά κέρδη που δεν θα φορολογηθούν. Κάπου εκεί θα τελείωνε το πράγμα σε μια ευνομούμενη κοινωνία: οι τραπεζίτες θα ζητούσαν από την ΕΚΤ να τους αναγνωρίσει τον «αέρα» της ΑΦΑ ως υπαρκτό κεφάλαιο 10 δισ., η ΕΚΤ θα τους έλεγε «σας αναγνωρίζω το 1 δισ., τραβάτε να βρείτε άλλα 9 πραγματικά δισ.», και οι τραπεζίτες θα ξαμολιόντουσαν να τα βρουν – κι αν δεν τα έβρισκαν θα έχαναν τον έλεγχο των τραπεζών.

Δεν ζούμε όμως σε ευνομούμενη κοινωνία. Στην κοινωνία που ζούμε (το καθεστώς της οποίας το ονομάζω εδώ και καιρό Πτωχοτραπεζοκρατία) η κυβέρνηση δεν άργησε να παρέμβει και πάλι, σκανδαλωδώς, υπέρ των τραπεζιτών. Πώς; Επέβαλε στον φορολογούμενο (και σε μια επόμενη κυβέρνηση) να εγγυηθεί και τα 10 αυτά δισ. έτσι ώστε η ΕΚΤ να τα αποδεχθεί ως πραγματικά κεφάλαια ώστε οι τραπεζίτες να μη χάσουν τον έλεγχο των τραπεζών «τους». Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι 10 δισ. που, κανονικά, οι τράπεζες θα πλήρωναν ως φόρους μελλοντικά όχι μόνο δεν θα τα πληρώσουν στο δημόσιο αλλά, άκουσον-άκουσον, αν δεν τα βγάλουν ως κέρδη στο μέλλον τότε θα τα έχουν λαμβάνειν από τον φορολογούμενο!

(*) Λέω προτελευταία επειδή η τελευταία κουτοπονηριά έπεται, σε επόμενο άρθρο...

Πηγή:protagon

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0