ενημέρωση 5:18, 15 May, 2026

Η τερατώδης παράταξη Χιωτάκη-Βάρσου Τα πραγματικά αίτια της πτώσης.

Γράφει ο Γιάννης Γ. Κατσίμπας

Η «φρέσκια παράταξη» Χιωτάκη-Βάρσου πληροί όλες τις προϋποθέσεις για μια πανηγυρική ήττα, αντάξια ενός σπαγγέτι γουέστερν. Μιας παρωδίας δηλαδή. 

Σε έναν ιδανικό κόσμο, μια παράταξη θα θύμιζε συμφωνική ορχήστρα. Ο αρχηγός της θα ανέβαινε στο πόντιουμ και, με κινήσεις περισσότερο σίγουρες παρά θεαματικές, θα διηύθυνε τους μουσικούς-αντιδημάρχους. Θα εμψύχωνε τους σολίστες ώστε να ξεδιπλώνουν την τέχνη τους. Θα προλάμβανε τα φάλτσα των λιγότερο έμπειρων. Το αποτέλεσμα θα ικανοποιούσε, θα πλούτιζε το κοινό.

Σε έναν ιδανικό κόσμο σε κρίση μια παράταξη θα έμοιαζε με στρατό. Ο αρχηγός-Δήμαρχος, μπαρουτοκαπνισμένος και επιτελικός συνάμα, θα διέθετε σχέδια και εναλλακτικές, θα είχε προετοιμαστεί και για το τρισχειρότερο ακόμα ενδεχόμενο – και για την προδοσία και για την πανωλεθρία. Θα κατέβαινε με πλατύ χαμόγελο στο πεδίο της μάχης για να σταθεί στο πλευρό των στρατιωτών του, να τους τονώσει το ηθικό, για να τεθεί επικεφαλής της προέλασης ή –σε περίπτωση συντριβής– για να τους υπενθυμίσει πως ο πόλεμος συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται, μέχρι την τελική νίκη.

Η παράταξη που μόλις έχασε φέρνει –φευ– στο μυαλό και του πιο καλόπιστου πολίτη θίασο ποικιλιών. Μετά τα αποτελέσματα των δύο εκλογικών Κυριακών, το τοπίο έχει ξεκαθαρίσει.

Ο «αστικός» (όπως θα τον αποκαλούσαν παλαιότερα) κόσμος της Κηφισιάς, ωστόσο, ο κόσμος στον οποίον απευθύνθηκε η στρατηγική συμμαχία Χιωτάκη-Βάρσου, ήξερε πολύ καλά τι εστί Βάρσος. Πέριξ των κκ. Χιωτάκη-Βάρσου διακρίνει βρικολακιασμένα απομεινάρια του βαθέως παρακμιακού παρελθόντος, απολιθώματα του μαρξισμού-λενινισμού, ιδεοληπτικούς πέραν πάσης πραγματικότητας κι αδίστακτους τυχοδιώκτες που έχουν καβαλήσει το όχημα της αρπαχτής επειδή λιγουρεύονται απλώς τα ιμάτια της εξουσίας.

Ο αστικός κόσμος της Κηφισιάς εκτίμησε ότι τυχόν επικράτηση των κκ. Χιωτάκη-Βάρσου θα μας γυρίσει πίσω στα '80s. Μαθητευόμενοι μάγοι, κούφιες ρητορείες, μισαλλοδοξία, λαϊκισμός, αισθητική Περόν χωρίς καν μια Εβίτα. Δίχως –το κυριότερο– τα «πακέτα» των δεκάδων εκατομμυρίων από την κρατική επιχορήγηση, που δημιουργούσαν μια γενική αίσθηση ευφορίας κι έδιναν στον Ν. Χιωτάκη την άνεση να υπόσχεται ακόμα καλύτερες μέρες και να προτρέπει ακόμα και στον εαυτό του να τα δώσει όλα στον Β. Βάρσο.

