ενημέρωση 3:16, 23 August, 2026

Ο Ταραντίνο προτείνει: Big Bad Wolves - Στο Στόμα των Λύκων

Το σκηνοθετικό και συγγραφικό δίδυμο των Aharon Keshales και Navot Papushado, επιστρέφει τέσσερα χρόνια μετά το «Kalevet» του 2010, με τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινίας τους. Ο λόγος για το «Big Bad Wolves: Στο Στόμα των Λύκων», ένα καλογυρισμένο και προσεγμένο αισθητικά θρίλερ, με καυστικό, μαύρο χιούμορ που κερδίζει το ενδιαφέρον του θεατή. Αξίζει να σημειώσουμε ότι το φιλμ, αποτελεί την καλύτερη ταινία της χρονιάς, σύμφωνα με τον Κουέντιν Ταραντίνο!


«Το "Big Bad Wolves" είναι ένα κωμικό θρίλερ για μια απαγωγή, που αντλεί την έμπνευση του από την κοινωνία στην οποία ζούμε. Η υπαρξιακή αγωνία λειτουργεί ως το θεμέλιο του Ισραήλ και αποπειράται να ορίσει και να ενισχύσει την νομιμότητα  του κράτους: ο φόβος της τρομοκρατικής δραστηριότητας,  κυρίως των απαγωγών, το συνεχές αίσθημα της καταδίωξης, η έμφυτη δυσανεξία και η μάτσο συμπεριφορά σε συνδυασμό με μια ιστορική λαχτάρα για εκδίκηση συνθέτουν το ιδανικό έδαφος για ακραίες συμπεριφορές και τις επακόλουθες αντιδράσεις.» - Άχαραον Κεσάλες και Ναβότ Παπουσάντο

Το φιλμ «Big Bad Wolves: Στο Στόμα των Λύκων», είναιένα αγωνιώδες, αλλά παράλληλα και κωμικό θρίλερ, με έντονα στοιχεία μαύρου χιούμορ. Μέσα από μία υπέροχη φωτογραφία, στιλιστική αρτιότητα, αλλά και πειστικές ερμηνείες από τους βασικούς πρωταγωνιστές της ιστορίας, η ταινία κερδίζει τον θεατή, που περιμένει αγωνιωδώς να δει την εξέλιξη των δραματικών γεγονότων που παρουσιάζονται, ευελπιστώντας στη λύση του μυστηρίου.

Παράλληλα, ο διφορούμενος πυρήνας της ιστορίας, σε συνδυασμό με την τολμηρή σκηνοθετική προσέγγιση των δύο δημιουργών από το Ισραήλ, κορυφώνει την ένταση. Οι Άχαραον Κεσάλες και Ναβότ Παπουσάντο, κινούνται οριακά ανάμεσα στην υπονοούμενη και την απερίφραστη βία, χτίζοντας καρέ καρέ μια ενδιαφέρουσα κινηματογραφική εμπειρία που προκαλεί και καθηλώνει τον θεατή.

«Συμβαίνουν μια σειρά από βίαιες και ανατριχιαστικές δολοφονίες που σοκάρουν. Ο άγνωστος δολοφόνος επιτίθεται σε μικρά κορίτσια και ασελγεί πάνω τους - αφήνει πίσω του αποτρόπαια ίχνη που δεν αφήνουν τις οικογένειές τους να ησυχάσουν. Η πλοκή παρακολουθεί τη βίαιη και αναπόφευκτη διαδρομή προς την καταστροφή των τριών πρωταγωνιστών - ενός δασκάλου θρησκευτικών, ενός πατέρα που πενθεί και αναζητά την εκδίκηση και ενός βίαιου αστυνομικού που αναλαμβάνει την υπόθεση. Η ταινία εγείρει ερωτηματικά σε σχέση με το παγκόσμιο ηθικό δίλημμα: έχει ένα θύμα το αναφαίρετο δικαίωμα να μετατραπεί σε αιμοδιψή αυτόκλητο τιμωρό;» - Άχαραον Κεσάλες και Ναβότ Παπουσάντο

Η ταινία «Big Bad Wolves: Στο Στόμα των Λύκων», πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της, τον Απρίλιο του 2013 στο Tribeca Film Festival. Έκτοτε η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία, του σκηνοθετικό και συγγραφικού διδύμου των Άχαραον Κεσάλες και Ναβότ Παπουσάντο, ταξίδεψε σε πολλά Φεστιβάλ. Τον Οκτώβριο του 2014 το φιλμ προβλήθηκε στο Busan International Film Festival στη Νότια Κορέα. Εκεί την είδε και ο Κουέντιν Ταραντίνο, ο οποίος ενθουσιάστηκε δηλώντας πως δεν είναι μόνο η καλύτερη ταινία του φεστιβάλ, αλλά και ολόκληρης της χρονιάς!

