ενημέρωση 6:54, 1 August, 2026

Κώστας Αξελός: «Για μας δεν υπήρχε ιερό και όσιο»

Σε μια σπάνια, παλιά συνέντευξή του, ο Έλληνας φιλόσοφος ζωντανεύει μια μυθική εποχή και φέρνει στο προσκήνιο την τρομερή γενιά των Ελλήνων αριστερών

Δημοσιεύεται για πρώτη φορά μια παλιά συζήτηση όπου ο Έλληνας φιλόσοφος ασκώντας κριτική προς όλες τις κατευθύνσεις ζωντανεύει μια μυθική εποχή και φέρνει στο προσκήνιο την τρομερή γενιά των Ελλήνων αριστερών που έδωσαν αίγλη στα μεταπολεμικά γαλλικά γράμματα    

Δεν πιστεύω στη σιωπή των διανοουμένων ως αντίσταση. Από την άλλη, μπορεί μία μόνη φωνή να έχει απήχηση; Για παράδειγμα ο Σεφέρης; Ή ακόμα και όλη αυτή η εμιγκρέ αριστερή διανόηση;  

O Κώστας Αξελός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924. Αποφοίτησε από το Βαρβάκειο και φοίτησε στη Νομική κατά τη διάρκεια της Κατοχής, αλλά σύντομα τον κέρδισε η πολιτική δράση. Εντάχθηκε στο Ε.Α.Μ. και συμμετείχε στην Αντίσταση ως οργανωτής και θεωρητικός του κομμουνιστικού κινήματος. Προβεβλημένο στέλεχος της Ο.Κ.Ν.Ε., συμμετείχε στα Δεκεμβριανά το 1944 όπου συνελήφθη, φυλακίστηκε και βασανίστηκε. Έναν χρόνο αργότερα, στα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου, καταδικάστηκε σε θάνατο από κυβερνητικό στρατοδικείο και υπέστη εικονική εκτέλεση. Δραπέτευσε και αποφάσισε να φύγει από τη χώρα. Τον Δεκέμβριο επιβιβάστηκε στο θρυλικό οπλιταγωγό Ματαρόα που σάλπαρε από τον Πειραιά για τον Τάραντα, για να φτάσει κατόπιν με ένα άθλιο τρένο στο μυθικό, εκείνη την εποχή, Παρίσι.  

Παρότι το Κ.Κ.Ε. τον είχε διαγράψει από τις τάξεις του, αναζήτησε αμέσως επαφή με το P.C.F. (το γαλλικό Κ.Κ.), αλλά σύντομα εγκατέλειψε τις κομμουνιστικές ιδέες. Σπούδασε φιλοσοφία στη Σορβόννη όπου υποστήριξε τις δύο διδακτορικές του διατριβές («Ο Μαρξ στοχαστής της τεχνικής» και «Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία» – με εξεταστές τους Paul Ricœur και Raymond Aron μεταξύ άλλων), δίδαξε στη Σορβόννη και εργάστηκε ως ερευνητής στο C.N.R.S. (Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας). Υπήρξε συνεργάτης και αργότερα διευθυντής σύνταξης της επιθεώρησηςArguments [Επιχειρήματα] (1956-62), όπου έγραφαν ο Edgar Morin, o Henri Lefebvre, o Maurice Blanchot, o Gilles Deleuze και ο Roland Barthes. Αργότερα ίδρυσε και διηύθυνε την ομότιτλη σειρά των Editions de Minuit, όπου εξέδωσε και τα περισσότερα πονήματά του. Έγραψε περισσότερα από είκοσι βιβλία –που συγκροτούν τις τριλογίες Το ξετύλιγμα της περιπλάνησης, Το ξετύλιγμα του παιχνιδιού και Το ξετύλιγμα μιας αναζήτησης– και παράλληλα μετέφρασε στα γαλλικά έργα των Heidegger και Lukács – η μετάφραση του έργου Ιστορία και ταξική συνείδηση του τελευταίου είναι ακόμη σημείο αναφοράς. Συνδέθηκε στενά με διανοούμενους μεγάλης εμβέλειας όπως ο Martin Heidegger, ο Jacques Lacan, ο André Breton, και ο Georges Bataille, συγκρούστηκε βίαια με τον Jean-Paul Sartre, τον οποίο κατηγόρησε για έλλειψη πρωτότυπης σκέψης, αλλά παρέμεινε αχώριστος με τους άλλους δύο μεγάλους εμιγκρέ Έλληνες φιλοσόφους: τον Κορνήλιο Καστοριάδη και τον Κώστα Παπαϊωάννου.  

Συναντηθήκαμε στο αγαπημένο του καφέ, την Coupole, στο Παρίσι, τον Δεκέμβριο του 2003, επτά χρόνια πριν από το θάνατό του. Ήταν πολύ ψηλός, πράγμα που μ’ έκανε να σκεφτώ πως την κρίσιμη δεκαετία του ’40 θα έμοιαζε θηριώδης. Το στιβαρό, σχεδόν αθλητικό του παρουσιαστικό ερχόταν σε άμεση αντίθεση με τη χαρακτηριστική του ευγένεια. Μου μίλησε σε «γαλλικό» πληθυντικό καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησης παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικίας μας. Όμως όταν τον ρώτησα με δέος αν μπορούσα να τον μαγνητοφωνήσω, μου απάντησε γλυκά «καλύτερα όχι». Ένιωσα έναν κρύο ιδρώτα να με λούζει, έχοντας προετοιμαστεί γι’ αυτή τη συνάντηση πολύ εντατικά. Ευτυχώς όμως, με τη συγκατάθεσή του, κατέγραψα με στενογραφικό τρόπο ολόκληρη τη συνομιλία μας, πράγμα στο οποίο με βοήθησε ο αργός, στακάτος ρυθμός της ομιλίας του. Για χρόνια με ταλαιπωρούσε το κατά πόσο είναι δεοντολογικό ή όχι να δημοσιεύσω αυτή την κουβέντα, παρότι είχα άμεσα ανασυνθέσει τα πρακτικά από τις σημειώσεις ακριβείας μου. Ως ιστορικός που ασχολείται με την προφορικότητα και τη μνήμη και που χρησιμοποιεί τις μαρτυρίες ως πηγές αποφάσισα πως ήρθε η ώρα να το κάνω.  

Η Ελλάδα τον είχε πληγώσει: δεν είχε κρατική αναγνώριση ή Έλληνες φοιτητές, ούτε επαφές με Έλληνες διανοητές, πλην ολίγων εξαιρέσεων. Μου δήλωσε πριν αρχίσουμε να συζητάμε πως μετά από εξήντα χρόνια ζωής στο Παρίσι ένιωθε σαν Γάλλος γεννημένος στην Ελλάδα.  

Αφορμή στάθηκε το συνέδριο που διοργανώνει το Γαλλικό Ινστιτούτο στις 11 Οκτωβρίου με τίτλο «Το ταξίδι του Ματαρόα. Πορτρέτο μιας εξόριστης γενιάς», σε επιμέλεια της Γαλλίδας φιλοσόφου Servanne Jollivet και του ιστορικού Νικόλα Μανιτάκη, δύο ερευνητών με πολυετή ενασχόληση με το εν λόγω «ταξίδι». Η ημερίδα φιλοδοξεί να επανεξετάσει την ιστορική αλλά και τη μυθική διάσταση του ταξιδιού, αναδεικνύοντας μερικές από τις δεσπόζουσες φυσιογνωμίες των «υποτρόφων» που έφυγαν από την προεμφυλιακή Ελλάδα αναζητώντας διέξοδο σε διανοητικό και πολιτικό επίπεδο. Ανάμεσά τους φιλόσοφοι, αρχιτέκτονες, νομικοί, συγγραφείς, ποιητές ή καλλιτέχνες, εξέχουσες προσωπικότητες της γενιάς τους, που έμελλαν να επιβληθούν εντυπωσιακά στα γαλλικά γράμματα – όπως ο Αξελός. Τόσο καίρια ήταν η απόφαση του θρυλικού διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου Octave Merlier να χορηγήσει έκτακτες υποτροφίες στους «όψιμους» και μπαρουτοκαπνισμένους εκείνους έφηβους –για να δανειστώ την εξαιρετική διατύπωση της Κατερίνας Δασκαλάκη– τον δύσκολο εκείνο Δεκέμβρη του ’45.  

