ενημέρωση 1:04, 3 August, 2026

Ο άνθρωπος που χρησιμοποιούσε το 100% του εγκεφάλου του

Αναρωτιέστε ποιος ήταν αυτός ο τόσο ξεχωριστός άνθρωπος;

Σίγουρα κάποια στιγμή στη ζωή σας θα έχετε εμπλακεί σε μια συζήτηση (ή θα το έχετε διαβάσει σε κάποιο περιοδικό ή site) σχετική με τις δυνατότητες που θα είχε ο άνθρωπος αν χρησιμοποιούσε το 100% του εγκεφάλου του και όχι το 10% όπως συνηθίζουμε εμείς οι πτωχοί τω πνεύματι.

Ως παραδείγματα τέτοιων ξεχωριστών ανθρώπων αναφέρονται συνήθως οΙησούς και ο Αϊνστάιν – αν και κανείς δεν τους έκανε ποτέ εγκεφαλογράφημα.

Παρόμοιες υπερδυνάμεις υποστηρίζουν ότι είχε και ο Πυθαγόρας, ο Βούδας, κάποιοι γιόγκι στην Ινδία και άλλοι τόσοι γέροντες στο Άγιο Όρος –ενδέχεται και ο Νίκος Γκάλης.

Είναι παράξενο το πόσο εύκολα οι άνθρωποι ασπάζονται οποιαδήποτε βλακεία τους πασάρουν, είτε αυτή είναι η «θεωρία» της Κούφιας Γης και των εξωγήινων «Ε» είτε ότι η πολιτική λιτότητας θα οδηγήσει στην ευημερία των πολιτών.

Μάλλον πιστεύουν ότι η «κριτική σκέψη» έχει να κάνει με ντάκους και τσικουδιά, ενώ αυτοί προτιμούν τη φάβα Σαντορίνης –ίσως επειδή προσιδιάζει στον εγκέφαλο τους.

Έτσι δε θα φέρουν αντιρρήσεις ούτε καν θα το σκεφτούν όταν κάποιος τους αναφέρει την περίπτωση ενός σύγχρονου αγίου που έκανε θαύματα ακριβώς επειδή χρησιμοποιούσε όλον τον εγκέφαλο του.

«Δεν το ήξερες; Οι υπόλοιποι άνθρωποι χρησιμοποιούμε μόνο το 10%», θα πει με σιγουριά. «Το διάβασα σε ένα βιβλίο που πουλούσε ο τάδε υπουργός. Βλάκας είναι αυτός, δεν ξέρει;»

Δε θα ασχοληθούμε με τη βλακεία των κυβερνώντων, η οποία είναι σίγουρα μικρότερη από εκείνων που τους ψηφίζουν, αλλά με τους «ξεχωριστούς ανθρώπους».

Αυτό που πιθανότατα δεν γνωρίζετε είναι ότι ο «τόσο ξεχωριστός άνθρωπος» που χρησιμοποιεί ολόκληρο τον εγκέφαλο του είστε εσείς –οι περισσότεροι από εσάς τέλος πάντων. Απλά δεν χρησιμοποιείτε το 100% των νευρώνων σας ταυτόχρονα –και να ευχαριστείτε τον άγιο  γι’ αυτό.

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος καταναλώνει τεράστια ποσά ενέργειας. Αν για κάποιο λόγο ξεκινούσε να λειτουργεί ολόκληρος –πράγμα που δεν συμβαίνει γιατί ο εγκέφαλος μας είναι πιο έξυπνος από εμάς- το μόνο που θα καταφέρνατε θα ήταν να πέσετε νεκροί την ίδια στιγμή -αφού πρώτα θα ανατιναζόταν το κεφάλι σας ή μόνο θα έπαιρνε φωτιά.

Το ιδανικό ποσοστό των νευρώνων που τίθενται ταυτόχρονα σε λειτουργία δεν ξεπερνάει το 3%. Από εκεί και πέρα η ενέργεια που απαιτείται είναι τόσο μεγάλη που ο εγκέφαλος δυσκολεύεται να ανταπεξέλθει.

Χρησιμοποιούμε διαφορετικό 3% όταν ακούμε μουσική, όταν ονειρευόμαστε, όταν κάνουμε σεξ και όταν παρακολουθούμε ποδόσφαιρο –αν και έχω αμφιβολίες για το ποσοστό νευρώνων που ενεργοποιούνται στην τελευταία περίπτωση.

