ενημέρωση 5:57, 16 May, 2026

Ο Ν. Χιωτάκης εγκαινίασε την νέα γραμμή του Ηλεκτρικού, προς βόρεια

Μούφα press

Σε μια τελετή-εκδήλωση ο Νίκος Χιωτάκης με όλο το επιτελείο του, εγκαινίασε την νέα υπόγεια γραμμή του Ηλεκτρικού. Η νέα αυτή υπόγεια γραμμή θα συνδέει σε πρώτη φάση την Κηφισιά, Ν. Ερυθραία, Εκάλη, Δροσιά, Αγ. Στέφανο, Αρβανιτοχώρια. Ήδη –όπως είπε- έχουν ωριμάσει οι συζητήσεις για την επέκτασή της γραμμής έως την γειτονική Αλβανία.

Σε απευθείας σύνδεση με τα τοπικά μέσα επικοινωνίας, εφημερίδες τα οποία μετέδιδαν την σπάνιας αισθητικής ομορφιάς εκδήλωση, σε πραγματικό-αληθινό χρόνο. Στα εγκαίνια έλαβε μέρος και ο Περιφερειάρχης κ. Σγουρός. Μέσω της περιφέρειας έγινε και η χρηματοδότηση του σημαντικού έργου, όπως είπε ο Νίκος Χιωτάκης.

Στην ομιλία του ο Ν. Χιωτάκης τόνισε: Θα είναι ένα έργο που θα απασχολήσει χιλιάδες εργαζόμενους και θα έχει άμεσο αντίκτυπο στην Κηφισιά. Η Κηφισιά πλέον δεν θα ενοχλείται από την υπερτροπική κυκλοφορία. Η Κηφισιά μας πλέον έχει υπερβεί τον ρόλο της. Η Κηφισιά είναι το υπόδειγμα και η κατάληξη του successstory

Στην εκδήλωση έλαβε τον λόγο και ο αντιδήμαρχος Βασίλης Βάρσος, ο οποίος τόνισε ότι το έργο αυτό το είχε οραματιστεί 40 χρόνια πριν και το είχε στην ατζέντα του, ήταν μέσα στα άμεσα σχέδιά του.

Προς στιγμή δημιουργήθηκε ένταση όταν ιδιοκτήτες από την πιάτσα Ταξί, διαμαρτυρόμενοι έλεγαν ότι λέτε ψέματα, άλλα μας είχατε υποσχεθεί, τι θα γίνουμε εμείς; Κατόπιν της ψύχραιμης παρέμβασης του Β. Βάρσου που υποσχέθηκε ότι το έργο θα ολοκληρωθεί σε 2 χρόνια, τα πνεύματα ηρέμησαν. 

Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο και η φωτογραφία είναι όλο προϊόν φαντασίας με στόχο τη σάτιρα και σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μπορείτε να το καταναλώσετε άφοβα

Αφιέρωμα στον Λεωνίδα Κύρκο: «Μήτσο, οι Εγγλέζοι θα χτυπήσουν»

«Στα Δεκεμβριανά ήμουνα επονίτης και για ένα μικρό διάστημα ελασίτης, στο Τάγμα των Εξαρχείων. Το σπίτι μου στα Εξάρχεια ήταν σε καίρια θέση και πολλές φορές ο πατέρας μου αντάμωνε εκεί τα ηγετικά στελέχη του ΕΑΜ. Από το σπίτι επικοινωνούσαμε και με τους Εγγλέζους, από την άλλη μεριά». Σαν σήμερα, στις 28 Αυγούστου 2011 έφυγε από τη ζωή ο Λεωνίδας Κύρκος. Το tvxs αναδημοσιεύει ένα αφιέρωμα σε οκτώ μέρη, βασισμένο στις μαρτυρίες που το ιστορικό στέλεχος της Αριστεράς είχε παραχωρήσει στο Στέλιο Κούλογλου.

Μερικές φορές μού λάχαινε ο κλήρος να μεταφέρω μηνύματα. Κατέβαινα με μια λευκή σημαία στην οδό Θεμιστοκλέους, έφτανα ώς την οδό Σόλωνος και εκεί περίμενε ο Εγγλέζος κρατώντας και αυτός τη λευκή σημαία και ανταλλάσσαμε τα μηνύματα. Ήταν κυρίως μηνύματα της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΛΑΣ και του στρατηγείου του Σκόμπι που αφορούσαν προτάσεις για μια συνάντηση ή πληροφορίες για επικείμενες μετακινήσεις τμημάτων.

Μια μέρα πήρα διαταγή να φωνάξω από ένα φυλάκιο στη γωνία των οδών Δερβενίων και Μπενάκη. Σήμερα απέναντι από αυτή τη γωνία είναι το ταβερνάκι του μπαρμπα-Γιάννη. Φώναζα λοιπόν με τον τηλεβόα: «Προσοχή, προσοχή! Η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ απευθύνεται στο στρατηγό Σκόμπι* και ζητάει συνάντηση για αύριο το πρωί. Περιμένω απάντηση».

Ακόμη ακούω τη φωνή μου στο αυτί μου. Ήτανε δώδεκα… μία τη νύχτα. Από την άλλη μεριά κροτάλιζαν τα πολυβολεία στην κατεύθυνση απ’ όπου ερχόταν η φωνή αλλά εγώ ήμουνα πιο μέσα και οι σφαίρες δεν με έβρισκαν.

Αυτό συνεχίστηκε κάμποση ώρα, ώσπου κατά τις τέσσερις τα ξημερώματα ήρθε ένας σύνδεσμος και μου είπε: «Φεύγουμε». «Πού πάμε;» τον ρώτησα. «Φεύγουμε, ακολούθησέ με». Τον ακολούθησα λοιπόν και πήραμε το δρόμο και φτάσαμε στο τέρμα Πατησίων. «Φεύγουμε από την Αθήνα», μου είπε. «Τι λες, ρε παιδί μου; Και η συνάντηση που έλεγα εγώ;» «Μην κουβεντιάζεις τώρα, πάμε».

