ενημέρωση 7:06, 24 August, 2026

Τα εικονίσματα και οι ψαλμωδίες της Νέας Δημοκρατίας απέναντι στην ποίηση του ΣΥΡΙΖΑ

Μια εβδομάδα πριν τις εκλογές, όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ανοιχτά

Γράφει ο Χρήστος Χωμενίδης

Το πρόγραμμα του Σύριζα για το χρέος θα έπειθε απολύτως εάν ο Σύριζα ήταν γερμανικό κόμμα και ο Αλέξης Τσίπρας υποψήφιος καγκελάριος.

Για να υπόσχεσαι, εννοώ, διαγραφή μέρους του χρέους και αποπληρωμή του υπόλοιπου με ρήτρα ανάπτυξης, πρέπει να βρίσκεσαι στη θέση του δανειστή. Εκείνου που ζητάει -ή δεν ζητάει- πίσω τα λεφτά του. Εάν είσαι εσύ ο οφειλέτης, αυτός που χρωστάει, το αδύναμο μέρος στη σύμβαση, πώς γίνεται να υπόσχεσαι ότι θα αλλάξεις μονομερώς τον τρόπο της εξόφλησης;

«Εμείς θα θέσουμε τους όρους μας και η κυρία Μέρκελ θα τους δεχθεί» δηλώνει ευθαρσώς ο Αλέξης Τσίπρας. «Δεν υπάρχει ούτε μία στο εκατομμύριο να μην τους δεχθεί!» συμπληρώνει και μιλάει για την αλληλεγγύη των λαών της Ευρώπης – λες και η Μέρκελ έχει φανεί ποτέ έως τώρα αλληλέγγυα. «Δεν την συμφέρει να καταστραφούμε!» αποφαίνεται εν κατακλείδι, αποκαλύπτοντας δημόσια ό,τι ο ίδιος θεωρεί ως το πιο δυνατό χαρτί του. Εάν ήταν ο Πέπε, το πιτσιρίκι στον «Αστερίξ στην Ισπανία», «θα κρατήσω την αναπνοή μου μέχρι να σκάσω!» θα συμπλήρωνε.

Στο Βερολίνο, στοιχηματίζω, κάποιοι γελάνε.

Στην Ελλάδα, αντιθέτως, πάρα πολλοί τον πιστεύουν. Ή βάζουν τα δυνατά τους για να τον πιστέψουν.  

Η εκστρατεία, της Νέας Δημοκρατίας αποπνέει μούχλα. Η εκστρατεία του Σύριζα μοσχοβολάει ανεδαφική εφηβικότητα του τύπου «θέλουμε τα πάντα και τα θέλουμε τώρα.  

Στο μεταξύ, η Νέα Δημοκρατία έχει αποκτήσει ύφος πουριτανής Αρσακειάδας. Δίνει τη μάχη σε ζητήματα χριστιανικής πίστης, καταγγέλλει τον Αλέξη Τσίπρα ότι αντικαθιστά το Άγιο Πνεύμα με το πουλί του τουίτερ, φρίττει και ερυθριά επειδή ο αρχηγός του Σύριζα ξεστόμισε στη Ρόδο τη λέξη «πήδημα».

Αντί να αποϊδεολογικοποιήσει ο Αντώνης Σαμαράς πλήρως το μήνυμά που εκπέμπει, ώστε να ελκύσει όσους αισθητικά, πολιτικά, φιλοσοφικά βρίσκονται στους αντίποδές του μα θα τον ψήφιζαν για να μην κυβερνήσει ο αφερέγγυος –κατά τη γνώμη τους- Σύριζα, σηκώνει το λάβαρο «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια». Στα μάτια των κεντρώων και των κεντροαριστερών η Νέα Δημοκρατία φαντάζει σήμερα περισσότερο παρά ποτέ σαν την παλιά, κακή Δεξιά.

«Δεν απευθύνεται ο Σαμαράς» εξηγούν κάποιοι επιτελείς του «στον μεσαίο χώρο αλλά στους ψηφοφόρους του Ανεξάρτητων Ελλήνων και της Χρυσής Αυγής». Δεν έχω ακούσει πιο εσφαλμένο σκεπτικό.

Διότι αυτοί οι ψηφοφόροι είτε έχουν τόσο ριζοσπαστικοποιηθεί κατά τα χρόνια της κρίσης ώστε –ακολουθώντας την Ραχήλ Μακρή- θα πήγαιναν ευκολότερα στον «ανατρεπτικό» Σύριζα παρά θα επέστρεφαν στην «συστημική» Νέα Δημοκρατία. Είτε θα ψήφιζαν έτσι κι αλλιώς τον Αντώνη Σαμαρά, ώστε να διατηρήσουν τα λίγα έστω που τους έχουν απομείνει.  