Πίσω στη συνέντευξη. Η συζήτησή μου με τον Αξελό και οι ερωτήσεις που του έθεσα δεν κινήθηκαν στην κατεύθυνση του τεράστιου φιλοσοφικού του έργου για τον Μαρξ, τον Ηράκλειτο και τον Heidegger, αλλά υπαγορεύτηκαν από τα προσωπικά μου ερευνητικά ενδιαφέροντα εκείνης της εποχής (λόγω διδακτορικής διατριβής καταγινόμουν με τα νεολαιίστικα κινήματα γύρω από τον Μάη του ’68). Γνώριζα πως ο Αξελός –όπως και ο επιστήθιος φίλος και συνοδοιπόρος του Κορνήλιος Καστοριάδης– ήταν σημείο αναφοράς και έμπνευσης για τον «κόκκινο» Daniel Cohn-Bendit, παρότι ο Debord και η καταστασιακή παρέα του τον είχε κριτικάρει σφόδρα. Με ενδιέφερε το πώς ο ίδιος είχε μεταβολίσει όλη την πολιτική του στράτευση από την περίοδο της Ελλάδας στη θεωρία και πώς την κοινώνησε μέσα από την αγαπημένη του επιθεώρηση Arguments. Επιδιώκοντας να βρει έναν χώρο avant-garde έκφρασης για ανθρώπους της Αριστεράς που, όπως ο ίδιος, είχαν αφήσει πίσω τους την κομματική ορθοδοξία του Κομμουνιστικού Κόμματος, αναζητώντας ένα εναλλακτικό είδος μεταμαρξισμού, τήρησε ίσες αποστάσεις από τα γραφειοκρατικά καθεστώτα του σοβιετικού μπλοκ και τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, πράγμα που τάραξε τα νερά της εποχής. Θα αναφερόταν στα χρόνια που θήτευσε στην επιθεώρηση ως χρόνια «ελεύθερης στράτευσης με μπόλικη απόλαυση».  

Ο Αξελός ήταν χειμαρρώδης και τα έλεγε έξω από τα δόντια για όλους και για όλα – αλλά πάντα με το χαμόγελο στα χείλη. Οι αναφορές του στον Μάη του ’68, μεστές αλλά όχι χωρίς μια δόση πικρίας. Ήταν σαφές πως τον πείραζε το γεγονός πως ενώ ολόκληρη η γενιά του αμφισβήτησε τα κοινωνικά κλισέ και πειραματίστηκε έντονα με τις έμφυλες σχέσεις, αυτό πιστωνόταν αποκλειστικά στη γενιά των σίξτις. Άλλωστε ο ίδιος έζησε πολλούς και φλογερούς έρωτες, από τη Ρέα Καραβά, πρώην σύντροφο του Ελύτη και του Σεφέρη, και τη Françoise Gilot, πρώην σύντροφο του Picasso, ώς τη μεταφράστριά του και τελευταία του σύντροφο Κατερίνα Δασκαλάκη.  

Ήταν εξίσου σαφές πως η Ελλάδα τον είχε πληγώσει: δεν είχε κρατική αναγνώριση ή Έλληνες φοιτητές, ούτε επαφές με Έλληνες διανοητές, πλην ολίγων εξαιρέσεων. Μου δήλωσε πριν αρχίσουμε να συζητάμε πως μετά από εξήντα χρόνια ζωής στο Παρίσι ένιωθε σαν Γάλλος γεννημένος στην Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο, πρόσθεσε με νόημα –υπογραμμίζοντας την ειρωνεία– πως σε ένα συνέδριο όπου συμμετείχε ο ίδιος, ο Ξενάκης και ο Καστοριάδης το 1975, οι τρεις τους αποτελούσαν τη γαλλική αντιπροσωπεία. Ίσως γι’ αυτό να μην αναμείχθηκε ενεργά σε αντιδικτατορικές διαμαρτυρίες, πράγμα για το οποίο συχνά ψέγεται και για το οποίο τον ρώτησα ευθέως.  

Στην αναφορά μου στο περίφημο roman à clef της Μιμίκας Κρανάκη «Φιλέλληνες» στο τέλος της κουβέντας μας, όπου ο ίδιος καθώς και οι υπόλοιποι υπότροφοι της καραβιάς αναφέρονται, χωρίς να κατονομάζονται, μου το περιέγραψε γελώντας με μία μόνο λέξη: καψούρικο. Ίσως γιατί μόνο αυτός μπορούσε να διαβάσει τόσο καλά ανάμεσα στις γραμμές αυτό που έλεγε κρυπτικά –αν και όχι πάντα– η παλιά του σύντροφος και φίλη, έτερη φιλόσοφος με σημαντική καριέρα στη Γαλλία.

Σκέφτομαι πως αν είχα κάνει αυτή τη συνέντευξη σήμερα θα έθετα διαφορετικά ερωτήματα. Ίσως στη σφοδρή κριτική του Αξελού στο Κ.Κ.Ε. και τις επιλογές του τελευταίου το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’40 αλλά και στις αναφορές του στις δολοφονικές ενέργειες της Ο.Π.Λ.Α. να τον πίεζα λίγο και σε σχέση με τον φημολογούμενο ρόλο που διαδραμάτισε ο ίδιος στην οργάνωση και δράση τής εν λόγω πολιτοφυλακής. Ίσως να του είχα αποσπάσει μεγαλύτερες αλήθειες, να τον είχα «στριμώξει» όσον αφορά την αυτοεικόνα του και το παρελθόν του. Ήμουν τόσο συνεπαρμένος από την αναδρομή του στα Δεκεμβριανά και στην απόδρασή του από τον τόπο φυλάκισής του μέσα από την παγωμένη θάλασσα, που έμοιαζε βγαλμένη μέσα από κινηματογραφική ταινία, που μου ήταν αδύνατο να παρέμβω με πονηρές σφήνες τέτοιου τύπου. Ίσως πάλι μια τέτοια παρεμβολή να μη μας έβγαζε πουθενά, πράγμα πολύ πιθανό. Δεν θα το μάθω ποτέ. Γιατί, όπως σωστά το έθεσε ο ίδιος ο Αξελός στο τέλος της κουβέντας μας, η ιστορία δεν γράφεται με υποθέσεις και «αν».   

