ενημέρωση 3:46, 26 August, 2026

Για ένα μεζέ. Ή και δύο

Ψάχνοντας τη σωστή λακέρδα

 

image
 
Τα τρόφιμα που θυμάσαι ως σούπερ από την παιδική σου ηλικία ήτανε άραγε έτσι (πχ, ψωμί με ζάχαρη και κανέλα) ή ήτανε μπαναλαρίες, που έχεις εξωραΐσει με την φαντασία σου και σήμερα δεν θέλεις ούτε «καλημέρα»; (πχ χτυπητό αυγό) Ποιος να ξέρει; (κανείς).

Ένας φίλος έφερε λακέρδα, αγορασμένη από εκλεκτό/ακριβό παντοπωλείο της Αθήνας την οποία καζικώθηκε χωρίς να ενημερωθεί ότι ΔΕΝ ήταν η σωστή λακέρδα αλλά η φώ. Την έβαλα σε ένα πιάτο και την κοίταζα με αντιπάθεια: μα ήτανε καφε-κόκκινη! Και μύριζε ψαρίλα! Και ήθελε μαχαίρι! … για την ακρίβεια, ήθελε πέταμα, κάτι που δεν ισχύει για όλες τις φω λακέρδες της Αθήνας οι οποίες φτιάχνονται κυρίως από τόνο Ατλαντικού. Και όχι από τορίκι, που είναι κι αυτό ψάρι της οικογένειας του τόνου αλλά πιο… ευγενικό; Κομψό; Λευκό; Νόστιμο; Μαλακό; Ακριβό; Άοσμο; Καλοντυμένο; Όλα τα παραπάνω και κάτι παραπάνω;

Η ορίτζιναλ λακέρδα λοιπόν φτιάχνεται από τορίκι και «λιώνει στο στόμα», εκτός πλάκας. Είναι πολύ-πολύ νόστιμη, όχι επειδή την έφτιαχνε ο παππούς μου από την Κωνσταντινούπολη και την θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια, και τώρα άμα την πετύχω, νόστιμη είναι. Επειδή ο εκλεκτός μπακάλης δεν θα σου πεί εύκολα αν η λακέρδα του είναι Λαλαούνης ή «μονόπετρο 29 ευρώ με μπρασελέ δώρο ΚΑΙ ένα τηγανάκι κεραμικό»… την καταλαβαίνεις από την όψη (λευκή/μαλακή) και την τιμή (διπλάσια της λακέρδας εκ τόνου). Υπάρχει ένας Κωνσταντινουπολίτης που φτιάχνει ακόμα σωστή λακέρδα, ο «Αγιάνογλου» (μάλλον υιός ή εγγονός), σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλοι, αλλά το βέβαιο είναι ότι δεν υπάρχει φθηνή λακέρδα εκτός κι αν αγοράσεις τορίκι από την κεντρική αγορά και το βάλεις στην άλμη μόνος σου. Δεν είναι δύσκολο. Το δύσκολο είναι να βρεθεί το άτιμο τορίκι – ψάρι του Εύξεινου Πόντου, γι αυτό και «Πολίτικο», παλιά ψαρευότανε κυρίως στον Πόντο αλλά μερικές φορές μπερμπάντευε, έφτανε μέχρι τη θάλασσα της Αλεξανδρούπολης, της Σαμοθράκης, της Καβάλας και της Θάσου. Με την υπερ-αλίευση μάλλον το έχουνε ξεκατινιάσει, γιατί είναι όλο και πιο σπάνιο…

image

Τέλος πάντων μπήκα στο Ιντερνετ και διάβασα 800 συνταγές για να φτιάξεις λακέρδα – αλλά ξέρετε, δεν είναι ακριβώς έτσι. Στην Κωνσταντινούπολη έπιανε ο ψαράς ένα ωραίο τορίκι τα χαράματα, το έβαζε στο αλάτι και το τρώγανε το ίδιο βράδυ, άντε την άλλη μέρα. Στις συνταγές που διάβασα, το αφήνεις λέει δέκα μέρες να ψηθεί στο αλάτι, ή και είκοσι μέρες… που συμβαίνει κι αυτό. Αλλά άμα είναι σούπερ το ψάρι, δεν προλαβαίνει να κάτσει τόσο καιρό, το τσακίζεις λίγο-λίγο με ουζάκι, λυσσάς μετά και πίνεις νερά κι είσαι πολύ χαρούμενο άτομο. Το ψάρι πάλι, όχι και τόσο.

