ενημέρωση 12:33, 14 July, 2026

Μόνο έτσι - la vita e bella

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Σεπτέμβριος 2005. Είμαι τριαντατριών -έχω τα χρόνια του Χριστού, που έλεγαν οι παλιοί- αντίθετα όμως από Εκείνον, εγώ δεν νοιάζομαι να διδάξω τίποτα σε κανέναν. Ζω σάμπως να έχω κάνει κοπάνα απ’ το σχολείο στα δεκάξι μου και να μην έχω επιστρέψει ποτέ. Δεν έχω καμιά απολύτως πρόθεση ούτε να σοβαρευτώ ούτε να νοικοκυρευτώ, πόσο δε μάλλον να πλουτίσω.

Ουσιαστικά είμαι πλούσιος. Κατοικώ σε ένα παλιό σπίτι στην Κηφισιά. Σε σπίτι του 1950. Δύο δωμάτια, κουζινίτσα, μπάνιο (με ροζ, «κουφετί» πλακάκια, όπως συνηθιζόταν τότε), το γραφείο μου, το κρεβάτι μου, άπλετο το φως… Στον γειτονικό σπίτι, παίζουν μαύρα παιδάκια ενώ οι γονείς τους τηγανίζουν ρύζι ή γονατίζουν σε τρύπιο χαλί με το κούτελο προς τη Μέκκα. Το συγκεκριμένο σημείο και τα πέριξ είναι μια μικρή Αφρική. Κομμωτήρια για ράστα, ιδιωτικά τηλεφωνικά κέντρα -χίλιες δραχμές η πεντάλεπτη σύνδεση με Νιγηρία-, κλαμπ με μαύρικη μουσική και αραπίνες που μπαλαμουτιάζονται με τους δικούς τους φόρα-παρτίδα μες στον δρόμο. «Έχουμε καταντήσει μετανάστες στην ίδια μας την πόλη!» γκρινιάζουν μέσα απ’ τις μασέλες τους οι παλιοί Κηφισιώτες. Εμένα μου αρέσει να είμαι μετανάστης, με ενθουσιάζει το πολυφυλετικό αυτό χύμα -δεκάδες γλώσσες στον αέρα και άλλες τόσες μυρωδιές εξωτικών φαγητών-, μου επιτρέπει, μεταξύ των άλλων, να πηγαίνω στο περίπτερο με τις πιζάμες, μέσα σε τόσες κελεμπίες ποιος θα με κοιτάξει στραβά;

Ουσιαστικά είμαι πλούσιος. Τα πονήματά μου αγοράζονται από κάθε λογής αναγνώστες – ένα μεγάλο ποσοστό, το ξέρω, τα χρησιμοποιεί απλώς για να στηρίζει την πετσέτα του στην πλαζ, δεν με χαλάει ωστόσο αυτό, δεν με ενδιαφέρει να ποδηγετήσω τα πλήθη - απ’ όταν, έφηβος, ξεκίνησα να γράφω, καημός μου ήταν να συγκινήσω δέκα φίλους, πέντε που είχα ήδη και πέντε που θα συναντούσα στη συνέχεια της ζωής μου… Ένας μεγαλοεκδότης περιοδικών -ο οποίος τη μια μέρα νομίζει ότι είναι ο Χιου Χέφνερ του PlayBoy και την επόμενη ο Τεντ Τέρνερ του CNN- μου πληρώνει τριακόσιες χιλιάδες δραχμές για κάθε άρθρο ή διήγημα, βαυκαλίζεται ότι κι εγώ είμαι αντιστοίχως ο Νόρμαν Μέηλερ. Δεν κάνω πάντως πασαλείμματα, δουλεύω κατά μέσο όρο δέκα ώρες καθημερινά, τα ταλαιπωρώ τα γραπτά μου, το “delete” είναι το πιο πατημένο πλήκτρο στο κομπιούτερ μου - «τη σάρκα, το αίμα θα βάλω σε σχήμα βιβλίου μεγάλο», αυτός ο στίχος του Καρυωτάκη με στοιχειώνει, κι αν πρόκειται για σαρκασμό, εγώ τον παίρνω τοις μετρητοίς.

