ενημέρωση 2:06, 17 May, 2026

Ποιοι στο ΠΑΣΟΚ δεν ήθελαν το ΕΣΥ;

Σαράντα χρόνια μετά την 3η Σεπτέμβρη του 1974, η ίδρυση του ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να επηρεάζει την πολιτική κουλτούρα και την πορεία της χώρας. Στα δημοσιεύματα από το αποκαλυπτικό του βιβλίο «Η ΑΛΛΑΓΗ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΝΩΡΙΣ» (Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ) που δημοσιεύσαμε τις προηγούμενες ημέρες, ο στενός συνεργάτης του Αντρέα Παπανδρέου Παρασκευάς Αυγερινός, περιέγραφε μια από τις σοβαρότερες καταθλιπτικές κρίσεις του αλλά και το πως η «αυλή» του Παπανδρέου υπονόμευε την οργάνωση του ΠΑΣΟΚ. Ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του κόμματος ωστόσο ήταν η ίδρυση του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Όπως περιγράφει ο Αυγερινός, βέβαια, το ΕΣΥ πολεμήθηκε πολύ, πριν εφαρμοστεί. 

«Η εφαρμογή ενός συστήματος υγείας, πολύ περισσότερο ενός Εθνικού συστήματος υγείας, συγκρούεται αναπόφευκτα με εγκατεστημένα συμφέροντα που αποτρέπουν, ή παρακωλύουν, ή και εκτρέπουν ριζικές και ριζοσπαστικές παρεμβάσεις. Πάντα έτσι συμβαίνει, οι αλλαγές ενοχλούν και τρομάζουν, και όσο περισσότερο νεοτερικός και ανθρωποκεντρικός είναι ο νόμος που προτείνεται τόσο εντονότερες θα είναι οι αντιδράσεις. Επόμενο ήταν λοιπόν κάθε προσπάθεια για εθνικό σύστημα υγείας να είναι δύσκολη», αναφέρει ο Αυγερινός.

 
Η καθυστέρηση, όμως, της ίδρυσης ενός συστήματος υγείας στην χώρα δημιούργησε «μεγάλο κοινωνικό έλλειμμα. Τα κύρια χαρακτηριστικά της κατάστασης ήταν η εμπορευματοποίηση της υγείας και η κυριαρχία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, ενώ μεγάλο πρόβλημα παρέμενε η άνιση κατανομή των υπηρεσιών υγείας που ευνοούσε το κέντρο σε βάρος της περιφέρειας, τους ισχυρούς σε βάρος των αδυνάτων. Όλα αυτά και ιδιαίτερα η χαμηλή αποδοτικότητα του συστήματος και η στασιμότητα στην εξέλιξη των υπηρεσιών, οδήγησαν τον πολίτη στην αμφισβήτηση και την απόρριψη των αξιών του χώρου της υγείας, του γιατρού, του νοσοκομείου, του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος, η οποία εκδηλώθηκε με τη μορφή μαζικής μετανάστευσης των ασθενών στο εξωτερικό, μοναδικό φαινόμενο στην Ευρώπη. Η κατάσταση το 1981 ήταν απαράδεκτη. Μόνον εκείνη τη χρονιά ο αριθμός των νοσηλευθέντων σε ξένες χώρες με δαπάνες του δημοσίου και των μεγαλύτερων ασφαλιστικών οργανισμών ανήλθε στους 3.555 έναντι 476 το 1974, αύξηση 650%. Ο αριθμός όμως όσων κατέφυγαν στο εξωτερικό για νοσηλεία φτάνει τους 30.000. [...] Στη Μόσχα καραβάνια καθημερινά οι Έλληνες. Πρώτοι από τους ξένους οι Έλληνες, δεύτεροι οι Μογγόλοι και τρίτοι οι Σύριοι».
 
Μια προσπάθεια σύστασης ενός Συστήματος Υγείας ήταν από τον υπουργό Σπύρο Δοξιάδη το 1980. Όμως τότε πολεμήθηκε πολύ από τον τομέα Υγείας της Νέας Δημοκρατίας – το κυβερνών τότε κόμμα. Η επόμενη προσπάθεια έγινε επί υπουργίας Αυγερινού το 1981-83. Τότε δέχθηκε τα πυρά τόσο της ΝΔ ως αντιπολίτευσης αλλά πολεμήθηκα και από «τους Ιατρικούς Συλλόγους, τα οργανωμένα συμφέροντα, πολλούς βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και το περιβάλλον του Πρωθυπουργού, με στήριζε όμως το κόμμα». Περιγράφει επ’ αυτού ο Π. Αυγερινός:
 
«Τον Νοέμβρη του ’82, το σχέδιο νόμου για το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) είχε ολοκληρωθεί και δόθηκε στους βουλευτές και τους ενδιαφερόμενους φορείς προκειμένου να εκφράσουν τις απόψεις τους.
 