Τον Σεπτέμβριο του 2013, είχαμε την ευκαιρία να δούμε για πρώτη φορά την ταινία, στο πλαίσιο του 19ου Διεθνούς Κινηματογραφικού Φεστιβάλ της Αθήνας - Νύχτες Πρεμιέρας, στο Τμήμα - Μετά τα Μεσάνυχτα, με τον ευφάνταστο τίτλο: «Λύκε, Λύκε, Είσαι Εδώ;». Πλέον η ταινία κυκλοφορεί ως «Big Bad Wolves: Στο Στόμα των Λύκων» και προβάλλεται στις Κινηματογραφικές Αίθουσες της χώρας σε διανομή της Feelgood Entertainment.

 
 

Το διάσημο στούντιο του Χένρι Μουρ ανοίγει στο κοινό

Φωτογραφίες και λόγια για τον σπουδαίο γλύπτη 

Ο Μουρ στο εργαστήριό του  

To διάσημο στούντιο του Χένρι Μουρ, ανασυντάσσεται και θα παρουσιαστεί σε μια ειδική έκθεση, η οποία θα διαρκέσει από τις 9 Φεβρουαρίου μέχρι τις 2 Απριλίου 2015, στην Γκαγκόσιαν Γκάλερι του Λονδίνου σε επιμέλεια του διευθυντή του Ιδρύματος Χένρι Μουρ, Richard Calvocoressi.  

Ο Χένρι Μουρ εργάζεται στο στούντιό του Perry Green, το 1960

Ο Χένρι Μουρ είναι γνωστός για τα γλυπτά του μεγάλης κλίμακας που καταλαμβάνουν δημόσιους χώρους σε όλο τον κόσμο, ωστόσο, το σημείο εκκίνησης για τα έργα αυτά συχνά προέρχονται από μικρά κομμάτια από πέτρα, όστρακα, οστά, κρανία ζώων και άλλα αντικείμενα που βρέθηκαν και εκτίθενται στο στούντιό του στο Perry Green, το οποίο είναι τώρα η έδρα του Ιδρύματος Henry Moore. Αυτά τα μικρά φυσικά υλικά ενέπνευσαν τα οργανικά σχήματα του Μουρ στα έργα του, καθώς τα αναπαρήγαγε σε γύψο και αυτό ήταν το πρώτο βήμα για την δημιουργία του νέου του έργου. Η έκθεση συμπληρώνεται με μερικά από τα μνημειώδη έργα του τα Relief No. 1 (1959) and Upright Motive No. 9 (1979), τα οποία θα τοποθετηθούν στην πλατεία Berkeley,  στο Mayfair κατά τη διάρκεια της έκθεσης.  

Ο Henry Moore γεννήθηκε στο Γιορκσάιρ της Αγγλίας το 1898 και πέθανε στο Hertfordshire της Αγγλίας, το 1986. Η πρώτη του ατομική έκθεση έγινε στο Λονδίνο το 1928. Από τα τέλη του 1940 είχε γίνει ένας από τους διασημότερους καλλιτέχνες της Βρετανίας με μια διαφορετική καλλιτεχνική παραγωγή που περιλάμβανε σχέδια,  γραφικά,  κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, και  γλυπτική. Τα γλυπτά του έχουν εκτεθεί στις μεγαλύτερες γκαλερί και μουσεία του κόσμου και σε περισσότερα από 38 αστικά κέντρα, στον δημόσιο χώρο. Το σπίτι του στο Hertfordshire, έδρα του ιδρύματος Μουρ, κατέχει μια από τις μεγαλύτερες συλλογές γλυπτών του, ενώ υποστηρίζει την γλυπτική μέσω ενός προγράμματος επιχορηγήσεων.  

Μακέτες για τα έργα του Μουρ  

Το εργαστήριο του Μουρ σήμερα  

Το εργαστήριο του Μουρ σήμερα  

Τα γλυπτά του Μουρ στο Hertfordshire  

Τα γλυπτά του Μουρ στο Hertfordshire  

 

  • Κατηγορία ART-DISING
  • 0

Στη Γαλλία ευτυχώς το πρόβλημα δεν είναι άσπρο ή μαύρο

Το πνεύμα των κειμένων της σύγχρονης γαλλικής διανόησης εξηγεί ξεκάθαρα γιατί η τραγωδία της περασμένης εβδομάδας δεν πρόκειται να μετατρέψει τον γαλλικό κοινωνικό ιστό σε ένα ιδιόμορφο φασιστικό μόρφωμα.