Μπήκαμε μέσα στα δέντρα, περάσαμε το Μενίδι και συναντήσαμε κάποιες φάλαγγες ανθρώπων, πέρα από το Μενίδι, προς τα αρβανιτοχώρια της περιοχής. Τότε, για πρώτη φορά, ένιωσα τον τρόμο του αεροπλάνου. Διότι καθώς ήμασταν μέσα στα χωράφια, στα δέντρα, από πάνω μας πετούσε ένα Σπιτφάιαρ που είχε πάρει χαμπάρι τη μετακίνηση, έβλεπε τις φάλαγγες ανθρώπων που έφευγαν και πυροβολούσε.

Το άκουγα που κατέβαινε πάνω από το κεφάλι μου και έλεγα: «Τούτη είναι η τελευταία μου στιγμή» και έχωνα το κεφάλι μου στο χώμα. Δίπλα μου πέφτανε σφαίρες. Για μεγάλη μου τύχη, δεν με άγγιξε καμία. Έφυγε το αεροπλάνο, σηκώθηκα κι εγώ και αντάμωσα τις φάλαγγες που πηγαίνανε στα αρβανιτοχώρια.

Περάσαμε τα αρβανιτοχώρια και πήραμε την κατεύθυνση της Λαμίας. Νύχτα-μέρα οδοιπορία, με φοβερές συνθήκες, και αγωνία γιατί φύγαμε εντελώς απροετοίμαστοι. Θυμάμαι ότι φορούσα ένα πουκαμισάκι και η θερμοκρασία ήτανε κάτω από το μηδέν. Παπούτσια δεν είχαμε, πατάγαμε επάνω στις πέτρες. Ήμασταν αμάθητοι από τέτοια πράγματα.

Οι αντάρτες που είχαν κατέβει για να μπουν στην πόλη και τελικά δεν τα κατάφεραν ή δεν πρόλαβαν να μπουν, αυτοί ήταν προετοιμασμένοι. Ήταν σκληροτράχηλοι αγρότες και γνωρίζανε την περιοχή. Εμείς όμως βρεθήκαμε σε ένα χώρο που ούτε τον ξέραμε ούτε φιλόξενος ήταν.

Θυμάμαι το γερο-συνταγματάρχη Μαυροθαλασσίτη, τον μετέπειτα δήμαρχο του Αιγάλεω. Φοβερός τύπος. Δεν στεκόταν ούτε μια στιγμή. Από την κορυφή της φάλαγγας πήγαινε στην ουρά της, προσπαθούσε να επανεντάξει στη φάλαγγα όσους μένανε πιο πίσω. Υπήρχε ο κίνδυνος άμα ξέκοβες από τη φάλαγγα, να σε πιάσει εκείνος ο γλυκός ύπνος της παγωνιάς και να μην ξανασηκωθείς. Τον θυμάμαι που πηγαινοερχόταν ακούραστος, μερικούς τους μαστίγωνε κιόλας. «Σηκωθείτε», φώναζε. «Περπατάτε, όλοι όρθιοι». Περπατούσε εικοσιτετράωρα ολόκληρα μέρα και νύχτα και δεν δεχόταν να του δώσουν ένα άλογο να καβαλήσει. Αυτός ήταν ο διοικητής του τμήματος. Μαζί μας ήταν και ο Καπετάνιος, ο Κυριάκος Τσακίρης που εμείς τον λέγαμε Κώστα. Ένα λεβεντόπαιδο. Είχε δουλέψει ως ζωγράφος και αργότερα έγραψε και βιβλία.

«Μήτσο, θα χτυπήσουν»

Ο Δεκέμβρης ήτανε η μεγάλη παγίδα στην οποία μπήκαμε με ενθουσιασμό και για χρόνια ολόκληρα έμεινε ως ο Μεγάλος Δεκέμβρης. Ήταν η πρώτη μεγάλη ήττα που υπέστη το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ, η Αριστερά γενικότερα.Δεν είχαμε συνειδητοποιήσει το τι ήταν ακριβώς.Ήταν η πρώτη μιας σειράς από τραγικά λάθη που γίνανε, χωρίς συνειδητοποίηση ούτε του συσχετισμού των δυνάμεων ούτε της πολιτικής της άλλης πλευράς, ούτε των δικών μας επιδιώξεων.

Τι ακριβώς θέλαμε; Να πετάξουμε τους Άγγλους στη θάλασσα; Αυτό ήταν μια ευχή αλλά από κει κι ύστερα τι θα γινόταν; Μπαίναμε στη σύγκρουση με τους Εγγλέζους χωρίς να σκεφτόμαστε τους όρους με τους οποίους θα διεξάγονταν αυτή η σύγκρουση. Ο πόλεμος στην Ευρώπη δεν είχε τελειώσει, οι Γερμανοί είχαν καθηλώσει τους Συμμάχους σε κάποιες περιοχές όπου γίνονταν ακόμη φονικότατες μάχες.

Φαίνεται ότι τα κλιμάκια της ηγεσίας του ΕΑΜ υπολόγιζαν ότι οι Εγγλέζοι, παρά τις απειλές, δεν θα έρχονταν, δεν θα μπλέκονταν, δεν θα έφταναν στο σημείο να τουφεκίσουν τους χτεσινούς Συμμάχους ύστερα από τους ύμνους του Τσόρτσιλ και των υπολοίπων.Ήταν αφελείς αυτοί οι υπολογισμοί της ηγεσίας που δεν έβλεπε ότι σε τέτοιες ώρες εκείνο που κυριαρχεί είναι η αίσθηση των συμφερόντων μιας μεγάλης δύναμης όπως ήταν τότε η Αγγλία, η οποία είχε καίρια συμφέροντα στην Ελλάδα.