Η εκστρατεία, κοντολογίς, της Νέας Δημοκρατίας αποπνέει μούχλα. Μπαγιάτικη ανάσα καντηλανάφτη.

Η εκστρατεία του Σύριζα μοσχοβολάει ανεδαφική εφηβικότητα του τύπου «θέλουμε τα πάντα και τα θέλουμε τώρα», «η φαντασία στην Εξουσία» (το δήλωσε ρητά και ο εξαιρετικός ομότεχνός μου Βασίλης Αλεξάκης στην «Αυγή») ή –όπως έγραφε ο Μανώλης Ρασούλης- «τι να τα κάνεις τα λεφτά όταν δεν έχεις φράγκο.»

Καταιγιζόμενοι οι Έλληνες πολίτες από τα παραπάνω ευτράπελα και φαιδρά μηνύματα, καλούνται να αποφασίσουν σε δέκα μέρες ποιός θα τους κυβερνήσει. Καθώς δε ο Σύριζα φρόντισε κατηγορηματικά να αποκλείσει το ενδεχόμενο συνεργασίας με το Ποτάμι ή με το Πασόκ, η προτροπή των ενδιάμεσων κομμάτων «ψηφίστε τον καλύτερο μπαλαντέρ» μάλλον πηγαίνει περίπατο.

Στην ουσία, στις 25 Ιανουαρίου, θα αναμετρηθούν δύο κόσμοι, με κριτήρια εξόχως πολιτικά καθόλου όμως ιδεολογικά: Ο κόσμος όσων κρίνουν ότι έχουν να ζημιωθούν προσωπικά άμα τα πράγματα πάνε κατά διαόλου. Με τον κόσμο όσων πιστεύουν πως τα έχουν ήδη χάσει όλα και η οποιαδήποτε, συνεπώς, αλλαγή μονάχα σε καλό μπορεί να τους βγει.

Εάν οι πολίτες λειτουργούσαν με γνώμονα τη λογική. Εάν οι πολιτικοί μιλούσαν με ειλικρίνεια. Τότε η πρόβλεψη του αποτελέσματος των εκλογών θα ήταν πανεύκολη:

Θα αθροίζαμε, από τη μια, εκείνους που τα εισοδήματά τους δεν τους αρκούν για να περάσουν τον μήνα και θα τους προσμετρούσαμε στον Σύριζα.

Θα μαθαίναμε, από την άλλη, πόσα ακριβώς λεφτά πρέπει να βγάζεις και πόσες καταθέσεις να έχεις στην τράπεζα ώστε να θεωρηθείς από τον Αλέξη Τσίπρα πλούσιος και να κληθείς να επωμιστείς το βάρος της κρίσης. Και θα εγγράφαμε όλους τους «πλούσιους» στη δύναμη της Νέας Δημοκρατίας.

Οι άνθρωποι, δυστυχώς, ρέπουν από τη φύση τους προς τις αυταπάτες. Και οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης -πολιτικοί, διαφημιστές, παπάδες- το εκμεταλλεύονται ανενδοίαστα. Κερδίζουν σχεδόν πάντα θολώνοντας τα νερά.

Το ζητούμενο για τον πολίτη είναι να παραμερίσει τόσο τα εικονίσματα και τις ψαλμωδίες της Νέας Δημοκρατίας όσο και τις ποιητικές υπερβατικές αρλούμπες του Σύριζα και να ψηφίσει με κριτήριο το πορτοφόλι του. Τόσο απλά, τόσο ρεαλιστικά, τόσο κυνικά. Ας κρατήσουμε τα συναισθήματα, τη φαντασία, τον ρομαντισμό μας για την τέχνη. Κυρίως δε για τον έρωτα.

Η πεποίθηση των δημοσκόπων ότι ο κύβος έχει ριφθεί δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ένα μεγάλο ποσοστό ψηφοφόρων θα αποφασίσει –πιστεύω- στο παραπέντε, και μέσα στο παραβάν ακόμα, προτάσσοντας ό,τι μας κράτησε ζωντανούς ως είδος στους αιώνες των αιώνων: Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης.

Όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ανοιχτά.