Μόνη και αναγκαία λύση στο αδιέξοδο εκείνης της εποχής ήταν η άμεση και ριζική αλλαγή των θεσμών στην παροχή των υπηρεσιών υγείας, αφού το πρόβλημα ήταν κύρια θεσμικό. Η δημιουργία εθνικού συστήματος για την υγεία αποτελούσε ιστορική και πολιτική ανάγκη και, βέβαια, δεν είχα αυταπάτες, γνώριζα ότι το μέγεθος της επιτυχίας του θα εξαρτιόταν από την προσαρμοστική του ικανότητα. Τα χαρακτηριστικά του συστήματος όριζαν η αποκέντρωση, ο ενιαίος φορέας, η ανάπτυξη της πρωτοβάθμιας περίθαλψης και ο θεσμός του γιατρού πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.
 
[...] Με την έναρξη του καινούργιου χρόνου1983 άρχισαν, όχι μόνο να πυκνώνουν οι αντιδράσεις, αλλά και να αποκτούν δυναμικό χαρακτήρα. Είχε περάσει αρκετός χρόνος από τον Οκτώβρη του ’81 και είχαν οργανωθεί οι αντιστάσεις, αντιστάσεις που είχαν περάσει τις απόψεις τους σε βουλευτές, σε πολλά κυβερνητικά στελέχη, μέχρι την κορυφή. Είχαν καταφέρει να στελεχώσουν ακόμη και το γραφείο του πρωθυπουργού με «ειδικά εντεταλμένους» συμβούλους αρνητικά τοποθετημένους σε κάθε αλλαγή στο χώρο της υγείας.
 
Το θέμα όμως ήταν γενικότερο. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στις μεταρρυθμιστικές της προσπάθειες βρέθηκε αντιμέτωπη με τις αντιστάσεις του κοινωνικού συντηρητισμού που είχε επηρεάσει πολλά στελέχη του επίσημου-κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ. Οργανωμένες ομάδες αντιστέκονταν στη δημιουργία εθνικού συστήματος για την υγεία. Οι αντιδράσεις στη μεταρρύθμιση του συστήματος προβάλλονταν, όπως και στην προσπάθεια Δοξιάδη, από τους λειτουργούς του συστήματος και κυρίως από τον ιατρικό κόσμο, με τα συνηθισμένα επιχειρήματα, ότι παραβιάζεται η αρχή της ισότητας και υποβαθμίζεται η ποιότητα παροχής υπηρεσιών υγείας, καθώς και από το οικονομικό-ασφαλιστικό σύμπλεγμα, το οποίο υποστήριζε ότι παραβιάζεται το ελεύθερο της παροχής υπηρεσιών των ασφαλιστικών οργανισμών.
 
Οι αντιδράσεις στον θεσμικό τομέα αναφέρονταν: α) στον κοινωνικό έλεγχο, β) στο θεσμό του γιατρού πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, γ) στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και δ) στον ενιαίο φορέα υγείας. Στο λειτουργικό μέρος έλεγαν τα ίδια στερεότυπα, πού θα βρείτε τα λεφτά, είναι νωρίς για τέτοια ανοίγματα, θα φύγουν οι καλοί γιατροί, θα υποβαθμιστεί η ιατρική κ.ά. Τα ίδια μ’ αυτά που έλεγαν οι Νεοδημοκράτες γιατροί στον Σπύρο Δοξιάδη».
 
