ενημέρωση 2:06, 17 May, 2026

Είκοσι συγγραφείς και πώς έβγαζαν τα προς το ζην

Τι δουλειές έκαναν μεταξύ άλλων ο Ντοστογιέφσκι, ο Μπάροουζ και ο Κέρουακ για να εξασφαλίσουν τον επιούσιο; Επιμέλεια: Λήδα Πιμπλή

Μπορεί τα έργα τους να διδάσκονται στα σχολεία και τα ονόματά τους να αποτελούν κοινό κτήμα, όμως στην αρχή της συγγραφικής σταδιοδρομίας τους τα πράγματα δεν ήταν εύκολα. Γι’ αυτό και οι συγγραφείς της ιστορίας μας υποχρεώθηκαν να αφιερώσουν μεγάλο μέρος του χρόνου τους στην υπηρεσία επαγγελμάτων που ούτε καν υποπτευόμαστε. Για παράδειγμα:

1. Ο Γουίλιαμ Μπάροουζ έκανε απεντομώσεις. Το ξέρω, ακούγεται περίεργο, όμως οι δυνατότητες επαγγελματικής απασχόλησης το 1942 στο Σικάγο ήταν κάπως περιορισμένες. Ιδιαίτερα όταν ο ενδιαφερόμενος είχε απολυτήριο από τον στρατό λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας. Η εμπειρία του Μπάροουζ από την ενασχόληση με τις απεντομώσεις/απολυμάνσεις κτιρίων ήταν η βάση για τη συγγραφή του έργου του «Ο Απολυμαντής».

2. Η Άγκαθα Κρίστι ήταν βοηθός φαρμακοποιού. Όταν η Μεγάλη Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο στην Γερμανία το 1914, η συγγραφέας κατατάχθηκε ως εθελόντρια στην αεροπορία και υπηρέτησε ως βοηθός φαρμακοποιού. Τις γνώσεις που αποκόμισε από τη θέση της, τις αξιοποίησε στη συνέχεια στα έργα της –τα δηλητήρια είχαν εξέχουσα θέση στην πλοκή πολλών μυθιστορημάτων της.

3. Ο Κάρολος Ντίκενς υπήρξε εργάτης σε εργοστάσιο. Σε ηλικία δώδεκα χρόνων ο γνωστός συγγραφέας έπιασε την πρώτη του δουλειά κολλώντας ετικέτες σε βάζα με μπογιά για παπούτσια. Τα λεφτά ήταν φυσικά ελάχιστα όμως οι συνθήκες εργασίας και οι συνάδελφοί του αποτέλεσαν πηγές έμπνευσης για τα έργα που τον έκαναν διάσημο αργότερα.

4. Ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι ήταν μηχανικός. Παρά την αντίθετή γνώμη του γιου τους –τα ενδιαφέροντά του περιστρέφονταν πάντα γύρω από την λογοτεχνία και τη θρησκεία- οι γονείς του Ντοστογιέφσκι επέμεναν να τον εγγράψουν σε ηλικία 15 χρονών στη σχολή για μηχανικούς του ρωσικού στρατού. Παίρνοντας τα πτυχίο του, ο συγγραφέας έπιασε δουλειά ως μηχανικός όμως στον ελεύθερο χρόνο του ασχολούνταν με τη μετάφραση λογοτεχνικών έργων από τα γαλλικά στα ρώσικα.

5. Ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ ήταν γιατρός. Ο Σκοτσέζος συγγραφέας ήταν γιατρός στο επάγγελμα, ο οποίος περνούσε την ώρα του ανάμεσα στα ραντεβού με τους ασθενείς του πλέκοντας ιστορίες.

6. Ο Ρόμπερτ Φροστ ήταν δάσκαλος. Ο Αμερικανός ποιητής που βραβεύτηκε τέσσερις φορές με Πούλιτζερ εγκατέλειψε σε νεαρή ηλικία τα σχέδια για μια οικονομικά αποδοτική καριέρα, παράτησε το πανεπιστήμιο και ασχολήθηκε με τη διδασκαλία.