Πηγή: lifo

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Αφέντης και δούλος στον παγωμένο χειμώνα

Μια ιστορία του Τολστόι για την ανθρώπινη φύση γίνεται χοροθεατρική παράσταση

«Αν θες να βρεις παράδειγμα προς μίμηση, θα πρέπει να ψάξεις μεταξύ των απλών, ταπεινών ανθρώπων. Πραγματικό μεγαλείο έχουν μόνο όποιοι δεν αυτοδιαφημίζονται και δεν θεωρούν τον εαυτό τους σπουδαίο.» Λέων Τολστόι  

Ivan Constantinovich Aivazovsky, χειμωνιάτικη σκηνή στη Ρωσία   

Το 1895, ο Τολστόι γράφει το έργο «Ο αφέντης και δούλος» στο οποίο εκφράζεται η ιδιότυπη θρησκευτικότητά του. Με τα θρησκευτικά κείμενά του ήρθε σε αντιδικία με την εκκλησία της Ρωσίας, η οποία τον απέβαλε από τις τάξεις της το 1901. Ο Τολστόι κατάφερε ν' απεικονίσει με απαράμιλλο τρόπο τη ρωσική κοινωνία της εποχής του και με την αναπαραστατική δύναμη της τέχνης του να δώσει εκπληκτικούς πίνακες από τη ζωή της τσαρικής Ρωσίας του 19ου αιώνα.  

Αν και καταγόταν από πλούσια οικογένεια, αφοσιώθηκε με μεγάλη αγάπη στους μουζίκους, βοηθώντας τους και μελετώντας τη ζωή τους. Γεμάτος θρησκευτική έξαρση και δεμένος με τα προβλήματα της εποχής του, προσπάθησε να βρει γιατί υποφέρουν οι άνθρωποι και προσπάθησε να απελευθερώσει τον άνθρωπο και να αποκαταστήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.  

Το έργο «Αφέντης και Δούλος» είναι μια ιστορία για το πέρασμα από τη ζωή στο θάνατο, μια από τις μόνιμες έγνοιες του Τολστόι που πραγματεύεται σε όλα τα έργα του από το «Three Deaths» (1859) και μετά.  

Ένα έργο του Τολστόι για τη θυσία ενός αφεντικού Ο Τολστόι και τα εγγόνια του Ο Αφέντης και δούλος είναι νουβέλα του Τολστόι που έγραψε από το 1894-1895, πενήντα πέντε σελίδων και δέκα ενοτήτων, που αναφέρεται στη θυσία του αφεντικού κατά τη διάρκεια μιας νύχτας που παγιδευτήκανε από την χιονοθύελλα του γνωστού ρωσικού χειμώνα. Στις σελίδες της είναι τοποθετημένο ένα πρόβλημα που θα πάρει αργότερα την πρώτη θέση σε όλη την πνευματική δημιουργία του Τολστόι: η αναγέννηση των ανθρώπων εκείνων, που ενώ ανήκουν στις προνομιούχες τάξεις, αντιλαμβάνονται την κοινωνική αδικία, την ηθική ποταπότητα και την ψευτιά του περιβάλλοντός τους. Σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του Τολστόι, ένας τέτοιος άνθρωπος (αδιάφορο αν είναι ο εισαγγελέας Ιβάν Ιλίτς ή ο έμπορος Βασίλη Αντριέϊτς Μπριεχούνωφ ή ο ευγενής Νιεχλιούντωφ στο μυθιστόρημα «Ανάσταση» και το «Πρωινό ενός τσιφλικά») μπορεί ν΄αρχίσει μια καινούργια «αληθινή ζωή», αρκεί μονάχα να κατανοήσει πως όλη η περασμένη του ζωή είναι «κάτι άλλο».    

Μια ιστορία μέσα στο χιόνι Το κρύο του χειμώνα είναι αναπόσπαστο μέρος αυτής της ιδιαίτερης παραβολής σε ένα συγκεκριμένο και πνευματώδες επίπεδο. Είναι ένα ενθυμητικό ταξίδι ισχύος: χιόνι και παγωμένοι άνεμοι ξεπηδάνε από τις σελίδες του. Το μεγάλο φινάλε του έργου, η μεταφορά θερμότητας από το ένα σώμα στο άλλο, απηχεί αρχέγονα.  

Ο Vasily Andreich Brekhunov είναι ένας πλούσιος έμπορος προσηλωμένος αποκλειστικά στο να γίνει πλουσιότερος. Ένα σκοτεινιασμένο απόγευμα, την ημέρα μετά τη γιορτή του Αγίου Νικολάου, παρά την απειλή καταιγίδας, ξεκινά ένα ταξίδι προκειμένου να εξασφαλίσει την αγορά ενός ξύλου σε τιμή ευκαιρίας.  