Και βέβαια δεν είχε γίνει γνωστή, τουλάχιστον στον κόσμο, στους απλούς μαχητές, η περιλάλητη συμφωνία της Μόσχας. Ακόμα έχω ένα μεγάλο ερωτηματικό σχετικά με το αν η ηγεσία του ΚΚΕ, δηλαδή το πολιτικό γραφείο ήξερε ότι είχε υπάρξει μια τέτοια συμφωνία. Μπορούσε να το συναγάγει κανείς και από τα γεγονότα. Ο Τολμπούχιν, ο μέγας στρατάρχης του Κόκκινου Στρατού, «έγλειψε» τότε τα σύνορα της Ελλάδας αλλά ούτε ένας Σοβιετικός στρατιώτης δεν πάτησε σε ελληνικό έδαφος. Οι Σοβιετικοί δεν έκαναν τίποτε, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των τμημάτων του ΕΛΑΣ που τους έλεγαν: «Ελάτε, μπείτε μέσα, βοηθήστε μας, εδώ εμείς συνεχίζουμε τον αγώνα, απέναντί μας όμως έχουμε τους καταχτητές και τους κουίσλινγκ**».

Ήταν μια ένδειξη του ότι οι Σοβιετικοί δεν έκαναν τίποτε. Μια ένδειξη όμως που δεν την υπολόγιζε κανείς, μπροστά στο κύμα της ελπίδας, ότι οι Σοβιετικοί κατέβηκαν στα σύνορά μας, δεν είναι δυνατόν οι Εγγλέζοι να αποβιβαστούν και να χτυπήσουν. Κι όμως οι Εγγλέζοι αποβιβάστηκαν και χτύπησαν και μάλιστα με τις ευλογίες του Στάλιν.

Πώς εξηγείται το γεγονός ότι ενώ μαίνονταν ο διεθνής Τύπος, ενώ στην Αγγλία η κατακραυγή κυρίως κατά των Εργατικών αυξανόταν κάθε μέρα και περισσότερο, ενώ γίνονταν διαδηλώσεις και πολιτικές εκδηλώσεις, σηκώνονταν θύελλες μέσα στο Κοινοβούλιο, η «Πράβδα» δεν έγραψε ούτε μια λέξη.

Πέρασε ο Δεκέμβρης του 1944 και η «Πράβδα» δεν έγραψε ούτε λέξη, δεν το ανέφερε καν ως γεγονός. Καμιά αντίδραση δεν υπήρξε από την πλευρά των Σοβιετικών, ήταν τελείως προδιαγραμμένη η τύχη της Ελλάδας. Λίγο πριν τα Δεκεμβριανά, είχαν διαμηνύσει στον πατέρα μου ότι οι Εγγλέζοι θα χτυπήσουν. Και εκείνος ζήτησε τότε να συναντηθεί με τον Μήτσο Παρτσαλίδη*** με τον οποίο γνωριζόταν από παλιά. Τους ένωνε η ιστορία γύρω απο ένα κοστούμι. Ο πατέρας μου ήταν κοκέτης.

Του άρεσε να ντύνεται καλά, με τη γραβάτα και το μαντιλάκι του. Κάποτε πήγε σε μια συγκέντρωση με ένα λευκό μεταξωτό κοστούμι από σαντακρούτα, για το οποίο ήταν πολύ περήφανος. Στη συγκέντρωση κάποιος από το πλήθος τού πέταξε μια μάζα φούμο και ο πατέρας μου γύρισε στο σπίτι σαν κλόουν. Μόνο τα μάτια του είχαν μείνει λευκά. Η σαντακρούτα καταστράφηκε. Ο πατέρας μου ήταν εξαγριωμένος, όχι για το πολιτικό νόημα της πράξης, όσο για το κοστούμι που καταστράφηκε.

Πέρασαν τα χρόνια και κάποτε, σε μια συνάντηση της Κεντρικής Επιτροπής γύρω από ένα ουζάκι, διηγιότανε την ιστορία και έλεγε: «Αν τον πιάσω αυτόν τον άτιμο…» Άκουσε γέλια από την ομήγυρη. Αυτός που γελούσε ήταν ο Παρτσαλίδης. «Γιατί γελάς, ρε Μήτσο;» «Πού να ξέρεις, Μιχάλη, ότι εγώ ήμουνα αυτός». Ο Παρτσαλίδης ήταν τότε γραμματέας της ΟΚΝΕ και είχε θεωρήσει ότι αυτό χρειαζόταν στον αστό ομιλητή σαν τον πατέρα μου.

Όταν λοιπόν λίγο πριν από το Δεκέμβρη του 1944 ο πατέρας μου συνάντησε τον Παρτσαλίδη, του είπε: «Μήτσο, μην έχετε αμφιβολία, οι Εγγλέζοι θα χτυπήσουν. Επομένως πάρτε το αυτό υπόψη σας ως γεγονός». Ο Παρτσαλίδης είπε στον πατέρα μου: «Μιχαλάκη, έχουμε κι εμείς τις πληροφορίες μας, οι Εγγλέζοι τα διαχέουν αυτά για να μας υποχρεώσουν να δεχτούμε την επέμβασή τους αμαχητί, εμείς όμως έχουμε τις πληροφορίες μας ότι αυτά είναι μπλόφα, ότι οι Εγγλέζοι δεν θα χτυπήσουν».