Το καρτεσιανό στοιχείο της αμφιβολίας, αναπόσπαστα συνυφασμένο με την ίδια τη σκέψη, καθόριζε έκτοτε και τη στάση των Γάλλων απέναντι στο πεδίο της πολιτικής: κανόνες, νόρμες, νόμοι, υπήρχαν για να αμφισβητούνται και να ανατρέπονται......

Ορισμένοι να «πειράζουν ό,τι μένει ήσυχο», κατά τη φράση του Άγγλου πολιτικού Ουόλπολ – οι Γάλλοι ποτέ δεν δέχτηκαν το προφανές. Ο θεωρητικός τους βίος ήταν πάντοτε συγκριτικός, πολυεπίπεδος και εστιασμένος σε κάτι που ξεπερνούσε τα ευλογοφανή επιχειρήματα. Από τον Ντεκάρτ κι ύστερα δεν έδειχναν να αποδέχονται την εύκολη συλλογιστική –ειδικά από τη στιγμή που υπεισήλθε σε αυτήν το φασματικό στοιχείο της τρέλας–, γνωρίζοντας πως οτιδήποτε φαίνεται δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει. Το καρτεσιανό στοιχείο της αμφιβολίας, αναπόσπαστα συνυφασμένο με την ίδια τη σκέψη, καθόριζε έκτοτε και τη στάση των Γάλλων απέναντι στο πεδίο της πολιτικής: κανόνες, νόρμες, νόμοι, υπήρχαν για να αμφισβητούνται και να ανατρέπονται. Το ίδιο συμβαίνει και με την προπαγάνδα και την επιβολή του εύκολου συναισθήματος: η φιλόσοφος Ρεβώ ντ' Αλλόν αποποιείται την ευκολία του οίκτου στην πολιτική (όχι όμως της συμπόνιας), όπως και ο Μισέλ Φουκώ κάποτε διαχώριζε την τέχνη της διακυβέρνησης από τα πολλαπλά ερωτήματα που οφείλει να θέσει εκ νέου η κοινωνία.    

Όταν όλη η Ευρώπη μιλάει για την οικονομία και το χρέος, ο Γάλλος, ακόμα και σήμερα, μετατοπίζει αλλού το πρόβλημα –στο θέμα των αξιών, της πολιτικής, των εγγενών προβλημάτων της δημοκρατίας–, στοχάζεται πέρα από το υπάρχον και μεριμνά ώστε οι δομικές ανεπάρκειες να μην αφήσουν την κοινωνία να απολέσει τη συνοχή της.  

Όλα αυτά εξηγούν από μόνα τους γιατί η τραγωδία που χτύπησε την περασμένη εβδομάδα το Παρίσι δεν πρόκειται να μετατρέψει τον γαλλικό ιστό σε ένα ιδιόμορφο φασιστικό μόρφωμα – κι αυτό φάνηκε από τις πρώτες κιόλας αντιδράσεις. Ο ρεβανσισμός δεν υπήρξε ποτέ στην περίτεχνη γαλλική λογική που ξεπερνούσε τα διφυή όρια του μανιχαϊσμού – πόσο μάλλον τα εύκολα δίπολα, καλό-κακό, Ανατολή-Δύση. Ως εκ τούτου, ο παρισινός Γενάρης δεν έχει σχέση με τον αμερικανικό Σεπτέμβρη, ούτε το χτύπημα στην καρδιά του Παρισιού μπορεί να επιφέρει τα αντιδραστικά αποτελέσματα μιας 11ης Σεπτεμβρίου. Την απάντηση τη βρίσκουμε στις αναλύσεις των Γάλλων θεωρητικών: όπως δεν δέχτηκε ποτέ ο Μισέλ Φουκώ τα «εύλογα» –και μάλλον εύκολα– συμπεράσματα περί διακυβέρνησης που επέβαλε η Σχολή του Σικάγου και η κυρίαρχη αμερικανική σκέψη, έτσι κι ο μέσος Γάλλος δεν αποδέχεται την κανονιστικότητα του εύκολου συμπεράσματος. Κυρίως, όμως, από τον Φουκώ και μετά δείχνει να αντιδρά στην κατίσχυση του οικονομικού πεδίου έναντι της πολιτικής και τη μετατροπή του homo economicus σε πρωταγωνιστή των εξελίξεων. Όταν όλη η Ευρώπη μιλάει για την οικονομία και το χρέος, ο Γάλλος, ακόμα και σήμερα, μετατοπίζει αλλού το πρόβλημα –στο θέμα των αξιών, της πολιτικής, των εγγενών προβλημάτων της δημοκρατίας–, στοχάζεται πέρα από το υπάρχον και μεριμνά ώστε οι δομικές ανεπάρκειες να μην αφήσουν την κοινωνία να απολέσει τη συνοχή της. Για εκείνον οι έννοιες της διακυβέρνησης και του συλλογικού χώρου, ακόμα κι αν καθοριζόταν από έναν κυρίαρχο, είχαν πρωτεύουσα θέση απέναντι σε οποιαδήποτε οικονομική πολιτική και τον ατομισμό – κι αυτή είναι η πρωτογενής διαφορά από την Αμερική. Γράφει χαρακτηριστικά ο Φουκώ στη Γέννηση της Βιοπολιτικής [Παραδόσεις στο Κολλέγιο της Γαλλίας (1978-1979), από εκδόσεις Πλέθρον]: «Ο αμερικανικός φιλελευθερισμός δεν έπαψε, ασφαλώς, να βρίσκεται στην καρδιά όλων των πολιτικών συζητήσεων στην Αμερική κατά τη διάρκεια δύο αιώνων, είτε πρόκειται για την οικονομική πολιτική, για τον προστατευτισμό, για το πρόβλημα του χρυσού και του αργύρου, του διμεταλλισμού, είτε πρόκειται για το πρόβλημα της δουλείας, είτε πρόκειται για το πρόβλημα του καθεστώτος της λειτουργίας του δικαστικού θεσμού, είτε πρόκειται για τη σχέση μεταξύ των ατόμων και διαφόρων Πολιτειών, μεταξύ των διαφόρων Πολιτειών και του Ομοσπονδιακού Κράτους. Μπορούμε να πούμε ότι το ζήτημα του φιλελευθερισμού υπήρξε ένα επίμονα επαναλαμβανόμενο στοιχείο σε όλη την πολιτική συζήτηση και σε όλες τις πολιτικές επιλογές των Ηνωμένων Πολιτειών. Θα λέγαμε, αν θέλετε, ότι ενώ τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη τα επιμόνως επαναλαμβανόμενα στοιχεία της πολιτικής συζήτησης ήταν είτε η ενότητα του έθνους, είτε η ανεξαρτησία του, ή το κράτος δικαίου, στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ο φιλελευθερισμός».  

