ενημέρωση 4:49, 11 September, 2026

κουραμπιέδες χιονάτοι για ευαίσθητες μύτες

Γιατί δεν φτιάχνονται οι κουραμπιέδες όλο το χρόνο θάχει μοναδική εξήγηση στην αποφυγή της πλήξης μας. Τους προστατεύουμε για να παραμένουν αιωνίως θελκτικοί. Αν όλο το χρόνο υπάρχουν χιονισμένα γλυκά, ποιά θάναι η αξία του σύννεφου της βελούδινης άχνης που τους καλύπτει;
Πιο μαγικό μπισκοτογλυκό, που μυρίζει βούτυρο, αμύγδαλο και ροδόνερο, δεν υπάρχει. Όταν οι κουραμπιέδες ψήνονται, ντρινννν, χτυπάει ο φούρνος άρωμα Χριστουγέννων και η πιατέλα τους ετοιμάζεται να πάρει το χιονάτο σκήπτρο των γλυκών του Δεκεμβρίου. Εκείνοι πάλι, ντυμένοι στα κάτασπρα, καμαρώνουν για τα “ελαφρά” μας χέρια που τους κλέβουν όσο σκουπιζόμαστε, μην τυχόν και μας προδώσει το ξέφτι της άχνης γύρω απ” τα χείλια. Τραγανοί, εύθρυπτοι, μ” αυτή την υποτονική εσωτερική γλύκα να ισορροπεί το ζαχαρένιο κάλυμμά τους, είναι η 24/7 εγγυημένη εφεύρευση κατά της υπογλυκαιμίας που η διάθεση των ημερών υιοθετεί.

Υπάρχουν δύο ειδών κουραμπιέδες, με αυγό ή χωρίς. Αυτή είναι η βασική διαφοροποίηση, μιας και κατά τα λοιπά οι διαφορές παίζουν με τις αναλογίες λιπαρής ουσίας και αλεύρου, το είδος του αλκοόλ (μπράντι, κονιάκ, ρούμι, ούζο), το ανθόνερο-ροδόνερο και αν τα αμύγδαλα θάναι με τη φλούδα ή ασπρισμένα.
Στους κουραμπιέδες είθισται να χρησιμοποιείται βούτυρο γάλακτος, δηλαδή πρόβειο, υλικό που τους δίνει το χαρακτηριστικό άρωμα και έναν ιδιαίτερο τόνο στη γεύση. Σε νησιώτικη μάλιστα παλιά συνταγή της Αγλαΐας Κρεμέζη στους Bostanistas, διάβασα και την μόνη παραλλαγή με γλίνα (όπερ χοιρινό λίπος) και λάδι. Είναι προφανές ότι τις επιλογές στα νησιά και όπου αλλού καθόριζαν τα υλικά που κάθε τόπος παρήγαγε και διέθετε, και όχι γιατί οι μαγειρικές-ζαχαροπλαστικές προτιμήσεις ανάμεσα στα διαφορετικά λιπαρά ήταν τόσο ξεκάθαρα βουκολικές. Παρότι λοιπόν το βούτυρο γάλακτος προσδιορίζει ιστορικά την παρασκευή του κουραμπιέ και η ελληνικότητά του αποπνέει εσάνς αιγοπρόβεια, αποδυθήκαμε φέτος την παράδοση και μοιράσαμε σχεδόν την ποσότητα με αγελαδινό, αποφασίζοντας πως το συγκεκριμένο παρφέμ και στην ευγενέστερη ποιοτικά μορφή του, πέφτει ενίοτε κάπως βαρύτερο του επιθυμητού. Για να ενισχύσουμε μάλιστα αυτή την νεότερη θέση στις οικογενειακές γεύσεις, καθαρίσαμε πλήρως το βουτυράτο μείγμα από τα υπολείμματα γάλακτος. Το αποτέλεσμα δικαίωσε τις προσδοκίες -παρά μια μικρή ατυχία χρονισμού. Οι κουραμπιέδες και ειδικά κάποιοι μικροί-μπουκίτσες όχι μόνον εξαφανίστηκαν απ” την πιατέλα, αλλά εκτιμήθηκαν ιδιαιτέρως από τους προκατειλημένους ως τώρα μικρότερους.