Από αριστερά: Μάρτιν Χάιντεγκερ, Κώστας Αξελός, Ζακ Λακάν, Ζαν Μπωφρέ, Ελφρίντε Χάιντεγκερ, Συλβί Μπατάιγ  

ΤΟ ΚΚΕ ΚΑΙ Ο ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ Ποιες ήταν οι σχέσεις σας με το ελληνικό Κομμουνιστικό Κόμμα; Στην Ο.Κ.Ν.Ε. μπήκα τέλη του ’41, τον Δεκέμβρη. Ήμουν από μεγαλοαστική οικογένεια, ήταν καταρχήν επανάσταση ενάντια στο σπίτι. Το Κόμμα όμως ήταν το αντίθετο, ήταν μικροαστικό... Εγώ πίστευα πως ο μαρξισμός πραγματοποιεί τη φιλοσοφία. Αλλά τελικά είναι δόγμα, ένα υποκατάστατο θρησκείας. Λέγανε «κάποτε θα γίνουν όλα καλά, αλλά τώρα πρέπει να περάσουμε χρόνια με δάκρυα». Το Κόμμα ήταν ο Θεός, απαιτούσε υπομονή και υπακοή. Τελικά αντί για δικτατορία του προλεταριάτου είναι δικτατορία πάνω στο προλεταριάτο. Μια πάλη για την εξουσία. Και η παλιά εξουσία αντί να καταργηθεί θα γινόταν γραφειοκρατική. Γραφειοκρατία ήδη από την απελευθέρωση. Υπήρχε λογοκρισία και πουριτανισμός που επιβλήθηκε από το Κ.Κ. στην τέχνη και στη γλώσσα. Λέγανε πως ο Καβάφης ήταν παρακμιακός, ενώ ο Παλαμάς εθνικός, πράγμα γελοίο! Και βέβαια η σεξουαλικότητα ήταν απαγορευμένη στο Βουνό. Εκτελούσαν όσους πηδούσαν μια κοπέλα. Γιατί όλη η ενέργεια έπρεπε να πάει στον αγώνα. Υπήρχε πουριτανισμός, υπήρχε μικροπρεπισμός... Εμείς θέλαμε να πάμε κόντρα στα κλισέ. Το 1946 ή ’47 η ομάδα Μιμίκα, Παπαϊωάννου, Κορνήλιος κι εγώ βγάλαμε σουρεαλιστικό κείμενο που αναφέρονταν στον πούτσο του Καραϊσκάκη σε μια γιορτή της παροικίας για την 25η Μαρτίου, παρουσία των διπλωματικών αρχών. Θα μου μείνει αξέχαστο το ξύλο που φάγαμε από σταλινικούς και καθεστωτικούς...   

Ήμουνα καταδικασμένος σε δεκαπέντε χρόνια και μετά δις εις θάνατον λόγω «ποινικών εγκλημάτων». Και απόδρασα μέσα από παγωμένη θάλασσα, κολύμπησα έξι ώρες με τα ρούχα.  

Ζήσατε από πολύ κοντά και τον κόκκινο Δεκέμβρη του ’44... Terroriste et terrorisé… Τον Δεκέμβρη ήμουν εσωκομματικός διαφωτιστής. Οι Σοβιετικοί θέλαν η Ελλάδα να είναι μπουρδέλο, στέλναν θολά μηνύματα. Θυμάμαι τον Σιάντο πριν τον Δεκέμβρη μετά από μια συνέλευση για το «τι θα κάνουμε» όπου άλλοι έλεγαν ένοπλο, άλλοι ό,τι να ναι. Όταν τον ρώτησα: «Τι σύνθημα θα ρίξουμε; Στηρίζουμε την αστική δημοκρατία;» – ο Σιάντος είπε: «Θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι». Ό,τι να ναι! Μετά ήρθε ο Ζαχαριάδης που ήταν σχιζοφρενής – Μάρτη του ’45. Τον Δεκέμβρη του ’45 εγώ πλέον φεύγω... Από το ’45 έκοψα κάθε σχέση με την ενεργό πολιτική. Το ελληνικό Κομουνιστικό Κόμμα ήταν σχιζοφρενικό. Από τη μία έκανε αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη και από την άλλη ήταν η Ο.Π.Λ.Α. που εκτελούσε τους πάντες. Στο αντάρτικο ήταν καλή η βία ενάντια στους κατακτητές αλλά όχι ενάντια στους συναγωνιστές. Τον Δεκέμβρη η Ο.Π.Λ.Α. μας εξετέλεσε όλους, αρχειομαρξιστές, τροτσκιστές... Οι τροτσκιστές πίστευαν πως ο κόσμος και ο πόλεμος ήταν ιμπεριαλιστικός, πίστευαν στη «μη αντίσταση». Τους τρώγαν βέβαια όλους... Τον Δεκέμβρη κατάλαβα τι λάθη έκανε το Κόμμα... Αργότερα δημοσίευσα μια μελέτη για τον Δεκέμβρη στις Βρυξέλλες.  

Αμέσως μετά φύγατε από την Ελλάδα... Εγώ μετά τον Δεκέμβρη του ’44 ήμουν κρατούμενος στο στρατόπεδο Χασάνι, όπου σήμερα το Αεροδρόμιο Ελληνικό. Ήμουνα καταδικασμένος σε δεκαπέντε χρόνια και μετά δις εις θάνατον λόγω «ποινικών εγκλημάτων». Και απόδρασα μέσα από παγωμένη θάλασσα, κολύμπησα έξι ώρες με τα ρούχα. Το πολυβόλο ξεκίνησε, αν γύριζες και δίσταζες ένα δευτερόλεπτο αντί να πέσεις στη θάλασσα, σε θέριζε. Πολλοί πέθαναν, έψαχναν κόκκινα φυλάκια με σημαία...  

ΜΑΤΑΡΟΑ Τελικά αποδράσατε στο Παρίσι στα τέλη του 1945 με το περίφημο οπλιταγωγόΜαταρόα, μαζί με μερικά από τα πιο λαμπρά μυαλά της εποχής, από τον Νίκο Σβορώνο ώς τον Κορνήλιο Καστοριάδη. Έχετε μνήμες από το ταξίδι; Και ποιες ήταν οι σχέσεις σας με τους άλλους Φιλ-Έλληνες της μικρής αυτής κοινότητας των λεγόμενων «υποτρόφων»;  Ο Καστοριάδης και η Κρανάκη ήταν δύο χρόνια πιο μεγάλοι, του ’22. Αλλά ήμασταν μια παρέα, μαζί κάναμε συζητήσεις κτλ. Θυμάμαι καλά το ταξίδι. Θυμάμαι και ότι στο Παρίσι τον πρώτο καιρό μείναμε με τον Κορνήλιο, τον Παπαϊωάννου και την Κρανάκη κάποιους μήνες στη Fondation Hellenique. Μετά βρήκαμε μικρά σπιτάκια του Μεσοπολέμου στο Καρτιέ Λατέν. Είχαμε και φίλες, αλλά θέλαμε να ’μαστε μόνοι, μας άρεζε... Όλα όμως έγιναν πολύ γρήγορα. Το ’48 ήδη δίδασκα.  

Η ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ARGUMENTS Μπορείτε να μου μιλήσετε για την επιθεώρηση Arguments, της οποίας υπήρξατε διευθυντής σύνταξης; Πώς ξεκίνησε κτλ.;  Ήταν ο Jean Duvignaud, ο Edgar Morin κι εγώ. O Edgar Morin –που αργότερα έκανε και το Chronique d’un été– είχε πατέρα τον Βιντάλ Ναούμ, που ήταν Θεσσαλονικιός. Έφυγε το 1922 για το Παρίσι. Αυτή ήταν η εποχή των revues…   

Socialisme ou Barbarie, Arguments, Internationale Situationniste...  Από το 1956 ως το 1968 έβγαινε και το Esprit – το revue των χριστιανών. Στην Ιταλία ο Alessandro Pizzorno έβγαζε τα Raggionamenti, με τον Guiducci. Ως το 1965-66 που είναι το τέλος τους. Μετά, η δημιουργία των Arguments de Minuit ήτανε φόρος τιμής στο Arguments.  