Ωραία λακέρδα, ορίτζιναλ, σερβίρει το «Χοχλιδάκι» μαζί με πολλούς νόστιμους ψαρομεζέδες και μη-ψαρομεζέδες, σε καλές τιμές. Όλα τα ψαρικά/μεζεδάκια τους είναι άψογα, και το σέρβις, το περιβάλλον, η περιποίηση επίσης (άμα έβαζαν και μια σομπίτσα κάπου, θα ήταν ακόμα καλύτερα – αλλά η αλήθεια είναι ότι έπεσα σε παγερή βραδιά). Με 18-20 ευρώ τρώς ωραία, νόστιμα και σπιτικά πιάτα – μέχρι και οι τηγανιτές πατάτες ήταν ορίτζιναλ πατάτες, εκτός από τραγανές. Και το τζατζίκι είναι πολύ ωραίο, καμία σχέση με ταβερνίσιο.

image

Καλά, σίγουρα είναι κάμποσα τα μαγαζιά που σερβίρουν σωστή λακέρδα στην Αθήνα: το «Ταξιδεύοντας» πχ έχει ψαρομεζέδες υπέροχους, και φρέσκο ψάρι (το σλόγκαν τους είναι «τα πιο φρέσκα κολυμπούν στη θάλασσα»). Οι σαρδέλες, γαύροι, τσίροι κλπ είναι άψογοι, το μαγαζί θυμίζει Κυκλάδες και έχεις την αίσθηση ότι ο ιδιοκτήτης ήρθε με το καΐκι του που το’χει δεμένο απ΄έξω. Δεν είναι φθηνό (κανένα 25-30άρι το άτομο, 35άρι αν πάρεις μεγάλο ψάρι) εκτός κι αν πάς μόνο για μεζέδες, οπότε είσαι οκ.

image

Τώρα βλέπω ότι το μαγαζί στο Κερατσίνι είναι ακριβότερο από αυτό στο Νέο Ψυχικό, που είναι κάπως, δεν είναι; Βέβαια το φρέσκο ψάρι είναι σπουδαίο πράγμα, και ακριβό ταυτόχρονα, δεν το τρώς κάθε μέρα, εκτός αν το σόι σου έχει πρώτα ψαροκάικο και μετά βιοτεχνία αλιπάστων και μεγαλώνεις στην Καβάλα στην δεκαετία του ’60-’70, όπως εγώ… Όπου, ναι, η λακέρδα από τροφαντό, «παχειό» τορίκι του Ευξείνου τσιφ αφιχθείσα στις 5.00 το πρωί στην ιχθυόσκαλα, είχε όντως καλύτερη γεύση. Έστω και δύο-τρία βράδια μετά, ή όσο αντέχαμε μέχρι να τη σκίσουμε…

• Αγιάνογλου, Πύργου 3, Μοσχάτο, 210-4826962, 4820764
• Χοχλιδάκι, Αδριανίου 31, Ν. Ψυχικό, 210-6746661
• Ταξιδεύοντας, Πλάτωνος 72, Κερατσίνι, 210-4324368.

Και νέες «κατά λάθος» διαρροές, με τη σέξι πλευρά του Καλού από τη παράταξη Θωμάκου.