Μαζί του παίρνει και το Νικήτα, τον ευγενικό, ευχάριστο υπηρέτη του, έναν άντρα που ο Brekhunov εκτιμά αλλά εκμεταλλεύεται σκληρά. Τον πληρώνει με τα μισά από όσα πραγματικά θα έπρεπε, και συνήθως όχι σε χρήμα αλλά σε ακριβά προϊόντα από το μαγαζί του.  

Andrei Nikolaevich Schilder, χειμωνιάτικο τοπίο στη Ρωσία  

Το έργο «Αφέντης και Δούλος» είναι μια ιστορία για το πέρασμα από τη ζωή στο θάνατο, μια από τις μόνιμες έγνοιες του Τολστόι που πραγματεύεται σε όλα τα έργα του από το «Three Deaths» (1859) και μετά. Το έργο είναι διάχυτο από σύμβολα. Χωρίς να σπαταλά καθόλου χρόνο στο να αναπτύξει την ένταση που διατρέχει την ιστορία, αμέσως μόλις ο Brekhunov και ο Nikita φεύγουν από το χωριό Kresty (που σημαίνει «Σταυροί»), ο Τολστόι αρχίζει να «ξηλώνει» το όριο μεταξύ αυτού του κόσμου και του επόμενου.   

Ο Τολστόι επέδρασε καταλυτικά στον παγκόσμιο λογοτεχνικό ρεαλισμό, ουμανιστής και φιλάνθρωπος αποτέλεσε το πνευματικό σημείο αναφοράς της τόσο της εύπορης τάξης όσο και του απλού λαού.  

Το έργο «Αφέντης και Δούλος» είναι μια παραβολή επιμελώς γραμμένη η οποία παραμένει ζωηρή παρά τους βαρείς συμβολισμούς, και οι χαρακτήρες της είναι πολλά περισσότερα από το να αντιπροσωπεύουν απλώς την αρετή και την απληστία. Ο Nikita είναι ευγενικός και ευχάριστος, αλλά δεν παύει να είναι και ένας μεθύστακας που έκοψε σε κομμάτια τα πιο πολύτιμα ρούχα της γυναίκας του. Ο Brekhunov είναι παράξενος αλλά βλέπει τον εαυτό του σαν ευεργέτη. Είναι παγιδευμένοι σε μια εχθρική λίμπο μεταξύ αυτού και του άλλου κόσμου, και είναι μόλις 200 μέτρα μακριά από το δρόμο, στη μέση μια χιονοθύελλας. Το να συνδυάσεις όλα τα παραπάνω και να τα κάνεις ένα αριστούργημα, αποτελεί μια σύνθετη πεζογραφία που φέρει την προφανή απλότητα των γυμνών δέντρων σε ένα χιονισμένο τοπίο.  

Από την παράσταση "Master and Man"    

Ένα απόσπασμα από τον Αφέντη και το Δούλο Σημειώσεις του Τολστόι «Το χιόνι είχε σκεπάσει ολότελα το έλκηθρο, αλλά τα ξύλα με το μαντήλι φαίνονταν ακόμα. Ο Μουχόρτη (το άλογο) χωμένος στο χιόνι ως την κοιλιά με την κουρελού πεσμένη από πάνω του στεκότανε κάτασπρος σαν άγαλμα, γέρνοντας το νεκρό κεφάλι του. Ο Νικήτας όμως ήταν ζωντανός, αν και ξεπαγιασμένος ως το κόκκαλο. Όταν τον συνέφεραν, ήταν σίγουρος πως είχε πεθάνει και πως ξυπνούσε όχι πια σε τούτον τον κόσμο, αλλά στον άλλο. Όταν όμως άκουσε τους μουζίκους να φωνάζουν καθώς τον ξέθαβαν κι είδε τον κοκκαλιασμένο Βασίλη Αντριέϊτς, που τον είχαν σηκώσει από πάνω του, απόρησε στην αρχή που και στον άλλο κόσμο οι μουζίκοι ξεφωνίζουν όπως και σε τούτον εδώ και τα κορμιά είναι τα ίδια. Ύστερα όμως κατάλαβε πως βρίσκεται ακόμα εδώ και μάλλον λυπήθηκε αντί να χαρεί, προ πάντων σαν ένιωσε πως τα δάχτυλά και στα δυο του πόδια είχαν πάθει κρυολογήματα».Αυτόθι, σελ. 55 σε μτφ. Σ.Πρωτόπαπα (1959)    

Ένας συγγραφέας που επηρέασε τους δημιουργούς σε όλο τον κόσμο Ο Τολστόι επέδρασε καταλυτικά στον παγκόσμιο λογοτεχνικό ρεαλισμό, ουμανιστής και φιλάνθρωπος αποτέλεσε το πνευματικό σημείο αναφοράς της τόσο της εύπορης τάξης όσο και του απλού λαού.  