Μεταφέρω λοιπόν την συνταγή επακριβώς για όσους διαθέτουν πιο ευαίσθητη μύτη. Οι λοιποί, μπορούν απλώς να χρησιμοποιήσουν μόνον το γνωστό βούτυρο γάλακτος στο σύνολο της ποσότητας.

Προετοιμασία: 1 ώρα και 30 λεπτά, συν ο χρόνος αναμονής στο ψυγείο, αν καθαρίσετε το βούτυρο και πρέπει να παγώσει. Αν δεν κάνετε αυτή τη διαδικασία, χρησιμοποιείστε 350 γραμ. βούτυρο συνολικά και μοιράστε το ανάλογα. Εύκολη συνταγή.

Υλικά (για 40 μικρούς κουραμπιέδες)

250 γραμ. βούτυρο αγελάδος
150 γραμ. βούτυρο γάλακτος
30 γραμ. ζάχαρη
1 κρόκους αυγού
140 γραμ. αμύγδαλα ανάλατα με την φλούδα
1 κ.γ. μπέικιν πάουντερ
1/2 κ.γ. βανίλια
30 ml κονιάκ
500-530 γραμ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις
30 ml ροδόνερο
άχνη αρκετή για να καθίσουν και για το πασπάλισμα

Ετοιμάζετε το καθαρό βούτυρο: Σε μπεν μαρί (μπολ σε κατσαρόλι με νερό στο όριο του σημείου βρασμού) βάζετε τα δύο είδη βουτύρου να λιώσουν. Δεν τα ανακατεύετε. Μόλις λιώσουν (στα 3 λεπτά περίπου), παίρνετε με κουτάλα μόνον το κίτρινο υγρό που είναι το καθαρό βούτυρο, αφήνοντας τη λευκή μάζα. Το βάζετε σε άλλο μπολ και ακολούθως πρώτα στο ψυγείο και μετά στην κατάψυξη, για 30-45 λεπτά συνολικά, ώστε η ρευστή μάζα να σταθεροποιηθεί.
Ετοιμάζετε τα αμύγδαλα: Τα βάζετε σε τηγάνι και μέτρια φωτιά να ζεσταθούν και ν” αρχίσουν να παίρνουν χρώμα (5 λεπτά). Τα ανακατεύετε γυρίζοντάς τα. Αποσύρετε, αφήνετε να κρυώσουν λίγο και τα χοντροσπάζετε με τον πλάστη ή τα χοντροκόβετε με το μαχαίρι -όχι στο μπλέντερ. Θα πρέπει τα κομμάτια να έχουν κάποια υπόσταση και να τα καταλαβαίνεις.
Προθερμαίνετε το φούρνο στους 180 βαθμούς C.
κουραμπιέδες - καβουρδισμένα αμύγδαλα

Κάνετε τους κουραμπιέδες: Βάζετε στον κάδο του μίξερ το καθαρό βούτυρο και το χτυπάτε σε δυνατή ταχύτητα μέχρι να ασπρίσει και να είναι κρεμώδες και αφράτο σαν αλοιφή (ανάλογα με το μίξερ από 5 λεπτά μέχρι και 10-15 λεπτά). Προσθέτετε την άχνη (30 γραμ.) και χτυπάτε να ενσωματωθεί (1 λεπτό). Χαμηλώνετε την ταχύτητα και ρίχνετε πρώτα το μισό αλεύρι ανακατεμένο με το μπέικιν πάουντερ και την βανίλια, μετά το αυγό, το κονιάκ και σταδιακά το υπόλοιπο αλεύρι. Ανακατεύετε να ενσωματωθούν τα υλικά. Σε πολύ χαμηλή ταχύτητα ή ανακατεύοντας με σπάτουλα ενσωματώνετε τελευταία τα αμύγδαλα.