Με το Socialisme ou Barbarie των Καστοριάδη-Lefort είχατε ανταγωνιστική σχέση; Καθόλου. Ο Lefort οργάνωνε κοινά meeting με το Socialisme ou Barbarie. Ήτανε ένα laboratoir collectif... Τα Arguments είχαν μεγάλη απήχηση. Μέχρι και στην Πολωνία κυκλοφορούσαν ημιπαράνομα. Σ’ αυτα έγραψαν ο Crozier, ο Lukács, ο Markuse, ο Reich. Ο Βecket βγήκε από τα Arguments. Και ο Ionesco. Το 1961 οργανώσαμε reseaux βοηθείας που ήταν διαφήμιση στο αλγερινό κίνημα. Αλλά μας πολεμούσαν. Και οι δεξιοί και οι αριστεροί. Ο Aron που ήταν στενόμυαλος κριτίκαρε στο Monde το περιοδικό. Αυτό βέβαια λειτούργησε ως διαφήμιση. Η Pravda το ίδιο...  

Γιατί σταμάτησε η έκδοση του περιοδικού το 1962;  Είχε παρέλθει το πνεύμα της avant-garde. H μεσοαστική τάξη ήταν στα πάνω. Κυκλοφορούσαν μόνο σουρεαλιστικές μαλακίες...  

Στην Ο.Κ.Ν.Ε. μπήκα τέλη του ’41, τον Δεκέμβρη. Ήμουν από μεγαλοαστική οικογένεια, ήταν καταρχήν επανάσταση ενάντια στο σπίτι. Το Κόμμα όμως ήταν το αντίθετο, ήταν μικροαστικό...  

Πάντως αυτό το περιοδικό, καθώς και το Socialisme ou Barbarie, αναφέρονται συχνά ως προπομποί του Μάη του ’68. Τι έχετε να σχολιάσετε επ’ αυτού; Δεν υπάρχει μηχανιστική ή διαλεκτική σχέση θεωρίας και πράξης. Ή τουλάχιστον δεν υπήρχε το ’68.  

Ναι, αλλά οι καταστασιακοί με τον Debord προσπάθησαν να εφαρμόσουν τις θεωρίες τους στην κατειλημμένη Σορβόννη... Οι καταστασιακοί με μισούσαν! Πίστευαν πως τα Arguments πρόδωσαν την επαναστατικότητα. Λέγανε πως «όποιος δημοσιεύει είναι με το σύστημα». Ο Debord όμως το έκανε. Και είχαν και μικροαστική ηθική. Ο Debord άμα γαμούσε, παντρευόταν... Αυτό είναι contradictoire... Δεν πίστεψαν στις ελεύθερες ερωτικές σχέσεις, ποτέ δεν αμφισβήτησαν το θέμα της μονογαμίας οι καταστασιακοί. Ενώ ταArguments αφιέρωσαν διπλό τεύχος το 1959-60. Για μας ήταν ιδεολογία, ανεστραμμένη πραγματικότητα. Αλλά για μας δεν υπήρχε, που λένε, ιερό και όσιο. Ήμασταν μετέωροι, δεν ήμασταν με κανέναν. Ούτε χριστιανοί ούτε τίποτα...

Την Αρβελέρ την ήξερα από την Ο.Κ.Ν.Ε. Μετά έγινε απολιτική. Πήγε με το κατεστημένο και έπαιξε το κοινωνικό παιχνίδι. Είχα πει στο Κόμμα τότε πως θα 'χει εξέλιξη η νεαρά κομμουνίστρια. Τελικά είχε εξέλιξη αλλού...  

Ο ΜΑΗΣ ΤΟΥ ’68 Γίνεται όμως ο Μάης του ’68... Πώς τον θυμάστε; Ο Μάης του ’68 είναι μια προσπάθεια για επαναστατική επιστροφή με πυρήνα τους φοιτητές. Μέσα στο χάος που δημιούργησε, δεν έκανε και πολλά. Πιο πολύ ήταν παιχνίδι και γιορτή, παρά τη λέξη επανάσταση.  

Υπήρχε μια εμμονή με το παιχνίδι, και πάλι από τους καταστασιακούς. Αλλά και εσείς έχετε ασχοληθεί πολύ με την έννοια του παιγνίου φιλοσοφικά...  Δεν υπάρχει σχέση ανάμεσα στα δύο. Όταν ο Ηράκλειτος –ο πατέρας της διαλεκτικής– έγραψε για το «κοσμικό παιχνίδι», δεν αναφέρεται σε κάτι αντίστοιχο με αυτό που είδαμε το ’68, αλλά στη θεωρία, στον στοχασμό... Ο Μάιος είχε μόνο φοιτητές και καθόλου εργάτες ελέω του Κ.Κ. Γαλλίας. Σίγουρα είχε και θετικές πλευρές. Ένα κομμάτι του ήταν στοχαστικό, θεωρητικό... Έβλεπε την επανάσταση ως παιχνίδι αλλά με κοινωνικούς λόγους.  

Ήταν και ο Althusser τότε της μόδας... Με τον Althusser είχαμε «σχέσεις ασχεσίας». Ήταν στο Κόμμα, έγραφε με τον Lacan, είχε και μαθητές μαοϊκούς. Τρία σε ένα... Για τα Arguments o Μάο ήταν σταλινικός. Η πολιτισμική επανάσταση δεν ήταν «renouvellement», όπως αυτοί θεωρούσαν την «επανάσταση», το καινούριο. Ήταν τυφλή καταστροφή η πολιτισμική επανάσταση. Τρομοκρατία...  

Εσείς θα στηρίζατε ένα κίνημα που θα χρησιμοποιούσε βία για να πετύχει πολιτικούς σκοπούς; Μια ορισμένη βία, ναι...  

Με επαγγελματίες επαναστάτες, όπως ο Πάμπλο, είχατε σχέση;  Όχι. Ο Ράπτης πίστευε πως επίκειται άμεσα ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος του καπιταλισμού ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Ήταν χαμένος σε ένα όνειρο παγκόσμιας επανάστασης, ανάμεσα στην Αλγερία και την Κούβα.  

Είχατε άμεση συμμετοχή, ανάμειξη στα événements; Το ’68 ήμουν σε επιτροπή κατάληψης. Βέβαια ήταν μπουρδέλο... Το βασικό στοιχείο ήταν πως εναντιώνονταν στην αποπνικτική ατμόσφαιρα της αστικής δημοκρατίας και βαρεμάρας της εποχής. Αλλά ήταν χωρίς σχέδιο, χωρίς πρότζεκτ. Ένα αναρχικό, τροτσκιστο-μαοϊκό συνονθύλευμα. Δεν ήταν όμως προλεταριακή επανάσταση, όπως ευαγγελίζονταν όλοι αυτοί. Η εποχή αυτή είχε περάσει. Μετά το ’68 τα πράγματα ξαναμπήκαν στη θέση τους, οι ηγέτες πήραν θέσεις... Το ’68 δεν έθεσε καμιά δομή σε αμφισβήτηση – σπίτι, οικογένεια, γάμο. Ήταν όλα πολύ επικοινωνιακά. Αλλά τα σλόγκαν καταναλώνονται... Εμείς κάναμε παρτούζες το ’50, ο Heidegger έκανε παρτούζες στην Αυστρία το ’30...  

-Εσείς θα στηρίζατε ένα κίνημα που θα χρησιμοποιούσε βία για να πετύχει πολιτικούς σκοπούς; --Μια ορισμένη βία, ναι...   

ΧΟΥΝΤΑ ΚΑΙ PETITIONS Στην Ελλάδα πότε επιστρέψατε ξανά; 

Γύρισα στην Ελλάδα το ’65 όταν μου δόθηκε αμνηστία.   Δύο χρόνια αργότερα γίνεται η χούντα. Τι σχέσεις είχατε με την ελληνική κοινότητα κατά τη διάρκεια της επταετίας;  Από το 1962 μέχρι το 1972 ήμουν καθηγητής στο C.N.R.S. Μόλις έγινε η δικτατορία, ορισμένοι φοιτητές στη Ναντέρ με έπεισαν να κάνω εισήγηση – μόλις έγινε η δικτατορία. Βασική αρχή μου βέβαια ήταν πως η δικτατορία πρέπει να καταργηθεί.  