Τα λεφτά μου δεν τα βάζω καν στην τράπεζα. Τα φυλάω σε ένα κουτί παπουτσιών - ποιος θα μπει στον κόπο να διαρρήξει ένα μικρό παλιό σπίτι στη Κηφισιά; Όποτε βγαίνω έξω, χώνω στην τσέπη μου πεντέξι χαρτονομίσματα δίχως καλά-καλά να τα μετρήσω. Τα λεφτά μου τα τρώω και τα πίνω και τα ταξιδεύω - δεν οδηγώ καν αυτοκίνητο, μπαίνω στο αυτοκίνητο και λέω «βουρ, στη Χαλκίδα για ψάρι!», εν μέρει θέλω να εντυπωσιάσω το κορίτσι που έχω βγει ραντεβού, εν μέρει απολαμβάνω την αίσθηση πως ο κόσμος είναι ένας ολάνθιστος κήπος κι όλα τα φρούτα του στο χέρι μας…

Tις Τετάρτες τα απογεύματα πηγαίνουμε με το VW της μαμάς στους πρόποδες της Πάρνηθας και κόβουμε λουλούδια για τα βάζα της. Η μαμά οδηγεί απαίσια, από τα γύρω αυτοκίνητα τη μουντζώνουν και τη βρίζουν, εκείνη παριστάνει ότι δεν καταλαβαίνει, δυναμώνει απλώς στο κασετόφωνο τη φωνή του Φοίβου Δεληβοριά: «Μόνο έτσι η ζωή είναι ωραία…».  

Σεπτέμβριος 2019. Είμαι σαραντεφτά -έχω τα χρόνια του Ιωσήφ όταν γεννήθηκε ο Χριστός- δεν έχω δει όμως ακόμα Άγγελο Κυρίου. Ή ίσως και να ’χω. Η μητέρα μου μαζί με το πατέρα μου κοιμούνται εδώ και πέντε χρόνια σε ένα μαρμάρινο κρεβάτι στο νεκροταφείο της Κηφισιάς. Μα το όνομά του αντηχεί εκατό φορές τη μέρα μες στο σπίτι – «Γιώργο, μάζεψε επιτέλους τα τουβλάκια σου! Θες, Γιώργο, ένα βιβλίο; Ο μπαμπάς φεύγει, Γιώργο να έχεις το νου σου το σπίτι

Δεν έχω εγκαταλείψει την Κηφισιά, κατοικώ απλώς στους αντίποδες της πόλης. Τα στενά κάτω απ’ τη Κηφισιάς με δυσκολία περπατιούνται πια. Πέρυσι σε έπιανε φόβος από τις αγριεμένες φάτσες, φέτος σε πιάνει θλίψη από την εγκατάλειψη, η φτώχεια σάρωσε τον πολυπολιτισμό, οι αραπίνες και οι πρώην Ανατολικές χώρες δεν μπαλαμουτιάζονται πλέον με τους δικούς τους, εκδίδονται σε κάτι κωλο-Έλληνες για δέκα ευρώ.

Έχω πάψει να είμαι πλούσιος. Δουλεύω όσο και τη χαρισάμενη εποχή και βγάζω το ένα πέμπτο των χρημάτων και δεν τα βάζω σαν παλιόχαρτα στην τσέπη μου, τα μετράω και τα ξαναμετράω, πρέπει να πληρωθεί η ΔΕΗ, το σούπερ-μάρκετ, η εφορία… Θυμάμαι έπειτα τη Λωξάντρα και αναθαρρώ: «Τις έστιν πλούσιος; Ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος.».