Σημείωση: Αν χρησιμοποιήσετε μίξερ χειρός, ανάλογα με την δύναμή του, μπορεί ο απαιτούμενος χρόνος να πρέπει να γίνει λίγο περισσότερος.
Στρώνετε το ταψί του φούρνου με λαδόχαρτο.
Παίρνετε ζύμη και πλάθετε με το χέρι στρογγυλούς κουραμπιέδες και μισοφέγγαρα μεγέθους 5 εκατ. περίπου και ύψος γύρω στα 2 εκατ. Τους τακτοποιείτε εν σειρά στο ταψί αφήνοντας κενό μεταξύ τους και στη συνέχεια τους ψήνετε στον προθερμασμένο φούρνο για 30-40 λεπτά (ανάλογα με τον φούρνο και το μέγεθος). Όταν αρχίσουν να παίρνουν χρώμα, ροδίζοντας ελαφρά όμως, είναι έτοιμοι.
Βγάγετε το ταψί και όπως είναι τους ραντίζετε με το χέρι ή χρησιμοποιώντας βαποριζατέρ με ροδόνερο ή ανθόνερο. Ακολούθως τους βάζετε σε μπολ με άχνη και τους τακτοποιείτε σε πιατέλα ρίχνοντας με το σουρωτήρι επιπλέον άχνη επάνω τους.
Σημείωση: Οι κουραμπιέδες γίνονται πιο σφιχτοί όταν κρυώσουν εντελώς. Μπορείτε την επόμενη μέρα, να τους βάλετε σε κουτί, να τους πασπαλίσετε ξανά με άχνη και να τους προσφέρετε.

λαζάνια φούρνου με κιμά και μπεσαμέλ

Στις 12 Ιουνίου του 52 π.Χ., στους Ποτιόλους, ο Κικέρων επιδιδόταν στη συγγραφή του έργου του «περί δημοκρατίας». Είχε επιστρέψει θριαμβευτικά στην Ιταλία απ΄ τη Θεσσαλονίκη και σκεφτόταν σοβαρά την πρόταση να αναλάβει την ανθυπατεία της Κιλικίας. Παρά του ότι είχε προωθήσει στη Σύγκλητο τον Πομπήιο, οι
σχέσεις μαζί του πήγαιναν χάλια. Κι ο λόγος που είχε βγάλει για τον Μίλωνα δεν είχε ειπωθεί με το σθένος που έπρεπε. Το ήξερε καλά αυτό. Την ώρα που είχε καθίσει να απολαύσει τα αγαπημένα του λαζάνια, η σκέψη πολιορκούσε το μυαλό του και ανταγωνιζόταν τη διάθεσή του να χαθεί μέσα στην ευχαρίστηση που του πρόσφεραν η όσφρηση και η γεύση τους. Η Πουβλιλία είχε διαβάσει τις ανησυχία στις ρυτίδες του και είχε ζητήσει να ετοιμάσουν τα λαζάνια ειδικά γι” αυτό το δείπνο και μάλιστα να τα φέρουν στη μεγάλη ασημένια πιατέλα την ώρα που ακόμη άχνιζαν. Η μυρωδιά τους και μόνον ήταν ικανή για θαύματα.
- «Πουβλιλία αμόρε μίο, αυτά τα λαζάνια απόψε είναι εξαιρετικά. Η γεύση τους εκτοπίζει και τη Σύγκλητο…» είπε ο Κικέρων στη γυναίκα του σχεδόν με ευγνωμοσύνη και την κοίταξε ρουφώντας με πάθος τη μυρωδιά του φαγητού στον αέρα.
Η δεύτερη σύζυγός του τον είχε σώσει πολλές φορές. Πρώτα με τα λεφτά της και κάθε τόσο με την αστείρευτη επινοητικότητα που είχε στις κολακείες της. Καμία σύγκριση με την Τερεντία, την πρώτη σύζυγο, που συν τοις άλλοις ήταν αντιρρησίας, τζόρας και αλανιάρα.
- Μα αμόρε μίο, μόνον εσύ μπορείς να εκτιμάς όλα τα υπέροχα …..» του αντιπρόσφερε μια εύκολη κολακεία που ήξερε πως είχε ανάγκη το πεσμένο του ηθικό.
- «Φοβάμαι πως ο Μίλων θα εξοριστεί» είπε στην Πουβλιλία, σκεπτικός. «Το ακροατήριο ήταν πολύ εχθρικό, αμόρε» πρόσθεσε και έφαγε με βουλιμία μια μεγάλη μπουκιά, που τον έκανε να αισθανθεί αμέσως καλύτερα…
- Μην σκέφτεσαι άλλο αμόρε μίο. Η Σύγκλητος είναι πάντα περίεργη… Ο λόγος σου ήταν σπουδαίος. Ας απολαύσουμε απόψε το δείπνο μας….»