Αν αυτό το 3% σας φαίνεται πολύ λίγο μάλλον δεν έχετε συνειδητοποιήσει τι κουβαλάτε στο κεφάλι σας.

Εκεί μέσα υπάρχουν 200 δισεκατομμύρια νευρικά κύτταρα. Καθένα από αυτά μπορεί να έχει μέχρι και 10.000 δενδρίτες –τους οποίους μπορείτε να φανταστείτε σαν κλαδιά δέντρου που μεταβιβάζουν σήματα. Το ίδιο κάνουν και οι νευρίτες, οι οποίοι μπορεί να είναι χιλιάδες φορές  μακρύτεροι από το νευρώνα.

Το συνολικό μήκος των νευριτών φτάνει τα 5.000.000 χιλιόμετρα. Αν τους απλώναμε θα μπορούσαν να καλύψουν έκταση ίση με τέσσερα ποδοσφαιρικά γήπεδα.

Οι συνάψεις που δημιουργούνται ανάμεσα στα νευρικά κύτταρα είναι ένα τετράκις εκατομμύριο (1.000.000.000.000.000).

Ο αριθμός των πιθανών τρόπων διακίνησης μιας πληροφορίας στον εγκέφαλο είναι μεγαλύτερος από το συνολικό αριθμό των ατόμων σε ολόκληρο το σύμπαν!

Λοιπόν, συνεχίζετε να πιστεύετε ότι το 3% είναι περιοριστικό;

Υπάρχουν ιατρικές περιπτώσεις όπου έχει αφαιρεθεί το ένα ημισφαίριο, ο μισός εγκέφαλος. Αυτοί οι άνθρωποι συνέχισαν να ζουν μια σχεδόν φυσιολογική ζωή, αφού στο μισό που έμεινε δημιουργήθηκαν νέες συνάψεις.

Γιατί μπορεί να μη δημιουργούνται καινούρια νευρικά κύτταρα από κάποια ηλικία και μετά, αλλά νέες συνάψεις δημιουργούνται και στα βαθιά γεράματα, αρκεί να ασκούμε τον εγκέφαλο μας και να μαθαίνουμε νέα πράγματα, να αποκτούμε καινούριες δεξιότητες -αντί να παρακολουθούμε τηλεόραση και να ψηφίζουμε το ίδιο κόμμα για σαράντα χρόνια.

Ας τελειώσουμε αυτό το κείμενο καταρρίπτοντας άλλο έναν μύθο, αυτόν που έχει να κάνει με την ανεπανόρθωτη ζημιά που προκαλούν τα οινοπνευματώδη ποτά στον εγκέφαλο μας.

Αυτή η άποψη χρονολογείται από τις αρχές του 19ου αιώνα, όταν ξεκίνησαν κάποιες αντιαλκοολικές εκστρατείες για την απαγόρευση των οινοπνευματωδών. Όμως δεν υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία που να αποδεικνύουν κάτι τέτοιο.

Η εξέταση δειγμάτων από αλκοολικούς και μη αλκοολικούς έδειξε ότι δεν υπάρχει σημαντική διαφορά στο συνολικό αριθμό νευρώνων ή στην πυκνότητα, ανάμεσα στις δύο ομάδες.

Η περιθωριοποίηση των αλκοολικών δεν οφείλεται σε κάποια μόνιμη βλάβη του εγκεφάλου, αλλά στην καθημερινή αλληλεπίδραση τους με την κοινωνία.

Κάποιος που είναι μεθυσμένος όλη τη μέρα αδυνατεί να εργαστεί, να κοινωνικοποιηθεί, να επικοινωνήσει. Αν αυτός ο «κάποιος» δεν είναι ένας «κοινός άνθρωπος», αλλά αναγνωρισμένος καλλιτέχνης η κοινωνία τον αποδέχεται. Αν είναι δασκάλα του δημοτικού, μάλλον όχι.

Ο Γουίνστον Τσόρτσιλ, ο οποίος δεν μπορούσε να ζήσει ούτε μια μέρα χωρίς μπράντι (και πούρα), έφτασε σε μεγάλη ηλικία χωρίς να χάσει τίποτα από την αυτοπεποίθηση και την ευστροφία που τον χαρακτήριζε.

