ενημέρωση 1:04, 3 August, 2026

Δεκάδες ανέκδοτες ηχογραφήσεις του Μπομπ Ντίλαν βρέθηκαν σε διαμέρισμα

Νέα Υόρκη

Ένας μουσικός θησαυρός ο οποίος αποτελείται από 149 πρωτότυπες ηχογραφήσεις του διάσημου μουσικού Μπομπ Ντίλαν βρέθηκε σε διαμέρισμα της Νέας Υόρκης.

Ανάμεσα σε αυτές τις ηχογραφήσεις είναι ανέκδοτες εκτελέσεις τραγουδιών από τρία άλμπουμ του Ντίλαν τα οποία είχαν κυκλοφορήσει τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, μετέδωσαν την Τετάρτη αμερικανικά μέσα ενημέρωσης. Πρόκειται για τις πρώτες ηχογραφήσεις του Μπομπ Ντίλαν για τα μουσικά άλμπουμ Nashville Skyline, Self Portrait και New Morning, σύμφωνα με τον ιστορικό της μουσικής Τζεφ Γκολντ.

Το υλικό αυτό ανακαλύφθηκε σε δίσκους οξικού βινυλίου που χρησιμοποιούνταν τότε για εγγραφή και μείξη μουσικών άλμπουμ μέσα σε δύο χαρτόκουτα, στη ντουλάπα ενός διαμερίσματος που νοίκιαζε κάποτε ο Ντίλαν, σύμφωνα με την εφημερίδα New York Daily News.

Οι δίσκοι αυτοί, από ένα υλικό πολύ πιο εύθραυστο και ευαίσθητο από τους δίσκους βινυλίου του εμπορίου, δεν προορίζονταν για αναπαραγωγή, παρά μόνο ελάχιστες φορές.

Είχαν σταλεί από τον Ντίλαν στον παραγωγό του και αντιστρόφως, ενώ δούλευαν για την οριστικοποίηση των εκτελέσεων που θα συμπεριλαμβάνονταν στους δίσκους, σύμφωνα με τον Γκολντ, ο οποίος ανέλαβε να επαληθεύσει την αυθεντικότητα του υλικού.

«Αυτό δεν έχει προηγούμενο», δήλωσε ο Γκολντ. «Η ποιότητα του ήχου είναι απίστευτα υψηλή. Αυτές είναι ηχογραφήσεις πρώτης γενιάς, απευθείας από το master tape», πρόσθεσε ο ίδιος.

Ο Γκολντ, που είπε ότι αγόρασε τη συλλογή αμέσως μόλις την είδε, είπε πως θα κρατήσει το μεγαλύτερο μέρος των ηχογραφήσεων και θα πουλήσει μερικές στο Διαδίκτυο.

Τα πιο επιθυμητά κομμάτια δεν αναμένεται να πωληθούν για λιγότερο από 7.000 δολάρια.

Τι ζόρι τραβάνε η Amazon και ο Hachette;

Πώς οι συγγραφείς του κραταιού εκδοτικού οίκου βρέθηκαν στη μέση ενός «βρώμικου» πολέμου με αφορμή τα e-books

Με μία κίνηση που σκοπό έχει να μπει στο μάτι του Hachette εξαιτίας της κλιμακούμενης δημόσιας διαμάχης που έχει ξεσπάσει μεταξύ τους, με αφορμή τα ποσοστά επί των κερδών αμφότερων από το ηλεκτρονικό εμπόριο, περιλαμβανομένων και των e-books, η Αmazon παραχωρεί στους συγγραφείς το 100% επί των κερδών που τους αναλογούν από τις πωλήσεις των e-books τους, αγνοώντας επιδεικτικά τον οίκο.  