Στο πλαίσιο αυτό ξανάνοιξε τότε για τη Γαλλία η συζήτηση σχετικά με το ποια ακριβώς θέλουμε να είναι η θέση του ανθρώπου στη σύγχρονη κοινωνία – όχι απομακρυσμένος από έναν δημόσιο χώρο, ούτε κρυμμένος στο ατομικιστικό καβούκι του. Πολύ αργότερα, τα παιδιά του Μάη του '68, όπως ο Φουκώ, ξαναέθεσαν τα ερωτήματα ακόμα και για έννοιες που θεωρούσαμε δεδομένες, ενώ οι περισσότεροι φιλόσοφοι στη Γαλλία έμειναν έκτοτε να αναρωτιούνται πώς ακριβώς θέλουμε να ορίζεται η σύγχρονη δημοκρατία. «Η δημοκρατία προωθεί και υπόσχεται την ελευθερία κάθε ανθρωπίνου πλάσματος εντός της ισότητας όλων των ανθρωπίνων πλασμάτων. Με αυτή την έννοια η μοντέρνα δημοκρατία δεσμεύει τον άνθρωπο απόλυτα, οντολογικά, και όχι μόνο τον "πολίτη"» επισημαίνει ο γνωστός φιλόσοφος Jean-Luc Nancy στο κείμενό του «Πεπερασμένη και άπειρη δημοκρατία» από τον συλλογικό τόμο Πού πηγαίνει η δημοκρατία; (εκδόσεις Πατάκη). Με τον Nancy θα συμφωνήσει με τον δικό του τρόπο σε άλλο κείμενο από τον ίδιο τόμο ένας από τους πιο γνωστούς θεωρητικούς της δημοκρατίας σήμερα στον κόσμο, ο Jacques Rancière: «H δημοκρατία, με την έννοια της εξουσίας του λαού, της εξουσίας εκείνων που δεν έχουν κανέναν ιδιαίτερο τίτλο για να ασκήσουν την εξουσία, αποτελεί τη βάση χωρίς την οποία δεν μπορούμε να στοχαστούμε την πολιτική. Αν η εξουσία ανήκει στους πιο σοφούς, στους πιο ισχυρούς, στους πιο πλούσιους, δεν βρισκόμαστε πλέον στον χώρο της πολιτικής. Είναι επιχείρημα του Ρουσσώ: η εξουσία του πιο ισχυρού δεν είναι ανάγκη να διατυπώνεται ως δίκαιο – εάν ο ισχυρός είναι ο πιο ισχυρός, αυτός επιβάλλεται, κι αυτό είναι όλο. Δεν υπάρχει ανάγκη άλλης νομιμοποίησης. Θεωρώ πως η δημοκρατία είναι μια εξισωτική προϋπόθεση με βάση την οποία ακόμα κι ένα ολιγαρχικό καθεστώς σαν το δικό μας οφείλει λίγο ως πολύ να νομιμοποιείται. Ναι, η δημοκρατία έχει μια κριτική λειτουργία: είναι η ισότητα ενσφηνωμένη στο σώμα της κυριαρχίας, αντικειμενικά και υποκειμενικά, είναι αυτό που έρχεται να εμποδίσει την πολιτική να μετατραπεί τελείως απλά σε μια πρακτική αστυνόμευσης».  