Πιστεύετε πως οι maîtres à penser μπορούν να αλλάξουν πράγματα σε μια περίοδο πολιτικής κρίσης; Στην Ελλάδα της χούντας οι διανοούμενοι σταμάτησαν να εκδίδουν τα έργα τους ως αντίσταση... Είναι δίκοπο μαχαίρι. Δεν πιστεύω στη σιωπή των διανοουμένων ως αντίσταση. Από την άλλη μπορεί μία μόνη φωνή να έχει απήχηση; Για παράδειγμα ο Σεφέρης; Ή ακόμα και όλη αυτή η εμιγκρέ αριστερή διανόηση; Ιστορικά υπήρξαν και σπουδαίοι διανοούμενοι που δεν είχαν σωστή πολιτική τοποθέτηση. Ο Heidegger ήταν χιτλερικός για χρόνια, αλλά επαναστατικός στην ανανέωση του τομέα στον οποίο εκινείτο. Και ο Lukács ήταν σταλινικός... Το 1923 αυτά που έγραφε ο Lukács θεωρήθηκαν ρεβιζιονισμός για το Κόμμα, οπότε το απαρνήθηκε και αποσύρθηκε. Αργότερα έγραψε το κείμενο που μετέφρασα εγώ και βγήκε σε συνέχειες από το Arguments. Κατόπιν ο Lukács και η Σοβιετική Ένωση κατήγγειλαν τα Arguments. Ως απάντηση βγάλαμε ένα κειμενάκι που έλεγε «δεν ξέραμε πως η Σοβιετική Ένωση ασχολείται με πνευματικά δικαιώματα»...  

Υπογράφατε pétitions ενάντια στη χούντα;  Σπάνια. Αρχή μου ήταν πως δεν υπογράφω αν δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος. Υπάρχει διαβάθμιση... Το ’60-κάτι ένας Ιρανός φοιτητής μου ζήτησε να υπογράψω pétition ενάντια στον σάχη – αλλά δεν υπήρχε κίνδυνος. Μετά μου είπε κάποτε να πάω στο Ιράν. Λέω «τι δουλειά έχω με τους μουλάδες;». Μου λέει: «Αν όλοι λένε έτσι, δεν πρόκειται να γίνει τίποτα»... (γέλια)  

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΑΛΛΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΜΙΓΚΡΕΔΕΣ Με τον Ξενάκη είχατε σχέσεις; Τον Ξενάκη τον ήξερα από τον Δεκέμβρη, ήμασταν φίλοι. Όταν τραυματίστηκε, από το νοσοκομείο τον πήγαν στον στρατό, αλλά το ’σκασε. Ο Ξενάκης ήρθε πέντε χρόνια μετά από μας λιποτακτώντας...   Με άλλους Έλληνες διανοούμενους; Με τον Σβορώνο; Την Αρβελέρ; Η Αρβελέρ είναι μικρότερη, είναι 76 χρονών τώρα. Την ήξερα από την Ο.Κ.Ν.Ε. Μετά έγινε απολιτική. Πήγε με το κατεστημένο και έπαιξε το κοινωνικό παιχνίδι. Είχα πει στο Κόμμα τότε πως θα ’χει εξέλιξη η νεαρά κομμουνίστρια. Τελικά είχε εξέλιξη αλλού... Ο Σβορώνος ήταν ορθόδοξος. Είχα βρει ένα κείμενο του Μαρξ ενάντια στην Επανάσταση του ’21 όπου έλεγε πως «θα κλονίσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία και θα δυναμώσει τον Τσάρο». Μου λέει: «Πού το ξέθαψες;» Αντίδραση ιστορικού...  

Αλλά με τον Καστοριάδη και τον Παπαϊωάννου ήσασταν αχώριστοι. Η Μιμίκα Κρανάκη σας ονομάζει «μαφία»... Παρότι σας χώριζαν –αρχικά– ιδεολογικές διαφορές. Με τον Κορνήλιο, ναι. Ο ένας ήταν πρώην Κ.Κ., ο άλλος πρώην τροτσκιστής... Αλλά μετά έσπασε τις σχέσεις του με τη γαλλική 4η Διεθνή.  

Ο τρίτος της «Αγίας Τριάδας» ήταν ο Κώστας Παπαϊωάννου. Από τους τρεις σας είναι ο λιγότερο γνωστός... Ο Παπαϊωάννου αγαπούσε τη ζωή πιο πολύ από το γράψιμο. Δεν έγραφε πολύ. Έγραφε κυρίως στα ελληνικά, δεν δημοσίευε πολύ. Έκανε όμως άπειρες συζητήσεις. Αλλά, verba volant... Και ο Παπαϊωάννου δεν ήταν vinculé όπως ο Κορνήλιος ή εγώ με κάποιο revue.  

Με τον Νίκο Πουλαντζά ή τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά είχατε σχέσεις; Δεν είχα καμιά σχέση μαζί τους. Τους είδα μόνο μία φορά. Αλλά και τώρα δεν έχω επαφή με τους Έλληνες της ακαδημαϊκής κοινότητας. Μόνο με τον Τσουκαλά και τον Βέλτσο. Κανέναν φιλόσοφο... Και τόσα χρόνια δεν είχα κανέναν μαθητή Έλληνα. Οι πιο πολλοί ήταν Αιγύπτιοι.  

Πρόσφατα (2003) ο Δημοσθένης Κούρτοβικ σε ένα άρθρο του στα Νέα θέτει το counterfactual ερώτημα τι θα είχε συμβεί αν όλη αυτή η φοβερή φουρνιά των υποτρόφων είχε μείνει στην Ελλάδα; «Τι θα ’χε γίνει αν τους είχαν σκοτώσει;», όπως λέει χαρακτηριστικά... Και αν η γιαγιά μου είχε ερπύστριες θα ήταν τανκ... (γέλια)  

Πώς σας φάνηκε το βιβλίο της Κρανάκη Φιλέλληνες; Είναι ακριβές; Το βιβλίο της Μιμίκας το βρήκα απλώς καψούρικο...    

Πηγή: lifo

Α-Τιμη Παραγωγικότητα

Α-Τιμη Παραγωγικότητα Τρία παραδείγματα που εξηγούν τα προβλήματα που υπάρχουν στη μέτρηση και την κατανόησή της.

Γράφει ο Γιάννης Βαρουφάκης

Η παραγωγικότητα είναι το ήμισυ της ευημερίας. Το άλλο μισό, βεβαίως, αφορά το τι παράγουμε (π.χ. πραγματικά αγαθά ή τοξικά απόβλητα) και το πώς διανέμονται τα παραχθέντα προϊόντα μεταξύ των πολιτών. Όπως, όμως, και να έχει το πράγμα, σε τελική ανάλυση, ευημερία χωρίς παραγωγικότητα δεν γίνεται. Μια ευημερούσα κοινωνία έχει να δείξει υψηλό παραγόμενο πλούτο ανά κάτοικο. Αλλά κάπου εδώ αρχίζει το πρόβλημα μέτρησης και κατανόησης της παραγωγικότητας: με το που αρθρώνουμε τη φράση «παραγόμενος πλούτος ανά κάτοικο», αυτόματα έρχεται στον νου ένα κλάσμα όπου ο αριθμητής είναι η παραγωγή, ο πλούτος που παρήχθη, και στον παρονομαστή βρίσκεται ο αριθμός των κατοίκων, των εργαζομένων, των πολιτών.  

Αυτό που συμβαίνει είναι ότι δεν αυξάνεται η παραγωγικότητα επειδή δεν βγαίνουμε από την ύφεση!