Θυμάμαι ακόμη την παράδοση των όπλων μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Η δική μας ομάδα τα παρέδωσε στο Ευπάλιο της Δωρίδας. Το Ευπάλιο το ξανασυνάντησα γιατί κατά σύμπτωση ήταν το χωριό της γυναίκας μου _ η οικογένειά της, οι Σμπαρούνη, κατάγονταν από εκεί. Στο Ευπάλιο κατέληξε το Σύνταγμά μας κι εκεί έγινε η παράδοση των όπλων. Ήτανε μια συγκλονιστική στιγμή. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι είχαν δεθεί με τα όπλα τους. Ήξεραν καλά ότι το όπλο ήτανε η εγγύηση της ελευθερίας τους, ότι με τα όπλα αυτά άγγιζαν την εξουσία που ήτανε όνειρο ιστορικό. Ξέραμε ότι αφήναμε τα όπλα που είχαμε αρπάξει από τον εχθρό και τα είχαμε τιμήσει. Έβλεπες παντού το βουβό κλάμα.

Όταν βλέπεις να κλαίει ένα παιδί, λες παιδί είναι και κλαίει. Αλλά να βλέπεις να κλαίνε γενειοφόροι αντάρτες με χαραγμένα πρόσωπα, αγρότες που είχαν περάσει τόσα για να φτάσουν ίσαμε εκεί, να τους βλέπεις να αφήνουν τα όπλα που ήτανε η καρδιά τους και το αίμα τους, αυτές είναι στιγμές που δεν λησμονιούνται.

* Στρατηγός Σκόμπι: επικεφαλής του εκστρατευτικού σώματος των Βρετανών που ήρθαν τον Οκτώβριο του 1944 στην Αθήνα.

** Προδότης, δωσίλογος από το όνομα του Vidkun Quisling, Νορβηγού συνταγματάρχη συνεργάτη των ναζί.

***Μήτσος Παρτσαλίδης : ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ.

Ολόκληρη η μαρτυρία του Λεωνίδα Κύρκου στο βιβλίο του Στέλιου Κούλογλου «Μαρτυρίες για τον εμφύλιο και την ελληνική αριστερά» (εκδόσεις "Εστία")

Πηγή : tvxs

Τα τζιτζίκια του Εμπειρίκου

«Μες στην καρδιά των Αθηνών, μες στην καρδιά του Θέρους…»  

Επιστρέφοντας στην πόλη, στην εκπνοή του Αυγούστου, ξαναβρίσκεις αυτούς που στέκονται αρωγοί κάθε χρόνο όλο και πιο πολύ στο αθηναϊκό καλοκαίρι και αντιμάχονται γενναία τους ήχους του, χτίζοντας με το βόμβο τους ένα αδιαπέραστο τείχος που υπερκαλύπτει τα πάντα:  τα Τζιτζίκια. Φέτος περισσότερο από ποτέ έμοιαζε ατέρμονος, λες και για πρώτη φορά ακουγόντουσαν τόσο πολύ και τόσο διαπεραστικά στο κέντρο της Αθήνας.   Όσο περνούν τα χρόνια και εκλείπουν τα παιδικά ή εφηβικά καλοκαίρια  που αποτελούσαν την αυτονόητη μουσική συνοδεία τους, όσο μεγαλώνεις και δεν σου παραδίνονται πια αμαχητί, αρχίζεις να τα προσέχεις και να τα εκτιμάς αλλιώς. Και όσο πιο βαρύ το αστικό καλοκαίρι είτε από ρύπανση, καύσωνες, άπνοια, υγρασία, είτε από δυσθυμία, θλίψη κι αποφορά, τόσο πιο αφοσιωμένα αυτά στην ευεργετική φωνασκία τους.  

Στην Πανεπιστημίου ασκούνται στη σκυταλοδρομία από δέντρο σε δέντρο, στην Αμαλίας συναγωνίζονται τις εξατμίσεις των τουριστικών λεωφορείων, στη Μεσογείων τα ανακαλύπτεις στις θαμνώδεις νησίδες σαν οάσεις στη μέση του οδοστρώματος, στη Συγγρού σε σποραδικά σημεία μόνο για μυημένους, στη Φιλελλήνων εντείνονται όσο προχωράς προς τη Ρώσικη εκκλησία, στην Πύλη του Αδριανού αν σταθείς, δεν ακούς τίποτα άλλο παρά την επίμονη βοή.  

Ας αφουγκραστούμε τα τζιτζίκια για όσο προλαβαίνουμε ακόμα, ας τα αποδεχτούμε σαν τους δικαιωματικούς εντολοδόχους του μυστικού πυρήνα της πόλης που καταλαμβάνουν ολοκληρωτικά...

Το τζιτζίκι είναι ένα σύμβολο πρόσφορο σε ποικίλες ερμηνείες, παραβολές και συμβολισμούς. Από τον συκοφαντημένο για τη ρέμπελη του φύση στον Αίσωπο τζίτζικα –αλλά και στον Λαφονταίν που μετέφερε υποδειγματικά τον αρχαίο μύθο σε ποίημα–, μέχρι το διάλογο του Πλάτωνα «Φαίδρο» και το μύθο του Σωκράτη με τα υπό την προστασία των Μουσών τζιτζίκια. Και από τον μύθο του Τιθωνού που τον μετέτρεψε ο Δίας σε έντομο, μετά από παράκληση της Ηούς, για να τον απαλλάξει από το μαρτύριο των γηρατειών, μέχρι τον Τζίτζικα μικρό θεό των Ανακρεόντειων λυρικών. Και από τον Ζακ Λακαριέρ που ιχνογραφώντας το ελληνικό καλοκαίρι δηλώνει πως ένας κόσμος χωρίς τζιτζίκια θα ήταν «μία Πυθία χωρίς χρησμούς» μέχρι τον Ελύτη όπου απαντώνται πολύ συχνά σαν μελωδικό συνακόλουθο της φυσιοκρατίας και της μεταφυσικής των αισθήσεών του.  