Το επικοινωνιακό επιτελείο του Γ. Θωμάκου (Γρηγοράκος), ενθουσιασμένο από την ανταπόκριση του «αμοντάριστου» διαφημιστικού, που δείχνει τον Χρ. Καλό να λέει ποια είναι η καλύτερη ώρα για σεξ, αποφάσισε να τονίσει με νέα σποτ, το προφίλ του «γατούλη του σεξ»

Ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο, από το επόμενο spot του Χρ. Καλού με θέμα «Έχω την διοίκηση, πάμε μια βόλτα;»

Φαίνεται ότι το πείραμα πέτυχε! Η αντίδραση του κοινού στην εικόνα ενός «ορμονικού ηφαιστείου», που μιλάει σαν μοντέλο σε lifestyle περιοδικό των 90’s, ήταν τέτοια που οδήγησε τους υπεύθυνους της καμπάνιας του Χρ. Καλού να αναπροσαρμόσουν τη στρατηγική αντιμετώπισή τους.

Έτσι, μέσα στις επόμενες μέρες, πρόκειται να κυκλοφορήσουν αμοντάριστα video, όπου ο Χρ. Καλός, ανάμεσα στις ατάκες περί εκσυγχρονισμού, χρηστής-ηθικής διοίκησης και προοπτικής της πόλης, θα δίνει συμβουλές για το πώς βρίσκει κανείς το σημείο G, για αποτελεσματικές ατάκες πεσίματος και για το πώς χορεύεις μπλουζ κολλητά, για να καταφέρνεις να τρίβεσαι επάνω στην ντάμα σου.

Επίσης, υπάρχει η σκέψη, ο Χρ. Καλός, να σταματήσει να φοράει αυστηρά κοστούμια και να υιοθετήσει κάτι πιο άνετο, όπως π.χ. μια ανοιχτή ρόμπα, ενώ στα αμοντάριστα πλάνα, θα τρίβεται σε φλοκάτες και κουφώματα λέγοντας φράσεις όπως «είμαι ο ερεθισμένος διαβολάκος σου» και «Let’s shag babyyyy», στα πρότυπα του Austin Powers.

Αφού μάλιστα η εικόνα του «ένκαυλου τζίτζη», φαίνεται ότι συγκινεί περισσότερο το κοινό, θα ανασκευαστούν και παλιότερες διαφημίσεις. Π.χ. στη συνέχεια της διαφήμισης με τον Γ. Θωμάκο να προσκυνάει στο μοναστήρι, ο Χρ. Καλός θα τον παίρνει να πάνε για «νόμιμες απαλλοτριώσεις». Ενώ στη προώθηση της χρηστής-ηθικής διοίκησης όπου ο Γ. Θωμάκος μιλάει με την ομάδα του, ο Χρ. Καλός θα κάνει ότι δεν ακούει, γιατί θα κάνει νοήματα στις υπαλλήλους και να τους χαϊδεύει το πόδι κάτω από το τραπέζι!

Τέλος, αντί για δηλώσεις του τύπου «φεύγω γιατί με περιμένει πολλή δουλειά στο γραφείο» (που τον κάνουν να μοιάζει εξωγήινος στα μάτια των αργόμισθων ψηφοφόρων του), ο Χρ. Καλός θα αρχίσει να λέει ατάκες όπως «φεύγω για να πάω να ρίξω ένα γρήγορο στο γραφείο», που αποδεδειγμένα τον ανεβάζουν στα μάτια τους.

Ωστόσο, δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν, ότι έκανε κακό επικοινωνιακά η ταύτιση του Καλού με τον ηθικό και προσγειωμένο, θεωρώντας ότι δεν πρέπει να αφήσουν τον αντίπαλο να εκμεταλλεύεται χωρίς αντίπαλο το πρότυπο του ηλικιωμένου μπερμπάντη. Γι΄ αυτό, στα σχέδια βρίσκεται και μια σκηνή όπου κατά την αποβίβαση από την διοίκηση, ύστερα από κάποια ομιλία, ο Χρ. Καλός θα κάνει νεύμα στην υπάλληλο να τον χαϊδέψει στο «μαλλιαρό» κεφάλι του.