lazania

Σύμφωνα με τους ιστορικούς τα λαζάνια (μακριές επίπεδες λωρίδες αποξηραμένης σταρένιας ζύμης) ήταν ίσως η πρώτη μορφή ζυμαρικών. Τα άπλωναν να σκληρύνουν στον καυτό μεσογειακό ήλιο και τα έκοβαν με ειδικούς κυλίνδρους σχεδιασμένους να δημιουργούν σγουρές άκρες. Οι οδηγίες για το ψήσιμο ήταν σαν του ψωμιού. Μαγειρεμένα έμοιαζαν με τα σημερινά: αρκετά επίπεδα φύλλα ζυμαρικών με στρώσεις αλμυρού μείγματος και ψημένα στο φούρνο. Ορισμένοι διατείνονται ότι ο μακρινός τους πρόγονος ήταν το ελληνικό λάγανον, ένα είδος άζυμου ψωμιού ή τηγανίτας. Και κάποιοι άλλοι ότι η λέξη «λαζάνια» προέρχεται από την λατινικήlasania (κατσαρόλα).

Στην κλασική Ρώμη, τα λαζάνια ήταν κομμένα σε λωρίδες και γνωστά ως lagani (πληθυντικός, laganum ενικός). Επειδή τα λαζάνια απαιτούν φούρνο, που για την ιταλική ιστορία μπορούσε να βρεθεί μόνο στις κουζίνες των εύπορων οικογενειών, το πιάτο θεωρήθηκε πλουσιοπάροχο…(Dictionary of Italian Food and Drink, John Mariani, Broadway Books, 1998). Ο Κικέρων τα λάτρευε, το ίδιο και ο ποιητής Οράτιος (για τον Βιργίλιο δεν ξέρω, αν το γνωρίζετε παρακαλώ να μου το πείτε… μ” ενδιαφέρει), που τα προτιμούσε με πράσα και ρεβύθια. Ο Οράτιος λοιπόν, τα πρόβαλε σαν παράδειγμα της απλής αγροτικής διατροφής όσο προωθούσε τη δική του απλή ζωή μάλλον στην έπαυλη του αγροκτήματος που του είχε χαρίσει ο Αύγουστος κοντά στο Τίβολι. Όπερ τα λαζάνια στον 1ο αιώνα μ.Χ  είχαν σουξέ στους διανοούμενους της εποχής ενώ με τη σύγχρονη έννοια του όρου είχαν εμφανιστεί στην Ιταλία από τον 13ο αιώνα. Στον μεσαίωνα ανήκαν στα δημοφιλή ζυμαρικά και ήταν συνήθως κρεμώδη γλυκά πιάτα με πολλές στρώσεις. (Oxford Companion to Food, Alan Davidson).