7. Ο Τζον Γκαλσγουόρθι ασχολήθηκε με τη δικηγορία. Σύντομα όμως την εγκατέλειψε για να ασχοληθεί με τη ναυτιλιακή οικογενειακή επιχείρηση και άρχισε να ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο. Στη διάρκεια αυτών των ταξιδιών έκανε τη γνωριμία του με τον Τζόζεφ Κόνραντ ο οποίος δούλευε ως ναυτικός και έτσι ξεκίνησε μια μεγάλη φιλία.

8. Ο Τζόζεφ Χέλερ δούλεψε ως σιδεράς. Όταν αποφοίτησε από το σχολείο το 1941 ο Χέλερ δούλεψε για ένα διάστημα ως βοηθός σιδερά πριν καταταγεί στην αεροπορία. Μετά το τέλος του πολέμου ο Χέλερ σπούδασε αγγλική φιλολογία και στράφηκε στη διδασκαλία και, στη συνέχεια, στη διαφήμιση, ασχολίες που του άφηναν αρκετό ελεύθερο χρόνο για να επιδίδεται στη συγγραφή των βιβλίων του.

9. Ο Τζέιμς Τζόις είχε σινεμά. Ο Ιρλανδός συγγραφέας του «Οδυσσέα» κατέχει το ρεκόρ αλλαγών σταδιοδρομίας –υπήρξε μεταξύ άλλων τραγουδιστής, πιανίστας και επιχειρηματίας του σινεμά. Αυτό το τελευταίο συνέβη το 1909 όταν ο Τζόις και η σύντροφός του Νόρα Μπάρνακλ αποφάσισαν να επιστρέψουν στο Δουβλίνο και να ιδρύσουν την πρώτη κινηματογραφική αίθουσα της πόλης, το The Volta. Το εγχείρημα δεν γνώρισε επιτυχία και το ζεύγος επέστρεψε στην ηπειρωτική Ευρώπη μετά από περίπου ένα χρόνο.

10. Ο Φραντς Κάφκα ήταν δικηγόρος. Μετά από την αποφοίτησή του από τη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Τσαρλς Φέρντιναντ της Πράγας, ο Κάφκα, αφού πρώτα έκανε την άσκησή του, έπιασε δουλειά σε ασφαλιστική εταιρεία. Δυστυχώς γι’ αυτόν οι απαιτήσεις της θέσης ήταν τέτοιες ώστε δεν του περίσσευε χρόνος για να γράφει. Αναγκάστηκε λοιπόν να αναζητήσει αλλού δουλειά.

11. Ο Τζακ Κέρουακ έπλενε πιάτα. Ο δημιουργός του εμβληματικού «Στον δρόμο» έκανε πάσης φύσης δουλειές του ποδαριού για να επιβιώσει. Το πλύσιμο πιάτων ήταν μόνο μία από αυτές –οι άλλες ήταν υπάλληλος σε βενζινάδικο, βοηθός μηχανοδηγού, νυχτοφύλακας κ.λπ.

12. Η Χάρπερ Λι δούλεψε ως ταξιδιωτική πράκτορας. Όταν η Χάρπερ Λι μετακόμισε στη Νέα Υόρκη με σκοπό να γίνει συγγραφέας ήταν μόλις 23 ετών, κάτοχος πτυχίου νομικής από το Πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα, και άφραγκη. Για να ζήσει λοιπόν, έπιασε δουλειά ως ταξιδιωτική πράκτορας για την Eastern Airlines και την BOAC («προκάτοχο» της British Airways). Η σχετική σταδιοδρομία της διήρκεσε ευτυχώς μόνο επτά χρόνια –η κυκλοφορία του «Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» την απάλλαξε από τις οικονομικές σκοτούρες.

13. Ο Τζακ Λόντον έκλεβε στρείδια. Πώς μπορούσε να βγάλει το χαρτζιλίκι του ένα έφηβος στο Σαν Φρανσίσκο στα τέλη του 19ου αιώνα; Η απάντηση είναι απλή: Κλέβοντας στρείδια από τις οστρακοκαλλιέργειες της περιοχής και πουλώντας τα στη μαύρη αγορά. Δυστυχώς για τον νεαρό συγγραφέα, η προσοδοφόρος αυτή ενασχόληση διακόπηκε βιαίως όταν το σκάφος του υπέστη σοβαρές βλάβες.