Αυτή η ασυνήθιστη προσφορά στάλθηκε από τον David Naggar, στέλεχος της Amazon, προς ορισμένους συγγραφείς και τους ατζέντηδές τους σε μορφή επιστολής, ενώ την Τρίτη 8 Ιουλίου στάλθηκε και στoν Hachette. Η επιστολή, εκτός από τη «γενναιόδωρη» προσφορά, τους ενημέρωνε ότι η εταιρεία προτίθεται να αποκαταστήσει και τις ηθελημένες καθυστερήσεις στη διανομή των βιβλίων τους. Άλλη μία κίνηση εχθροπραξίας προς τον εκδοτικό οίκο Hachette στην οποία είχε προβεί ο ιντερνετικός γίγαντας με αφορμή τις διαπραγματεύσεις για τα ποσοστά επί των πωλήσεων.  

Όπως και με τις καθυστερήσεις στη διανομή, έτσι και τώρα η συντριπτική πλειονότητα των συγγραφέων που ήταν αποδέκτες της επιστολής της Amazon καταδικάζει την εταιρεία, κατηγορώντας την για εκβιασμό καθώς και για προτροπή να «επιλέξουν στρατόπεδο» εναντίον του εκδοτικού τους οίκου.  

«Παρά τις υποσχέσεις ότι αυτή η προσφορά μας βγάζει από το μέτωπο των διαπραγματεύσεων», τονίζει η πρόεδρος του Σωματείου Συγγραφέων, Roxana Robinson, «στην πραγματικότητα μας ωθεί όλο και πιο πολύ στο επίκεντρό τους».  

Η Amazon υποστηρίζει ότι o Hachette καθυστερεί επικίνδυνα να απαντήσει στις προσκλήσεις της για διαπραγματεύσεις που αφορούν τα ποσοστά επί των κερδών των e-books, ενώ, από την άλλη πλευρά του σχοινιού, ο Hachette κατηγορεί την εταιρεία ότι προσπαθεί να «βγάλει από τη μέση τον εκδοτικό οίκο όσον αφορά τα e-books».  

Έτσι, όπως αναφέρει το άρθρο των «New York Times» που παρακολουθεί στενά την υπόθεση που εξελίσσεται σε πόλεμο συμφερόντων, οι κονταρομαχίες θα συνεχιστούν για αρκετό διάστημα, με τους συγγραφείς να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή.

Για τα t-shirts των Ramones, τώρα που πέθανε και ο τελευταίος Ramone

Με αφορμή αυτούς που δεν γνώριζαν ότι Ramones είναι ένα πανκ συγκρότημα και όχι μια μάρκα ρούχων

Δείτε επίσης: Πέθανε ο τελευταίος των Ramones: Ο θρύλος της πανκ και ιδρυτικό μέλος της μπάντας Tommy Ramone           

Είχα διαβάσει κάποτε ότι για κάθε ένα άλμπουμ των Ramones που αγοράζει κάποιος στον κόσμο, ταυτόχρονα πωλούνται πάνω από εκατό μπλουζάκια Ramones.   

Η απόλυτη ξεφτίλα για ένα πανκ συγκρότημα του οποίου τη μουσική αγνοούν πολλοί που αγοράζουν τα t-shirts για να το παίξουν πανκ και κουλ.     

Η αξιοπιστία του ατόμου που φοράει Ramones t-shirt υποτίθεται ότι ανεβαίνει κατακόρυφα, κι έτσι έγινε μόδα, κάνοντας ακόμα και τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς τους να μοιάζουν κάλπικοι όταν φορούν τα μπλουζάκια - παρ' ό,τι κάλπικοι δεν είναι.  

Οι χειρότεροι είναι οι διάσημοι που προσπαθούν να ξεπλύνουν το ίματζ τους φορώντας μπλουζάκια. Ανάθεμά με αν ξέρουν να τραγουδήσουν έστω και ένα τραγούδι τους.    

Πάνω, ο Harry Styles των One Direction που θέλει να μας κάνει να ξεχάσουμε ότι τραγουδάει ποπ χαζομαρίτσες σε ένα κατασκευασμένο boyband επειδή φοράει ξανά και ξανά t-shirts των Ramones.   