μεσαιωνική χειρόγραφη συνταγή

Συνταγή του 1390 από το Forme of Cury και τους αρχιμάγειρες του βασιλιά Ριχάρδου ΙΙ

λαζάνια φούρνου με κιμά: η συνταγή

Προετοιμασία: Διαλέξτε ένα συμπαθές σκεύος, πήλινο ή πυρέξ που να μπορείτε να το φέρετε στο τραπέζι – έτσι κι αλλιώς τα λαζάνια με κιμά θα «σπάσουν» σε όλους την μύτη! Η συνταγή δεν είναι δύσκολη, αλλά όπως πολλά ωραία πράγματα είναι κάπως σύνθετη, άρα θέλει το χρόνο της. Μπορείτε να ολοκληρώσετε το μαγείρεμα από την προηγουμένη, να σκεπάσετε τα έτοιμα λαζάνια με διαφανή μεμβράνη και να τα βάλετε στο ψυγείο, όπως επίσης μπορείτε και να τα καταψύξετε. Αφήστε τα να έρθουν σε θερμοκρασία δωματίου, πριν τα ψήσετε.

Υλικά (για 8-10 άτομα – σκεύος 29Χ37 εκ.)
σάλτσα Μπολονιέζε από κιμά 350-400 γραμ. 1.2 κιλά η σάλτσα
1 πακέτο έτοιμα λαζάνια αβγού, που δεν χρειάζονται βράσιμο-θα χρειαστούν περί τα 2/3 του πακέτου
1 φλυτζ. τσαγιού παρμεζάνα τριμμένη
3 κ.σ. βούτυρο

Για την μπεσαμέλ
1 lt γάλα
1 φύλλο δάφνης
3 πρέζες μοσχοκάρυδο τριμμένο
1/2 φλυτζ. βούτυρο (100-120 γραμ.)
3/4 φλυτζ. αλεύρι
αλάτι και λευκό πιπέρι
έξτρα μοσχοκάρυδο

Κάνετε τη σάλτσα μπολονιέζε: Ετοιμάζετε τον κιμά σύμφωνα με τη συνταγή για τη συνταγή Bolgnese

λαζάνια φούρνου με κιμά και μπεσαμέλ

Eτοιμάζετε την μπεσαμέλ: Zεσταίνετε καλά το γάλα με τη δάφνη και το μοσχοκάρυδο σε μικρό κατσαρόλι – να μην βράσει.Σε μεσαίου μεγέθους κατσαρόλα λιώνετε το βούτυρο. Αποσύρετε από τη φωτιά και προσθέτετε το αλεύρι ανακατεύοντας με σύρμα συνεχώς. Ρίχνετε λίγο-λίγο το γάλα, φιλτράροντάς το μέσα από σουρωτήρι, ανακατεύοντας παράλληλα σε όλη τη διάρκεια.λαζάνια φούρνου με κιμά και μπεσαμέλ

Επαναφέρετε την κατσαρόλα στη φωτιά, πάντα ανακατεύοντας σε σημείο που η σάλτσα βράζει και δένει (πήζει), περίπου 6-10 λεπτά. Προσθέτετε αλάτι, πιπέρι και μοσχοκάρυδο (2-3 πρέζες, γιατί προσοχή: αν πέσει πολύ, θα πικρίσει!). Tην αφήνετε στην άκρη, σκεπάζοντας την κατσαρόλα με διαφανή μεμβράνη για να μην κάνει πέτσα στην επιφάνεια.C.λαζάνια φούρνου με κιμά και μπεσαμέλ

Στρώνετε τα λαζάνια: Έχετε όλα τα υλικά δίπλα σας: τον κιμά, την μπεσαμέλ, τα λαζάνια, την παρμεζάνα και το βούτυρο. Απλώστε 1-1,5 μεγάλη κουταλιά της σάλτσας μπολονιέζε στο σκεύος και τοποθετείστε πάνω του με τάξη, μια σειρά από λαζάνια, το ένα δίπλα στο άλλο, κόβοντάς τα αν χρειάζεται, ώστε να έρθουν στα τοιχώματα ακριβώς.Χωρίστε την ποσότητα της μπολονιέζε νοητά στα 3 ή στα 4 ανάλογα με τις στρώσεις που  θέλετε. Σκεπάζετε με ένα λεπτό στρώμα σάλτσας κιμά, το 1/4 ή 1/5 της ποσότητας, ανάλογα με τον αριθμό των στρώσεων που θα κάνετε. (Προσοχή! σε κάθε στρώση δεν καλύπτεται όλη η επιφάνεια, ο κιμάς διαχέεται σποραδικά πάνω στα λαζάνια). Μετά βάζετε με μια στρώση μπεσαμέλ και πασπαλίζετε με τυρί. Συνεχίζετε τις στρώσεις με την ίδια σειρά, τελειώντας με λαζάνια σκεπασμένα με μπεσαμέλ.
Σημείωση: Mην κάνετε περισσότερες από 5 στρώσεις. Συστήνω τις 3, το πολύ 4. Είναι προτιμότερο να κάνετε ένα άλλο μικρότερο σκεύος με λαζάνια. Χρησιμοποιείστε τα κομματάκια του ζυμαρικού που δημιουργούνται για να καλύπτετε τα κενά.λαζάνια φούρνου με κιμά και μπεσαμέλ