Γιατί είναι προβληματικό αυτό το κλάσμα όσον αφορά την κατανόηση και μέτρηση της παραγωγικότητας των μελών μιας κοινωνίας; Ας πάρουμε το εξής παράδειγμα: έστω μια ασφαλιστική εταιρεία που εξειδικεύεται σε ασφάλειες ζωής απασχολεί εκατό πωλητές. Η παραγωγικότητά τους μετριέται, απλώς, ως ο αριθμός των συμβολαίων που «κλείνει», κατά μέσον όρο, ο κάθε πωλητής. Αν, δηλαδή, πέρσι έκλεισαν δέκα χιλιάδες συμβόλαια, το κλάσμα της παραγωγικότητας ισούται με εκατό συμβόλαια ανά εργαζόμενο. Έστω, όμως, ότι πέρσι η ζήτηση ασφαλειών ζωής έπεσε στον Καιάδα της ύφεσης. Οι εκατό πωλητές δούλευαν πιο σκληρά από ποτέ, μέχρι αργά το βράδυ, δεν άφηναν ευκαιρία να πείσουν πελάτη ανεκμετάλλευτη μήπως και καταφέρουν να κρατήσουν τον τζίρο της εταιρείας ψηλά, αλλά φευ: η εταιρεία κατάφερε να κλείσει μόνο τέσσερις χιλιάδες συμβόλαια. Σε όρους παραγωγικότητας έπεσαν από τα εκατό στα σαράντα συμβόλαια ανά εργαζόμενο. Τι σημαίνει αυτό; Ότι η παραγωγικότητα των εργαζομένων αυτών μειώθηκε; Όχι βέβαια. Το αντίθετο συνέβη: η παραγωγικότητά τους αυξήθηκε, αλλά αυτό δεν έφτανε, καθώς ήρθαν αντιμέτωποι με σπανίζουσα ζήτηση. Να γιατί είναι λάθος αυτό που ακούγεται ότι δεν βγαίνουμε από την ύφεση επειδή δεν αυξάνεται η παραγωγικότητα. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι δεν αυξάνεται η παραγωγικότητα επειδή δεν βγαίνουμε από την ύφεση!  

Πάμε τώρα σε έναν άλλον χώρο, όπου η παραγωγικότητα φαίνεται να αυξάνεται. Στις διεθνείς χρηματαγορές, για παράδειγμα. Όπου και να κοιτάξουμε, στη Γουόλ Στριτ, στο Σίτι του Λονδίνου, στη Φρανκφούρτη, θα δούμε υψηλή κερδοφορία ανά εργαζόμενο σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Ο ίδιος αριθμός ντίλερ φέρνει στην εταιρεία του πιο πολλά χρήματα. Ε, και; Αν μελετήσουμε πιο προσεκτικά αυτές τις αγορές, θα δούμε καταστάσεις όπως η εξής: επενδυτικά ταμεία επενδύουν σε μετοχές εταιρειών οι οποίες χρησιμοποιούν οι ίδιες τη ρευστότητά τους όχι για να επενδύουν σε παραγωγικές διαδικασίες και μηχανήματα (τα οποία θα αύξαναν την παραγωγικότητα των εργαζομένων σε αυτές τις εταιρείες) αλλά για να αγοράζουν τις ίδιες τους τις μετοχές! Έτσι, καθώς οι ίδιες οι εταιρείες αγοράζουν τις δικές τους μετοχές, την ώρα που τις αγοράζουν και τα επενδυτικά ταμεία, η τιμή των μετοχών αυτών αυξάνεται, τα μπόνους των διευθυντών των εταιρειών αυτών ανεβαίνουν (καθώς είναι διασυνδεδεμένα με την τιμή της μετοχής) και τα επενδυτικά ταμεία (ακόμα και να βαράνε μύγες τη μισή μέρα) εμφανίζουν αυξανόμενα κέρδη ανά ντίλερ. Ραγδαία αύξηση «παραγωγικότητας» στα χαρτιά, την ώρα που η πραγματική οικονομία φθίνει, καθώς πραγματικές επενδύσεις σε μηχανήματα, προϊόντα και ανθρώπους δεν γίνονται.  

Κλείνω με το τρίτο παράδειγμα, όπου το κλάσμα της παραγωγικότητας είναι άκρως παραπλανητικό: στην παιδεία, στην υγεία, στο δικαστικό σύστημα ακόμα. Ξεκινώ με τον χώρο που γνωρίζω καλύτερα, την παιδεία. Όποιος προσπαθήσει να σκεφτεί με όρους παραγωγικότητας για την παιδεία είναι σίγουρο ότι θα της κάνει ανεπανόρθωτο κακό. Θυμάμαι, όταν δίδασκα στο Κέμπριτζ, την εντύπωση που μου είχε κάνει η παράδοση του tutorial. Κάθε εβδομάδα έβλεπα στο γραφείο μου έξι φοιτητές, τον καθένα ξεχωριστά, για μία ώρα. Αυτό ήταν το μάθημά τους. Ούτε διαλέξεις, ούτε τίποτα. Τους έδινα ολόκληρα βιβλία και άρθρα, εκείνοι τα διάβαζαν και μετά ερχόντουσαν στο γραφείο και τα συζητούσαμε. Αν μετρήσουμε την παραγωγικότητα της εργασίας μου εκεί και τη συγκρίνουμε με την παραγωγικότητά μου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου σε μια εξέταση ερχόντουσαν έως και επτακόσιοι φοιτητές, στοιβαγμένοι σε δεκαπέντε αίθουσες στο κτίριο της οδού Σίνα, είναι ξεκάθαρο ποιο από τα δύο κλάσματα παραγωγικότητας υπερτερεί: των Αθηνών βέβαια. Ε, και;

Για να το πω απλά: πρέπει να απαιτούμε χαμηλότερη παραγωγικότητα στα πανεπιστήμιά μας, ώστε να προσφέρουμε υψηλότερη μόρφωση. Και όσοι από τους κρατούντες διαφωνούν, επιχειρηματολογώντας ότι τα πανεπιστήμια και τα νοσοκομεία μας πρέπει να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους, να τους θυμίζουμε ότι για τα δικά τους τα παιδιά, όταν οι ίδιοι αρρωσταίνουν, απαιτούν χαμηλής παραγωγικότητας, και υψηλής ποιότητας, παιδεία και υγεία.  

Πηγή: lifo

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

ΝΕΡΙΤ, το σύμβολο

Ένα κανάλι που συμβολίζει όλη τη διαφθορά, την υποκρισία και την ανικανότητα του κυβερνητικού στρατοπέδου.

Γράφει ο Στέλιος Κούλογλου

Κάθε καθεστώς που καταρρέει κουβαλάει μαζί του ένα σκάνδαλο. Η χούντα ταλαιπωρήθηκε από το σκάνδαλο με τα «κρέατα Μπαλόπουλου» πριν μετατρέψει την Κύπρο σε αιώνιο σύμβολο προδοσίας, το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του '80 είχε το σκάνδαλο Κοσκωτά, η κυβέρνηση Σημίτη την υπόθεση του Χρηματιστηρίου, του Κώστα Καραμανλή το Βατοπέδι. Της σημερινής το σύμβολο είναι η ΝΕΡΙΤ, όπου οι αλλεπάλληλες παραιτήσεις που ανακοινώνονται και το πρωτοφανές, ακόμη και για αφρικανικές χώρες μόλις απελευθερωμένες από τη γραφειοκρατία, μπάχαλο που επικρατεί στα παρασκήνια προμηνούν νέα επεισόδια και πλήρη διάλυση.