Ο Ν. Καζαντζάκης ήταν βαθιά επηρεασμένος από τον Τολστόι. Το 1915 σημειώνει στο ημερολόγιο του ότι έπρεπε να αρχίσει από εκεί που κατάληξε ο Τολστόι.  

Ο Ντοστογιέφσκι βλέπει τον άνθρωπο στη σχέση του με τη μεταφυσική μοίρα, ο Τολστόϊ τον βλέπει σχετικά με τη γήινη μοίρα του και παρουσιάζει την ευρωπαϊζουσα όψη της Ρωσίας. Όλοι οι κριτικοί του αναγνωρίζουν πως για την πιστή και άνετη απόδοση της πραγματικότητας δεν έχει όμοιό του στην παγκόσμια λογοτεχνία.  

Ο Ρομέν Ρολάν, ο Ερνεστ Χέμινγουέι, ο Μπέρναρντ Σω, ο Ρίλκε, ο Στρίνμπεργκ, ακόμη και ο Γκάντι, είναι μερικά από τα μεγάλα ονόματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, φιλοσοφίας και πολιτικής, τα οποία δέχτηκαν την επίδραση του Ρώσου διανοητή.  

Ο ίδιος ο Λένιν ασχολήθηκε με τον Τολστόι ήδη από το 1908, προσδίδοντάς του την πραγματική, όσο και σημαντική διάσταση του έργου του: «… οι αντιφάσεις στις απόψεις και στις θεωρίες του Τολστόι δεν είναι τυχαίες, αλλά είναι έκφραση των αντιφατικών συνθηκών που επικρατούσαν στη ρωσική ζωή το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα… Ο Τολστόι είναι μεγάλος ως εκφραστής εκείνων των ιδεών και εκείνων των διαθέσεων που διαμορφώθηκαν στα εκατομμύρια της ρώσικης αγροτιάς τον καιρό του ερχομού της αστικής επανάστασης στη Ρωσία».    

Ένα ταξίδι στον κόσμο του Τολστόι από ένα σύγχρονο χοροθέατρο Ένα ταξίδι με σκοπό το υλικό κέρδος. Όλα στη θέση που ξέρουμε. Όλοι εκεί που ορίζει η ιεραρχία. Ξεκινούν οι κύκλοι. Ο ορίζοντας χάνεται. Ουρανός και Γη είναι ένα. Η Ζωή και ο Θάνατος είναι πια το ένα μέσα στο άλλο. Δεν υπάρχουν ήρωες και η ιεραρχία ισοπεδώνεται. Λογική, Παραλογισμός, Ένστικτο είναι όλα ισότιμα απέναντι στη φύση. Υπάρχει κάτι που μπορεί να διασχίσει αυτό το όριο; Μέσα στη θύελλα, σώματα, σπαράγματα από λόγια και τραγούδια. Το τέλος γίνεται μια νέα αρχή και το ταξίδι έχει απρόσμενα πνευματικό τέλος.Ένα έργο για τρεις perfomer, τρεις τραγουδιστές και τη συμμετοχή των φοιτητών του δεύτερου έτους της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών.  

Στο θέατρο Πόρτα ανεβαίνει μια παράσταση σύγχρονου χοροθεάτρου με αφορμή την κλασσική λογοτεχνία. Σε χορογραφία της Αμάλιας Μπένετ, μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου, με τους Αλέξανδρο Βαρδαξόγλου, Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Σοφία Κόκκαλη, Θεοδώρα Μπάκα, Φοίβο Ριμένα, Νίκη Χαζιράκη και τη συμμετοχή των φοιτητών του δεύτερου έτους της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών.  

Πηγή: lifo

Αλλαγή πολιτικής: Πίτσες παράγγειλε ο Γιώργος Θωμάκος!