Πλήρως ηχομιμητική στη νέα ελληνική η ονομασία τους, ξεπερνά τόσο σε μουσικότητα, όσο και σε παραδειγματική μίμηση του ήχου τους, το αρχαιοελληνικό «τέττιξ» από όπου προέρχεται.  

Για το μονότονα επαναλαμβανόμενο τερέτισμά του, αποδεικνύεται ανακόλουθα πολυσήμαντο: Το διδακτικό-ηθικοπλαστικό τζιτζίκι, το τεμπέλικο τζιτζίκι, το τζιτζίκι-ακούραστος μουσικός, το αθάνατο τζιτζίκι, το καταδικασμένο σε αιώνια γηρατειά τζιτζίκι, το επαναστατικό τζιτζίκι σε αντιδιαστολή με τα άλλα εργατικά και υπάκουα στις άρτια οργανωμένες κοινωνίες των εντόμων, το ερωτικό τζιτζίκι και το τζιτζίκι υπόμνηση του χρόνου που περνά.

Η νεοελληνική ποίηση, από την άλλη, έχει να καυχηθεί για μία πανσπερμία ετερόκλητων τζιτζικιών. Ενδεικτικά:  

Από τα Ρω του Έρωτα του Ελύτη, τα διάσημα από τα σχολικά ανθολόγια που παραστέκουν στο βασιλιά Ήλιο:  

Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι γεια σας κι η ώρα η καλή Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει; κι ' όλ' αποκρίνονταν μαζί: -Ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει.  

Τα όχι και τόσο μοναχικά που κρύβουν το φόβο της ακινησίας του ελληνικού τοπίου της «Ρωμιοσύνης» του Ρίτσου:  

Ποιος θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς, παρέα με το τζιτζίκι μη σωπάσει το τζιτζίκι  

Τον κακόσημο τζίτζικα του Νίκου Καρούζου, δέσμιο της πλήξης της μονοσημαντότητάς του:  

Αυτός ο αγέρωχος μήνας Αύγουστος… Φρικώδης του μεγάλου θέρους αναφώνηση ο τέττιγας που γίνεται ελέφαντας κοινοτοπίας  

Τα παραδομένα στο θερινό αναβρασμό του Σικελιανού:  

Ανακοχλάαν στις ελιές μια βράση τα τζιτζίκια  

Από τα πιο γνωστά, αυτά στο φινάλε της Κίχλης του Σεφέρη,  που κλιμακώνονται μουσικά, τελεσίδικα, σημαίνοντας το ρολόι του χρόνου που σώνεται:  

γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά και το τιτίβισμα των πουλιών θ' αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά και νότο θ' αδειάσουν τα μάτια σου απ' το φως της μέρας πώς σταματούν τα ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια  

Τα αναρχικά  του Έκτορα Κακναβάτου που ενώ τελειώνει το καλοκαίρι είναι τα μόνα που δεν παραδίδονται:  

Εξόν τα τζιτζίκια που αντιστέκονταν Πέφτοντας στην πύλη του αυγούστου.  

Της Μάτσης Χατζηλαζάρου που αποτελούν προαπαιτούμενα για τη ζωή κι αυτά όπως και οι  αισθήσεις της:  

Πού 'ναι οι αχτίδες του ήλιου πάνω στα βλέφαρά μου, που 'ναι οι καημοί της σάρκας μου πάνω στην άμμο, πού 'ναι ο γκιώνης, τα τζιτζίκια, κι οι πέντε μου φωνές;  

Κι έρχεται η Δημουλά από το «Χαίρε ποτέ» να βάλει τα πράγματα σε τάξη και να αποκαταστήσει τη φήμη τους με ένα ποίημα «Υπέρ Ασωτείας»:  

Έξω απ' το χορό καλά τα λέει ο μύθος. Πώς αλλιώς να κάνουν τα τζιτζίκια. Δεν αποταμιεύεται η ένταση. Δεν θα' θελε κι αυτή να ζει περισσότερο; Όμως δεν αποταμιεύεται. Μια μέρα να τη φυλάξεις χαλάει.  

Τα τζιτζίκια της πόλης όμως που μας αφορούν και όσο περνούν οι μέρες θα φθίνουν, δεν είναι άλλα από εκείνα του Ανδρέα Εμπειρίκου στο υποβλητικό πεζό του ποίημα από την Οκτάνα «Εις την Οδόν των Φιλελλήνων».  

Λιγότερο γνωστά από τα πολυδιαφημισμένα εξωστρεφή και αθώα του Ελύτη και από τα πιο πεσιμιστικά, φορτωμένα με αβάσταχτους συμβολισμούς στα φτερά τους, του Πόρου του Σεφέρη, αυτά της Αθήνας του Εμπειρίκου, ίπτανται, με τη συνδρομή της αγέρωχης και χυμώδους του καθαρεύουσας, πάνω από την υγρασία, τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων και τον καύσωνα, σαν υπερρεαλιστικές νύξεις που διακόπτουν μία ολωσδιόλου αντι-ποιητική ατμόσφαιρα και σαν σημαίνοντα της σεξουαλικής απελευθέρωσης που οραματιζόταν η «Οκτάνα» του, η ουτοπική του πολιτεία, προπύργιο της φροϋδικής libido.  

«Μεσ’ την καρδιά των Αθηνών, μες στην καρδιά του θέρους»...  

Τον συνοδεύουν ένα μεσημέρι Ιουλίου στο κέντρο της Αθήνας, από τα δέντρα της πλατείας Συντάγματος, σε μία συναρπαστική διαδρομή στη Φιλελλήνων, «μέσ' στην καρδιά των Aθηνών, μέσ' στην καρδιά του θέρους»:    

«Mια μέρα που κατέβαινα στην οδόν των Φιλελλήνων, μαλάκωνε η άσφαλτος κάτω απ' τα πόδια και από τα δένδρα της πλατείας ηκούοντο τζιτζίκια, μέσ' στην καρδιά των Aθηνών, μέσ' στην καρδιά του θέρους.    