«Οι σχέσεις μου με το γραφείο του Πρωθυπουργού δεν ήταν από την αρχή καλές. Δεν είχαν περάσει δυο μήνες στην κυβέρνηση, στις 3 Γενάρη 1982, και προέκυψε το πρώτο κρίσιμο θέμα παραμονής μου, όταν πληροφορήθηκα ότι με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών Μένιου Κουτσόγιωργα καταργούνται οι θέσεις των διευθυντών στο δημόσιο. Αυτό σήμαινε ότι έφευγαν όλοι οι διευθυντές κλινικών των νοσοκομείων, ότι δεν θα λειτουργήσουν τα νοσοκομεία. Στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων δήλωσα ότι αυτό δεν μπορεί να αφορά τα νοσοκομεία και θα ζητήσω αμέσως να μην ισχύσει αυτή η απόφαση για το χώρο της υγείας. Όταν ανακοινώθηκε η δήλωσή μου ο Μένιος, χωρίς να επικοινωνήσει μαζί μου, με κατήγγειλε στον Πρωθυπουργό ως διασπαστή της κυβερνητικής συνοχής. [...]
 
Σκέπτομαι τώρα πόσο φουριόζικο ήταν το ξεκίνημά μας και πόσο γρήγορα μας κούρασε. Σταματήσαμε νωρίς, σταματήσαμε όταν δεν έπρεπε, γιατί προχωρούσαμε απρογραμμάτιστα. Το ενδιαφέρον μας άρχισε να προσανατολίζεται στη διατήρηση της εξουσίας κι αυτό μας υποχρέωνε σε κάθε μας βήμα να υπολογίζουμε το πολιτικό κόστος, να υποχωρούμε και να εγκαταλείπουμε τις προγραμματικές μας εξαγγελίες. Ο Μένιος Κουτσόγιωργας αποφάσισε, πριν συζητηθεί το θέμα στο Υπουργικό Συμβούλιο, πριν καν επικοινωνήσει με τους συναρμόδιους Υπουργούς και χωρίς να μελετηθούν οι συνέπειες της κατάργησης των θέσεων διευθυντών, να το ανακοινώσει μόνος. [...] Τελικά η απόφαση για τους γιατρούς δεν ίσχυσε, δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά άλλωστε. Με την κατάργηση όμως των Γενικών Διευθυντών πολιτικοποιήσαμε τη Δημόσια Διοίκηση. Ήταν λάθος».
 
«Στις 14 Φεβρουαρίου 1983 ζήτησε ο Πρόεδρος να τον ενημερώσω για το νομοσχέδιο της υγείας. Η συζήτηση ήταν σύντομη. Δεν νομίζω πως έδειχνε πολύ ενδιαφέρον, οι ερωτήσεις του ελάχιστες, δε μου έλεγε τι τελικά θέλει. Όταν τελειώσαμε η απάντησή του το έδειξε, «θα το ξανασυζητήσουμε», που σήμαινε δεν τελειώσαμε. Λίγο-πολύ καταλάβαινα τι εννοούσε, το κλίμα στις σχέσεις μας είχε αλλάξει. Γνώριζα ότι δέχεται καταγγελίες από πολλούς και ιδιαίτερα από το στενό του περιβάλλον, τους συμβούλους του, για το νόμο και για μένα προσωπικά. Οι πιέσεις που δεχόταν ήταν συνεχείς, του ζητούσαν να μην κατατεθεί στη Βουλή το νομοσχέδιο που ετοίμασε το Υπουργείο για την υγεία και βέβαια να αλλάξει τον Υπουργό. Έβλεπα και τη συμπεριφορά των βουλευτών, δε δέχονταν εξωκοινοβουλευτικούς Υπουργούς. Δε μου μένει αμφιβολία ότι ο Πρόεδρος ήταν σ’ αυτή τη λογική, ότι είχε αποδεχτεί τα αιτήματα του περιβάλλοντός του.
 
[... Τον Απρίλιο του 1983] στο Καστρί την ώρα που έφευγα, στις σκάλες, μου είπε, «δεν είναι κατάλληλη εποχή για το ΕΣΥ τώρα, άστο ας καθυστερήσει λίγο». Του ψέλλισα ότι «το περιμένει ο κόσμος, το υποσχεθήκαμε, θα είμαστε αναξιόπιστοι, αν δε γίνει τώρα πότε θα γίνει;» Γύρισε οργισμένος και μου είπε «εγώ θα ορίσω τι θα γίνει». Δεν πίστευα στ’ αφτιά μου. Είναι δυνατόν ο Αντρέας που από την 3η του Σεπτέμβρη ’74 και από τις προεκλογικές εξαγγελίες συνεχώς επαναλάμβανε ότι η υγεία θα είναι η πρώτη προτεραιότητα της κυβερνητικής του πολιτικής, να λέει, ή μάλλον να τον έχουν πείσει, ν’ αφήσουμε γι’ αργότερα το νόμο για την υγεία;». 
 