Στροφή 180 μοιρών στις προτεραιότητες του Δήμου, σηματοδοτεί η κίνηση του νέου δημάρχου να αγνοήσει τα φυλλάδια delivery των προκατόχων του και να παραγγείλει πίτσες. Και μάλιστα από την πρώτες μέρες της θητείας του

  • Ο νέος υπουργός δήμαρχος, δίνει το γαστρονομικό του στίγμα με το «καλημέρα»

Με το «καλημέρα» έδειξε τις προθέσεις του ο νέος τσάρος της πόλης, επιλέγοντας να κρατήσει τις αποστάσεις του, τόσο από την ακραία νεοφιλελεύθερη επιλογή του βρώμικου-βρώμικου που προτιμούσε ο Νίκος Χιωτάκης, όσο και από τα σουβλάκια και προβατίνα που εκπροσωπούν τη λαϊκή δεξιά και προτιμούσε ο Βασίλης Βάρσος.

Η πίτσα, σύμφωνα με ειδικούς γευστικο-οικονομικούς αναλυτές, συμβολίζει τη «μέση γαστρονομική οδό», αφού ναι μεν προέρχεται από την Ιταλία, δηλαδή διαθέτει σαφή ευρωπαϊκό προσανατολισμό, αλλά ταυτόχρονα είναι ευρύτατα διαδεδομένη στη χώρα μας. Αποτελεί δηλαδή το σημείο τομής – ειδικά όταν δεν περιέχει πολλές πιπεριές.

Ο κ. Θωμάκος μάλιστα, για να κάνει τον συμβολισμό ακόμα πιο καθαρό, επέλεξε συγκεκριμένα την πίτσα "Greek Lovers" και "Holly lovers" κάνοντας έτσι σαφές, το νέο «κοινωνικό δόγμα» που θα διέπει την οικονομική πολιτική της διοίκησης. Επίσης αξίζει να σημειωθεί, ότι έκανε χρήση της προσφοράς «στις 3 η 1 δώρο».

Πάντως σύμφωνα με ανθρώπους του στενού του περιβάλλοντος, ο κ. Θωμάκος, διάλεξε πίτσα και για έναν άλλο λόγο: Επειδή τα κουτιά πετιούνται εύκολα και δεν αφήνουν ιδιαίτερες μυρωδιές, αφού λόγω έλλειψης καθαριστριών, το Δημαρχείο τελευταία είχε μια έντονη μυρωδιά τζατζικιού και κρεμμυδιού, από τα υπολείμματα του ψητού αρνιού, των σουβλακιών, και της προβατίνας που έτρωγαν οι προκάτοχοί του.

Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο και η φωτογραφία είναι όλο προϊόν φαντασίας με στόχο τη σάτιρα και σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μπορείτε να το καταναλώσετε άφοβα

Αισθητική και ζωή στη σημερινή Κηφισιά

Ένα σύμπαν στο οποίο ο Πλάτωνας, το Nitro, η Αυριανή, η εφημερίδα Κηφισιά και οι Χιωτάκης-Βάρσος συμπνέουν με την Αμφίπολη και άλλα πολλά.

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Χρόνια τώρα έχω την πεποίθηση ότι το μέγιστο ζήτημα που βιώνουμε στην καθημερινότητά μας δεν είναι ούτε το οικονομικό, ούτε το πολιτικό, ούτε καν το υπαρξιακό. Είναι το αισθητικό. Που τα περιέχει όλα και τα πολλαπλασιάζει σαν κάμερα με φίλτρο κυτταρίτιδας στο άπειρο. Και μάλιστα σε όλους τους τομείς της ζωής: στη γλώσσα, στα media, στην κοινωνική συναναστροφή, στην αντίληψη του τοπίου, στις σπουδές, στην εργασία, στις δομές της κοινωνίας.    

Αν με τον όρο "αισθητική" (aesthetics) εννοούμε γενικά την κριτική σκέψη επί της τέχνης, του πολιτισμού και της φύσης, και όχι μονάχα στενά και πεζοδρομιακά την έννοια της ομορφιάς ή της απουσίας της, τότε εμπίπτει στον τομέα της Αξιολογίας, ενός κλάδου της φιλοσοφίας. Η έννοια της αξίας μπορεί να έχει διττή σημασία, με την έννοια του αντιτίμου (η αγωνία του πλειστηριασμού έργων τέχνης) και με την έννοια της ηθικής βαρύτητας (καλύτερα κατανοητή όταν εκπίπτει στο αντίθετό της, την "απαξία").    