Παρά την υψηλήν θερμοκρασίαν, η κίνησις ήτο ζωηρά. Aίφνης μία κηδεία πέρασε. Oπίσω της ακολουθούσαν πέντε-έξη αυτοκίνητα με μελανειμονούσας, και ενώ στα αυτιά μου έφθαναν ριπαί πνιγμένων θρήνων, για μια στιγμή η κίνησις διεκόπη. Tότε, μερικοί από μας (άγνωστοι μεταξύ μας μέσ' στο πλήθος) με άγχος κοιταχθήκαμε στα μάτια, ο ένας του άλλου προσπαθώντας την σκέψι να μαντεύση. Έπειτα, διαμιάς, ως μία επέλασις πυκνών κυμάτων, η κίνησις εξηκολούθησε.  

Ήτο Iούλιος. Eις την οδόν διήρχοντο τα λεωφορεία, κατάμεστα από ιδρωμένον κόσμο ― από άνδρας λογής-λογής, κούρους λιγνούς και άρρενας βαρείς, μυστακοφόρους, από οικοκυράς χονδράς, ή σκελετώδεις, και από πολλάς νεάνιδας και μαθητρίας, εις των οποίων τους σφικτούς γλουτούς και τα σφύζοντα στήθη, πολλοί εκ των συνωθουμένων, ως ήτο φυσικόν, επάσχιζαν (όλοι φλεγόμενοι, όλοι στητοί ως Hρακλείς ροπαλοφόροι) να κάμουν με στόματα ανοικτά και μάτια ονειροπόλα, τας συνήθεις εις παρομοίους χώρους επαφάς, τας τόσον βαρυσημάντους και τελετουργικάς, άπαντες προσποιούμενοι ότι τυχαίως, ως εκ του συνωστισμού, εγίνοντο επί των σφαιρικών θελγήτρων των δεκτικών μαθητριών και κορασίδων αυταί αι σκόπιμοι και εκστατικοί μέσα εις τα οχήματα επαφαί - ψαύσεις, συνθλίψεις και προστρίψεις.  

Nαι, ήτο Iούλιος· και όχι μόνον η οδός των Φιλελλήνων, μα και η Nτάπια του Mεσολογγιού και ο Mαραθών και οι Φαλλοί της Δήλου επάλλοντο σφύζοντες στο φως, όπως στου Mεξικού τας αυχμηράς εκτάσεις πάλλονται ευθυτενείς οι κάκτοι της ερήμου, στην μυστηριακή σιγή που περιβάλλει τας πυραμίδας των Aζτέκων.  

Tο θερμόμετρον ανήρχετο συνεχώς. Δεν ήτο θάλπος, αλλά ζέστη - η ζέστη που την γεννά το κάθετο λιοπύρι. Kαι όμως, παρά τον καύσωνα και την γοργήν αναπνοήν των πνευστιώντων, παρά την διέλευσιν της νεκρικής πομπής προ ολίγου, κανείς διαβάτης δεν ησθάνετο βαρύς, ούτε εγώ, παρ' όλον ότι εφλέγετο ο δρόμος. Kάτι σαν τέττιξ ζωηρός μέσ' στην ψυχή μου, με ηνάγκαζε να προχωρώ, με βήμα ελαφρόν υψίσυχνον. Tα πάντα ήσαν τριγύρω μου εναργή, απτά και δια της οράσεως ακόμη, και όμως, συγχρόνως, σχεδόν εξαϋλούντο μέσα στον καύσωνα τα πάντα - οι άνθρωποι και τα κτίσματα - τόσον πολύ, που και η λύπη ακόμη ενίων τεθλιμμένων, λες και εξητμίζετο σχεδόν ολοσχερώς, υπό το ίσον φως.      (απόσπασμα)  

Είναι τα τζιτζίκια της νίκης που αυτή τη φορά λυγίζουν ακόμα και το θάνατο με το ακατάβλητο πείσμα τους. Όσο και αν η αναφορά σ’ αυτά είναι σύντομη, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία πως έχουν δώσει τον τόνο. Μέσα στη βαριά από τον καύσωνα Αθήνα, «αίφνης μία κηδεία» περνά, το άγχος –ο φόβος θανάτου–καταλαμβάνει μερικούς απ’ τους περαστικούς αλλά η κίνηση συνεχίζεται απτόητη… Οι «ριπαί πνιγμένων θρήνων» δεν φτάνουν για να καταλύσουν την απόλαυση του θέρους. Παρά το «κάθετο λιοπύρι», «παρά την διέλευσιν της νεκρικής πομπής», όλα μοιάζουν ανάλαφρα και «εναργή» για τον περαστικό, γιατί «κάτι σαν τέττιξ ζωηρός» μέσ' στην ψυχή του δεν τον γονατίζει. Υπάρχει μία κλιμακούμενη σεξουαλική ένταση στην ατμόσφαιρα που συναγωνίζεται αυτήν του φλεγόμενου από το κάμα αθηναϊκού τοπίου: Οι «Φαλλοί της Δήλου» πάλλονται στο φως, «ψαύσεις, συνθλίψεις και προστρίψεις» διαμείβονται στα λεωφορεία, με μέλη που θάλλουν,  με «σφικτούς γλουτούς και τα σφύζοντα στήθη» και «φλεγόμενοι», «στητοί ως Hρακλείς ροπαλοφόροι», οι συνωστισμένοι επιβάτες την πολλαπλασιάζουν.  