Σηκωνόμουν κάθε πρωί στις εφτά για να κατεβάσω το Γιώργο στο σχολικό. Όταν ξυπνάς πολύ πρωί έχεις όλη τη μέρα μπροστά σου -ισχύει- μόνο που όλη τη μέρα σούρνεσαι. Για να μην ντουμανιάζω το σπίτι, παίρνω το κομπιούτερ μου και πηγαίνω να γράψω στο γραφείο. Έχω μάθει να αποκόπτομαι τελείως από το περιβάλλον και να συγκεντρώνομαι φορώντας τα ακουστικά κι ακούγοντας κλασσική μουσική. Στα διαλείμματα, τα βγάζω και παρακολουθώ τις κουβέντες των διπλανών. Συχνάζω σε συνοικιακά κατά προτίμηση στέκια, όπου πλειοψηφούν οι συνταξιούχοι. Πληροφορούμαι τα κουτσομπολιά της γειτονιάς, λαθρακούω λογομαχίες για το ποδόσφαιρο και για την πολιτική - πάνω απ’ το τάβλι ή από την πρέφα ανταλλάσσουν εξωφρενικές πληροφορίες - πως τα ροδάκινα, λόγου χάριν, εισάγονται από το Ισραήλ αφού πρώτα τα έχουν ψεκάσει ραβίνοι με σκοπό να ναρκώσουν τον Ελληνισμό. Πάω να ξεκαρδιστώ, συνειδητοποιώ αμέσως ύστερα πως με αυτά τα μυαλά -τα τηγανισμένα από την τηλεόραση, τα αλαλιασμένα από την κρίση- ψηφίζουν. Κρατιέμαι για να μη βάλω τα κλάματα.

Τα παιδιά έχουν ανάγκη και απ’ τους δυο γονείς τους, βεβαιώνομαι για αυτό κάθε στιγμή. Όχι πως δεν μπορούν να μεγαλώσουν μια χαρά και με έναν -και με μισόν ακόμα- όταν ωστόσο χώνουν το ένα χέρι την παλάμη της μαμάς και το άλλο στην παλάμη του μπαμπά, η σιγουριά τους γίνεται αγαλλίαση.

Η συμβίωση, από την άλλη, φθείρει αδυσώπητα τον έρωτα - η κοινή καθημερινότητα κινδυνεύει να καταντήσει μια ατέρμονη σειρά από για ασήμαντη αφορμή καβγάδες - «γιατί μου πήρες τον αναπτήρα;», «ποιος έκλεισε τον θερμοσίφωνα;» (λες και κυκλοφορεί κανένας τρίτος ενήλικας μες στο σπίτι). Η συμβίωση είναι λαμπαδηδρομία υπό βροχήν: Πασχίζεις να κρατήσεις τον πυρσό αναμμένο τσαλαβουτώντας μες στις λάσπες. Μονάχα η αίσθηση του χιούμορ και η έλξη των σωμάτων μπορεί να σε σώσει. Το μυστικό για να διαρκέσει μία σχέση είναι να ερωτεύεσαι τον ίδιον άνθρωπο ξανά και ξανά.

Ποιος όμως στην Κηφισιά του 2020 έχει διάθεση να ερωτευτεί; Όταν δε, συμπιέζει ο κόσμος και τα βασικά του έξοδα για να βγάλει τον μήνα, τσακώνεται, τρώγεται μεταξύ του. Οι πιο φανατικοί δεν είναι παραδόξως οι πιο αδικημένοι από την κρίση κι από τα αλλεπάλληλα κύματα λιτότητας. Είναι εκείνοι που ανέκαθεν αναζητούσαν μια ευκαιρία για να βγουν μπροστά, να τους παραδοθεί το πόπολο, να τους χειροκροτήσει έστω. Έχουμε γεμίσει μικρούς Ροβεσπιέρους, εκ δεξιών και εξ αριστερών. Αρκετούς τους θυμάμαι πριν από το 2010: Συντάκτες σε περιοδικά λάιφ-στάιλ που το όνομά τους δεν μπήκε ποτέ στο εξώφυλλο, σφουγγοκωλάριοι κάθε ισχυρής κυρίας ή κυρίου, διανοούμενοι βαρέων βαρών που δεν ευδόκησαν να βρουν εκδότη για τα ακατάληπτα κείμενά τους... Για την προσωπική τους κακοδαιμονία ή οσφυοκαμψία μέμφονταν πάντοτε το «σύστημα» και τώρα μάχονται για το αιματηρό του γκρέμισμα. Είναι οπαδοί της «καλής» βίας. Πού θα βρίσκονται άραγε σε δέκα χρόνια από σήμερα; Εκεί προφανώς που θα τους έχει πάει ο άνεμος. Ο συρμός…