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο Ανδρέας παγιδεύτηκε σε επιχειρηματολογίες του τύπου «οι γιατροί, οι πανεπιστημιακοί, οι φαρμακοποιοί και οι φαρμακοβιομήχανοι θα εγκαταλείψουν το ΠΑΣΟΚ», όπως μου έλεγε κορυφαίος Υπουργός μας «μ’ αυτά που κάνεις θα χάσουμε τους γιατρούς».Επικοινώνησα με το δημοσιογράφο στο «ΒΗΜΑ» και του είπα να γράψει ότι το Υπουργείο του δήλωσε πως το Ν/Σ θα ψηφιστεί όπως είναι, χωρίς ακρωτηριασμούς. Οι συνεργάτες μου δε συμφωνούσαν, μου είπαν ότι αυτό σημαίνει σύγκρουση και δε χρειάζεται να την προκαλέσω εγώ τώρα. Δεν τους άκουσα γιατί ήμουν βέβαιος ότι αυτά δεν τα έδινε ο Ανδρέας, ήταν πρωτοβουλίες του περιβάλλοντός του που λειτουργούσε χωρίς να τον ενημερώνει. [...]Πριν φύγει για τη Γαλλία ο Πρόεδρος, στη συνεδρίαση του Ε.Γ. στο Καστρί, μου είπε «..όταν γυρίσω θα σε ειδοποιήσω με το Λιβάνη, πρέπει να συζητήσουμε». Δε με κάλεσε. Τότε, στο Καστρί, μου είπε η Βάσω ότι διαδίδεται πως εκβιάζω τον Πρωθυπουργό με απεργία γιατρών..!! Είναι τρομερό, μέχρι τώρα ήταν κακοί, τώρα γίνονται και άθλιοι».
 
«Αυτός ο μηχανισμός των μυστικοσυμβούλων μπορεί και παρεμβαίνει στη λήψη των αποφάσεων. Ιστορικά το συναντάμε αυτό το παρεμβατικό πρότυπο να παραμένει και να παρεμβαίνει οσάκις επιχειρήθηκε να δρομολογηθούν μεταρρυθμιστικές αλλαγές. Λειτουργούν και στοχεύουν σε δικές τους επιλογές, ή είναι εκφραστές συμφερόντων. Καταφέρνουν να χωθούν στα γραφεία Πρωθυπουργών και Υπουργών και φτάνουν να μπορούν να επηρεάζουν αποφάσεις».
 
«Στις 10 Αυγούστου πρωί-πρωί μου τηλεφώνησε ο Αντώνης Λιβάνης «..όλη τη νύχτα Παρασκευά είχαμε φασαρίες, υπήρξε μεγάλο θέμα, δεν το υπέγραφε ο Υπουργός Οικονομικών Δημήτρης Κουλουριάνος». Πρώτη φορά άκουγα για τις αντιδράσεις του Κουλουριάνου. Το μεσημέρι στις 12:15ϳ κατατέθηκε στη Βουλή και το απόγευμα με κάλεσε ο Πρόεδρος στο Καστρί να το ανακοινώσουμε μαζί. Είμαστε στον κήπο, βαδίσαμε λίγο και χωρίς να με κοιτάζει, με διαφορετικό τόνο φωνής μου είπε, «..δεν το υπέγραφε, έμεινα ξενύχτης, είχα αποφασίσει να φύγει, το πρωί θα άλλαζα Υπουργό. Μήπως κάναμε και τίποτα άλλο; Έπρεπε να τελειώνουμε, είναι το μεγαλύτερο νομοσχέδιο που φτιάξαμε, δεν ξέρω αν θα κάνουμε κάτι μεγαλύτερο». Δεν πίστευα αυτά που άκουγα, μου έδινε την εντύπωση ότι ήταν ειλικρινής, ήταν ο Ανδρέας που γνώριζα, ο ίδιος ο Ανδρέας και όχι κάποιος από τους αντ’ αυτού. Είχαν βέβαια σιγήσει εδώ και λίγες μέρες οι σύμβουλοί του, με είχαν αφήσει ήσυχο. Μεγάλη μέρα, θα ’θελα να τα ξεχάσω όλα».
 