Ο αστικός κόσμος (θα όφειλε να) αντιμετωπίζει τις εκλογές ως την τελική σύγκρουση. Θα έπρεπε άρα να συγκροτήσει την διοίκηση, την εμπροσθοφυλακή του, από τους αρίστους του. Ώστε να εμπνεύσει την πεποίθηση ότι δεν είναι ένας κόσμος σε αποδρομή, ένα καθεστώς παρηκμασμένο. Μα –το αντίθετο– πως διαθέτει εφεδρείες σφριγηλές. Και αναγεννάτε από την τέφρα του. Εκεί κρύβετε το «μυστικό» της αποτυχίας Χιωτάκη. Μη έχοντας «το ανάχωμα» που κρατούσε τους πολίτες μακριά του –δηλ. τον Βάρσο-, που λειτουργούσε και τελείωνε πάντα το παιχνίδι της εξουσίας, έχοντας προσαρτήσει ήδη και άλλους δεν είχε άλλες χρυσές εφεδρείες στον πάγκο. Ο Ν. Χιωτάκης κέρδιζε τις τελευταίες 3 αναμετρήσεις διότι είχε αντίπαλο του τον Β. Βάρσο. Οι πολίτες το γνώριζαν και, έδιναν σε αυτόν την διοίκηση της πόλης, καλύτερα, χίλιες φορές Χιωτάκη παρά τον Βάρσο. Γνωρίζοντας ότι ο Β. Βάρσος κατερχόμενος αυτόνομα, δεν θα ερχόταν ούτε 4η -σε δύναμη- παράταξη και, με δεδομένη τη δική του αλαζονεία-υστεροβουλία αποφάσισε την «μεγάλη ζαριά» Εγκλωβισμένος στο παιχνίδι της εξουσίας από μόνος του, ήταν καταδικασμένος εξ αρχής. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Όσο για τον  Β. Βάρσο ήταν προδιαγεγραμμένο το τέλος τους, μαζί είχε κόψει όλες τις χρυσές εφεδρείες, αποφάσισε λοιπόν την κάθοδο για την μεγάλη σφαγή. Δεν είχε άλλη επιλογή, ήξερε πως την επόμενη μέρα, οι συνήθεις ύποπτοι οι μόνιμοι δημοτικοί σύμβουλοι, ότι άλλοι θα αλλαξοπιστήσουν πανικόβλητα και κωμικά, άλλοι θα πεταχτούν στα αζήτητα κι άλλοι θα μπουν στον πάγο για πολλά χρόνια, ώσπου να τους ξαναχαμογελάσει η Ιστορία. Και ο ίδιος, να περιφέρουν ματωμένο «το πτώμα του» μέσα στην πόλη, ως δείγμα προς αποφυγή, προς εξαφάνιση. Προς εξευμένιση του «πεινασμένου πλήθους».

Διαβάζω τη σύνθεση της διοίκησης μετά τον συνεταιρισμό. Αναθεωρώ. Όχι, δεν πρόκειται για θίασο ποικιλιών. Είναι δύο έργα σε ένα. Συνδυασμένα με τον πλέον άγαρμπο τρόπο.

Παλιές καραβάνες της πολιτικής, δαιμόνιοι τακτικιστές αν μη τι άλλο, οι κ.κ. Χιωτάκης και Βάρσος σκέφθηκαν αυτήν τη φορά πιο κομπογιαννίτικα από ποτέ.

Μικρό το κακό, σκέφτηκαν. Θα ανακατέψουμε την τράπουλα, θα θολώσουμε τα νερά. Στη θέση του Αν. Νικολέλη θα τοποθετήσουμε τον ομοαίματό του πλην άφθαρτο –τρόπος του λέγειν- Β. Ξυπολιτά. Κι απέναντί τους, σε ρόλο αστυνομικών, στο στοιχείο τους, τον Β. Σιδέρη και την Μ. Σαλματάνη-Κεφαλά!. Η Αν. Κορογιαννάκη θα αποτελεί, μαζί με την κεντροδεξιά Ν. Βλάχου, το αλατοπίπερο του σχήματος. Ο Ν. Παναγιώτου, πρόσωπο σοβαρό, θα φανεί σαν ανάσα στην προεδρία του Δ.Σ, συγκρινόμενος ιδίως με τους προκατόχους του. Οι Γ. Παπαδόπουλος, Στ. Κύρλος είναι χρήσιμοι να φέρουν ψήφους στην παράταξη.