Το τι μπορεί να συνιστούν τα τζιτζίκια για τον Εμπειρίκο έχει γίνει φανερό και στην «Ενδοχώρα»:  

Με τα τζιτζίκια που αγάλλονται στη ζέστη Και προκαλούνε στύσεις στους πατέρες.  

Είναι τα τζιτζίκια της ηδονής, που ασκούνται στο πρελούδιο της εκστατικής ερωτικής κοινωνίας που ευαγγελίζεται η ποίησή του:  

Σαν προανάκρουσμα του επερχομένου θέρους Εκστατικές ξεσπούν οι συνηχήσεις Των δονουμένων τζιτζικιών.  

Το ασίγαστο τραγούδι τους υπερθεματίζει τη ζωή σε ένταση, την αξόδευτη καύλα που αιωρείται αμήχανη και ανοικονόμητη πάνω από την υγρή και βαριά ατμόσφαιρας της πόλης τα καλοκαίρια. Αυτή η ερμηνεία συμφωνεί και με την επιστημονική εξήγηση για το τραγούδι του τζιτζικιού: Το αρσενικό βγάζει αυτόν τον ήχο καλώντας το θηλυκό για να ζευγαρώσει και μετά το σμίξιμο πέφτει στο χώμα και πεθαίνει.  

Υπάρχει μία αυθαίρετη νοητή διαδρομή –δύσκολο να αντισταθεί κανείς στον πειρασμό να μην την αποδώσει σχηματικά– που ενώνει τους τρεις μεγάλους της γενιάς του ’30, μέσω των τζιτζικιών. Από το Βασιλιά Ήλιο του Ελύτη, με την ευοίωνη συνήχηση του ΖΕΙ και τη διατράνωση της παντοδυναμίας της ζωής μέχρι τα τζιτζίκια της Κίχλης και το ρολόι που σημαίνει το τέλος, με ενδιάμεσο σταθμό το έμπυρο μεσημέρι του Εμπειρίκου στην Οδό Φιλελλήνων: Από την παιδική ηλικία-αθωότητα στην ενηλικίωση-σεξουαλικότητα στην κορύφωσή της και από εκεί στον τελικό απολογισμό-γηρατειά-θάνατο.   «Μεσ’ την καρδιά των Αθηνών, μες στην καρδιά του θέρους», εν τω μέσω του βίου σαν να λέει, δηλαδή, ο Εμπειρίκος, έχοντας προσπεράσει προ πολλού την ενηλικίωση, μακριά από την ειδυλλιακή αλλά επίπεδη ευφορία των παιδικών χρόνων, στοχεύοντας τώρα πια στην απόλαυση, αλλά ατενίζοντας ακόμα από κάποια απόσταση το τέλος. Φυσικά και στην ουσία αλληλοδιαπλέκονται και εμπεριέχει το ένα το άλλο αλλά οι τρεις ποιητικοί σταθμοί τα φωτίζουν στην πιο λαμπρή τους στιγμή.  

Ας αφουγκραστούμε τα τζιτζίκια για όσο προλαβαίνουμε ακόμα, ας τα αποδεχτούμε σαν τους δικαιωματικούς εντολοδόχους του μυστικού πυρήνα της πόλης που καταλαμβάνουν ολοκληρωτικά. Αόρατα στο μάτι, όπως και η ποίηση της πόλης, και μόνο στο εξασκημένο αυτί αποκαλύπτουν το κλειδί για τον επαναληπτικό τους γρίφο και το νόημα της επιμονής τους.  

Ποτέ δεν είναι κάτι απλό το τραγούδι τους, όσο και αν έχουμε φτάσει να το θεωρούμε αυτονόητο και να το προσπερνάμε και ποιήματα σαν τα παραπάνω βοηθάνε σε αυτήν τη διαπίστωση. Σε κάθε στιγμή, σε κάθε παλίμψηστο τζι, μπορεί να κρύβεται από κάτω η αθωότητα, ο έρωτας, ο χρόνος και ο θάνατος. Το βέβαιο είναι πως μαζί με το τραγούδι τους που σβήνει το καλοκαίρι τελειώνει εδώ.    

Πηγή: lifo

Καλοκαίρι 1945: Όταν ο Καζαντζάκης κατέγραφε τις θηριωδίες των Γερμανών στην Κρήτη

Το καλοκαίρι του 1945 ο πρωθυπουργός Πέτρος Βούλγαρης συγκρότησε μια επιτροπή για να καταγράψει τις θηριωδίες των Γερμανών στα χωριά της Κρήτης. Την «Κεντρική Επιτροπή Διαπιστώσεως Ωμοτήτων εν Κρήτη» αποτελούσε ο Νίκος Καζαντζάκης, οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι Ιωάννης Κακριδής και Ιωάννης Καλιτσουνάκης καθώς και ο φωτογράφος Κωνσταντίνος Κουτουλάκης. Η καταγραφή ξεκίνησε στις 29 Ιουνίου και ολοκληρώθηκε στις 6 Αυγούστου 1945. Η επιτροπή επισκέφτηκε 76 πόλεις, χωριά και οικισμούς της Κρήτης και συναντήθηκε με χιλιάδες άντρες και γυναίκες κάθε ηλικίας.  Στην έκθεση την οποία συνέταξε γίνεται αναλυτική καταγραφή των εκτελέσεων και των καταστροφών σε κάθε χωριό. Ένα απόσπασμα από την έκθεση για το χωριό Βρύσες.  