14. Ο Χέρμαν Μέλβιλ ήταν τραπεζικός υπάλληλος. Τον ξέραμε ως ναυτικό. Όμως, πριν μπαρκάρει, ο συγγραφέας του «Μόμπι Ντκ» είχε εργαστεί για διάστημα αρκετών μηνών ως τραπεζικός υπάλληλος στο Όλμπανι, ενώ στη συνέχεια δοκίμασε τις δυνάμεις του στη διδασκαλία.

15. Ο Βλάντιμιρ Ναμπόκοφ υπήρξε επιμελητής συλλογής σε μουσείο. Η οικογένεια Ναμπόκοφ εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ το 1940 για να αποφύγει τις συνέπειες του πολέμου στην Ευρώπη. Εκεί, μετά το τέλος των πανεπιστημιακών σπουδών του, ο Βλάντιμιρ έπιασε την πρώτη του δουλειά ως επιμελητής της συλλογής πεταλούδων του Μουσείου Συγκριτικής Ζωολογίας του Χάρβαρντ.

16. Ο Τζορτζ Όργουελ υπηρέτησε ως αξιωματικός της Αυτοκρατορικής Αστυνομίας της Ινδίας. Δεκαεννέα ετών ήταν ο Τζορτζ Όργουελ όταν κατατάχθηκε στην αστυνομία και πήρε την πρώτη του μετάθεση για τη Βιρμανία. Ακολούθησαν μεταθέσεις και σε άλλα πόστα της νότιας Ασίας έως ότου, πέντε χρόνια αργότερα, ο συγγραφέας αρρώστησε βαριά και επέστρεψε στην Αγγλία για να νοσηλευτεί. Ακολούθως υπέβαλε την παραίτησή του και ασχολήθηκε με τη συγγραφή.

17. Ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ δούλευε σε κρουαζιερόπλοια. Μπορεί τα χρόνια της δόξας του να τα πέρασε απομονωμένος, αποφεύγοντας συστηματικά οποιαδήποτε επαφή με τον έξω κόσμο, όμως, όταν ήταν νέος, ο Σάλιντζερ δούλεψε για ένα διάστημα σε κρουαζιερόπλοια συντονίζοντας δραστηριότητες για την ψυχαγωγία των επιβατών. Την τόσο ενδιαφέρουσα αυτή καριέρα διέκοψε η επίθεση των Γιαπωνέζων στο Περλ Χάρμπορ και η υποχρεωτική κατάταξή του στον στρατό. 

18. Ο Τζον Στάινμπεκ έκανε τον ξεναγό. Το 1928, σε ηλικία 26 ετών, ο Τζον Στάινμπεκ δούλευε ως ξεναγός σε εκκολαπτήριο ψαριών στη λίμνη Ταχόε, ένα από τα πιο γνωστά τουριστικά θέρετρα στην Καλιφόρνια. Εκεί γνώρισε την πρώτη του σύζυγο μαζί με την οποία ίδρυσαν βιοτεχνία παραγωγής πλαστικών μανεκέν για τις βιτρίνες των καταστημάτων.

19. Ο Μπραμ Στόκερ υπήρξε θεατρικός κριτικός. Πολλοί συγγραφείς εξάσκησαν κατά καιρούς το επάγγελμα του δημοσιογράφου. Ο λόγος που ξεχωρίσαμε τον δημιουργό του «Δράκουλα» είναι ότι μια θετική κριτική που έγραψε για γνωστό ηθοποιό της εποχής έγινε η αιτία να αποκτήσει έναν καλό φίλο και πάτρονα. Ο εν λόγω ηθοποιός τον βοήθησε στη συνέχεια να αποκτήσει την απαραίτητη οικονομική ανεξαρτησία και να πραγματοποιήσει τα συγγραφικά σχέδιά του.