Ποιος επρόκειτο να συγκινηθεί, πόσο δε μάλλον να πειστεί, από την παραπάνω σαλάτα; Ποιος από τους πολίτες –εννοώ– που αποδοκίμασαν πριν από τρείς εβδομάδες τους κκ. Χιωτάκη-Βάρσο; Η χρησιμοποίηση των ίδιων και ίδιων δημοτικών συμβούλων, θα φέρει μια κάποια ισορροπία; Πώς και γιατί; Επειδή θα κάνουν ρουσφέτια; Μα οι πελατειακές σχέσεις έχουν, με τη χρεοκοπία του δήμου, ανίατα ατροφήσει. Δοκίμασαν λοιπόν οι κκ. Χιωτάκης-Βάρσος να τινάξουν την μπάνκα στον αέρα, να επαναφέρουν ολοταχώς το παραταξακό-ιδιοτελές τους μηχανισμό. Σε αυτήν, όμως, την περίπτωση, ο κ. Χιωτάκης έχει καταστεί εντελώς άδειο πουκάμισο. Γιατί δεν έβαζαν κατευθείαν στην διοίκηση την κ.Σαλματάνη-Κεφαλά; Δεν θα ήταν καλύτερη από τον Β. Βάρσο; Γιατί δεν περιφρονούσαν απροκάλυπτα και δονκιχωτικά την κοινή γνώμη; Στην παράταξη που μόλις παρά τρίχα δεν πρόλαβε, ορκίστηκε ο λαϊκισμός και η σοβαρότητα, η παλαιοπαραταξιακή και το νέο-άφθαρτο δεν συνδυάζονται. Αλληλοεξουδετερώνονται.

Η «φρέσκια διοίκηση» Χιωτάκη-Βάρσου πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις για μια πανηγυρική ήττα, αντάξια ενός σπαγγέτι γουέστερν. Μιας παρωδίας δηλαδή.-

Πηγή : ΤΑ ΝΕΑ της ΚΗΦΙΣΙΑΣ

 

Ασπρόμαυρες στιγμές

Καλλιτέχνες και πολιτικοί που άφησαν το στίγμα τους. Θρύλοι της μουσικής που δεν ξεχνιούνται όσα χρόνια κι αν περάσουν. Πρόσωπα που για δεκαετίες εντυπωσίαζαν και συνεχίζουν να εντυπωσιάζουν.

Στo χρόνo, το μόνο που μένει αναλλοίωτο είναι το έργο τους και οι φωτογραφίες..

n
Barbara Streisant & Robert Redford


n
Bill Klinton & John F. Kennedy


n
Bob Marley


n
Bob Marley & Mick Jagger


n
Charlie Chaplin & Albert Einstein


n 
Charlie Chaplin & Gandhi


n
Charlie Chaplin & Vaslav Nijinsky




n
Che Guevara & Jeane Paul Sartre


n
Cher - Sonny - Dylan


n
Clint Eastwood


n
Ella Fitzerald & Louis Armstrong


n
Elvis Presley


n
Elvis Presley & Tom Jones


n
Ernest Hemigway & Fidel Castro


n
Francis Ford Coppola


image
Frank Sinatra & Grace Kelly


n
Fred Astaire & Audrey Hepborn


n
Freddie Mercury & Jane Seymour


n
George Loukas


 n
Ian Flemming & Sean Connery 


n
Ike & Tina Turner


n
James Brown & Mick Jagger


n
James Dean & Elizabeth Taylor


n
Jimmy Hendrix


n
John F. Kennedy


 n
John F. Kennedy & Barbara Steisand


n
John Lennon & Yoko Ono


n
Mick Jagger- John Lennon- Yoko Ono


n
Johhny Cash & Ray Charles


n
John Travolta


n
Gerard Depardieu & John Travolta


n
Kurt Russel & Meryl Streep


n
Lana Turner & Ronald Reagan


n
Leonid Brezhnev- Richard Nixon- Jill St. Jonh


n
Leon Trotsky- Diego Rivera- Andre Breton 


n
Keanu Reaves


n
Louis Armstrong in Egypt


n
Marcello Mastroianni & Federico Fellini


n
Martin Luther King Jr


 