Εννοείται, φυσικά, ότι στα πλαίσια της «υπογάστριας προσέγγισης των ψηφοφόρων», ο Χρ. Καλός σκοπεύει να γυρίσει και μια διαρροή video από dark room, ώστε να συγκινήσει και το gay κοινό. Μάλιστα υπάρχει η σκέψη να τον δείχνουν να τοποθετεί εκεί «εικόνες που δεν θα κατέβουν», αφού όλη αυτή η σεξουαλική υπερδαστηριότητα, δεν πρέπει να προκαλέσει προβλήματα στους θρήσκους οπαδούς της παράταξης Θωμάκου.

Όπως και να ‘χει, στο επικοινωνιακό επιτελείο (Γρηγοράκος) ο ενθουσιασμός είναι τόσο μεγάλος, που όλοι φαίνονται πρόθυμοι να παραβλέψουν το γεγονός ότι όλες αυτές οι αμοντάριστες διαρροές, μπορεί να οδηγήσουν κάποιους στο συμπέρασμα ότι οι συνεργάτες του Δήμαρχου Γ. Θωμάκου είναι τόσο άχρηστοι, που ούτε ένα σωστό άτομο δεν μπορούν να προσλάβουν.

Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο και η φωτογραφία είναι όλο προϊόν φαντασίας με στόχο τη σάτιρα και σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μπορείτε να το καταναλώσετε άφοβα

 

Τέσσερις ώρες σαδισμού

«Ο φόβος δημιούργησε τους θεούς και η ελπίδα τους διατήρησε». Αυτή η φράση ανήκει στον Μαρκήσιο ντε Σαντ και είναι κρεμασμένη στον τοίχο της αίθουσας 5. Πιο δίπλα κρέμεται «Ο Γολγοθάς» («Le Calvaire») του Félicien Rops. Ένας εσταυρωμένος που θα έκανε και τον πιο ανοιχτόμυαλο άνθρωπο στις τάξεις της Εκκλησίας να αφορήσει τον καλλιτέχνη, αλλά και όσους τολμούν να στρέψουν τα μάτια τους σε αυτόν. Και να, είμαστε τώρα εδώ μπροστά του μια ντουζίνα νοματαίοι που δεν μπορούν να πάρουν το βλέμμα από πάνω του. Το ίδιο έχει συμβεί και σε κάθε έργο που εκτίθεται στο ισόγειο του Μουσείου Ορσέ. Δεν είναι παράλογο, λοιπόν, που οι επτά αίθουσες, οι οποίες συνθέτουν την έκθεση για τον Μαρκήσιο ντε Σαντ, κλέβουν 4 ώρες από τη ζωή σου και σε βάζουν σε ένα παιχνίδι που δεν συνειδητοποιείς ότι συμμετέχεις παρά μόνο όταν βγεις από το τελευταίο δωμάτιο.

Πριν από αυτό όμως, υπάρχει μια πορεία καλά σχεδιασμένη. Υπάρχει μια κλιμάκωση στο συναίσθημα, ξεκινώντας από την αίθουσα όπου προβάλλονται σύντομα αποσπάσματα από ταινίες. Η «Χρυσή εποχή» του Μπουνιουέλ, το «Σαλό ή 120 μέρες στα Σόδομα» του Παζολίνι, τα «Μάτια χωρίς πρόσωπο» του Φρανζί, μεταξύ άλλων, σου κλείνουν το μάτι πονηρά για το τι πρόκειται να ακολουθήσει. Ένας τοίχος αφιερωμένος στη ζωή του Μαρκήσιου αναφέρουν τα πιο σημαντικά γεγονότα. Τα περισσότερα είναι εγκλεισμοί σε σωφρονιστικά ιδρύματα και άσυλα, αποδράσεις και φυσικά πολλά σκάνδαλα κι ακόμα περισσότερα έργα. Είναι το μόνο στοιχείο που υπάρχει με χρονολογική σειρά. Οι επιμελητές της έκθεσης δεν χαράζουν μια γραμμική πορεία στον χρόνο και την ιστορία, αλλά παίζουν ανά αίθουσα με τις έννοιες και τα συναισθήματα που προκαλεί το έργο του Μαρκήσιου. Αλλά πάνε και λίγο πριν την εποχή του. Το δωμάτιο με τίτλο «Ανθρώπινος, πάρα πολύ ανθρώπινος, απάνθρωπος» («Humain, trop humain, inhumain») δείχνει έργα με ιστορικό ή θρησκευτικό θέμα που αποδεικνύουν πως όσα αργότερα είπε ο Ντε Σαντ, υπήρχαν ήδη σε κωδικοποιημένη μορφή -ιδιαιτέρως η βία.