20. Ο Κουρτ Βόνεγκατ πουλούσε αυτοκίνητα. Ο συγγραφέας του «Σφαγείο Νούμερο 5» αποτελεί παράδειγμα κινητικότητας στην αγορά εργασίας που θα έλεγε και η παρούσα κυβέρνηση. Μετά το τέλος της στρατιωτικής του θητείας, δούλεψε ως αθλητικογράφος, εκπρόσωπος Τύπου, διαφημιστής, καθηγητής και έμπορος αυτοκινήτων. Ως συγγραφέας τα κατάφερε καλύτερα.

Πηγή : tvxs

Μια χώρα σε vertigo

Γράφει η Κρυσταλία Πατούλη

Πριν… μεταναστεύσω στην Αίγινα, οραματίστηκα ότι με μεγάλη προσπάθεια αγωνιζόμουν να στρέψω την πυξίδα από τον βορά στο νότο, για να κάνω μία μεγάλη στροφή στην πορεία μου. Την επόμενη μέρα έπαθα ίλιγγο. Από τότε μαθαίνω συνεχώς ότι πολλοί συμπολίτες μας αυτό τον καιρό της κρίσης παθαίνουν κρίσεις ιλίγγου. Μια ολόκληρη χώρα δηλαδή μοιάζει να είναι σε vertigo αλλαγών: οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, αξιακό, πολιτιστικό, εγκεφαλικό, πνευματικό, λογικό, συναισθηματικό και πλέον… σωματικό.  

Το σώμα δεν ψεύδεται ποτέ όπως έχει γράψει και η Άλις Μίλερ, και αυτό τον καιρό που οι περισσότεροι από εμάς χρειάζεται να κάνουν τεράστιες αλλαγές στη ζωή τους για να επιβιώσουν, πρέπει να αλλάξουν εκτός των άλλων και προσανατολισμό, και ενίοτε να κάνουν στροφές 180 ή και 360 μοιρών για να τα καταφέρουν.

Το να κατανοείς τι προσπαθεί να σου πει το ίδιο το σώμα σου, με τα συμπτώματά του, όπως π.χ. ότι “ναι, εσύ μπορεί να κάνεις τις… στροφές στο μυαλό σου γρήγορα και με δεξιοτεχνία και να περνάς και σε πράξη, αλλά εγώ φίλε ζορίζομαι και χρειάζομαι το χρόνο μου για να προσαρμοστώ”,  σου δίνει τουλάχιστον μια αίσθηση ασφάλειας, εφόσον σημαίνει πως κατανοείς το άλλο μισό ημισφαίριο του εγκεφάλου σου που δεν μπορεί να μιλήσει με λέξεις. Και μ’ αυτήν την κατανόηση δεν το εξωθείς λόγω άγνοιας, να… βαρέσει μεγαλύτερο καμπανάκι -και σίγουρα χειρότερο και σοβαρότερο από έναν ίλιγγο.

Το να αντιλαμβάνεσαι εν ολίγοις τα μηνύματα του σώματός σου και να κάνεις… πίσω για να αφουγκραστείς είτε τους χρόνους προσαρμογής που έχει ανάγκη, είτε ακόμα και για να το ακολουθήσεις σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες, ακόμα κι αντίθετα με αυτό που θέλεις εσύ συνειδητά πολλές φορές, σημαίνει ότι μπορείς να ακούς τον κρυφό σου εαυτό που ο “λόγος” του είναι πολύ καθοριστικός, διότι είναι και αυτός που σωματοποιείται…

Όπως μας ανέφερε ο καθηγητής φιλοσοφίας Στέφανος Ροζάνης στην εκδήλωση που διοργάνωσα την περασμένη άνοιξη, όταν προσπαθείς να κατανοήσεις αυτόν τον ασυνείδητο ευατό που εκφράζεται με το σώμα και δεν τον αφήνεις στο μαύρο σκοτάδι, όταν έχεις όσο γίνεται μεγαλύτερη αυτογνωσία με άλλα λόγια, δεν κινδυνεύεις να γίνεις ομοίωμα ανθρώπου…

Παρόλες τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε, είναι δηλαδή τουλάχιστον να μη γίνουμε ομοιώματα ανθρώπων, ανίδεα για το τι συμβαίνει στον ίδιο τους τον εαυτό, όπως και γύρω τους.