n
Martin Luther King Jr & Malcolm X


n
Martin Luther King Jr & Marlon Brando


n
Michael & Kirk Douglas


n
Michael Jackson & Freddy Mercury


n
Liza Minelli & Michael Jackson


n
Michael Jackson- Francis Ford Coppola- George Loukas


n
Martin Scorsese


n
Mickey Rourke & an unknown friend


n
Natalie Wood


n
Olga & Tatiana Romanova


n
Pablo Picasso


n
Paul Mc Cartney & Linda


n
Pelle & Sylvester Stalone


n
Photographer Richard Avedon & Sophia Loren


n
Prince Charles & Elizabeth II


n
Stanley Kubrick


n 
Vera & Vladimir Nabokov


n
The Pop & Dalai Lama


n
Robert De Niro & Martin Scorsese


n
Roman Polanski & Sharon Tate


n
Romy Schneider & Alain Delon


n
Santi Flash & John Lemmon


n
Steve Jobs & Bill Gates


n
Yves Montant & Edith Piaf

 

  • Κατηγορία ART-DISING
  • 0

Σωτηρία Μπέλλου: Η μούσα του ρεμπέτικου

Μποέμισα, δυναμική, επαναστάτρια, η μούσα του Τσιτσάνη και άλλων συνθετών υπήρξε μία από τις κορυφαίες τραγουδίστριες του λαϊκού και ρεμπέτικου ελληνικού τραγουδιού.Το μεγαλύτερο από τα παιδιά της εύπορης οικογένειας του Κυριάκου και της Ελένης Μπέλλου, η Σωτηρία, γεννήθηκε στο χωριό Χάλια κοντά στη Χαλκίδα στις 22 Αυγούστου 1921. Η αγάπη της για το τραγούδι άρχισε να ξετυλίγεται σε μικρή ηλικία, όταν λόγω του αγαπημένου της παππού, Σωτήρη, άρχισε να ψέλνει στην Εκκλησία.

Τραγουδίστρια αποφάσισε να γίνει όταν είδε για πρώτη φορά στον κινηματογράφο τη Σοφία Βέμπο στην ταινία «Η προσφυγοπούλα». Έκτοτε έγινε το είδωλό της και άρχισε να τη μιμείται. Ύστερα από τις έντονες αντιδράσεις των γονέων της, που δεν ήθελαν η κόρη τους να γίνει τραγουδίστρια, εκείνη εγκατέλειψε το σπίτι της και κατέβηκε στην Αθήνα. Ήταν τότε μόλις 17 χρονών.
 

Κατά τη διαμονή της στην Αθήνα, η Σωτηρία μπήκε σε κάποιες περιπέτειες που της άλλαξαν ριζικά τη ζωή. Παντρεύτηκε το Βαγγέλη Τριμούρα αλλά ο γάμος τους έληξε καταστροφικά, καθώς ύστερα από συνεχή κακοποίηση και καβγάδες, η Σωτηρία του έριξε βιτριόλι στο πρόσωπο. Αποτέλεσμα ήταν να βρεθεί στις φυλακές «Αβέρωφ» ώσπου η ποινή της μειώθηκε σε 6 μήνες. Στη συνέχεια, επέστρεψε στη Χαλκίδα, όπου δεχόμενη την ίδια κακομεταχείριση και από την οικογένειά της, αποφάσισε να διακόψει τους δεσμούς και να μετακομίσει μόνιμα στην Αθήνα.

Μετά την απελευθέρωση το 1944 και αφού γνώρισε από κοντά την αγριότητα της Κατοχής και του Εμφυλίου, όντας ενεργό μέλος του αντάρτικου και έχοντας φυλακιστεί και βασανιστεί πολλάκις, την ανακάλυψε σε μία ταβέρνα που τραγουδούσε ο θεατρικός συγγραφέας Κίμων Καπετανάκης. Γοητευμένος από το ταλέντο της την σύστησε στον Βασίλη Τσιτσάνη.