«Το ΕΣΥ έγινε νόμος του κράτους και, για μεγάλο μέρος του λαού θεωρήθηκε σύμβολο της αλλαγής. Το ζητούσε ο κόσμος, δεν το ήθελαν όμως τα πολλά και μεγάλα διαμορφωμένα συμφέροντα στο χώρο της υγείας, τα οποία επηρέασαν τον πολιτικό φορέα που το επαγγέλθηκε με αποτέλεσμα να το αρνηθεί. Είχαν καταφέρει να κάνουν πολέμιους του ΕΣΥ το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ και αρκετούς βουλευτές του».
 
«Μετά την ψήφιση του ΕΣΥ τελειώνει και η δικιά μου παρουσία στο Υπουργείο. Και πολύ κράτησε, το περίμενα μέρα με τη μέρα. Έπρεπε να αναλάβει άλλος την εφαρμογή του νόμου, δεν ήμουν εγώ πια Υπουργός της εμπιστοσύνης του Πρωθυπουργού. Κι αυτό ήταν το σωστό, με το κλίμα που είχε δημιουργηθεί δεν έπρεπε να μείνω. Βιάστηκα, για όσο θα ’μενα ακόμη, να ζητήσω από τα νοσοκομεία της επαρχίας τους νέους κανονισμούς λειτουργίας τους για να προκηρυχθούν οι θέσεις ιατρικού προσωπικού. Θεωρούσα ότι έπρεπε να συμπληρωθούν πρώτα τα επαρχιακά νοσοκομεία, η Αθήνα έπρεπε να μείνει ανοιχτή, θα ακολουθούσε μετά. Αυτό ξεσήκωσε τους γιατρούς της Αθήνας και δυστυχώς τους νέους γιατρούς, που ήθελαν να μείνουν όλοι στη Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, κηρύσσοντας απεργία. Αυτό ευκόλυνε τον Πρωθυπουργό να απαλλαγεί από μένα, ήταν και η αφορμή που έπρεπε να υπάρξει για να φύγω και στις 16 Γενάρη του ’84 το μεσημέρι, στις 2:00΄, ο Μιχάλης Ζιάγκας μου έφερε το γράμμα της απόλυσης, αντικατάσταση την ονόμαζε. Ανακουφίστηκα, τόσους μήνες την περίμενα. Έβγαλα τη θηλιά από το λαιμό μου, ήταν η πιο καλή μέρα της πολιτικής μου ζωής».

Πηγή : tvxs

Πώς να ξεχωρίζετε τις ρέπλικες από τις αυθεντικές τσάντες

Τα 5 μυστικά για το πώς θα ξεχωρίσετε μια αυθεντική designer bag από την απομίμηση.
 
Πόσο συχνά ψάχνουμε στο ίντερνετ για designer bags σε τιμή ευκαιρίας; Πόσο συχνά αναζητούμε online την τσάντα των ονείρων μας σε τιμή πολύ πιο χαμηλή από ότι θα τη βρούμε στο κατάστημα;
 
Οι online αγορές όμως, κρύβουν κινδύνους. Ένας από αυτούς είναι να καταλήξουμε να αγοράζουμε τσάντα-ρεπλίκα και το χειρότερο, χωρίς να το πάρουμε είδηση.
 
Η Ελίζαμπεθ Μπερνστάιν, διευθύντρια του Portero.com (ένα σάιτ που πουλάει αυθεντικά κομμάτια), δίνει 5 συμβουλές για το πώς πρέπει να κάνουμε μια σωστή αγορά καθώς και τα κόλπα για τον εντοπισμό των προϊόντων απομίμησης.
 
1) Πώς ξεχωρίζει το αληθινό από το ψεύτικο

«Έχουμε μία ατελείωτη λίστα με τα σημεία που πρέπει να ελέγχονται ανάλογα με τη μάρκα και το σχέδιο. Στην αγορά κυκλοφορούν και απομιμήσεις με τόσο προσεγμένες λεπτομέρειες που μας υποχρεώνουν να επικεντρωθούμε στην ποιότητα του υλικού, ως σύνολο. Ακόμα και αν μια τσάντα έχει τη σωστή μάρκα φερμουάρ, το σωστό κωδικό ημερομηνίας ή ολόγραμμα, και φαίνεται να έχει όλες τις πρέπουσες λεπτομέρειες, η ποιότητα είναι πάντα το ζητούμενο. Τα είδη πολυτελείας είναι εύκολο να αντιγραφούν από άποψη λεπτομέρειας, αλλά οπωσδήποτε όχι από άποψη ποιότητας. Οι πλαστογράφοι δεν θα ήταν πλαστογράφοι αν ήταν σε θέση να παράγουν την ίδια ποιότητα όπως ένας οίκος, σωστά;»
 