Αλλά καλύτερα ας μιλήσουν η σημερινή κατάσταση και όσα έλεγε ο κ. Σαμαράς σε μια ομιλία του, τον Ιούνιο του 2013, την επομένη του λουκέτου: «Κάνουμε την πιο τολμηρή μεταρρύθμιση –ελπίζω– που θα υπάρξει ποτέ στα ελληνικά ΜΜΕ».

Ας δούμε, λοιπόν, πώς εφαρμόστηκαν οι πρωθυπουργικές εξαγγελίες. Τη «μεταρρύθμιση» αυτή ανέλαβε, ως διευθύνων σύμβουλος, ο κ. Προκοπάκης, ο οποίος αποπέμφθηκε από το Εποπτικό Συμβούλιο με την κατηγορία ότι δεν ήταν συνεργάσιμος. Ο ίδιος έγραψε ότι χωρίς αξιοκρατικά κριτήρια «μοιράζονται εκπομπές ή εξυπηρετούνται μικροσυμφέροντα», στρεφόμενος εμμέσως και εναντίον της αναπληρώτριας διευθύνουσας συμβούλου κ. Ευαγγελάκου που κατηγορήθηκε ότι έδινε εκπομπές σε ημετέρους, μεταξύ των οποίων και ο σύζυγός της. Η τελευταία παραιτήθηκε λίγο μετά.

Σαμαράς: «Εμείς θα αποκαταστήσουμε την αληθινά δημόσια ενημέρωση».  

Πριν από μερικούς μήνες, με τροπολογία σε άσχετο νομοσχέδιο, άλλαξε ο ιδρυτικός νόμος της «αληθινά δημόσιας τηλεόρασης» του κ. Σαμαρά και δόθηκε η δυνατότητα στο κυβερνών κόμμα να διορίζει αυτό την πλειονότητα των μελών του Εποπτικού.

Oι δύο προηγούμενοι παραιτηθέντες αντικαταστάθηκαν από τους κ.κ. Μακροδημήτρη και Μορώνη, οι οποίοι παραιτήθηκαν πρόσφατα, διαμαρτυρόμενοι για την επέμβαση της κυβέρνησης που ζήτησε –και πέτυχε– να μη μεταδοθεί η ομιλία Τσίπρα από τη Θεσσαλονίκη. Τους ακολούθησαν άλλα δύο μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου, οι Χωμενίδης και Ζούλας, καταγγέλλοντας επίσης κυβερνητικές παρεμβάσεις. Ας σημειωθεί ότι όλοι οι προηγούμενοι δεν είχαν διοριστεί από τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά από την κυβέρνηση.  

Πριν από μερικούς μήνες, με τροπολογία σε άσχετο νομοσχέδιο, άλλαξε ο ιδρυτικός νόμος της «αληθινά δημόσιας τηλεόρασης» του κ. Σαμαρά και δόθηκε η δυνατότητα στο κυβερνών κόμμα να διορίζει αυτό την πλειονότητα των μελών του Εποπτικού. Μέχρι και ο Π. Καψής αντέδρασε, ενώ για τον ίδιο λόγο η ευρωπαϊκή EBU απέκλεισε τη ΝΕΡΙΤ από τη Γιουροβίζιον του 2015.  

Σίμος Σιμόπουλος: "Τέτοια κακοδιαχείριση και καταστροφή δεν έχει ξαναγίνει..."

Σαμαράς: «Δημόσια ραδιοτηλεόραση, αλλά όχι κρατική. Με λιγότερο προσωπικό, αλλά επάξια επιλεγμένο, με κριτήρια ΑΣΕΠ».

Η πραγματικότητα: Από τους 600 και πλέον που εργάζονται στη ΝΕΡΙΤ, οι μισοί περίπου πέρασαν από ΑΣΕΠ (δεν έχουν υπογράψει όμως ακόμη σύμβαση λόγω του γενικότερου αλαλούμ). Οι άλλοι μισοί, των οποίων το επάγγελμα θεωρήθηκε καλλιτεχνικό, ορίστηκε να επιλεγούν από μια επιτροπή αξιολόγησης. Σωστή η παράκαμψη του ΑΣΕΠ, γιατί για δημοσιογράφους, σκηνοθέτες, παραγωγούς, οπερατέρ, ηχολήπτες κ.λπ. ισχύουν και άλλα κριτήρια. Αλλά όταν η ΝΔ είδε ότι οι δικοί της δημοσιογράφοι δεν πέρασαν από την επιτροπή αξιολόγησης, άλλαξε τον κανονισμό και τους διόρισε!

Σαμαράς: «Δεν έχουμε τίποτε απολύτως με τους εργαζόμενους της ΕΡΤ. Όλοι, άλλωστε, θα αποζημιωθούν με τον πλέον γενναιόδωρο τρόπο».

H αλήθεια: Οι παλιότεροι εργαζόμενοι πήραν μια πετσοκομμένη αποζημίωση και είναι στα δικαστήρια. Όσοι είχαν προσληφθεί μέσω ΑΣΕΠ ή με τον νόμο Παυλόπουλου, έχουν πάρει, στον ενάμιση χρόνο από το λουκέτο, 4 μισθούς, παρ' ότι είχαν αναγνωρισμένη προϋπηρεσία. Και λόγω εφαρμογής του ενιαίου μισθολογίου, τους ζητάνε τώρα να επιστρέψουν ένα μέρος από αυτά τα λίγα που πήραν! Το πολιτιστικό ρεπορτάζ στη ΝΕΡΙΤ θα το αναλάβει σίγουρα ο Κάφκα.

Σαμαράς: «Με ικανότητα να προβάλλει τη χώρα στο εξωτερικό, να ενημερώνει, να ψυχαγωγεί μέσα στην Ελλάδα. Όχι να σέρνεται σε τελείως περιθωριακά νούμερα τηλεθέασης και ακροαματικότητας». H πραγματικότητα: Στις ακριτικές περιοχές βλέπουν τουρκικά, αλβανικά και λοιπά κανάλια. Και ενώ η ΕΡΤ το 2012 είχε κερδίσει τα πρωτεία στην ενημέρωση, η ΝΕΡΙΤ παρουσιάζει τα χαμηλότερα ποσοστά τηλεθέασης στην ιστορία της ελληνικής ραδιοτηλεόρασης, από τότε που έφυγαν τα γερμανικά στρατεύματα από τους ραδιοθαλάμους του Ζαππείου!

Τέτοια κακοδιαχείριση και καταστροφή δεν έχει ξαναγίνει. Η ΝΕΡΙΤ συμβολίζει όλη τη διαφθορά, την υποκρισία και την ανικανότητα του κυβερνητικού στρατοπέδου. Σήμερα το Εποπτικό Συμβούλιο δεν μπορεί να λειτουργήσει και όλες οι αποφάσεις του είναι παράνομες, γιατί τρία από τα μέλη του (το τρίτο, ο κ. Σιμόπουλος, το έχει δηλώσει δημοσίως) έχουν παραιτηθεί. Επειδή σύμφωνα με τον νόμο είναι το συγκεκριμένο Εποπτικό Συμβούλιο που θα όριζε το Διοικητικό Συμβούλιο πρέπει να αλλάξει ο νόμος για να λειτουργήσει η ΝΕΡΙΤ.

Σαμαράς: «Είναι οι τελευταίοι σπασμοί ενός καθεστώτος προνομίων. Που καταρρέει. Και που θα έπρεπε να είχε παραμεριστεί από χρόνια». Είναι το μόνο σημείο στο οποίο ο πρωθυπουργός έπεσε μέσα. Μόνο που εννοούσε την κυβέρνησή του. Που, πράγματι, πολύ έμεινε.  