Κάτω αριστερά, το ξανθό παιδάκι απ' τους One Direction που επίσης προσπαθεί να μας πείσει ότι είναι rawk.         

Υπάρχουν χιλιάδες διαφορετικά σχέδια.      

Πολλά απ' αυτά πωλούνται σε εμπορικά πολυκαταστήματα - και οι πολυεθνικές θησαυρίζουν.      

Ακόμα κι όταν ήταν στα πάνω τους, οι Ramones έβγαζαν περισσότερα λεφτά απ' τα μπλουζάκια παρά απ' τα άλμπουμ τους. Ένα απ' τα γελοιότερα σημεία της ιστορίας τους έχει να κάνει με την αποχώρηση του Richie Ramone απ' το συγκρότημα:   

Ο Richie παράτησε την μπάντα ξαφνικά, τον Αύγουστο του 1987, μετά από τσακωμό για τα χρήματα. Χρόνια αργότερα, και από τις συνεντεύξεις στο φιλμ "End of the Century: The Story of the Ramones", αποκαλύφθηκε ότι έφυγε απ' το συγκρότημα επειδή ο Johnny Ramone δεν δεχόταν να μοιραστούν τα λεφτά απ' τις πωλήσεις των t-shirts. (Πόσο πανκ!)  

Το ότι οι Ramones έχουν πουλήσει πολύ περισσότερα μπλουζάκια απ' ό,τι δίσκους είναι τόσο γνωστό, που, τελικά, έγινε και μπλουζάκι...         [+]

Sheena Is A Punk Rocker

Πηγή: lifo

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Πού πηγαίνει η δημοκρατία

Οκτώ πολιτικοί στοχαστές δίνουν τη δική τους διαφορετική ερμηνεία για τους δημοκρατικούς θεσμούς
 
Δημοκράτες κατά της δημοκρατίας;
Η «Σχολή των Αθηνών» του Ραφαήλ. Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης (στο κέντρο) πλαισιωμένοι από μεγάλες μορφές της φιλοσοφίας και των επιστημών
 
 
Τζόρτζιο Αγκάμπεν, Αλέν Μπαντιού, 
Ζαν-Λικ Νανσί, Ζακ Ρανσιέρ, 
Ντανιέλ Μπενσαΐντ, Κριστίν Ρος, 
Γουέντι Μπράουν, Σλαβόϊ Ζίζεκ
 
Πού πηγαίνει η Δημοκρατία;
 
Μετάφραση Νατάσα Κατσογιάννη, 
Φρίξος Μαραβέλιας, Φώτης Σιατίτσας. 
Επιμέλεια Δημήτρις Βεργέτης, Αθήνα, 
Πατάκης

Το βιβλίο Πού πηγαίνει η δημοκρατία; που εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Γαλλία το 2009, περιέχει αιχμηρά κείμενα σημαντικών ευρωπαίων και αμερικανών στοχαστών της Αριστεράς, τα οποία ωστόσο θα άξιζε να ήσαν εκτενέστερα. Για παράδειγμα, στη συντομότατη εισαγωγή του στο βιβλίο ο κατά τα άλλα σημαντικός Αγκάμπεν αρκείται σε μια βιαστική καταδίκη της φιλελεύθερης δημοκρατίας, γιατί αυτή μάταια υπηρετεί δύο αντιφατικές λογικές, τη νομική λογική («ορθολογικότητα») του πολιτεύματος και την οικονομο-διαχειριστική λογική της διακυβέρνησης. Η δεύτερη από τις δύο λογικές έχει κυριαρχήσει, «αποστραγγίζοντας» τη λαϊκή κυριαρχία «από κάθε νόημα». Εδώ δυστυχώς υφέρπει η άποψη ότι εφόσον δεν έχουμε καθεστώς πλήρους δημοκρατίας, όπως θα το ευχόταν ο καθένας, τότε αυτομάτως περιπίπτουμε σε καθεστώς αστικής ολιγαρχίας.