2) Τα 4 σημεία που πρέπει να προσέχουμε
 
1. Είναι το υλικό πραγματικό δέρμα ή πλαστικό που μοιάζει με δέρμα; Το δέρμα μυρίζει όντως σαν δέρμα; 

2. Εάν οι λεπτομέρειες της τσάντας θα πρέπει να είναι επενδυμένες σε χρυσό, είναι όντως από χρυσό; 

3. Εάν η τσάντα πρέπει να είναι ραμμένη στο χέρι, μήπως φαίνεται σαν να την έχει ράψει μηχανή; Τα υλικά που είναι ραμμένα στο χέρι δεν είναι πάντα το ίδιου μεγέθους ούτε σε τέλεια σχήματα, αλλά σίγουρα διαρκούν περισσότερο.

4. Το φερμουάρ της τσάντας τραβιέται με ευκολία ή μήπως κολλάει σε κάποιο σημείο;
 
3) Ποιες είναι οι συνηθέστερες απομιμήσεις;

«Οι απομιμήσεις των Louis Vuitton πωλούνται σε τεράστιες ποσότητες. Είναι εύκολο να αναπαραχθούν, αφού έχουν κυρίως μονόγραμμα σε καμβά και μικρές δερμάτινες λεπτομέρειες. Οι Hermès έχουν επίσης αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Ενδέχεται να τις δείτε να αναπαράγονται  μόνο ως προς το στιλ της Birkin ή της Kelly, ή να αντιγραφούν με ακρίβεια ως προς τις στάμπες, τα φερμουάρ και κάθε μικρή λεπτομέρεια».
 
4) Πώς μπορείτε να διαχωρίσετε online το αυθεντικό από την απομίμηση
 
«Οι αγορές online είναι πάντα πιο δύσκολες. Υπάρχουν πολλά eshops εκεί έξω, που ενώ διαφημίζουν την αυθεντικότητα των προϊόντων τους, καταλήγουν να πωλούν απομιμήσεις. Ο ασφαλέστερος τρόπος για να ψωνίσεις on-line, είναι να αγοράζεις από γνωστές και αξιόπιστες επιχειρήσεις που αναγνωρίζονται από τη βιομηχανία για την άριστη ποιότητά και αυθεντικότητα των προϊόντων τους».
 
5) Ποιες είναι οι επιλογές σας εάν έχετε λάβει μια τσάντα-απομίμηση παρά την «εγγυημένη αυθεντικότητα» της;

«Πρώτον, θα πρέπει να είστε σε θέση να αποδείξετε ότι η τσάντα είναι ψεύτικη. Ο καλύτερος τρόπος να γίνει αυτό είναι να τη στείλετε πίσω στην μπουτίκ και να τους ζητήσετε να σας την επιδιορθώσουν. Αυτό μπορεί να πάρει κάποιο χρόνο και να σας κοστίσει 40 -150 ευρώ, αλλά αν είναι πλαστή θα ειδοποιηθείτε πως η επιδιόρθωση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί. Η εταιρία  δεν μπορεί να επισκευάσει ένα στοιχείο που δεν έχει παραχθεί από αυτήν.
 
Με αυτό τον τρόπο θα έχετε και γραπτώς από το εκάστοτε brand ότι το αντικείμενο σας δεν είναι αυθεντικό. 

Κάθε ιστοσελίδα που πουλάει ρεπλίκες ενώ έχει εγγύηση αυθεντικότητας, θα πρέπει να επιστρέψει στον πελάτη την αξία. Οπότε και πάλι, τονίζω ότι θα είναι καλύτερο να εμπιστεύεστε τις παλαιότερες εταιρείες στον κλάδο αυτό, επειδή οι διαδικασίες τους είναι πιο εγγυημένες».
 
Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι πλαστογράφοι παράγουν τα εμπορεύματά τους σε παράνομα εργοστάσια, εκμεταλλευόμενοι τα παιδικά εργατικά χέρια που υποχρεώνονται να εργάζονται κάτω από ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας και με πενιχρό ημερομίσθιο.
 