Πασπαλίζετε την επιφάνεια της μπεσαμέλ με παρμεζάνα και σκορπίζετε ομοιόμορφα μικρά κομματάκια βούτυρου.Ψήνετε τα λαζάνια στον προθερμασμένο φούρνο για 25-30 λεπτά ή μέχρι να ροδίσει ωραία η επιφάνεια. Βγάλτε τα από το φούρνο και αφήστε τα για 5 λεπτά (10′ το καλοκαίρι) πριν σερβίρετε.
Σερβίρισμα: Φέρνετε το σκεύος με τα λαζάνια φούρνου με κιμά στο τραπέζι και κόβετε τετράγωνα ή παραλληλόγραμμα κομμάτια.

"Go Beyond"

Μια διαφορετική οπτική της φύσης, της ζωής

αλλάζουμε την φιλοσοφία, πως αντικρίζουμε την αληθινή ζωή 

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Μια βραδιά με τον Λεος Καράξ - τον σκηνοθέτη του Holy Motors

Όχι μόνο δεν είμαι φαν του Λεός Καράξ, αλλά δεν έχω δει καν το Holy Motors που όλοι μιλούσαν γι' αυτό δυο χρόνια πριν. Κατέβηκα το Σάββατο το βράδυ μέχρι την Ταινιοθήκη για να δω το πρώτο του φιλμ, το Boy meets girl, που γύρισε στην ηλικία των 24, και χθες, Κυριακή, το φιλμ που ουσιαστικά τον καθιέρωσε, το Mauvais Sang (Κακό Αίμα από το ποίημα του Ρεμπό και με ελληνικό τίτλο Η δική μας νύχτα), και τα δύο με πρωταγωνιστή του Ντενί Λαβάντ – λίγο σαν alter ego του, αφού έχει παίξει στις περισσότερες ταινίες του και στις δύο πρώτες έχει το όνομα Άλεξ, που είναι και το πραγματικό του σκηνοθέτη. Στο Mauvais Sang παίζουν επίσης ο Μισέλ Πικολί, η Ζιλιέτ Μπινός, με την οποία διατηρούσε για πολλά χρόνια σχέση, και η μόλις 16 χρονών τότε Ζιλί Ντελπί. Η ταινία, εντυπωσιακά γυρισμένη σε στούντιο, μου άρεσε πολύ περισσότερο από την πρώτη, κι έτσι, όταν εμφανίστηκε στο τέλος της προβολής ως τιμώμενος προσκεκλημένος, είχα μεγάλο ενδιαφέρον να ακούσω τι είχε να πει. Λιγομίλητος, όπως και ο χαρακτήρας της ταινίας του, απαντούσε με δυσκολία τις σχετικές ερωτήσεις και σχεδόν ομολόγησε ότι δεν του είναι εύκολο να αναλύει το έργο του, πόσο μάλλον μια ταινία που γύρισε 28 χρόνια πριν. Σε κινηματογραφική σχολή, πάντως, δεν πήγε ποτέ. Του άρεσε από μικρός να βλέπει σινεμά κι έτσι οι όποιες επιρροές του είναι περισσότερο ασυνείδητες και λιγότερο αναφορές σε genre – κατηγορίες και δημιουργούς.  