Το πρώτο βήμα άλλωστε για να κατακτήσει την… ανθρωποσύνη του ένας άνθρωπος, άρα την ελευθερία του, είναι να έχει επαφή με τα συναισθήματά του όπως είπε και ο Καστοριάδης (το λέω και το ξαναλέω αυτό). Στην καλύτερη περίπτωση, μάλιστα, να έχει επαφή με τα συναισθήματά του πριν… σωματοποιηθούν, γιατί αν στην χειρότερη περίπτωση μείνουν στη λήθη, τότε η σωματοποίησή τους μπορεί να είναι και μη αναστρέψιμη.

Η κατανόηση και η επίγνωση είναι το ζητούμενο για να διαχειριστεί κάποιος τις δυσκολίες του. Και όπως είπαμε, όχι μόνο της λογικής και του συνειδητού του, μα και του ασυνείδητου και των συναισθημάτων του σε συνεργασία. Αλλά η χώρα δείχνει ομοίωμα χώρας, όπως και η δημοκρατία της “ομοίωμα δημοκρατίας”. Και κινδυνεύουν και οι άνθρωποι να γίνουν όλο και περισσότεροι ομοιώματα επίσης. Σα σβούρα η πατρίδα που γυρίζει ακροβατώντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα γύρω από τον εαυτό της, χωρίς να μπορεί ούτε καν να τον αναγνωρίσει.-

Πηγή : tvxs

 

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Πώς «γεννήθηκε» το «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού

Τι υπάρχει στο «πριν» κάθε συγγραφέα, κάθε ποιητή; Σαν αναγνώστες βρισκόμαστε πάντα στο «μετά», στη στιγμή που «περπατάει» το έργο του κάθε λογοτέχνη. Τη στιγμή που κατεβάζουμε το βιβλίο από το ράφι και το ξεσκονίζουμε, ο δημιουργός «ξεσκονίζει» τις σκέψεις του, τις προσλαμβάνουσες και τα ερεθίσματα που θα οδηγήσουν το χέρι του στο χαρτί για να γράψει κάτι καινούριο. Η διαδικασία ίσως είναι επίπονη και κοπιαστική πνευματικά για τον ίδιο, όμως θέλουμε να συμμετάσχουμε. Το διάβασμα είναι απόλαυση, αλλά τι ήταν αυτό που άναψε τη σπίθα για να πάρει φωτιά η πένα και να «ζωντανέψει» η λευκή σελίδα; Ποια ήταν η αφορμή για να «γεννηθούν» τα μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας; Ψάχνουμε, βρίσκουμε και απαντάμε.

Πώς «γεννήθηκε» το «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού; Το ερώτημά μας δεν θα μπορούσε να έχει καλύτερη απάντηση από αυτή του δημιουργού του. Ο «πατέρας» του βιβλίου, Βασίλης Βασιλικός, δέχτηκε να αποκαλύψει τι ήταν αυτό που τον ώθησε να γράψει αυτό το σπουδαίο μυθιστόρημα. Να μας γράψει για την ιστορία του. Τον ευχαριστούμε θερμά.

«Ήταν η εποχή της δημοκρατικής άνοιξης του Γεωργίου Παπανδρέου-παππού. Κυρίως στην Παιδεία (με τον Ευάγγελο Παπανούτσο, Γεν. Γραμματέα του Υπουργείου), στις Τέχνες και τα Γράμματα. Εγώ συνοδοιπορούσα με την Αριστερά χωρίς κομματική ταυτότητα. Το έγκλημα είχε γίνει δίπλα από το πατρικό μου σπίτι, στη Θεσσαλονίκη. Διακόσια μέτρα απόσταση… Δεν είχα όμως σκοπό να γράψω ένα βιβλίο.