Βρύσες: «… Το χωρίον εκυκλώθη και αυτό από βαθείας πρωίας. Οι Γερμανοί εισελθόντες διέταξαν γενικήν συγκέντρωσιν των κατοίκων. Εκ των νεωτέρων ανδρών εξετελέσθησαν 30, 8 δε ακόμη απεστάλησαν εις το Καρδάκι προς συμπλήρωσιν, μεταξύ των οποίων ο ιερεύς του χωρίου Συμεών Δρετουλάκης. Οι λοιποί εφυλακίσθησαν εις το Ρέθυμνον. Τα γυναικόπαιδα και οι γέροντες, δερόμενοι και προπηλακιζόμενοι ωδηγήθησαν εις το χ. Μέρωνας, οπόθεν διεσκορπίσθησαν εις άλλα γειτονικά χωρία. Η λεηλασία των Βρυσών διήρκεσεν 8 ημέρας. Μετά ταύτα κατεστράφησαν αι οικίαι των 77 εν όλω…»    

Η έκθεση της Κ.Ε.Δ.Ω.Κ δεν παραδόθηκε στο Υπουργείο Τύπου και το έργο της Επιτροπής για πολλά χρόνια έμεινε αναξιοποίητο. Η έκθεση θα εκδοθεί 38 χρόνια μετά, το 1983 από τον Δήμο Ηρακλείου και όχι από κρατικό φορέα όπως ίσως θα περιμέναμε.  

Ο Καζαντζάκης δεν αρκείται μόνο στην έκθεση που συντάσσει με τους Κακρίδη και Καλιτσουνάκη, αλλά θα γράψει και ένα δικό του κείμενο, ένα ύμνο προς του Κρητικούς. Το κείμενο θα παρουσιαστεί σε ομιλία του στον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών το Δεκέμβριο του 1945. Θα εκδοθεί το 1966 σε μια έκδοση του δήμου Ηρακλείου για την Μάχη της Κρήτης. Ένα απόσπασμα από την ραδιοφωνική του ομιλία που αναφέρεται στους Κρητικούς και μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση: «Τα περισσότερα χωριά στην Κρήτη χάθηκαν, οι περισσότεροι άντρες σκοτώθηκαν γιατί φιλοξενούσαν Άγγλους. Σ’ ‘ένα χωριό, τα Μεσκλά, είδα μια μάνα που της είχαν σκοτώσει τους δυο γιούς της γιατί είχε σπίτι της κι έκρυβε 9 μήνες δυο Άγγλους στρατιώτες. Το μαθαν αυτό οι Γερμανοί κι ήρθαν, της έκαψαν το σπίτι, της σκότωσαν τους γιούς της, και τώρα στέκονταν απόξω από τα χαλάσματα λιγνή, χαροκαμένη, με τα μάτια όλο φλόγα και μου μιλούσε. -Το ίδιο βράδυ που σκότωσαν τους γιούς μου πέρασαν νύχτα βαθειά δυο Εγγλέζοι που τους κυνηγούσαν οι σκύλοι οι Γερμανοί. Κάπνιζε ακόμα το σπίτι μου, μα εγώ είχα τρυπώξει σε μια γωνιά και έκλαιγα. Με άκουσαν οι Εγγλέζοι, ζύγωσαν. Ψωμί, μου φώναξαν, ψωμί! Οι χωριανοί μού είχαν δώσει μια κουλούρα κριθαρόψωμο μα εγώ δεν είχα όρεξη να φάω, δεν κατέβαινε η μπουκιά από το λαιμό μου. Τους έδωκα το ψωμί. Κρύωναν, τους έδωκα και μια κουβέρτα που μου είχαν δώσει, βγήκα από τη γωνιά, τους έβαλα να κοιμηθούν. -Γιατί τάκαμες όλα αυτά; ρώτησα. Οι Εγγλέζοι δε φταίγαν που σκότωσαν τους γιούς σου; -Τόκανα, αποκρίθηκε, γιατί είχαν κι αυτοί μανάδες, κατέχω ήντα θα πει πόνος της μάνας. Ανθρωπιά μεγάλη είναι τούτη, η μεγάλη ψυχή νικάει τον πόνο τον ατομικό και τον πιο φοβερό. Άκουγα τη γριά και τα μάτια μου βούρκωναν.»    

Σ’ ‘ένα χωριό, τα Μεσκλά, είδα μια μάνα που της είχαν σκοτώσει τους δυο γιούς της γιατί είχε σπίτι της κι έκρυβε 9 μήνες δυο Άγγλους στρατιώτες. Το μαθαν αυτό οι Γερμανοί κι ήρθαν, της έκαψαν το σπίτι, της σκότωσαν τους γιούς της, και τώρα στέκονταν απόξω από τα χαλάσματα λιγνή, χαροκαμένη, με τα μάτια όλο φλόγα και μου μιλούσε.  

Τα Μεσκλά σήμερα  

Τα Μεσκλά βρίσκονται σε υψόμετρο 200μ. στο νομό Χανίων, 20χλ ΝΔ της πόλης των Χανίων. Διοικητικά ανήκουν στο Δήμο Μουσούρων και σύμφωνα με την καταγραφή του 2001 ο πληθυσμός ήταν 406 κάτοικοι. Έψαξα την τελευταία είδηση που αφορά το χωριό με αφορμή το απόσπασμα. Είναι η παρακάτω από τον Ριζοσπάστη. Δημοσιεύτηκε πριν 5 ημέρες: Χωρίς γιατρό έχουν μείνει εδώ και δύο μήνες οι κάτοικοι στα Μεσκλά και τα γύρω ορεινά χωριά, όπως καταγγέλλει ο Αγροτικός Σύλλογος Μεσκλών. Οι χωριανοί αναγκάζονται να κατεβαίνουν στα Χανιά και να πληρώνουν 10 ευρώ, συν τα έξοδα μετακίνησης, κάθε μήνα για να γράφουν τα απαραίτητα γι' αυτούς φάρμακα. «Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί και απαιτούμε από τις αρμόδιες αρχές να πάρουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να υπάρχει γιατρός στο χωριό, σημειώνει ο Αγροτικός Σύλλογος.