Έτσι, το 1947 ήρθε η πρώτη ηχογράφηση με συνθέσεις του Τσιτσάνη, όπως «Τα Καβουράκια» και το «Κάνε λιγάκι υπομονή» και με αποκορύφωμα το «Συννεφιασμένη Κυριακή», ένα τραγούδι που η Σωτηρία με την ερμηνεία της κατάφερε να κάνει αθάνατο. Στο πλευρό του Βασίλη Τσιτσάνη, η εκκολαπτόμενη καριέρα της Μπέλλου εκτοξεύθηκε στα ύψη. Τραγουδώντας μαζί του γέμιζαν καθημερινά το στέκι του «Τζίμη του Χοντρού» και αργότερα –μέχρι το θάνατο του- το «Χάραμα». Καθιερωμένη, πλέον ως λαϊκή τραγουδίστρια συνεργάστηκε με κορυφαίους συνθέτες. Ανάμεσά τους ο Γιάννης Παπαΐωάνου («Κάνε κουράγιο καρδιά μου»), ο Γιώργος Μητσάκης «Ο Ναύτης», ο Απόστολος Καλδάρας και ο Μανώλης Χιώτης.
 

Η καριέρα της γνώρισε μία καμπή κατά τη δεκαετία του ΄60, όταν το ρεμπέτικο τραγούδι προσωρινά παραμερίστηκε από άλλα μουσικά είδη που έκαναν την εμφάνισή τους. Με τον ερχομό της Χούντας, όμως, η νεολαία αναζήτησε τις μουσικές της ρίζες με αποτέλεσμα η Μπέλλου να αγαπηθεί από την αρχή και να επιστρέψει στα λαϊκά κέντρα και τις μπουάτ της Πλάκας. Προχώρησε σε πρωτοποριακές συνεργασίες με πιο σύγχρονους συνθέτες, όπως ο Σαββόπουλος με τον οποίο τραγούδησαν το «Βαρύ Ζεϊμπέκικο», ο Ανδριανόπουλος, ο Μούτσης κ.α.

Ντυμένη πάντοτε αυστηρά, η Σωτηρία Μπέλλου ήταν πρώτη γυναίκα που «έπιασε» καρέκλα στο λαϊκό πάλκο, κάτι που μέχρι τότε ήταν κατοχυρωμένο μόνο για άνδρες. Παρέμεινε μέχρι το τέλος καθισμένη ανάμεσα στους μουσικούς με ένα τσιγάρο στο χέρι καθώς τραγουδούσε. Υπήρξε μία προσωπικότητα που σημάδεψε το λαϊκό τραγούδι όχι μόνο με τη φωνή της αλλά και με τη γνησιότητα και την ειλικρίνειά της. Δεν έκρυψε ποτέ της το πάθος της για το τζόγο, γεγονός που την άφησε άπορη τα τελευταία χρόνια της ζωής της. Σεβαστή από Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες και από όλες τις ηλικίες με τη φωνή, την ερμηνεία και τα τραγούδια της επηρέασε τη ρεμπέτικη σκηνή για περισσότερο από μισό αιώνα. Στις 27 Αυγούστου 1997 και σε ηλικία 76 χρονών, η Ελληνίδα τραγουδίστρια Σωτηρία Μπέλλου εξασθενημένη από τον καρκίνο του φάρυγγα που την ταλαιπωρούσε και έχοντας ήδη χάσει τη φωνή της, άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο «Μεταξά» του Πειραιά. 
Πηγή : tvxs

Η αντι-σονάτα του Κρόιτσερ

Ασκητικός αριστοκράτης, χριστιανός αναρχικός, ερωτύλος κήρυκας της ερωτικής αποχής, ο Λέων Τολστόι (1828-1910) υπήρξε ένας από τους πλέον αντιφατικούς χαρακτήρες που αναδείχθηκαν ποτέ σε εξέχουσες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Από τη βαριά σκιά μιας προσωπικότητας-μύθου τόσο επί τσαρισμού όσο και επί σοβιετικής εξουσίας δεν θα περίμενε κανείς να βγει οτιδήποτε που δεν θα αφορούσε την ίδια.
 
Ωστόσο η κυκλοφορία στα αγγλικά στις 20 Αυγούστου του βιβλίου «The Kreutzer Sonata Variations» (εκδόσεις Yale University Press, τιμή 29,50 ευρώ), σε επιμέλεια του αμερικανού καθηγητή Ρωσικών Σπουδών Μάικλ Ρ. Κατζ, αποκαλύπτει στο ευρύ κοινό ένα άγνωστο λογοτεχνικό επεισόδιο το οποίο αναδεικνύει τόσο τη φωνή της συζύγου του Σοφίας Μπερς όσο και την τραυματική μεταξύ τους σχέση στα ύστερα χρόνια της συμβίωσής τους.
 