Το έναυσμα, την ώθηση, το σπρώξιμο μού το έδωσε ο φίλος μου και καθοδηγητής μου, εκ των κορυφαίων στελεχών της ανανεωτικής ΕΔΑ, Δημήτρης Δεσποτίδης. Ήταν ο άνθρωπος που μου με ενέπνεε. Ό,τι μου ζητούσε να γράψω (μάνες πολιτικών κρατουμένων, σκουπιδότοπος, κτλ.) το εκτελούσα με χαρά και πάθος. Όλα τα κείμενα αυτά υπάρχουν στο βιβλίο μου “Εκτός των Τειχών”. Μέσα στο ίδιο βιβλίο υπάρχουν και τα πρώτα κείμενα για τον Λαμπράκη. Καθώς και το σενάριο του ντοκιμαντέρ “100 ώρες του Μάη” των Δήμου Θέου-Φώτου Λαμπρινού..

Στο μεταξύ τρεις δημοσιογράφοι ο Γιάννης Βούλτεψης από την “Αυγή”, ο Γιώργος Ρωμαίος από το “Βήμα” και ο Γιώργος Μπέρτσος από την “Ελευθερία” του Πάνου Κόκκα εξυφαίναν προσεκτικά τον μίτο της Αριάδνης στο σκοτεινό λαβύρινθο του παρακράτους.

Τα παρακολουθούσα όλα, είχα ανέβει κι εγώ στη Θεσσαλονίκη για επιτόπια έρευνα στη γειτονιά μου, ώσπου μια μέρα ο ίδιος ο Δημήτρης Δεσποτίδης μού έφερε με ένα καμιονάκι και ξεφόρτωσε σπίτι μου περίπου σαράντα κούτες με το φωτοτυπημένο προανακριτικό υλικό. (Άκρως απόρρητο τότε και τώρα. Υπάρχει ωστόσο κατατεθειμένο στα αρχεία μου που βρίσκονται στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, μαζί με τα αρχεία του Άρθουρ Μίλερ, της Οριάνας Φαλάτσι, του Τέννεσυ Ουίλλιαμς και δεκάδων άλλων συγγραφέων του πλανήτη.) Το πώς το απέκτησε δεν τον ρώτησα ποτέ. Δεν θέλησα ποτέ να το μάθω. Ήταν το δώρο εξ ουρανού για έναν που ήθελε να γράψει για τη δολοφονία του Λαμπράκη. Και βυθίστηκα μέσα σε αυτό.

Ξενέρισα μετά από δύο χρόνια. Μα το βιβλίο δεν μπορούσα να το ξεκινήσω. Ωρίμαζε μέσα μου, αλλά το “κλικ” δεν γινόταν. Το κλειδί της αφήγησης δεν το είχα βρει. Έτσι, απολογούμενος στον φίλο μου έγραψα την “Απολογία του Ζ”, χωρίς φυσικά τότε να τη δημοσιεύσω. (Είδε το φως της δημοσιότητας 10 χρόνια μετά, το 1975, όταν έπεσε η χούντα.) Ωστόσο, άνοιξη του 1966 έγινε επιτέλους το “κλικ”. Βρήκα την πρώτη φράση του βιβλίου. Και οι 500 σελίδες που ακολούθησαν κύλησαν σαν νεράκι. Και το βιβλίο έπεσε στο χώμα σαν υπερώριμο ροδάκινο που παραλίγο να σαπίσει.

Η πρώτη έκδοση έγινε Νοέμβριο του ’66. Και το πρώτο μέρος του πρωτοδημοσιεύτηκε σε έξι συνέχειες, στο μόνο εβδομαδιαίο περιοδικό της εποχής, μαζί με τις φιλελεύθερες “Εικόνες” της Ελένης Βλάχου, στον “Ταχυδρόμο” του Γιώργου και της Λένας Σαββίδη. Η κυκλοφορία τού περιοδικού ανέβηκε κατακόρυφα. Κι εγώ μια μέρα στο γήπεδο της Τούμπας (έπαιζε Άρης-Μακεδονικός κι ήμουν οπαδός του δεύτερου) βλέπω στην κάτω από μένα κερκίδα κάποιον να διαβάζει με πάθος χωρίς να παρακολουθεί το μάτς. Ώσπου βάζει γκολ ο “Άρης” κι ο φίλος του τον σκουντά με ενθουσιασμό “ρε συ”, του λέει” σταμάτα να διαβάζεις Βάλαμε γκολ και δεν το πήρες είδηση.” Τότε έσκυψα κι εγώ από περιέργεια να δω τι διάβαζε και ανακάλυψα ότι ήταν στην 4η συνέχεια του “Ζ” από τον “Ταχυδρόμο”.