O Leos Carax στην εκδήλωση της Ταινιοθήκης της Ελλάδος Μισή ώρα αργότερα βρισκόμουν δίπλα του για ποτό σε μπαρ της οδού Ηπίτου στην Πλάκα, χάρη στη φίλη Νίνα Βελιγράδη που οργάνωσε το αφιέρωμα και είναι υπεύθυνη για τη φιλοξενία του, το διάστημα που θα μείνει στην Αθήνα. Όση ώρα καθόταν μαζί μας δεν έβγαλε ούτε τα γυαλιά ηλίου που φορούσε από την πρώτη στιγμή, ούτε το καπέλο του. Ζήτησε να πιει ένα τσάι, παρέμεινε σιωπηλός και κάπνιζε συνεχώς. Το πακέτο με τα τσιγάρα ήταν και η απάντησή του σε κάποιον που στην Ταινιοθήκη τον ρώτησε γιατί οι χαρακτήρες του καπνίζουν τόσο πολύ. Άρπαξα την ευκαιρία να του πιάσω την κουβέντα, καθώς η ομήγυρη ένιωθε κάποια αμηχανία απέναντι στον πενηντατετράχρονο Γάλλο σκηνοθέτη, παρόλο που σχεδόν όλοι τον βλέπουν ως ίνδαλμα, λόγω κυρίως του Holy Motors.  

Ο Σπύρος Γιανναράς δίπλα μου, του λέει σε άπταιστα γαλλικά ότι για έναν ξένο σκηνοθέτη που έρχεται πρώτη φορά στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να δει το εκτυφλωτικό φως του Σουνίου. Πείθεται, και λέει ότι θα κοιτάξει να προλάβει και τα δύο. Να δει και την πορεία και να κάνει το μικρό αυτό ταξίδι.    

Είναι η πρώτη σου φορά στην Ελλάδα; «Όχι, είχα έρθει παιδί ένα καλοκαίρι με τους γονείς μου, στον Πόρο και την Πάρο. Ξαναήρθα στα 20 μου με τη φίλη μου, κάνοντας οτοστόπ, και κατέληξα πάλι στην Πάρο» μου λέει. «Και τώρα πέφτεις επάνω σε επέτειο του Πολυτεχνείου», του σχολιάζω, «πιθανόν να γίνεις μάρτυρας επεισοδίων». «Εσύ πού θα βρίσκεσαι εκείνη την ώρα;» με ρωτάει. Του απαντάω ότι δεν θα συμμετάσχω στην πορεία, αλλά ίσως για εκείνον να έχει ενδιαφέρον να δει από κοντά τι θα συμβεί. Η Νίνα σχεδιάζει να τον πάει μέχρι το Σούνιο και του περιγράφω πόσο μαγευτική τοποθεσία είναι, με τον Ναό του Ποσειδώνα από τη μια και το Αιγαίο από την άλλη. Ο Σπύρος Γιανναράς δίπλα μου, του λέει σε άπταιστα γαλλικά ότι για έναν ξένο σκηνοθέτη που έρχεται πρώτη φορά στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να δει το εκτυφλωτικό φως του Σουνίου. Πείθεται, και λέει ότι θα κοιτάξει να προλάβει και τα δύο. Να δει και την πορεία και να κάνει το μικρό αυτό ταξίδι.