Από εκεί περνάς στο ανθρώπινο σώμα, στην απόλαυση, στην αντίληψη για τον κόσμο, στην ανυπαρξία του Θεού, στην υπερβολή της επιθυμίας και στην αιωνιότητα. Όχι με την θρησκευτική έννοια, αλλά υπό την έννοια του άφθαρτου των ιδεών μέσα στον χρόνο. Στην ουσία, την επιρροή του Μαρκήσιου ντε Σαντ. Την βλέπεις να φτάνει ως τον 20ο αιώνα μέσα από έργα των Ingres, Goya, Vallotton, Cézanne, Munch, Rodin, Füssli, Ernst, Ray, Dali, Picasso, Delacroix, Courbet, Picambia, Masson... Η λίστα δεν έχει τελειωμό. Είναι περισσότερα από 500 έργα που εκτίθενται, τα οποία σε καθηλώνουν, σε προβληματίζουν, σε σοκάρουν, σε τραβούν κοντά τους. Κι εγώ θέλω τουλάχιστον να τα απαθανατίσω, αλλά αδυνατώ! Το προσωπικό του μουσείου που επιβλέπει τις αίθουσες έχει μπει για τα καλά στο πνεύμα της έκθεσης. Μας έχουν -ευτυχώς, μεταφορικά- με τον βούρδουλα. «Απαγορεύονται οι φωτογραφίες»! Μία κατάφερα να τραβήξω όλη κι όλη στα κλεφτά, με τη βοήθεια ενός κύριου που μου έκανε πλάτες για να μην μας τσακώσει η αυστηρή κυρία με το κοστούμι. Νωρίτερα, τον είχα βοηθήσει εγώ με παρόμοιο τρόπο για να φωτογραφίσει 26 φωτογραφίες αιδοίων που είναι απλωμένες σε μια γυάλινη προθήκη.

Πάνω από αυτήν την προθήκη, είναι κρεμασμένες κι άλλες φωτογραφίες γυμνών σωμάτων, μεταξύ των οποίων και μία ενός πέους σε απόλυτο focus. Εκατοστά μακριά του έχει σκύψει ένας νεαρός, όχι άνω των 30, και το περιεργάζεται συνοφρυωμένος. Δεν ξέρω τι σκέφτεται, αν και θα ήθελα τόσο να μάθω. Άραγε κάνει συγκρίσεις με το δικό του; Τι μπορεί να κοιτάει τόση ώρα; Δίπλα του, στέκεται μια ηλικιωμένη κυρία, γύρω στα 65, η οποία τον κοιτάει αμήχανα και ύστερα εστιάζει στα αιδοία. Κάνω ένα βήμα πίσω και τους παρατηρώ. Είναι τόσο σουρεάλ αυτή η σκηνή που θα μπορούσε κάλλιστα να την έχει γράψει ο ντε Σαντ και να την έχει ζωγραφίσει ο Max Ernst. Δεν είναι όμως η μόνη. Λίγα λεπτά αργότερα, στο τελευταίο δωμάτιο, το οποίο φέρει πινακίδα που προειδοποιεί για το ακατάλληλο των εκθεμάτων, ένα ζευγάρι έχει καθίσει στο καναπεδάκι στη μέση της αίθουσας και ερωτοτροπεί ασυστόλως. Το βρίσκω άκρως αρμόζον και σε αρμονία με τα όσα μας περιτριγυρίζουν. Θα μπορούσαν να έχουν ξεπηδήσει από τις σελίδες του «Η φιλοσοφία στο μπουντουάρ». Θα μπορούσαν ακόμη να είναι εικαστικό δρώμενο, σκέφτομαι, ενθυμούμενη το trailer της έκθεσης. Δεν είναι τίποτα από αυτά. Λίγα μπαλαμούτια και σάλια πιο μετά, το ζευγάρι φεύγει· μαζί κι εγώ.