Στο επίκεντρο του βιβλίου τίθεται η διάσημη νουβέλα του Τολστόι «Η σονάτα του Κρόιτσερ», χρονικό της έκπτωσης ενός γάμου από αγάπη σε αβυσσαλέο μίσος και επιχείρημα υπέρ της σεξουαλικής αποχής, γραμμένο το 1889. Ηδη στην εποχή της η «Σονάτα» είχε θεωρηθεί από όλους (μεταξύ αυτών από τον τσάρο Αλέξανδρο Γ' και την ίδια τη Σοφία) καταγραφή των θλιβερών περιστάσεων του γάμου των Τολστόι
 
Η ταπείνωση που αισθάνθηκε η Σοφία ήταν τέτοια ώστε έγραψε δύο νουβέλες («Ποιος φταίει;» και «Τραγούδι χωρίς στίχους») οι οποίες παρέμεναν μεταξύ των 20.000 σελίδων του χειρόγραφου ημερολογίου της στο Μουσείο Τολστόι ώσπου να ανακαλυφθούν πρόσφατα και να εκδοθούν στα ρωσικά. Μαζί με ένα τρίτο αντιρρητικό διήγημα του Λεβ Τολστόι, γιου του ζεύγους, μεταφράστηκαν από τον Κατζ και από κοινού με το πρωτότυπο αριστούργημα του ρώσου συγγραφέα συνιστούν πλέον ένα εξαιρετικό σώμα που προσφέρεται προς ανάγνωση μιας υποδειγματικής περίπτωσης της αλληλεπίδρασης λογοτεχνίας και ανθρώπινης εμπειρίας.
 
«Η πρώτη μου αντίδραση ήταν έκπληξη για το γεγονός της ύπαρξης αυτών των διηγημάτων για τα οποία κανείς δεν γνώριζε τίποτα» ανέφερε ο Κατζ στους «New York Times». «Η δεύτερη ήταν ότι δεν πρόκειται για καθόλου άσχημες ιστορίες. Μπορεί να μην αποτελούν λογοτεχνία πρώτης γραμμής, προέρχονται ωστόσο από μια μορφωμένη, καλλιεργημένη, σκεπτόμενη γυναίκα με ισχυρό χαρακτήρα, η οποία όχι μόνο είχε διαφορετικές απόψεις από τον σύζυγό της, αλλά τολμούσε και να τις εκφράζει, αρχικά μάλιστα με την πρόθεση να τις δημοσιεύσει». Στο περιθώριο του ημερολογίου της Σοφίας υπάρχουν αντιγραμμένα τα τμήματα της «Σονάτας του Κρόιτσερ» που η ίδια σκόπευε να ανασκευάσει: στις οργισμένες κατηγορίες του Τολστόι θα αντιπαραθέσει τελικά το σκηνικό της απογοήτευσης μιας γυναίκας 16 χρόνια νεότερης από τον άνδρα της, την απομυθοποίησή του (ο πρωταγωνιστής τού «Ποιος φταίει» αποδεικνύεται ολοκληρωμένος άσωτος αλλά διανοητική μετριότητα) και το χάσμα μεταξύ σεξουαλικού πάθους και ανάγκης για συναισθηματική πλήρωση.
 
Σημαντική λογοτεχνική υποσημείωση στο έργο ενός κορυφαίου συγγραφέα, η έκδοση προσφέρει παράλληλα μια εικόνα για τις σχέσεις των δύο φύλων στην προεπαναστατική Ρωσία και ένα σχόλιο στην τεθλασμένη δυναμική των συναισθημάτων του ζεύγους Τολστόι - πέρα ίσως και από τη μαρτυρία των ιδίων. Ιδιαίτερα αν σκεφθεί κανείς πως όταν η «Σονάτα» κόπηκε από τη ρωσική λογοκρισία χρειάστηκε η αυτοπρόσωπη έκκληση της Σοφίας στον τσάρο προκειμένου να αρθεί η απαγόρευσή της...