Πηγή: lifo

Η συμμορία των 11

 

image
 

Όταν είσαι άνδρας, οι μοναδικές ενδεκάδες που έχουν ενδιαφέρον είναι οι ποδοσφαιρικές. Για μία προσφάτως χωρισμένη γυναίκα όμως, ο αριθμός «11» αποκτά άλλη σημειολογική διάσταση όταν αναφέρεται στους μνηστήρες, που πολιορκούν μία βασανισμένη Πηνελόπη. Μετά από έναν μεγάλο έρωτα, χρειάζεσαι άφθονο χρόνο εσωτερικής αναζήτησης και ενδοσκόπησης. Μήπως όμως τελικά η περιορισμένη διαθεσιμότητα σε κάνει πιο ελκυστική στο άλλο φύλο; Ή απλώς οι άνδρες οσμίζονται το πόσο ευάλωτη είσαι, όπως οι καρχαρίες το αίμα;

Τις πρώτες νύχτες του χωρισμού χρειαζόμουν συντροφιά για να πάψω να αισθάνομαι ότι ο σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι θα κομματιάσει ξαφνικά μετά τα μεσάνυχτα όση καρδιά μου έχει απομείνει. Νόμιζα ότι ο Ν. ήταν απλώς φίλος. Αν και έμενε αρκετά μακριά, μου χτύπησε το κουδούνι στη 1 τη νύχτα επειδή είχε ανησυχήσει με τα καταθλιπτικά μηνύματά μου στο Facebook. «Δεν μπορώ να σου πω ότι δεν θέλω να σε αγκαλιάσω» υπογράμμισε αιφνισιαστικά ενώ του έλεγα για εκατομμυριοστή φορά πόσο με πλήγωσε ο Απόλυτος. Αλλά η ανάγκη μου για αγκαλιά δεν ήταν μεγαλύτερη από την ανάγκη μου να αφεθώ στον πόνο μου ώσπου να κάνει τον κύκλο του.

Με τον Ι. γνωριζόμασταν περίπου δύο χρόνια. Μου έλεγε ότι του θυμίζω το τραγούδι το «Gucci φόρεμα» του Μαζωνάκη, διαπίστωση που από μόνη της ήταν ένας πολύ καλός λόγος για να μου αφαιρεθεί κάθε ερωτική διάθεση. Όταν μου ζήτησε να ξαναβγούμε σκέφτηκα «είναι καλό παιδί, γιατί όχι;» για να μετανιώσω μετά. Κάθε ραντεβού θύμιζε μία αναμέτρηση σε ένα αόρατο ρινγκ, όπου έπρεπε να αποδείξω πόσο έξυπνη, sexy και επιθυμητή είμαι. «Ξέρεις δεν είμαι σε φάση τώρα» του έγραψα σε μήνυμα ένα απόγευμα Σαββάτου και έστρωσα το έδαφος στον τρίτο μνηστήρα.

Οι φίλες μου με προειδοποιούσαν ότι ο Δ. είναι «μετροσέξουαλ», κοινώς μία κατηγορία άνδρα που σιχαίνομαι με trademark το μαλλί κομμωτηρίου και τις πόζες που θυμίζουν γκόμενα του Sports Illustrated στον προσωπικό του λογαριασμό στο Instagram. Τις τρεις μέρες που το προσπαθήσαμε, κατάλαβα ότι οι νάρκισσοι δεν αγαπούν παρά μόνο τον καθρέπτη τους. Ήμουν εκείνη που μιλούσε πάντα σοβαρά, ενώ εκείνος απαντούσε με ατάκες καλλιστειακών προδιαγραφών. Όταν με κατηγόρησε ότι μου βγαίνει η ανασφάλεια της προηγούμενης σχέσης μου, μεταμορφώθηκα σε χρόνο dt στο ξανθό αντίστοιχο της Λίντα Μπλερ στον «Εξορκιστή» και τον συμβούλευσα να μετακομίσει μόνιμα στη Μύκονο, εκεί που ανήκει.

Ο μνηστήρας νούμερο τέσσερα, ο Κ. καλό και ευαίσθητο παιδί αλλά τόσο αταίριαστος μαζί μου, που ήταν σα να συνδυάζεις Moet με παϊδάκια. Νόστιμα και τα δύο αλλά όχι μαζί! Εκείνος εναλλακτικός σε όλα, λατρεύε τις διαδηλώσεις και εναντιωνόταν «στην κουλτούρα του καπιταλισμού». Εγώ μία γυναίκα που έδινε το μισό της μισθό σε πανάκριβα παπούτσια και χαλούσε όσα χρήματα απέμεναν σε ταξίδια στο εξωτερικό, όπου φυσικά συνέχιζε το shopping. Αυτή η…μεγάλη αγάπη θυσιάστηκε στο βωμό των ακριβών τακουνιών, αλλά άνοιξε τον δρόμο στον Γ. που τραγουδούσε σε ροκ συγκρότημα στον ελεύθερο χρόνο του και προφανώς με μπέρδεψε με την Debbie Harry γιατί κατά τ’ άλλα δεν είχαμε τίποτα κοινό.

Έχοντας αποφανθεί ότι δεν θα βρω ποτέ το άλλο μου μισό, έφυγα για ένα ένα ταξίδι-αστραπή στο Λονδίνο. Ουσιαστικά αναδρομή, καθότι εκεί ερωτεύτηκα τον Αμερικανό πρώην μου, τον άνδρα με το χαμόγελο Colgate, τον οποίο εγκατέλειψα για τον Απόλυτο. Με έβγαλε για φαγητό σε ένα ρομαντικό ιταλικό εστιατόριο και ήταν τόσο γλυκός που θύμιζε καραμελωμένο ποπ κορν σε γλώσσα που είχε βουτηχτεί στην πιο πικρή γεύση. Όπως και ο μνηστήρας νούμερο επτά που γνώρισα στο μπαρ του ξενοδοχείου και πέρασα μαζί του ένα καταπληκτικό βράδυ στο Soho, καταριώντας τον σεναριογράφο της ζωής μου που έχει τοποθετήσει στο εξωτερικό όλους τους ευγενικούς και υπέροχους άνδρες που ξέρω, αφήνοντας τα κακέκτυπά τους στην Ελλάδα. Οι παντρεμένοι μνηστήρες Σ. και Π. συνέχισαν να με πολιορκούν εξασφαλίζοντας μία θέση στην 11άδα, χωρίς φυσικά ποτέ να βγουν από τα αποδυτήρια.

Όμως ο Γ. και ο Α., οι δύο τελευταίοι παίκτες της ομάδας, έδειξαν ότι έχουν κλάση Λιονέλ Μέσι. Τον Γ. τον γνώρισα σε ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη, ένα χρόνο πριν μετακομίσει στο Λονδίνο. Τόσο χαρισματικός και τόσο μορφωμένος που μπορούσα να μιλάω με τις ώρες μαζί του και να γοητεύομαι από το μυαλό και την αισθητική του που τον έκανε να δημιουργεί μικρούς θεούς στις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες της καθημερινότητας. Και ο Α.; Επί χρόνια ο πιο ωραίος και ευφυής άνδρας που γνώρισα στα 20’s μου χωρίς ποτέ να συμβεί τίποτα μεταξύ μας αλλά τώρα ξαφνικά το σύμπαν συνομωτούσε για να πάμε για ποτό.

Ίσως τελικά η πραγματικότητά μας μας μετά από έναν χωρισμό παύει να είναι ζοφερή, όταν πληκτρολογούνται οι πρώτες γραμμές ενός ελπιδοφόρου story. Που δεν θα γίνει Οδύσσεια γιατί έχω σκοτώσει μέσα μου τον άπιστο σαδιστή Οδυσσέα μου. Μπορεί όμως να εξελιχθεί σε γιορτή σαν το Μουντιάλ ή σε blockbuster σαν την «Συμμορία των 11».

Πηγή:athensvoice