Για αυτό, πρέπει να πονηρευτούμε και να αντισταθούμε σε εκείνη τη φανταστική καινούρια Celine που πωλείται στο 80-90% της αρχικής της τιμής. Πολύ καλή τιμή, για να είναι αληθινή.
 
 
 

Η επιστροφή του Αντρέι Κοντσαλόφσκι

 
Βενετία, Αποστολή

Ευχάριστη έκπληξη εφέτος στη Μόστρα η εμφάνιση μετά από πολλά χρόνια απουσίας του ρώσου κινηματογραφικού δημιουργού Αντρέι Κοντσαλόφσκι. Ο δημιουργός της «Σιβηριάδας», των «Εραστών της Μαρίας» και του «Τρένου της μεγάλης φυγής» παρουσιάζει την 41η ταινία του με τίτλο «Οι λευκές νύχτες του ταχυδρόμου» που είναι γυρισμένη εξ ολοκλήρου στον ρωσικό Βορρά και με ερασιτέχνες ηθοποιούς στους ρόλους. Η ταινία αφηγείται την ιστορία του Αλεξέι, ενός ταχυδρόμου ο οποίος είναι ο μοναδικός σύνδεσμός των κατοίκων ενός απομονωμένου χωριού με τον υπόλοιπο κόσμο. Η ανατροπή θα γίνει όταν η γυναίκα με την οποία είναι ερωτευμένος αποφασίζει να εγκαταλείψει το χωριό και να φύγει για τη μεγαλούπολη. Αυτό που θα ακολουθήσει είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας του Αλεξέι, μέσα από το οποίο ο Κοντσαλόφσκι υμνεί την πολυτιμότητα του πάτριου εδάφους.

Ο Αντρέι Κοντσαλόφσκι συνέλαβε την ιδέα της ταινίας διαβάζοντας στο Διαδίκτυο ένα άρθρο για την περίπτωση ενός ταχυδρόμου της ρωσικής υπαίθρου. Η στατιστική που εμφανιζόταν στο ίδιο άρθρο ήταν πραγματικά εντυπωσιακή γιατί έλεγε ότι τα τελευταία πέντε χρόνια τα χωριά της Ρωσίας έχουν μειωθεί από 51.000 σε 34.000. Σε πολλά από αυτά τα χωριά οι κάτοικοι δεν υπερβαίνουν τους 10 και αυτοί οι άνθρωποι έχουν πραγματικό πρόβλημα επικοινωνίας με τον υπόλοιπο κόσμο αφού οι δρόμοι βρίσκονται σε άθλια κατάσταση και η πρόσβαση σε υπηρεσίες άμεσης ανάγκης, όπως για παράδειγμα τα νοσοκομεία, είναι εξαιρετικά δύσκολη.
 
«Σε πολλές περιπτώσεις ο ταχυδρόμος είναι στην κυριολεξία ο μόνος κρατικός  εκπρόσωπος σε αυτά  τα χωριά» είπε ο σκηνοθέτης, επισημαίνοντας τον πολλαπλό ρόλο του. «Δεν μεταφέρει μόνο αλληλογραφία και συντάξεις αλλά φαγητό, φάρμακα, εργαλεία και πετρέλαιο. Και όλα αυτά δεν βρίσκονται στις αρμοδιότητές του αλλά γίνονται επειδή έχει τη διάθεση να βοηθήσει τους συνανθρώπους του».
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κοντσαλόφσκι συνεργάζεται με ερασιτέχνες ηθοποιούς, κάτι που έκανε για να παραμείνει πιστός στην ντοκιμαντερίστικη δομή του σεναρίου (η «Ιστορία της Αζια», το «Σπίτι των τρελών» και το «Kurochka Ryaba» είναι ταινίες στις οποίες δεν εμφανίζονται γνωστοί ηθοποιοί). Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη η έρευνα και μόνο για τον κατάλληλο ταχυδρόμο που παίζει στην ταινία διήρκεσε οκτώ μήνες. Το όνομά του, Αλεξέι Τριαπίτσκιν.
 