Μ'αυτόν τον ορίζοντα σκέψης, η αισθητική έχει ταυτόχρονα πρακτική και ηθικοπνευματική σημασία: τα αποτελέσματα είναι ορατά στην κοινωνική μας καθημερινότητα. Η ανασκαφή της Αμφίπολης παραδείγματος χάριν μοιάζει με ένα Ελ Ντοράντο για γερούς λύτες αλλά ταυτόχρονα μια ανακάλυψη ενδεδυμένη με έναν εθνικό μύθο, έναν επιπρόσθετο συμβολισμό, ένα φορτίο που δεν άπτεται του καθαρά επιστημονικού και φέρει ¨αξία. Μάλιστα αποτελεί ένα περίφημο παράδειγμα για την απόχρωση της γλώσσας. Πέρα από "όμορφα" (ετυμολογικά δηλαδή ευ-μορφα), τα ευρήματα είναι (ή δεν είναι, κατ'άλλη θεώρηση) "ωραία", δηλαδή 'της ώρας', 'στον καιρό τους', εμβαπτισμένα στον κατάλληλο χρόνο (ιδιαίτερα αν σκεφτούμε όσα ο Ν.Chomsky αναφέρει για την συλλογική συνειδητότητα και τον χειρισμό της...).  

Το να συμφωνήσουμε για το τι είναι όμορφο είναι έργο Τιτάνιο. Για τους αρχαίους Έλληνες το "κάλλος" περιείχε μέσα του το "καλόν" κι ο Σωκράτης θα βρει συνεχιστή στον Nietzsche όπου Αισθητική και Ηθική συντάσσονταν. Μακριά από το κλασσικό ιδεώδες που μαθηματικοποιούσε την φόρμουλα της ομορφιάς καθένας μπορεί να ερμηνεύσει την έννοια όπως επιλέγει, μάλλον αναφερόμενος στο τι του είναι ευχάριστο στις αισθήσεις, στην υποκειμενική του αντίληψη. Το αξίωμα δηλαδή που αναδύθηκε από τον ρομαντισμό του 19ου αιώνα και τις πολιτικές & οικονομικές του ζυμώσεις και δήλωνε ότι "beauty is in the eye of the beholder" (η ομορφιά είναι στο μάτι του παρατηρητή και το Ασχημόπαπο του Andersen τώρα δικαιώνεται).  

Ο D.Hume άλλωστε συσχετίζει την αισθητική πρόσληψη με την ικανότητα να αντιλαμβάνεται κανείς όχι μόνο την ευχαρίστηση που απορρέει αλλά και τα αντίθετά της συναισθήματα κατά την εμπειρία ενός αισθητικού αντικειμένου: τον πόνο, την έκπληξη, την αποστροφή. Που θα ήταν η τέχνη του Lucien Freud αλλιώς;  

Αυτό που μοιάζει όμορφο σε μένα μπορεί να μην μοιάζει σε σένα, άλλωστε ένα people watching ενώ πλήθη σεργιανίζουν μπροστά από ένα καφέ μπορεί να μας το αποδείξει περίτρανα, αλλιώς δεν θα βλέπαμε τόσους τύπους με δίχαλο και "μανίκια" tattoo και τόσες κοπέλες να θέλουν να γίνουν Καινούργιου στην θέση της Καινούργιου, τουλάχιστον ως προς το οπτικό κομμάτι. Σωστά; Αυτό είναι που ο Kant εννοούσε στην "Κριτική του Καθαρού Λόγου". Το να παραλείπεις την συνιστώσα "κατ'εμέ" όταν προκρίνεις αισθητικά ζητήματα είναι σαν να μιλάς εξ ονόματος όλων και σαν να επιβάλλεις στα πράγματα μια προστιθέμενη αξία, την ομορφιά (ή την έλλειψή της). Και με φέρνει σε αυτό που θεωρώ τεράστιο αισθητικό ατόπημα της πρόσφατης ιστορίας μας.  