Αντίθετα, η σπουδαία Άιρις Μέρντοχ, η οποία δεν είχε καταναλώσει ούτε το ένα εκατομμυριοστό της Τσορτσίλιαν ποσότητας αλκοόλ ούτε έβλεπε τούρκικα σίριαλ στην τηλεόραση, χάθηκε στο σκοτεινό λαβύρινθο του Αλτσχάιμερ.

Ο εγκέφαλος μας είναι υπερβολικά πολύπλοκος και ίσως ποτέ να μην μπορέσουμε να κατανοήσουμε απόλυτα τους μηχανισμούς του.

Ένα είναι βέβαιο: Όσο περισσότερο χρησιμοποιούμε αυτό το 3% τόσο καλύτερα είναι.

Παραφράζοντας τη διάσημη φράση του Μποντ για το μαρτίνι (το οποίο παρεμπιπτόντως δεν ήταν το αγαπημένο του ποτό, αφού στα περισσότερα βιβλία του Φλέμινγκ πίνει ουίσκι): “Use it, don’t waste it”.

(Για αυτό το κείμενο ο Γελωτοποιός άντλησε υλικό από το «Βιβλίο της Ολικής Άγνοιας», Λόιντ & Μίτσινσον, εκδόσεις Πατάκη, μτφ Ξηρομερίτη).

(To «Lucy» είναι μια καινούρια ταινία του Λυκ Μπεσόν - φθινόπωρο 2014, όπου η Σκάρλετ Γιόχανσον χρησιμοποιεί το 100% του εγκεφάλου της και τα κάνει όλα Γης Μαδιάμ)

Πηγή:tvxs

Μοιρολα3

 
 
Γράφει η Κρυσταλία Πατούλη
 
  
[...] Δεν λύνεται από σωτήρες το πρόβλημα. Πρέπει εμείς να κινητοποιηθούμε, ο λαϊκός κόσμος, οι άνθρωποι που είναι χτυπημένοι από την κρίση, οι άνεργοι, οι ανασφάλιστοι, τα θύματα της κρίσης πρέπει να ενεργοποιηθούν, να πάρουν πρωτοβουλίες, διαφορετικά δεν μπορεί να μας σώσει κανείς [...] Ο συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπυλος μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή το νέο του βιβλίο Μοιρο3 που θα κυκλοφορησει την Τρίτη 21 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Τόπος.
 

Κρ.Π.: Πώς γεννήθηκε η ιδέα να γράψεις το «Μοιρολα3»;

Β.Ρ.: H «Μοιρολα3» είναι μια διασκευή του μυθιστορήματος της Πηνελόπης Δέλτα «Παραμύθι χωρίς όνομα», που το 2011 έκλεισαν εκατό χρόνια από την έκδοσή του, και είναι το πιο ευπώλητο από όλα τα βιβλία της (και από τον «Μάγκα» και από τα «Μυστικά του βάλτου»).

Πριν από τέσσερα χρόνια, ο σκηνοθέτης Τάκης Τζαμαργιάς με προσκάλεσε να διασκευάσω θεατρικά αυτό το έργο, για μια παράσταση που ανέβηκε στην παιδική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, που παίχτηκε επί ενάμιση χρόνο και είχε μεγάλη επιτυχία.

Ωστόσο, δεν έμεινα ικανοποιημένος από αυτή τη θεατρική διασκευή. Με τον Τζαμαργιά διαφωνήσαμε, και θεωρώ ότι δεν τόλμησε μεγαλύτερες αλλαγές σε σχέση με το πρωτότυπο. Αυτό ήταν που με ώθησε στη συγγραφή του μυθιστορήματος «Μοιρολα3». Tην όλη περιπέτεια της θεατρικής διασκευής την αφηγούμαι διεξοδικά στο βιβλίο μου «Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας».

Το «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Δέλτα έχει μια ιδιαιτερότητα. Από τη μία είναι παιδικό και παραμυθένιο, με βασιλιάδες και βασίλισσες, βασιλόπουλα και πριγκίπισσες, και από την άλλη ―εκεί οφείλεται και η τεράστια απήχηση του βιβλίου― η συγγραφέας έχει συλλάβει και αναδείξει τις ελληνικές παθογένειες σαν να έχει βγάλει μια ακτινογραφία της χώρας μας.