Γι' αυτό και η Ευρώπη, ύστερα από έναν φαύλο κύκλο ολοκληρωτισμού κι αιματηρών πολέμων, επέστρεψε στη δημοκρατική αναγκαιότητα – και οι Γάλλοι υπήρξαν οι σκαπανείς, όπως και το 1789, αυτής της νέας ολβιόδωρης πραγματικότητας που μέχρι πρόσφατα κρατούσε το ευρωπαϊκό όραμα ζωντανό και απαρασάλευτο. Οι πολίτες απέκτησαν έκτοτε φωνή και, όπως φάνηκε και από τη μεγαλειώδη συγκέντρωση της Κυριακής, αυτή είναι μια κατάκτηση της σύγχρονης ευρωπαϊκής δημοκρατίας σε θεωρητικό, πρακτικό και πολιτικό επίπεδο: «Στην πραγματικότητα, η δημοκρατία είναι ένα νέο δεδομένο στην Ευρώπη. Η ιδέα έχει μακρινή καταγωγή, η γένεσή της διήρκεσε πολύ, αλλά η συγκεκριμένη και συγκροτημένη διαμόρφωσή της είναι πρόσφατη. Αν θέλουμε να ακριβολογούμε, πριν από το 1945 θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο μόνο για έναν "εκδημοκρατισμένο φιλελευθερισμό", για να χαρακτηρίσουμε έτσι τα καθεστώτα που απέκτησαν κάπως βιαστικά την επωνυμία "φιλελεύθερες δημοκρατίες". Το όνομα αυτό παραπέμπει μόνο σε ένα άνοιγμα του αντιπροσωπευτικού συστήματος στην καθολική ψηφοφορία, το οποίο δεν μεταβάλλει ουσιωδώς τη φύση του, παρότι έχει βαρύνουσες συνέπειες. Η πραγματική φιλελεύθερη δημοκρατία είναι κάτι διαφορετικό και εμφανίζεται μόνο με τις μεταρρυθμίσεις που ξεκίνησαν με την Απελευθέρωση. Ανατρέπει εκ βάθρων την τάξη των όρων, φέρνοντας στο προσκήνιο τη δημοκρατική εξουσία μέσω ενός αναπροσδιορισμού του περιεχομένου και των μεθόδων της που της επιτρέπουν να ενσωματώσει τον φιλελεύθερο περιορισμό. Μια θεωρία της δημοκρατίας, όπως λειτουργεί στην πράξη, οφείλει να ξεκινήσει από αυτήν τη μεταμόρφωση. Αυτή είναι η προϋπόθεση για να είναι δόκιμη η θεωρία» γράφει ο Marcel Gauchet στη θεωρητική-ιδεολογικοπολιτική ιστορική του ανάλυση για την άνοδο της δημοκρατίας στην Ευρώπη, και συγκεκριμένα στον τρίτο τόμο που φέρει τον τίτλο Η δημοκρατία υπό τη δοκιμασία των ολοκληρωτισμών 1914-1974 (εκδόσεις Πόλις).    

Εξού και το ότι, εκτός από την κατανόηση, βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία της δημοκρατίας είναι η ενσυναίσθηση, η συναισθηματική ταύτιση με το πάσχον υποκείμενο που, όπως θα ξεπερνά τον εύκολο συναισθηματισμό της εικόνας και θα μας κάνει να αναλάβουμε την ευθύνη μας ως πολίτες, θα βοηθήσει τους πολιτικούς να επαναπροσδιορίσουν συνολικότερα τη στάση τους.  