Πιο προκλητικός από τον Αγκάμπεν, ο Μπαντιού θεωρεί ότι οι σημερινές δημοκρατίες είναι «επινοημένοι φασισμοί» και θέτει το δίλημμα «κομμουνισμός ή βαρβαρότητα επινοημένων φασισμών;». Το λύνει υπέρ του κομμουνισμού, «ο οποίος απορροφά και υπερβαίνει τον φορμαλισμό των σύγχρονων δημοκρατιών». Ο Μπαντιού, με μια διανοητική τρίπλα, αποδίδει στη σύγχρονη δημοκρατία τα κακά της εφήμερης διασκέδασης: «Διασκεδάστε είναι το αξίωμα για όλους. Εξ ου και η τεράστια βλακεία των σύγχρονων δημοκρατικών κοινωνιών». Είναι εύκολο να καταδικάσει κανείς τη δημοκρατία, εάν την ταυτίσει με έναν τρόπο ζωής. Αυτό που είναι δύσκολο, φαντάζομαι, είναι να παραμένεις δημοκράτης, όταν είσαι τόσο υπερόπτης.  
 
Αιχμηρές επικρίσεις
Πιο επιμελής ο Μπενσαΐντ συνεισφέρει ένα κείμενο πλούσιο ως προς τη βιβλιογραφική τεκμηρίωσή του. Θεωρεί ότι η δημοκρατία σήμερα στηρίζεται στον φόβο των φιλελευθέρων για τις μάζες και στο πάθος τους για την τάξη. Δυστυχώς έτσι ταυτίζει την ιδεολογία του συντηρητισμού (φόβος, τάξη) με εκείνη του πολιτικού φιλελευθερισμού. Πιστεύει ότι η δημοκρατία είναι το νομιμοποιητικό κέλυφος του καπιταλισμού: «ο όρος δημοκρατία δεν αποτελεί παρά το ψευδώνυμο του δεσποτισμού της αγοράς». Αντλώντας από τον Ρανσιέρ, ο Μπενσαΐντ εύλογα θέλει τη δημοκρατία «να αμφισβητεί ανυποχώρητα τα χτυπήματα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και τις καταστρατηγήσεις του κράτους εις βάρος του δημόσιου χώρου και των κοινών αγαθών».

Στο καλύτερο κεφάλαιο του τόμου, η  Mπράουν εξηγεί πώς η φιλελεύθερη δημοκρατία έχει παραφθαρεί. Κάνει λόγο για «αποδημοκρατικοποίηση», δηλαδή μια διαδικασία που οφείλεται στην επιρροή των επιχειρήσεων στη λήψη των αποφάσεων, στα χαρακτηριστικά του εμπορικού μάρκετινγκ που διέπουν τις εκλογές, στη διάχυση νεοφιλελεύθερων κριτηρίων στη δημόσια σφαίρα, στον σφετερισμό της νομοθετικής λειτουργίας από τα δικαστήρια, στον ακρωτηριασμό της εθνικής κυριαρχίας από την παγκοσμιοποίηση και στην αστυνόμευση που πολλές δημοκρατίες υιοθέτησαν μπροστά στον κίνδυνο της τρομοκρατίας.

Πιο φιλοσοφικός ο Νανσί θεωρεί ότι η δημοκρατία σήμερα δεν είναι αρκετά δημοκρατική. Η δημοκρατία δεν καλύπτει όλους τους ανθρώπους, π.χ. όσους δεν είναι πολίτες μιας από τις δημοκρατίες, ενώ και φιλοσοφικά παραμένει αθεμελίωτη. Το θεμέλιό της, κατά τον Νανσί, μπορεί να είναι «η αποδοχή όλων των διαφορετικοτήτων σε μια κοινότητα που δεν τις ενοποιεί, αλλά ξεδιπλώνει, αντίθετα, την πολλαπλότητά τους». Συγκλίνοντας με τον Μπενσαΐντ, υποστηρίζει ότι η πολιτική «οφείλει να ανανεώνει αδιάκοπα τη δυνατότητα εκκόλαψης μορφών ή πεδίων νοήματος».