Ολη η ταινία γυρίστηκε στον Βορρά στην περιοχή Αρκχανγελσκ, όπου βρίσκεται η μεγάλης έκτασης λίμνη Κενοζέρο και ένα τεράστιο εθνικό πάρκο. Η λίμνη είναι περικυκλωμένη από πολλά χωριουδάκια και η απόσταση του ενός από το άλλο είναι εξίσου μεγάλη. Η ομορφιά της ρωσικής φύσης στη συγκεκριμένη περιοχή δεν έπαιξε ρόλο ώστε να γίνουν εκεί τα γυρίσματα. Απλώς ο ταχυδρόμος βρέθηκε εκεί, επομένως ο δικός του χώρος θα γινόταν ο χώρος και της ταινίας. Οι μόνοι επαγγελματίες ηθοποιοί της ταινίας είναι η Ιρίνα Ερμόλοβα και ο Τιμούρ Μπονταρένκο που σύμφωνα με την ιστορία επισκέπτονται το χωριό από την πόλη.
 
Η γραφή του σεναρίου του «Ταχυδρόμου» άλλωστε άρχισε μετά την ανεύρεση του πρωταγωνιστή της ταινίας. «Ποτέ δεν υπήρξε πραγματικό σενάριο, παρά μόνο μια γραμμή αφήγησης» είπε η Ελενα Κισέλαβα, σεναριογράφος της ταινίας. «Ακόμα και αυτή η γραμμή όμως άλλαξε περί τις 25 φορές από τη στιγμή που άρχισαν τα γυρίσματα γιατί ήταν αδύνατον να προβλέψει κανείς τα γεγονότα της επόμενης μέρας, τα οποία είχαν πάντοτε ενδιαφέρον».

Πηγή : Το Βήμα 

 

Το σουτιέν δεν αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού για τις γυναίκες, λένε οι επιστήμονες

Δεν έχει σημασία αν μια γυναίκα φοράει στηθόδεσμο, τι είδους και πόσες ώρες μέσα στη μέρα, όσον αφορά τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα. Η επιδημιολογική μελέτη έρχεται να διαλύσει τις κατά καιρούς φοβίες των γυναικών ότι μπορεί να παίζει ρόλο στην υγεία των μαστών τους το αν θα φορούν σουτιέν (κυρίως αυτά με ειδική ενίσχυση) ή όχι.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη Λου Τσεν του Τμήματος Επιδημιολογίας της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Ουάσιγκτον και του Κέντρου Αντικαρκινικών Ερευνών Φρεντ Χάτσινσον, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στην επιστημονική επιθεώρηση Cancer Epidemiology, Biomarkers & Prevention της Αμερικανικής Ένωσης Ερευνών για τον Καρκίνο, μελέτησαν περίπου 1.500 γυναίκες ηλικίας 55 έως 74 ετών (όλες μετά την εμμηνόπαυση), από τις οποίες τα δύο τρίτα είχαν καρκίνο του μαστού και οι υπόλοιπες όχι.

Οι επιστήμονες έκαναν προσωπικές συνεντεύξεις, συνέλεξαν πλήθος πληροφοριών για το ιατρικό ιστορικό και ειδικότερα για τις συνήθειες κάθε γυναίκας, όσον αφορά την χρήση ή μη στηθόδεσμων. Δόθηκε έμφαση στο πότε ακριβώς κάθε γυναίκα ξεκίνησε να φοράει σουτιέν, τι είδους (σκληρό ή μαλακό), τι μέγεθος, αν οι συνήθειές της σε αυτό το θέμα είχαν αλλάξει στην πορεία της ζωής της κ.α.

 Το τελικό συμπέρασμα ήταν ότι ο στηθόδεσμος από καμία άποψη δεν αποτελεί παράγοντα αυξημένου κινδύνου για τον καρκίνο του μαστού. Η διαπίστωση αυτή «πρέπει να καθησυχάσει τις γυναίκες που φορούν στηθόδεσμο», ανέφεραν οι ερευνητές.

 Τα τελευταία χρόνια είχαν εκφραστεί κάποιες ανησυχίες μήπως για τη συχνότερη εμφάνιση καρκίνου του μαστού στις ανεπτυγμένες χώρες, σε σχέση με τις φτωχότερες, παίζει ρόλο ότι στις πρώτες οι γυναίκες φοράνε συχνότερα σουτιέν. Η νέα μελέτη δείχνει ότι δεν υπάρχει λόγος να «ενοχοποιούνται» ούτε τα σουτιέν με μπανέλες (για τα οποία είχν εκφραστεί οι περισσότεροι φόβοι), ούτε κανένα άλλο είδος στηθόδεσμου.