Αλλά τι είναι αυτό που θα μας βοηθήσει όχι μόνο να κατανοήσουμε τον μετασχηματισμό των σύγχρονων πολιτικών δεδομένων αλλά και να προβάλουμε την εξέλιξή τους στο μέλλον; Αρκεί η ανάλυσή τους ή χρειάζεται να επινοήσουμε κάτι εκ νέου; Σε αυτό επιμένει ένας από τους σπουδαιότερους Γάλλους φιλοσόφους της εποχής μας, ο Michel Serres, ο οποίος υπερβαίνει το πεδίο της πολιτικής και φιλοσοφικής ανάλυσης και, λαμβάνοντας υπόψη την κυβερνητική, τις επιστήμες, τα σύγχρονα μαθηματικά και την τοπολογία (δι)ανοίγει ένα νέο πεδίο ανάλυσης που επιμένει ότι πρέπει να ανιχνεύσουμε μια ετερόκλητη πραγματικότητα για να πάμε παραπέρα. Ο ίδιος μέμφεται όλους αυτούς τους «φιλοσόφους της υποψίας», οι οποίοι δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να αγνοούν τις επιστήμες και τον τρόπο που λειτουργεί ο έμβιος κόσμος, εξαντλώντας τα συμπεράσματά τους στην ευκολία της εικόνας: «Η κοινωνία μας, προκειμένου να αποφύγει την αντιμετώπιση των αληθινών και σαφώς δύσκολων ζητημάτων, βρίσκει καταφύγιο –όπως είναι γνωστό– στις αναπαραστάσεις και στο θέαμα: αφενός φόβος και έλεος, με θανάτους και πτώματα, ώστε να προσδίδει στις άσκοπες επαναλήψεις μια κάποια βαρύτητα και κάποιο στοιχείο πραγματικότητας, αφετέρου άρτος και θεάματα, ούτως ώστε να προκαλεί ενδιαφέρον. Ως εκ τούτου, η κοινωνία μας εθίζεται σαν ναρκομανής στο ακόλουθο ερώτημα: ποιος θα κερδίσει; Αυτό το ερώτημα, επαναλαμβανόμενο ακατάπαυστα, λανσάρει έναν χρόνο που κόβει την ανάσα, τον χρόνο ενός σασπένς εσαεί επανερχόμενου» επιμένει ο Michel Serres στον Καιρό των κρίσεων (εκδόσεις Καλέντης). «Ποιος θα κερδίσει τις εκλογές, στις καλύτερες πωλήσεις, στο ποδόσφαιρο, τα περισσότερα μετάλλια των Αγώνων...; Περίεργη προσμονή ενός αποτελέσματος που όμως το γνωρίζει εκ των προτέρων όλος ο κόσμος: κερδίζει πάντοτε ο πλουσιότερος, τόσο στους Ολυμπιακούς Αγώνες, όσο και στο ποδόσφαιρο και στις εκλογές. (...) Αυτό το δυαδικό παιχνίδι που ενθουσιάζει τα πλήθη και αντιπαραθέτει μόνο ανθρώπινα όντα –τον Κύριο ενάντια στον Δούλο, την Αριστερά ενάντια στη Δεξιά, τους Ρεπουμπλικάνους ενάντια στους Δημοκρατικούς, την τάδε ιδεολογία ενάντια σε κάποιαν άλλη, τους Πράσινους ενάντια στους Βένετους– εξαφανίζεται εν μέρει τη στιγμή που παρεμβαίνει ο τρίτος. Και ποιος τρίτος! Ο Κόσμος καθαυτόν. Εδώ, στον πίνακα (του Γκόγια), πρόκειται για έναν λασπότοπο. Αύριο θα είναι το κλίμα. Το νερό, ο αέρας, η φωτιά, η γη, η χλωρίδα και η πανίδα, το σύνολο των ειδών έμβιων όντων..., αυτή η αρχέγονη και νέα χώρα, αδρανής-ανόργανη και έμβια, την οποία πιο κάτω ονομάζω Βιογαία. Τέλος στο δυαδικό παιχνίδι. Έναρξη του τριαδικού παιχνιδιού. Ιδού, λοιπόν, ποια είναι η οικουμενική σύγχρονη κατάσταση».  