Δειλά-δειλά τον ρωτάω αν του έχει αρέσει ποτέ κάποια ελληνική ταινία. Μου λέει ότι δεν έχει δει ελληνικές ταινίες. Ούτε καν του Αγγελόπουλου, που είναι δημοφιλής στη Γαλλία; «Όχι, δεν νομίζω, δεν τον ξέρω» μου απαντάει κι εκπλήσσομαι. Τότε θα ξέρει τον Νίκο Παπατάκη, σε ταινία του οποίου έχει πρωταγωνιστήσει και ο «δικός» του Μισέλ Πικολί. «Ναι, τον έχω ακουστά, αλλά δεν έχω δει κάτι δικό του». «Ούτε καν τις Αβύσσους, την ταινία που αναστάτωσε τις Κάννες το '63, είσαι σίγουρος;». «Όχι, δεν νομίζω. Τον μόνο Έλληνα σκηνοθέτη που γνώρισα στα 19 μου, και τότε τουλάχιστον μου άρεσαν οι ταινίες του, ήταν ο Σταύρος Τορνές». Σκέφτηκα ότι ίσως να γνωρίζει, λόγω του ότι ζει στο Παρίσι και κάνει διεθνή καριέρα, τον διευθυντή φωτογραφίας Γιώργο Αρβανίτη. «Όχι, δεν μου λέει κάτι το όνομά του. Ξέρω μόνο αυτούς με τους οποίους συνεργάζομαι και, όπως και να 'χει, τα τελευταία χρόνια δεν παρακολουθώ ταινίες. Μου πήρε 13 χρόνια να ολοκληρώσω το Holy Motors». Η Νίκη Χειλάκου που είναι μαζί μας του λέει ότι θεωρεί αυτή την ταινία ό,τι σημαντικότερο έχει δει τα τελευταία χρόνια και ότι κατά τη γνώμη της αδικήθηκε που δεν πήρε τον Φοίνικα. «Ήταν η χρονιά του Amour, του Χάνεκε» της υπενθυμίζει. Άλλωστε, ο ίδιος δεν έχει βραβευτεί ποτέ στο Φεστιβάλ των Καννών. Μας εξηγεί ότι οι ταινίες του δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στη Γαλλία και ότι μόνο οι Εραστές της Γέφυρας έφεραν λεφτά. Το Pola Χ που ακολούθησε ήταν παταγώδης αποτυχία. Έκανε πολλά χρόνια να επιστρέψει στο σινεμά. Σε ποια χώρα είναι πιο πολύ αγαπητός, τον ρωτάω. «Στην Ασία» μου απαντάει. «Στην Ιαπωνία και στην Κορέα. Έχω κάνει και μια σπονδυλωτή ταινία στο Τόκιο».    

Αναρωτιέμαι αν αυτός ανακάλυψε κι επέβαλε τον Λαβάντ ως ηθοποιό, αφού το παράξενο φιζίκ του μόνο εκείνος θα μπορούσε να το εκμεταλλευτεί σε πρωταγωνιστικούς ρόλους. «Όχι, ήταν καλλιτέχνης του τσίρκου. Δεν του αρέσει τόσο να κάνει κινηματογράφο, προτιμάει να παίζει στο θέατρο. Δεν μας συνδέει ιδιαίτερη φιλία με τον Λεβάντ, τον βλέπω συχνά επειδή μένουμε στην ίδια γειτονιά, αλλά δεν κάνουμε παρέα και, απ' όσο θυμάται, δεν έχουμε φάει ποτέ μαζί. Ως σκηνοθέτης προτιμώ να είμαι πιο κοντά στις γυναίκες ηθοποιούς μου από τους άντρες» λέει αστειευόμενος.  

Ο Λεός Καράξ, ψευδώνυμο-αναγραμματισμός του πραγματικού του ονόματος, που σημαίνει «Le Oscar aX» (Το Όσκαρ πάει στον Χ), ζει στην πρώην υποβαθμισμένη περιοχή Belleville του Παρισιού που τώρα είναι της μόδας, έχει μια κόρη δέκα χρονών και φιλοξενεί αρκετά κατοικίδια. Όταν επισκέπτεσαι μια ξένη πόλη του αρέσει να περπατά στους δρόμους της και να παρατηρεί τη ζωή. Η Αθήνα θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον για σένα, του λέω. Θα δεις την πρωτεύουσα μιας περίπου διαλυμένης χώρας, αλλά να μη χάσεις το ταξίδι στο Σούνιο! Είχε πάει 1:30 το πρωί, μόλις πριν λίγες ώρες είχε ταξιδεύσει από το Παρίσι, τον καληνυχτίσαμε και του δώσαμε ραντεβού για τις επόμενες προβολές στην Ταινιοθήκη.  

Πηγή: lifo