ενημέρωση 4:57, 5 August, 2026

Το μεγάλο μυστήριο του κινεζικού πετρελαίου

Οταν το Ιράν έκλεισε τα Στενά του Ορμούζ, οι ειδικοί προειδοποιούσαν ότι η τιμή του πετρελαίου θα μπορούσε να εκτιναχθεί ακόμη και στα 200 δολάρια το βαρέλι μέσα σε λίγες εβδομάδες. Τελικά ο πόλεμος συνεχίστηκε επί πέντε μήνες και ακόμα δεν έχει τελειώσει, αλλά οι τιμές μόλις που έχουν ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι. Πίσω από το «γιατί» φαίνεται ότι βρίσκεται η Κίνα. Αλλά πώς;

Ο μεγαλύτερος αντίπαλος της Αμερικής φαίνεται πως είναι αυτός που, χωρίς να το «φωνάζει», αποτρέπει μια μεγάλη ενεργειακή κρίση που θα μπορούσε να έχει ξεσπάσει εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν και του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ Πριν από τον πόλεμο, γράφει το Atlantic, η Κίνα, ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο, αγόραζε περισσότερα βαρέλια από ολόκληρη την Ευρώπη και σχεδόν διπλάσια από τις Ηνωμένες Πολιτείες, που είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εισαγωγέας. Ομως, λίγες εβδομάδες μετά την έναρξη της σύγκρουσης, το Πεκίνο μείωσε απότομα τις αγορές του, περιορίζοντάς τες τελικά στο μισό σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα.

Οπως εξηγούν οι αναλυτές, αυτή η απρόσμενη μείωση της κινεζικής ζήτησης φαίνεται πως είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο οι διεθνείς τιμές πετρελαίου αυξήθηκαν πολύ λιγότερο από όσο προβλεπόταν. Σύμφωνα με το Atlantic, όμως, η κινεζική κίνηση δημιουργεί νέα ερωτήματα. Κανείς εκτός Κίνας δεν γνωρίζει με βεβαιότητα πώς η χώρα κατάφερε να καλύψει τις ενεργειακές ανάγκες της μειώνοντας τόσο δραστικά τις εισαγωγές της, ούτε γιατί η ηγεσία της επέλεξε αυτή τη στρατηγική. Επίσης, παραμένει άγνωστο για πόσο καιρό μπορεί να διατηρηθεί αυτή η κατάσταση. Οι αρχικές προβλέψεις για μια παγκόσμια ενεργειακή καταστροφή βασίζονταν σε έναν απλό κανόνα της αγοράς: την προσφορά και τη ζήτηση.

Από τα Στενά του Ορμούζ περνούσαν καθημερινά περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, δηλαδή περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς. Οι χώρες προσπάθησαν να αντισταθμίσουν τις απώλειες, απελευθερώνοντας ποσότητες από τα στρατηγικά τους αποθέματα, αλλά όχι αρκετές ώστε να αποφύγουν μια μεγάλη αναστάτωση. Το κρίσιμο στοιχείο, σημειώνει το Atlantic, ήταν ότι η ζήτηση δεν παρέμεινε σταθερή. Η ποσότητα πετρελαίου που σταμάτησε να αγοράζει η Κίνα, περίπου 5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, αντιστοιχεί περίπου στο ένα τέταρτο της ποσότητας που χάθηκε μετά το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ. Πρόκειται για ποσότητα ίση με το σύνολο των εισαγωγών πετρελαίου της Ινδίας, της τρίτης μεγαλύτερης εισαγωγικής χώρας στον κόσμο.

«Η Κίνα ήταν σίγουρα ο σημαντικότερος παράγοντας που κράτησε χαμηλές τις τιμές», εξηγεί στο Atlantic ο Ρόρι Τζόνστον, αναλυτής των αγορών πετρελαίου και συγγραφέας του ενημερωτικού δελτίου Commodity Context. Οπως προσθέτει ο ίδιος, «κανείς, και εννοώ κανείς, δεν το είχε προβλέψει». Η πιο προφανής εξήγηση για μια τόσο μεγάλη μείωση εισαγωγών θα ήταν ότι η Κίνα περιόρισε δραστικά την κατανάλωση ενέργειας. Σύμφωνα με το Atlantic, όμως, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι συνέβη κάτι τέτοιο. Σε αντίθεση με την περίοδο της πανδημίας του κορονοϊού, όταν η κινεζική οικονομία είχε σχεδόν σταματήσει, οι περισσότεροι δείκτες ενεργειακής κατανάλωσης, όπως η κυκλοφορία στους δρόμους, έχουν παραμείνει σχεδόν αμετάβλητοι.

Η μείωση δεν μπορεί επίσης να αποδοθεί στην πράσινη μετάβαση. Η Κίνα έχει επενδύσει τεράστια ποσά στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στα ηλεκτρικά οχήματα, όμως η οικονομία της εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το εισαγόμενο πετρέλαιο. Μια τόσο ξαφνική αλλαγή θα απαιτούσε εκατομμύρια καταναλωτές να στραφούν σχεδόν μέσα σε μία νύχτα στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα. «Είναι πραγματικά ένα αίνιγμα», λέει στο Atlantic η Ερικα Ντάουνς, ερευνήτρια στο Κέντρο Παγκόσμιας Ενεργειακής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Κολούμπια. Οπως εξηγεί, ακόμη και οι ειδικοί αναγκάζονται αυτή τη στιγμή να βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε υποθέσεις.