Εξού και το ότι, εκτός από την κατανόηση, βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία της δημοκρατίας είναι η ενσυναίσθηση, η συναισθηματική ταύτιση με το πάσχον υποκείμενο που, όπως θα ξεπερνά τον εύκολο συναισθηματισμό της εικόνας και θα μας κάνει να αναλάβουμε την ευθύνη μας ως πολίτες, θα βοηθήσει τους πολιτικούς να επαναπροσδιορίσουν συνολικότερα τη στάση τους. Γράφει στοχαστικά η Μυριάμ Ρεβώ ντ' Αλλόν στον Συμπονετικό Άνθρωπο (εκδόσεις Εστία): «Οι πολιτικοί οφείλουν, λοιπόν, να αντικαταστήσουν μια πολιτική που θεωρείται πολύ απόμακρη και ελιτίστικη με μια πολιτική εγγύτητας, στην οποία δεν είναι απλώς η άποψη του πολίτη που καθορίζει τους πολιτικούς προσανατολισμούς, αλλά, επίσης, τα προσωπικά του προβλήματα, οι δυσκολίες και οι οδύνες λαμβάνονται άμεσα και ορατά υπόψη από τους ηγέτες. Η Συμπόνια αποτελεί συνιστώσα αυτής της νέας θεμελίωσης της νομιμότητας». Αυτό που είδαμε την Κυριακή στο Παρίσι είναι ακριβώς αυτό: η αρχή της συμπόνιας που μπορεί να επαναπροσδιορίσει τον όρο της πολιτικής – τον τρόπο που μετέρχονται τις ιδέες οι πολιτικοί αλλά και που αντιδρούν οι πολίτες. Ας είναι ένα μεγάλο μάθημα για την Ευρώπη και για όλους μας για το ποια κοινωνία θέλουμε, σε ποια σύγχρονη πολιτεία επιθυμούμε να ζούμε.    

Michel Serres, Καιρός των κρίσεων (μτφρ.: Λαοκρατία Λάκκα, επιμέλεια: Βαγγέλης Μπιτσώρης επίμετρο: Σταύρος Κατσανέβας, εκδόσεις Καλέντης)  

Πού πηγαίνει η Δημοκρατία; (μτφρ.: Ν. Κατσογιάννη, Φ. Μαραβέλιας, Φ. Σιατίτσας, επιμέλεια: Δημήτρις Βεργέτης, εκδόσεις Πατάκη)  

Michel Foucault, Η Γέννηση της Βιοπολιτικής / Παραδόσεις στο Κολλέγιο της Γαλλίας (1978-1979) (μτφρ.: Βασίλης Πατσογιάννης, εκδόσεις Πλέθρον) Marcel Gauchet, Η άνοδος της δημοκρατίας ΙΙ / Η δημοκρατία υπό τη δοκιμασία των ολοκληρωτισμών 1914-1974 (μτφρ.: Αλέξανδρος Κιουπκιολής, εκδόσεις Πόλις)  

Μυριάμ Ρεβώ ντ' Αλλόν, Ο Συμπονετικός Άνθρωπος (μτφρ.: Μιχάλης Πάγκαλος, εκδόσεις Εστία) 

Γιατί η δημοσιογραφία έγινε τσιράκι των κομμάτων;

Μικροί και μεγάλοι εν δράσει: τον μπαμπά τον κυνηγάνε οι τοκογλύφοι, ο γιος θέλει να αποκατασταθεί επιτέλους

Υπάρχουν φράγκα στο πάπλωμα...  

Υπάρχει κάτι εξόχως μικροπρεπές και μίζερο στην ελληνική δημοσιογραφία, το οποίο δεκαετίες τώρα φορά τη λεοντή του θαρραλέου και εξαιρετικού: η ασύστολη κομματικοποίηση του δημοσιογράφου. Να σκίζει τα ιμάτιά του για κάποιο κόμμα, επώνυμα, υπογεγραμμένα, δουλικά. Το θεωρεί τιμή και δόξα. Αν και είναι, συνηθέστατα, πλάγιο φλερτ με την εξουσία ή το χρήμα. Την επιθυμία «να είμαστε με τον νικητή, δεν ξέρεις τι γίνεται».  

Ας παραλείψουμε τα παραδείγματα για να μην πικράνουμε καρδιές. Πόσοι και πόσοι δημοσιογράφοι δεν χρησιμοποίησαν τον τραυλό ενθουσιασμό τους για να συγχρωτιστούν με αυτούς τους οποίους έπρεπε να κρίνουν, να γίνουν μία από τα ίδια, να κορδωθούν για λίγο σε κάποιο οφίκιο και τέλος να γυρνάνε σαν τις άδικες κατάρες στα απόσκια της δημοσιογραφίας, που τους φαίνεται πια λίγη, αλλά και εκείνη τους περιφρονεί (φαντάζεστε τον Ρουσόπουλο να δημοσιογραφεί ξανά;).  

Ό,τι δεν λειτουργεί με υγιείς κανόνες αγοράς (να σε θέλουν οι αναγνώστες), επιβιώνει μόνο με δύο τρόπους: Πρώτον, με εμφανείς ή αφανείς χρηματοδότες, που θέλουν μόνο ένα πράγμα: να σου υπαγορεύουν και να γράφεις -να είσαι όργανό τους. Δεύτερον, με δικούς σου ψιλομαφιόζικους εκβιασμούς, προκειμένου οι πολιτικοί και οι επιχειρηματίες να θορυβηθούν και να σου πετάξουν το ξεροκόμματό σου    

Δεν είναι πάντα χειρότεροι από τους υπόλοιπους «σωτήρες». Αλλά ούτε και κανένας ελάμπρυνε το είδος. Βυθίστηκαν χαρούμενοι στην καφενειακή, ημιμαθή και ολίγον χυδαία ατμόσφαιρα του Κοινοβουλίου, αποκτώντας βαθμηδόν αυτό το βλέμμα που έχουν όσοι έχουν εξουσία -- κάτι μεταξύ παραλυσίας και κυνισμού.  