Ο τίτλος, δε, «Παραμύθι χωρίς όνομα», σημαίνει αυτό που λέμε και σήμερα «ονόματα δεν λέμε». Δηλαδή, ενώ δεν δηλώνεται ρητά, το βιβλίο μιλάει για την Ελλάδα. Και είναι ανατριχιαστική η ταύτιση με πράγματα που συμβαίνουν και στις μέρες μας, με μόνιμες δηλαδή παθογένειες, που ξαναεμφανίζονται εκρηκτικά με τη σημερινή κρίση.

Διαβάζοντάς το, έχεις ώρες ώρες την εντύπωση ότι βλέπεις το βραδινό δελτίο ειδήσεων στην τηλεόραση. Τόσο επίκαιρο είναι και διεισδυτικό.
Εν ολίγοις, από τη μια μεριά υπάρχει κάτι παραμυθένιο, και από την άλλη υπάρχει κάτι πολύ άμεσο και ρεαλιστικό, σχεδόν ωμό.

Στο μυθιστόρημά της, η χώρα, το βασίλειο, ονομάζεταιΜοιρολατρία (και δεν είναι βέβαια γραμμένη με τον αριθμό 3, που έχω προσθέσει στον δικό μου τίτλο). Στη Μοιρολατρία επικρατεί αυτή η πάγια νεοελληνική μοιρολατρική αντίληψη, που λέει: «Έλα, μωρέ, εγώ θ’ αλλάξω τον κόσμο; Άσε να το κάνει κανένας άλλος. Έτσι κι αλλιώς, δεν αλλάζει τίποτα. Άρα, δεν χρειάζεται και να κάνεις τίποτα…». Αυτή η μοιραία στάση, η ανατολίτικη, ότι όλα είναι προκαθορισμένα και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να τα αποδεχτείς, ότι δεν υπάρχει περιθώριο για να πάρεις καμία πρωτοβουλία.

Η Μοιρολατρία είναι επίσης ένα κράτος διεφθαρμένο, σε απόλυτη παρακμή, όπου κλέβουν οι πάντες και κυριαρχεί η ατιμωρησία, δηλαδή όλ’ αυτά που ζούμε τα τελευταία χρόνια τόσο έντονα, και τα ξέρουμε από πρώτο χέρι, από την εμπειρία μας.

Ο γιος, όμως, του βασιλιά της Μοιρολατρίας, το δεκαοκτάχρονο βασιλόπουλο, είναι αντίθετα ένα έντιμο παιδί, που διακατέχεται από ρομαντική αφέλεια, βλέπει τη διαφθορά και σιχαίνεται και προσβάλλεται και εξοργίζεται, οπότε αποφασίζει, κόντρα στη μοιρολατρία, να αναλάβει πρωτοβουλία και να κινητοποιήσει τον κόσμο, για να ξεσηκωθεί και να αλλάξει την κοινωνία.

Στην αρχή ο λαός τον χλευάζει. Αλλά, με αφορμή κι έναν πόλεμο, τελικά αρχίζει πράγματι να κινητοποιείται ο κόσμος, γίνεται η αλλαγή στην κοινωνία και ολοκληρώνεται το βιβλίο με ένα διδακτικό χάπι έντ, που λέει ότι τα κατάφερε το βασιλόπουλο και τον άλλαξε τον τόπο του, τον έκανε καλύτερο.

Κρ.Π.: Τι έχει αλλάξει με τη δική σου διασκευή;

Β.Ρ.: Πρώτον αποφάσισα να μετατρέψω το βασιλόπουλο σε βασιλοπούλα, σε πριγκίπισσα, γιατί πιστεύω ότι οι γυναίκες είναι στο προσκήνιο αυτή τη στιγμή, και πιο πολύ θα λειτουργούσε κάπως έτσι μια γυναίκα, παρά ένας άντρας.

Από κει και πέρα, μπορεί κανείς να δει την πρωταγωνίστρια, την πριγκίπισσα Έλλη,  και ως την καλή πλευρά του εαυτού μας. Αντιπροσωπεύει, ας πούμε, τη θετική πλευρά του καθενός μας, εκείνη που μπορεί να ξεσηκωθεί, για ν’ αλλάξει τα πράγματα και να τα βελιτώσει ή ακόμα και να τα μεταμορφώσει.