Έξω από το μουσείο, προσπαθώ να βάλω ακόμη σε τάξη όσα αντικρουόμενα συναισθήματα βίωσα. Από την αποστροφή και τη σύγχιση έως την διέγερση και την έκπληξη. Οι Γάλλοι τόλμησαν να αποτίουν φόρο τιμής στον Μαρκήσιο ντε Σαντ, 200 χρόνια μετά τον θάνατό του, με μια έκθεση που δεν κρύβει τίποτα. Σαφώς, δεν είναι για όλους, όπως εξομολογούνται οι επιμελητές, αλλά είναι εκεί αν θες να τη δεις. Δεν αυτολογοκρίνεται. Κι αναρωτιέμαι αν θα αντέχαμε να απολαύσουμε κάτι τέτοιο και στην Ελλάδα. Ας πούμε μια παρόμοιας αισθητικής έκθεση για τον Καβάφη.

Πηγή:protagon

Ήττα με αξιοπρέπεια, νίκη με υπευθυνότητα

Στο μακρινό 1981 τοποθετείται το περιστατικό, όπως το έχουν περιγράψει κάποιοι που το ήξεραν από μέσα: την παραμονή των εκλογών, ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης άκουσε από τον δημοσκόπο της εποχής (τότε οι δημοσκοπήσεις ήταν σπάνιο είδος) να του λέει τι επρόκειτο να συμβεί το βράδυ της Κυριακής 18 Οκτωβρίου 1981.

Ο δημοσκόπος του είπε ότι το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέουθα κέρδιζε τις εκλογές με δέκα μονάδες διαφορά από τη ΝΔ. Ο Ράλλης θύμωσε και (σχεδόν) τον πέταξε έξω από το γραφείο του. Δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που του έλεγε.

Ο Ράλλης ήταν παραδοσιακός πολιτικός, και ευπρεπής και αξιοπρεπής άνθρωπος. Μόλις το αποτέλεσμα σταθεροποιήθηκε (ΠΑΣΟΚ 48%, ΝΔ 36%) τηλεφώνησε στον αντίπαλό του και τον συνεχάρη για τη νίκη του. Πράξη σπάνια - εν συνηθιζόταν μέχρι τότε- που έδειχνε και το πολιτικό ήθος του ανδρός. Την επομένη, έκανε δηλώσεις μιλώντας για «το πικρό ποτήρι της ήττας». Δύο μήνες μετά, παραιτήθηκε από αρχηγός του κόμματος και έμεινε απλός βουλευτής, για να αποσυρθεί εντελώς μερικά χρόνια αργότερα.

Ανασύρω το παράδειγμα για να επισημάνω πόσο μεγάλη σημασία έχει να μπορείς να αποδεχτείς την ήττα (όχι μόνο με πίκρα, αλλά και) με αξιοπρέπεια. Δεν ξέρω αν ο Σαμαράς πιστεύει τους δημοσκόπους, που λένε ότι έχει ήδη χάσει τις εκλογές από τα αποδυτήρια. Ο πολιτικός πρέπει να δίνει τη μάχη ως το τέλος, άλλωστε οι κάλπες κλείνουν την Κυριακή το απόγευμα. Αλλά δεν πρέπει να έχει και αυταπάτες. Κι αν δεν έχει αυταπάτες, μπορεί να αποδεχθεί με αξιοπρέπεια την ήττα, αν έρθει. Και αξιοπρέπεια σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι οι προεκλογικές υπερβολές δεν πρέπει να ξεφεύγουν από κάθε όριο. Είναι άλλο να λες ότι η προεκλογική πολυγλωσσία του ΣΥΡΙΖΑ θα δημιουργήσει πολλά προβλήματα μετά τις εκλογές, αν κληθεί να κυβερνήσει, και άλλο να βγάζεις τηλεοπτικά σποτ που να προβλέπουν σεισμούς, λιμούς, καταποντισμούς, αν νικήσει το αντίπαλο κοινοβουλευτικό κόμμα. Είναι άλλο να λες ότι αυτό το κόμμα, με αυτά που υπόσχεται, μπορεί να χειροτερέψει την κατάσταση της χώρας, και άλλο να ανέχεσαι τον Βορίδη να λέει ότι δεν θα παραδώσει τη χώρα στην αριστερά, λες και είναι ιδιοκτήτης της χώρας.