Μια γενιά ολόκληρη (και δυο ενδεχομένως) διαβρώθηκε από το Κωστοπουλικό-Γρηγορακιακό lifestyle της αρπαχτής, των εκβιασμών που προωθούσε ένα ιδεώδες που το ενέδυε συνεχώς με τον μανδύα της "ομορφιάς". Το list-άριζε μάλιστα σε μια παρωδία αντιστοίχισης, "τα 10 πράγματα που πρέπει να έχει ο ωραίος γκόμενος", "τα 5 top προσόντα της Χ διάσημης" κλπ. κλπ. σε μια φασίζουσα πλύση εγκεφάλου όπου το προϊόν αισθητικοποίησης μιας πολύ συγκεκριμένης βιομηχανίας γινόταν παντιέρα αποδοχής ή όχι για έναν ολόκληρο πληθυσμό. Πόσοι νιώσαν ανεπαρκείς, με ματαιωμένη εμπειρία ζωής, ξεφυλλίζοντας ΚΛΙΚ, Nitro, και τα σκουπίδια που αναμασούσε μόνιμα η Κηφισιά άρουν τον κράββατόν τους και (περι)πατούντων. Οι κρίσεις επί της αισθητικής συνδέονταν με την κρίση επί της οικονομικής ή πολιτικής αξίας ενός αντικειμένου ή προσώπου, εστιάζοντας στον συμβολισμό του, και επομένως ερμηνεύοντας το πλέον μέσω της συμβολικής του αξίας. Το ίδιο που συμβαίνει δηλαδή σήμερα και με την Αμφίπολη, τα ευρήματα του λόφου Καστά και στην πόλη μας. Είμαστε τα εγγονάκια της ΙΜΑΚΟ, του Γρηγοράκου, του εν γένει Αυριανισμού...  

Ο Πλάτων (και το "Matrix", αν σου πέφτει δύσπεπτος ο φιλόσοφος) λέει πολύ πονηρά: υπάρχουν δύο κόσμοι, ο φυσικός που βιώνουμε που είναι μια ψευδαίσθηση και ο πραγματικός, ο νοητός, της απόλυτης αλήθειας. Με την θεώρηση της ομορφιάς μέσω του ματιού του νου (και με την βδελυγμία με την οποία η τέχνη εκπίπτει ως ψευδαίσθηση), ο άνθρωπος μπορεί να φέρει μπρος του "εικόνες όχι ομορφιάς, αλλά αλήθειας" και "να γίνει αθάνατος, αν ο θνητός το μπορεί." Ειρήσθω εν παρόδω, το γιατί ο Πλάτων θεωρείται μπαμπάς των αντιδραστικών νομίζω είναι κατανοητό, αλλά ο Drew A. Hyland το επεξεργάζεται ακόμα περισσότερο το θέμα στο βιβλίο του "Plato and the Question of Beauty". Πόσα αισθητικά ατοπήματα διαπράττονται στο όνομα της μόνης αλήθειας ή της αυθεντίας;  

Ίσως όμως το μεγαλύτερο αισθητικό ατόπημα της περασμένης δεκαετίας, πέρα κι από την ΙΜΑΚΟ-Αυριανό-Γρηγοράκοποίηση της καθημερινότητάς μας (¨όπου η ζωή ήταν πολύ μικρή για να είναι θλιβερή") ήταν η περίφημη ρήση "μαζί τα φάγαμε". Όχι γιατί ειπώθηκε από κάποιον που έχει -με βάση τα παραπάνω- ένα ειδικό συμβολικό εκτόπισμα ή γιατί γλωσσικά εκπέμπει χειμαδιό (που το εκπέμπει, κακά τα ψέματα).  

Αλλά γιατί αποτελεί μια διαστροφή του ιδεώδους της συμμετοχικότητας στον κατώτατο κοινό παρονομαστή. Με το να δίνεται η αίσθηση (έστω υποδόρια) ότι όλοι έχουμε μερίδιο στην λαμογιά και τον ωχαδερφισμό, νιώθουμε ότι η χώρα και οι δομές είναι ένα ξέφραγο αμπέλι στο οποίο τίποτα δεν ανήκει σε κανέναν αφού ούτως ή άλλως είναι προϊόν λαμογιάς, ρεμούλας και διαφθοράς.  

Μας δίνει carte blanche στην καταστροφή, στην εκμαύλιση, το να ανοίγουμε το παράθυρο του αυτοκινήτου και να ρίχνουμε τα σκουπίδια μας στο δρόμο ("έλα μωρέ, δικός μου είναι;"), να ταγκάρουμε με σπρέϋ αλλά χωρίς συγκεκριμένο πλάνο ή δημιουργικότητα το κτίριο που αναστηλώθηκε μόλις κατεβεί η σκαλωσιά, να φερόμαστε χυδαία στον υπάλληλο που μας εξυπηρετεί στο γκισέ της δημόσιας υπηρεσίας, να υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα στην γουρουνιά με τον μανδύα του "χαρακτήρα" και της "αυθεντικότητας". Ύφος και ήθος κατακρημνισμένα, αφανισμένα, αλλοτριωμένα.

Είναι εν ολίγοις και ένα πρόβλημα αισθητικό.-