Η δεύτερη βασική αλλαγή είναι ότι μετέφερα όλη την ιστορία στο μέλλον, δηλαδή έκανα το μυθιστόρημα μελλοντολογικό, μια δυστοπία, όπου έχει καταστραφεί ο πλανήτης οικολογικά, είναι καμένα τα δέντρα, υπάρχουν σκουπίδια παντού, υπάρχουν ηλεκτρονικά ερείπια (υπολογιστές που δεν δουλεύουν, κινητά που δεν έχουν μπαταρίες, κλπ). Πρόσθεσα με άλλα λόγια πινελιές που το κάνουν πιο σύγχρονο.

Κι ακόμα, στη μυθιστορηματική διασκευή έχει προστεθεί κι άλλο ένα κομμάτι, αρκετά εκτενές (το ένα τρίτο του βιβλίου), όπου η πριγκίπισσα Έλλη, όταν καταφέρνει να αλλάξει τη χώρα και να τη βελτιώσει, αρνείται να παραμείνει στην εξουσία, γιατί θεωρεί ότι αυτή διαφθείρει, οπότε παρατάει τα ηνία στον αδελφό της και αποσύρεται.

Σταδιακά βέβαια ξανακυλάει η χώρα στα ίδια, και προς το τέλος της διασκευής μου έρχεται πάλι αντιμέτωπη η πρωταγωνίστρια με το ότι πρέπει γι’ άλλη μια φορά να αναλάβει πρωτοβουλία για να κινητοποιήσει τον πληθυσμό, και εκεί κάπου τελειώνει η ιστορία. Ότι, δηλαδή, πάντα θα ξαναγυρίζεις στο ίδιο σχεδόν σημείο και πάντα θα πρέπει να παλεύεις…

Κρ.Π.: Ποια είναι η αιτία της μοιρολατρίας γενικά, πιστεύεις;

Β.Ρ.: Νομίζω ότι υπάρχει μια μεγάλη παράδοση στην Ανατολή. Αυτό το αμετακίνητο, το αναλλοίωτο. Έχουμε τη δόση μας κι εμείς. Είμαστε σε μεγάλο βαθμό Ανατολίτες, άρα μοιρολάτρες. Δηλαδή, κινητοποιούμαστε μόνο όταν φτάσει ο κόμπος στο χτένι. Αλλιώς το αφήνουμε και κατρακυλάει το πράγμα, και τα μεταθέτουμε όλα σ’ ένα άπιαστο επέκεινα.

Κρ.Π.: Πριν από τη μοιρολατρία, δεν υπάρχει μία απάθεια; Μία απουσία επίγνωσης; Μία αδυναμία να συναισθανθείς την πραγματικότητα, ίσως;

Β.Ρ.: Ισχύει κι αυτό που λες, αλλά επιμένω ότι εδώ εμείς έχουμε παράδοση στη μοιρολατρία. Αν κάνεις μια αναδρομή στην Ιστορία, κατά περιόδους η χώρα είναι βουλιαγμένη σε μια μοιρολατρική αποδοχή των δεινών της και της κακοδαιμονίας της.

Κρ.Π.: Πώς σκέφτηκες τον τίτλο να τον γράψεις στο τέλος με αριθμό;

Β.Ρ.: Η λέξη «Μοιρολα3», με το 3 στο τέλος, είναι ένα σύνθημα που στο μυθιστόρημά μου εμφανίζεται στους τοίχους της χώρας. Προτίμησα αυτή τη γραφή, και επειδή οι νεότεροι σήμερα το συνηθίζουν, επηρεασμένοι από τους Αγγλοσάξονες (π.χ. 4U και διάφορα ανάλογα), αλλά και επειδή αυτός ο τρόπος γραψίματος του τίτλου προειδοποιεί ότι γίνεται ένα μπέρδεμα σ’ αυτό το βιβλίο.

Μία σύνθεση ετερόκλητων πραγμάτων, ένα κουλουβάχατο: το μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα που το έχω μετατρέψει σε μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας, το γεγονός ότι είναι παραμύθι, αλλά και ταυτόχρονα μιλάει ξεκάθαρα για τη σημερινή πραγματικότητα...

Κρ.Π.: Εμένα πάει το μυαλό μου και στις 3 μοίρες των αρχαίων Ελλήνων, που θεωρούσαν ότι η μοίρα δεν είναι όπως την εννοούν οι πολλοί σήμερα, αλλά τρία μερίδια, αυτό που κληρονομούμε και δεν αλλάζει, αυτό που φτιάχνουμε με τις επιλογές μας που αλλάζει, και γι’ αυτό επεμβαίνει στο τρίτο μερίδιο (μοίρα) που είναι η τύχη.