Αυτά με την ήττα και την αξιοπρεπή ή μη αποδοχή της. Στην άλλη πλευρά, αυτή που φαίνεται ότι θα νικήσει, δεν έχει νόημα να ανασύρει κανείς δηλώσεις (εμφυλιοπολεμικού τύπου) που προκαλούν αντίστοιχες αντιδράσεις. Ανόητοι υπάρχουν παντού. Αν για τον ηττημένο έχει σημασία να αποδεχθεί την ήττα με αξιοπρέπεια, για τον νικητή προέχει να διαχειριστεί τη νίκη του με υπευθυνότητα.

Η λέξη επιδέχεται, ασφαλώς, πολλές ερμηνείες και εξαρτάται από την οπτική γωνία του ερμηνεύοντος. Ένα νέο κόμμα, που ψηφίζεται για να κάνει αλλαγές, ώστε να βελτιωθεί η ζωή όσων το ψήφισαν, ασφαλώς δεν θα ακολουθήσει την ίδια (με τη σημερινή) πολιτική. Αλίμονο. Όμως, για να μπορεί να κάνει αλλαγές, πρέπει να έχει τα κατάλληλα μέσα. Δεν είναι υπεύθυνο, για παράδειγμα, να υπόσχεσαι ότι θα καταργήσεις φόρους και θα αυξήσεις το αφορολόγητο για όλους (που οδηγεί σε φοροδιαφυγή) και, ταυτόχρονα, ότι θα κάνεις τις παροχές που έχεις σχεδιάσει. Αυτά φέρνουν ψήφους (από το τάξιμο κανείς δεν έχασε προεκλογικά), αλλά μετά μπορεί να φέρουν αδιέξοδο.

Επίσης, δεν είναι υπεύθυνο επί μήνες να διακηρύσσεις ότι θα καταργήσεις αμέσως το Μνημόνιο, ανεξάρτητα από το τι λένε οι εταίροι και δανειστές της χώρας, και προς το τέλος να το αλλάζεις και να μιλάς για «τεχνική παράταση» και τα παρόμοια. Όχι γιατί οι πολιτικοί και τα κόμματα δεν πρέπει να αλλάζουν μια θέση, αν φαίνεται ότι είναι ανεδαφική. Το αντίθετο, πρέπει. Όμως, αν αυτό γίνεται συστηματικά με άτσαλο τρόπο, μπορεί μετά να έχεις σοβαρό πρόβλημα με όσους άλλα άκουγαν και άλλα θα δουν να εφαρμόζονται στην πράξη. Αυτά έχουν γίνει στο πολύ πρόσφατο παρελθόν με τον Γιώργο Παπανδρέου και τον Αντώνη Σαμαρά, που άλλα είπαν προεκλογικά και άλλα αναγκάστηκαν να κάνουν όταν ανέλαβαν την εξουσία.

Εν κατακλείδι: ο Σαμαράς να αποδεχθεί την ήττα του, αν αυτή επέλθει, με αξιοπρέπεια, όπως ο Ράλλης το 1981. Και ο Τσίπρας να διαχειριστεί τη νίκη του, αν έλθει, με υπευθυνότητα. Για να μην πάθει μετά ό,τι έπαθαν οι δύο προκάτοχοί του.

Πηγή:protagon

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0