Μυστικές εγκαταστάσεις ή η Μόσχα;

Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι η Κίνα προμηθεύεται κρυφά επιπλέον πετρέλαιο από τη Ρωσία. Από το 2022, η Μόσχα στέλνει μεγάλες ποσότητες πετρελαίου στην Κίνα μέσω ενός «σκιώδους στόλου» δεξαμενόπλοιων που αποκρύπτουν την προέλευση των φορτίων για να παρακάμπτουν τις δυτικές κυρώσεις. Είναι, όμως, άλλο πράγμα να κρύψει κανείς την προέλευση ενός φορτίου και άλλο να αποκρύψει εκατομμύρια βαρέλια που φτάνουν σε μεγάλα κινεζικά λιμάνια. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η υπόθεση δύσκολα θα παρέμενε μυστική. Μια άλλη πιθανότητα, σύμφωνα με το Atlantic, είναι ότι το Πεκίνο χρησιμοποιεί τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου που έχει συγκεντρώσει εδώ και χρόνια για περιόδους κρίσης.

Ωστόσο, οι γνωστές υπαίθριες δεξαμενές αποθήκευσης της χώρας παραμένουν γεμάτες. Αυτό έχει οδηγήσει ορισμένους ειδικούς στη θεωρία ότι η Κίνα ίσως διαθέτει μυστικές εγκαταστάσεις με αποθέματα αργού πετρελαίου, αλλά και επεξεργασμένων καυσίμων, τα οποία χρησιμοποιεί τώρα για να διατηρήσει την οικονομία της σε λειτουργία. «Μερικές φορές αισθάνομαι ότι ακούγομαι σαν συνωμοσιολόγος όταν αρχίζω να μιλάω γι’ αυτό το θέμα», παραδέχθηκε ο Τζόνστον. Οπως λέει στο Atlantic, δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου αποδείξεις, αλλά αυτή είναι η μόνη εξήγηση που φαίνεται να ταιριάζει στα δεδομένα. Ακόμη κι αν η θεωρία των κρυφών αποθεμάτων αποδειχθεί σωστή, παραμένει το ερώτημα γιατί η Κίνα αποφάσισε να μειώσει τόσο δραστικά τις εισαγωγές της.

Συνήθως, όταν μια χώρα χρησιμοποιεί τα αποθέματά της, συνεργάζεται με άλλες ώστε το βάρος να μοιράζεται και στη συνέχεια αναπληρώνει τα αποθέματα όταν οι τιμές πέσουν. Η Κίνα έκανε το αντίθετο: μείωσε μονομερώς και χωρίς προειδοποίηση τις αγορές της περισσότερο από κάθε άλλη χώρα. Ορισμένοι ειδικοί θεωρούν ότι το Πεκίνο ίσως επιδίωκε να ενισχύσει τη διεθνή του επιρροή, δείχνοντας ότι μπορεί να προστατεύσει την παγκόσμια οικονομία ή να αποκτήσει μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη απέναντι στις ΗΠΑ. Αλλοι υποστηρίζουν ότι η κρίση στο Στενό του Ορμούζ αποτέλεσε ευκαιρία για την Κίνα να αποδείξει πως μπορεί να αντέξει έναν ενεργειακό αποκλεισμό.

Η πιθανότητα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επισημαίνει το Atlantic, καθώς το 80% των κινεζικών εισαγωγών πετρελαίου περνά από το Στενό της Μάλακα, έναν στενό θαλάσσιο διάδρομο που θα μπορούσε να αποκλειστεί σε περίπτωση σύγκρουσης για την Ταϊβάν. Αν το Πεκίνο ήθελε να στείλει ένα μήνυμα στον κόσμο ότι δεν μπορεί να γονατίσει από μια ενεργειακή πολιορκία, η κρίση ίσως ήταν η κατάλληλη ευκαιρία. Ωστόσο, αν αυτή ήταν η στρατηγική του, παραμένει αξιοσημείωτο ότι η κινεζική ηγεσία δεν έχει διεκδικήσει δημόσια αυτή την επιτυχία. Μια τελευταία πιθανή εξήγηση, γράφει το Atlantic, είναι ότι η Κίνα προστατεύει έμμεσα την παγκόσμια οικονομία για να διασφαλίσει τη δική της παραγωγική βάση.

Η οικονομία της εξαρτάται από τις εξαγωγές φθηνών προϊόντων σε όλο τον κόσμο. Μια μεγάλη ύφεση στην Ευρώπη και την Ασία θα μπορούσε να κοστίσει στην Κίνα το μισό της εξαγωγικής της αγοράς. Η παροχή ενεργειακής «σανίδας σωτηρίας» ίσως ήταν απαραίτητη για να συνεχίσει η ίδια η κινεζική οικονομία να λειτουργεί. Οποια κι αν είναι η πραγματική αιτία, καταλήγει το Atlantic, η Κίνα απέδειξε ότι διαθέτει ακόμη ένα ισχυρό εργαλείο παγκόσμιας επιρροής. Οπως το έθεσε ο Τζέισον Μπόρντοφ, επικεφαλής του Κέντρου Παγκόσμιας Ενεργειακής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Κολούμπια, στο παρελθόν κάθε πρόεδρος των ΗΠΑ που αντιμετώπιζε ενεργειακή κρίση τηλεφωνούσε στο Ριάντ για να ζητήσει βοήθεια από τη Σαουδική Αραβία. «Ισως τώρα το μέρος που όλοι πρέπει να καλέσουν είναι το Πεκίνο», λέει. «Κι αυτή είναι μια πολύ ισχυρή θέση για να βρίσκεται κάποιος». 

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.