Β.Ρ.: Δεν πάω τόσο πίσω, στους αρχαίους. Σήμερα η λέξη μοιρολατρία σημαίνει να αποδέχεσαι τη μοίρα σου και να μην κάνεις τίποτα για να την αλλάξεις.

Κρ.Π.: Αυτός είναι ο σύγχρονος ορισμός της, όμως εφόσον η μοίρα ετυμολογικά παραπέμπει στα τρία μερίδια που χαρίζουν οι τρεις Μοίρες (Άτροπος, Κλωθώ, Λάχεσις), μοίρα δεν είναι κάτι που δεν αλλάζει! Μήπως πρέπει δηλαδή να επανανοηματοδοτήσουμε τη λέξη μοιρολατρία; Στην πραγματικότητα δηλαδή, να ...λατρέψουμε τη μοίρα με τις τρεις αυτές διαστάσεις της, για να μπορέσουμε να αλλάξουμε τη ζωή μας; Και εσύ με τον τίτλο σου και με όλη αυτή την ιστορία, κάτι τέτοιο δε δείχνεις;

Β.Ρ.: Ναι, έχει ενδιαφέρον έτσι όπως το λες.

Κρ.Π.: Δεν το λέω εγώ, ο τίτλος σου το λέει…

Β.Ρ.: Δεν το είχα σκεφτεί έτσι. Εγώ εστίασα στη σύγχρονη έννοια της μοιρολατρίας. Που σημαίνει ότι δεν αλλάζει η μοίρα, όλα γίνονται έξω από μένα και δεν μπορώ να επέμβω και να τα επηρεάσω.

Αυτό ακριβώς χάνεις όταν παραδίδεσαι στη μοιρολατρία. Μια ζωή την έχουμε, κι αν δεν προσπαθήσουμε να αγωνιστούμε αυτή τη στιγμή για να αλλάξουμε τα πράγματα, πότε θα το κάνουμε;

Γι’ αυτό και, παρά το παραμυθένιο περιτύλιγμα, είναι πολύ πολιτικοποιημένο το βιβλίο, από τα πιο πολιτικοποιημένα μου, και καταλήγει σ’ ένα κάλεσμα, σε μια κραυγή: «Κινητοποιήσου. Κάνε κάτι! Πάρε πρωτοβουλία για ν’ αλλάξεις τη μοίρα σου». Αυτό αντηχεί σε όλο το βιβλίο.

Κρ.Π.: Μπορείς να θυμηθείς κάτι αυτολεξεί από τις σελίδες του.

Β.Ρ.: Το «Η γλώσσα είναι πατρίδα», που το λέει η πρωταγωνίστρια στην πρώτη σελίδα. Το πιστεύω κι εγώ βέβαια. Δεν είναι και καμιά καινούργια βαθιά σοφία, το ξέρουμε όλοι μας.

Αλλά παρόλο που μέσα στην ιστορία μου δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα το δεδηλωμένα ελληνικό, η φράση αυτή ειδοποιεί ότι εδώ μιλάμε για το πρόβλημά μας. Αυτό που επίσης θυμάμαι, είναι και η τελευταία φράση του βιβλίου, που λέει: «Το μέλλον είναι τώρα».

Αυτή η φράση έχει δύο σημασίες. Ότι όλο το μελλοντολογικό κλίμα και μήνυμα του βιβλίου είναι τωρινό, αφορά το σήμερα. Και το κυριότερο, ότι πρέπει να κάνουμε κάτι τώρα για να επηρεάσουμε το μέλλον.

Κρ.Π.: Πότε ένιωσες εσύ στη ζωή σου ότι επεμβαίνεις στη μοίρα σου;

Β.Ρ.: Όλες οι σημαδιακές επιλογές στη ζωή μας αποτελούν τέτοιες επεμβάσεις. Το ότι παντρεύτηκα, το ότι απέκτησα παιδί. Και εν πάση περιπτώσει, εάν δεν ισχύει για άλλες επιλογές μου, ισχύει σίγουρα για το ότι αποφάσισα να ζήσω γράφοντας. Πράγμα στο οποίο αρχικά οι γονείς μου εναντιώθηκαν (φτάσαμε να μη μιλάμε για ένα διάστημα, γιατί φοβόντουσαν ότι θα βασανιστώ και θα πεθάνω στην ψάθα – και είχαν εν μέρει δίκιο). Ειδικά σ’ αυτόν τον τομέα, έφτιαξα απολύτως εγώ ο ίδιος τη μοίρα μου και είμαι υπεύθυνος γι’ αυτήν.