Δεν είναι μόνο όσοι πολιτεύτηκαν. Ή όσοι πήγαν στα γραφεία Τύπου. Ή όσοι έγιναν ποικιλοτρόπως θεραπαινίδες πολιτικών, για να μην πω Φιλιππινέζες. Είναι και οι άλλοι, που με «αγνά», ας πούμε, κίνητρα, φωνασκούν από τα μέσα τους υπέρ του ενός ή του άλλου κόμματος – λες και ο Τράγκας έχει αφήσει τα αβγά του στο υποσυνείδητο της ελληνικής δημοσιογραφίας. Συνηθέστατα, έχουν θέματα να λύσουν (χρέη, δάνεια, εφορείες, Ταμεία, τρόικες...), μικρά ή μεγάλα ρουσφέτια που ευελπιστούν να ικανοποιηθούν από τους προστάτες τους, δουλειές τεράστιες ή μεροκάματα για φτωχοδιάβολους, επιλεκτικές αμνησίες, εύνοιες στα δημόσια έργα, βόλεμα των παιδιών μας, κάτι ψιλά για να περνάμε, αδερφέ... Κι άλλες φορές, βέβαια, είναι φόρτωμα προσωπικό, πίστη σε κάτι, τάξιμο σε ένα πολιτικό πρόσταγμα. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, η εμφανής κομματικοποίηση ενός δημοσιογράφου είναι ο βαθμός μηδέν της αξιοπιστίας τους. Που μαθηματικά οδηγεί στην αυτολογοκρισία και το ψέμα (ή την επιλεκτική αλήθεια, που είναι το ίδιο).    

Μόνο Μέσα που δεν χρωστάνε σε κανέναν, ούτε περιμένουν κάποιο αντάλλαγμα, λένε ΕΛΕΥΘΕΡΑ τη γνώμη τους, δεν συναλλάσσονται με αυτό που κρίνουν, και προπαντός αψηφούν τον φανατισμό και τη μονομέρεια που έχουν οι κομματικοποιημένοι δημοσιογράφοι. Ασφαλώς και θα ψηφίσουν κάτι. Όμως η δημοσιογραφία είναι δημόσιο λειτούργημα, ενώ η ψήφος προσωπικό δεδομένο.    

Γνώμη μου είναι ότι δεν είναι δυνατόν να δημοσιογραφείς ή να είσαι εκδότης εάν μπορούν να σε εκβιάσουν πολιτικοί, ή η επιβίωσή σου να εξαρτάται από την ελεημοσύνη τους. Τα μαγαζιά που είναι χρεωμένα ή αμαρτωλά, αργά ή γρήγορα εκχωρούν την ελευθερία του λόγου τους και την αξιοπρέπειά τους. Ό,τι δεν λειτουργεί με υγιείς κανόνες αγοράς (να σε θέλουν οι αναγνώστες), επιβιώνει μόνο με δύο τρόπους: Πρώτον, με εμφανείς ή αφανείς χρηματοδότες, που θέλουν μόνο ένα πράγμα: να σου υπαγορεύουν και να γράφεις -να είσαι όργανό τους. Δεύτερον, με δικούς σου ψιλομαφιόζικους εκβιασμούς, προκειμένου οι πολιτικοί και οι επιχειρηματίες να θορυβηθούν και να σου πετάξουν το ξεροκόμματό σου.  

Θέλω να πιστεύω ότι όσο ωριμάζουν το κράτος, η δημοκρατία και η δημοσιογραφία (τρία πράγματα που το ένα ενηλικιώνεται στα μάτια του άλλου), τόσο θα εμφανίζονται δημοσιογράφοι ή μέσα που ακριβώς επειδή δεν χρωστάνε σε κανέναν, ούτε περιμένουν κάποιο αντάλλαγμα, λένε ΕΛΕΥΘΕΡΑ τη γνώμη τους, δεν συναλλάσσονται με αυτό που κρίνουν, και προπαντός αψηφούν τον φανατισμό και τη μονομέρεια που έχουν οι ταγμένοι!  

Ασφαλώς και θα ψηφίσουν κάτι. Όμως η δημοσιογραφία είναι δημόσιο λειτούργημα, ενώ η ψήφος προσωπικό δεδομένο.  

Πηγή: lifo

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0