Πιο σαφής ο Ρανσιέρ θεωρεί ότι ο κυρίαρχος λόγος των ευρωπαϊκών και εθνικών ηγεσιών δυσπιστεί απέναντι σε δημοκρατικούς θεσμούς, όπως τα δημοψηφίσματα, καθώς και ότι οι ηγεσίες των δημοκρατιών μισούν τη δημοκρατία. Εν τούτοις η δημοκρατία «έρχεται να εμποδίσει την πολιτική να μετατραπεί τελείως απλά σε μια πρακτική αστυνόμευσης», γιατί «είναι η ισότητα ενσφηνωμένη στο σώμα της κυριαρχίας». Πρόκειται για μια δυνατότητα, όχι για ιστορική αναγκαιότητα. Οπως το θέτει, η δημοκρατία ως ισότητα είναι μια «αναζήτηση προκειμένου να δημιουργηθούν μορφές κοινής συνύπαρξης που δεν είναι εκείνες του κράτους, της συναίνεσης».

Λειψές γραφικότητες
Με οξύ, πολεμικό ύφος, η Ρος πιστεύει ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία είναι «μια παρωχημένη τελετουργία», ενώ δημοκρατία θα έπρεπε να είναι «η ικανότητα να διαμορφώνουμε τα πράγματα». Στηριζόμενη μόνο στο πόσο ανεπαρκώς λειτουργούσε η δημοκρατία στη Γαλλία τον 19ο αιώνα και στους ευρωπαϊκούς θεσμούς στη δεκαετία του 2000, η Ρος ισχυρίζεται ότι «δημοκρατία είναι το λάβαρο υπό το οποίο στοιχίζεται μια δραστήρια ιμπεριαλιστική αστική τάξη». Λειψή εμπειρική τεκμηρίωση, κοινότοπο συμπέρασμα.

Ομως τον διαγωνισμό παραδοξολογίας τον κερδίζει ο Ζίζεκ, ο οποίος ως γνωστόν είναι απρόβλεπτος. Στο κείμενό του επιδοκιμάζει τη «βίαιη λαϊκή αυτοάμυνα» ως απάντηση στη «συστηματική κοινωνική βία». Είναι υπέρ της «εκδικητικής βίας», γιατί αυτή, «αντίθετα από την καταπιεστική βία, δημιουργεί μια αρνητική ισότητα, μια ισότητα της οδύνης» μεταξύ των πρώην καταπιεστών και των νυν εξεγερμένων. Αυτό προφανώς θα ήθελε να ακούσει  οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αληθινότερο εκφραστή του λαού από όλους τους άλλους και αναζητεί δικαιολογία για κάθε είδους ωμότητες.  

Συνοπτικά, οι συγγραφείς του επίκαιρου αυτού βιβλίου, με εξαίρεση την Μπράουν και ίσως τον Νανσί, δεν επιδιώκουν την αλλαγή αλλά την κατάργηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αυτό ανταποκρίνεται στο ερώτημα που τους είχε τεθεί αρχικά, γιατί στο γαλλικό πρωτότυπο του βιβλίου ο τίτλος είναι «Σε ποια κατάσταση βρίσκεται η δημοκρατία;». Το βιβλίο είναι καλομεταφρασμένο, αλλά η ελληνική απόδοση του τίτλου δημιουργεί προσδοκίες ότι οι συγγραφείς θα σχολιάσουν το μέλλον της δημοκρατίας. Οπως είδαμε όμως, μερικοί, αν όχι οι περισσότεροι από τους συγγραφείς θα εύχονταν η δημοκρατία, όπως λειτουργεί σήμερα, να μην έχει κανένα μέλλον.