Κρ.Π.: Είσαι ένας μοιρολά3ς, λοιπόν… Πώς βλέπεις τη μοίρα της Ελλάδας με τα σημερινά δεδομένα μοιρολατρίας και όχι μοιρολα3ς;

Β.Ρ.: Τη βλέπω πολύ δύσκολη. Όπως στρώσαμε, θα κοιμηθούμε. Εννοώ ότι αφήσαμε να κάνουν όλ’ αυτά τα αίσχη οι κυβερνώντες, να κλέβουν και να αλωνίζουν ανενόχλητοι επί τόσα χρόνια, κι εμείς να αρκούμαστε σε κάποια ψίχουλα, που μας αποκοίμιζαν. Και τώρα έρχεται ο λογαριασμός. Και εμείς εξακολουθούμε να κοιμόμαστε, και να είμαστε παραιτημένοι και φοβισμένοι.

Μ’ αυτή την έννοια είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα. Και δεν πιστεύω καθόλου ότι θα λυθεί το πρόβλημα μόνο με το να βγει ο ΣΥΡΙΖΑ.
Αν και αυτό καθαυτό το γεγονός έχει αργήσει πάρα πολύ. Θα ’πρεπε να έχει συμβεί εδώ και τρία, τέσσερα χρόνια.

Έπρεπε, δηλαδή, η κοινωνία να έχει αποστραφεί μετά βδελυγμίας το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ που είναι οι κύριοι υπεύθυνοι για τα χάλια μας, και έπρεπε να έχει πετάξει εδώ και καιρό το μπαλάκι στον ΣΥΡΙΖΑ, για να προχωράει η κατάσταση. Αυτή η απουσία εναλλαγής στο πολιτικό σκηνικό, είναι από τα πιο νοσηρά πράγματα που συμβαίνουν στη χώρα μας.

Αλλά κι όταν θα βγει τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ, που όλα δείχνουν ότι θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές, τότε αρχίζει η δύσκολη φάση. Δεν έληξε κάτι. Δεν λύνεται από σωτήρες το πρόβλημα. Πρέπει εμείς να κινητοποιηθούμε, ο λαϊκός κόσμος, οι άνθρωποι που είναι χτυπημένοι από την κρίση, οι άνεργοι, οι ανασφάλιστοι, τα θύματα της κρίσης πρέπει να ενεργοποιηθούν, να πάρουν πρωτοβουλίες, διαφορετικά δεν μπορεί να μας σώσει κανείς. Ο Τσίπρας από μόνος του δεν φτάνει.

Κρ.Π.: Την Ελλάδα, δηλαδή, μπορούν να τη σώσουν από την κρίση, μόνο τα ίδια τα θύματα αυτής της κρίσης;

Β.Ρ.: Ακριβώς.

Πηγή:tvxs

Κρεμ μπρυλέ με πορτοκάλι και μαστίχα

Προτού σερβίρουμε τις κρέμες τις αφήνουμε να σταθούν για 2 λεπτά ώστε να στερεοποιηθεί η καραμέλα και να δημιουργηθεί μια τραγανή κρούστα
Κρεμ μπρυλέ με πορτοκάλι και μαστίχα
 
ΥΛΙΚΑ (για 10 ατομικά πυρίμαχα μπολ)

250 ml γάλα

250 γρ. ζάχαρη και λίγη επιπλέον για την καραμέλα 

1 κ.γ μαστίχα, σε κομμάτια

ξύσμα από 2 πορτοκάλια,ακέρωτα

750 ml κρέμα γάλακτος, 35% λιπαρά  

24 κρόκους αβγών

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Σε ένα κατσαρολάκι ρίχνουμε το γάλα, τη ζάχαρη, τη μαστίχα και το ξύσμα του πορτοκαλιού και τα αφήνουμε να ζεσταθούν. Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 100°C. 

Σε ένα μεγάλο μπολ με τη βοήθεια του σύρματος χτυπάμε την κρέμα γάλακτος με τους κρόκους. 