Πρέπει να ερωτευτούμε ωστόσο ξανά στην Κηφισιά, την Ελλάδα, του 2020. Επείγει. Όχι για να ξεφύγουμε από τα βάσανά μας. Μα για να βρούμε μια βάση -μια πλατφόρμα εκτόξευσης- για τα όνειρά μας. Καμία επανάσταση δεν έγινε ποτέ από ανθρώπους που τα έβλεπαν όλα μαύρα. Η επανάσταση -όπως και έρωτας- είναι ένα φυτίλι που πυροδοτεί το πυροτέχνημα της ευτυχίας, το οποίο κρύβεις μέσα σου.

Παραδίδω το Γιώργο στο σχολικό και διασχίζω τη Κηφισιάς. Η πάχνη δεν έχει ακόμα στεγνώσει απ’ τα φύλλα, οι οδοκαθαριστές δεν έχουν μαζέψει τα πεταμένα προφυλακτικά από τις νυχτερινές αρπαχτές. Κατεβαίνω την οδό Όθωνος,– παρατηρώ και θυμάμαι, όλα τα εμφύλια μίση που τους χώριζαν, μαρμάρωσαν τελικά στους αιώνες ο ένας πλάι στον άλλον. Πάντοτε με εντυπωσίαζε πόσο ονειροπόλο βλέμμα είχε ο Αθανάσιος Διάκος, πόσο λεβεντομούνα ήταν η Μαντώ Μαυρογένους…

Σήμερα, μετά από πολλά χρόνια με το Κατερινάκι μου πήγαμε βόλτα στο κέντρο στη Κηφισιά. Αφού γυρίσαμε το άδειο από κόσμο κέντρο πήγαμε για καφέ. Αναγνωρίζεις αμέσως την άλλη αίσθηση της ποιότητας. Δεν είχα πάει ποτέ, η Κατερίνα με έτρωγε, πάμε, είναι πολύ ωραίο περιβάλλον, θα ενθουσιαστείς. Πόσο δίκιο είχε, στερνή μου γνώση να είχα…

Στα πόδια του καλλιτέχνη του δρόμου ελλοχεύει ένας γάταρος -ένας τίγρης τσέπης- με παχιά γούνα και με ορθωμένα μουστάκια. Το ένα του αφτί είναι μισοφαγωμένο, απώλεια προφανώς σε συμπλοκή για τα μάτια κάποιας ωραίας. «Τι έγινε, μεγάλε;» τον ρωτάω. «Την κέρδισες τουλάχιστον την ψιψίνα;». Κάνει τη ράχη τόξο και γουργουρίζει απειλητικά. «Όχι σε μένα τέτοια!» τσαμπουκαλεύομαι με τη σειρά μου. Βγάζω απ’ την τσέπη το πακέτο, του το τείνω. «Τσιγαράκι; Να κεράσω τσιγαράκι;» Ο γάτος τότε νιαουρίζει. Το νιαούρισμά του φτάνει στα αυτιά μου σαν γέλιο γάργαρο είτε σαν στίχος του Τσιτσάνη: «Σε παλάτια, σε τσαντίρια, θα τα πιούμε τα ποτήρια!».

Μόνο έτσι η ζωή είναι ωραία.-

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 28 Αυγούστου 2020 19:58

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.