Σουρώνουμε το μείγμα του γάλακτος από το κατσαρολάκι κατευθείαν στο μπολ, ανακατεύουμε καλά ώστε να σχηματιστεί μια ομοιογενής κρέμα και γεμίζουμε τα μπολ. 

Bάζουμε σε ένα ταψί νερό και τοποθετούμε μέσα τα μπολ με τις κρέμες. Ψήνουμε στον φούρνο για 1 ώρα. Αφήνουμε να κρυώσουν καλά. Προτού σερβίρουμε πασπαλίζουμε ομοιόμορφα την επιφάνεια με τη ζάχαρη. Την καραμελώνουμε καίγοντάς την με ένα καμινέτο ώσπου να σκουρύνει.

παριζιάνικη μπιζελόσουπα

Η σίγουρη λύση για να φάμε ωραία, με λιγοστά φράγκα στην τσέπη, ήταν η μπιζελόσουπα. Και το τελευταίο μπιστρό την σέρβιρε, χορταστική και μαζί φινετσάτη: από δίπλα μπαγκέτα ανοιγμένη στη μέση βουτυρωμένη ή, αν το βαλάντιό μας το επέτρεπε, παραγγέλναμε ένα δυνατό, πλούσιο τυρί. Η μπιζελόσουπα ζεσταίνει ακόμη τα όνειρά μου και εφεξής το τραπέζι μου.

Photo: coolcookstyle.com

  • 3 κουταλιές έξτρα παρθένο ελαιόλαδο (ή 2 κουταλιές βούτυρο)
  • 1 φλιτζάνι (100 γρ. ) κυβάκια από μπέικον
  • 1 μεγάλο κρεμμύδι, ψιλοκομμένο
  • 1 μεγάλο καρότο, κομμένο μικρές ροδέλες
  • 1 κουταλιά της σούπας φρέσκο θυμάρι ή 2 κουταλάκια ξερό
  • 2 μέτριες πατάτες κομμένες κύβους
  • 1 ½ φλιτζ (300 γρ.) σπασμένα ξερά μπιζέλια (καθαρισμένα από τυχόν χαλασμένα και περασμένα κάτω από το τρεχούμενο νερό της βρύσης)
  • 1 κουταλάκι ζάχαρη
  • 7-8 φλιτζάνια νερό
  • αλάτι και φρεσκοτριμμένο πιπέρι

Ζεσταίνω το ελαιόλαδο στη βαθιά μαντεμένια κατσαρόλα (αν θέλω να 'μαι πιστή στα γαλλικά πρότυπα, χρησιμοποιώ βούτυρο αντί για ελαιόλαδο). Ροδίζω το κρεμμύδι και τα καρότα. Ακολουθούν οι πατάτες κομμένες κυβάκια και τα μπιζέλια. Αλατίζω, αρωματίζω με το θυμάρι και προσθέτω και τη ζάχαρη (οι Γάλλοι την θεωρούν απολύτως απαραίτητη).

Φέρνω μια-δυο βόλτες μπιζέλια και την παρέα τους και τα σβήνω με το νερό. Αφήνω να πάρουν βράση και χαμηλώνω μετά τη φωτιά αρκετά. Να αναδεύεται θέλω το φαγητό, όχι να κοχλάζει. Με κλειστό το καπάκι (μια ακρούλα μόνο ανοιχτή), αφήνω τη σούπα να βράσει για 45’ περίπου, ανακατεύοντας πότε πότε.

Κατεβάζω από τη φωτιά: την κάνω κρέμα είτε με το “ραβδί” είτε με τον παραδοσιακό μύλο των λαχανικών. Αν την κρίνω πολύ πηχτή, προσθέτω λιγάκι νερό. Έτοιμη!

Ροδίζω σε ένα τηγανάκι τα κυβάκια μπέικον σε μέτρια φωτιά, μέχρι να κριτσανίσουν. Σερβίρω τη σούπα στα πιάτα ή βαθιά πολ και στολίζω με τα μπεϊκονάκια. Αν είμαι χορτοφάγος, τα παραλείπω και μπορώ να τα αντικαταστήσω με ψιλοκομμένο μαϊντανό ή τσάιβς. Μια άλλη ενδιαφέρουσα παραλλαγή στο τελείωμα σκέφτομαι πως είναι η καπνιστή πάπρικα.

Υ.Γ.: Συνηθίζω να μουλιάζω στο νερό και τα ξερά μπιζέλια, για 2 ώρες.