Στην πρώτη μου συνέντευξη στην ερώτηση του δημοσιογράφου “ τι σας έκανε να το γράψετε;” απάντησα θρασύτητα “για να επηρεάσω τους δικαστές”. (Η δίκη ακόμα συνεχιζόταν.) Στην παρατήρηση φίλου “καλά αυτά τα ξέρουμε από τις εφημερίδες, γιατί έγραψες ολόκληρο βιβλίο;”, η απάντησή μου ήταν , “ναι, εμείς τα ξέρουμε, αλλά πού θα τα βρεί κανείς σε 30 χρόνια;”

Τέλος, στους αριστερούς άλλων χωρών που με ρωτούσαν όταν κυκλοφόρησε στη χώρα τους γιατί επιμένω τόσο πολύ πάνω σε ένα άτομο και όχι σε ένα κίνημα λαού, απαντούσα πώς ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός μού ήταν κάτι ξένο. Ο ποιητικός λυρισμός με εξέφραζε καλύτερα.

Κι όταν ο συνομιλητής μου ήταν καλοπροαίρετος ανέλυα βαθύτερα τον προβληματισμό μου: μέσα από το Ζ ήθελα να δείξω την ιεραρχία της εξάρτησης. Τον μικροπωλητή που για να έχει άδεια για τον πάγκο του εξαρτάται από την χωροφυλακή, η χωροφυλακή που εξαρτάται από την πολιτική ηγεσία της, η πολιτική ηγεσία που εξαρτάται από το Παλάτι (την ανωτάτη εξουσία τότε), το Παλάτι που εξαρτάται από τα ξένα συμφέροντα κ.τ.λ.

Τέλος, το 1969 βγαίνει στις οθόνες η περίφημη ταινία του Κώστα Γαβρά, που απαλείφει τα αυστηρά ελλαδικά στοιχεία και κάνει το θέμα του παγκόσμιο, με την έννοια ότι κάθε χώρα είχε ένα δικό της Λαμπράκη. Ο Πατρίς Λουμούμπα στην Αφρική, ο Τζων Φιτζέραλντ Κέννεντυ στις ΗΠΑ, ο στρατηγός Ντελ Γκράντο στην Ισπανία, ο Μπεν Μπαρκά στη Γαλλία, ο Μάλκομ Χ στην Αμερική, κτλ, κτλ.

Αυτά τα λίγα για την ιστορία του βιβλίου».

Ο κόσμος του χθες και του σήμερα

Ο υπότιτλος του βιβλίου αναφέρει «Φανταστικό ντοκιμαντέρ ενός εγκλήματος». Ο Βασιλικός έφτιαξε ένα δικό του αφηγηματικό δρόμο και ένωσε τα ασύνδετα. Μυθοπλασία; Ναι. Ντοκιμαντέρ; Ναι. Όλοι ξέρουμε για το τι γράφει και ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να υποθέσουμε και για το τι άλλο γράφει. Η δολοφονία Λαμπράκη δεν ήταν άλλη μία δολοφονία. Ήταν κάτι πολύ παραπάνω. Ήταν η αποκάλυψη ενός σκοτεινού κόσμου που χρειάστηκε την αιμορραγία του φωτός για να χάσει την κρυψώνα του. Ήταν το πέσιμο της μάσκας του κράτους και η εμφάνιση του αποκρουστικού του προσώπου. Γιατί το «παρακράτος» ήταν το κράτος. Σαν να άναψε κάποιος τον διακόπτη στα αφανή διαμερίσματα της εξουσίας και είδε τη μανία για καθετί ευγενικό.

Το υλικό που είχε στα χέρια του ο Βασιλικός τον οδήγησε σε αυτό το υβρίδιο για να χαρτογραφήσει την πορεία του αίματος. Αυτή δεν έμενε στη άσφαλτο όπου έτρεξε το αίμα του Λαμπράκη. Είχε τεράστια έκταση και ομιχλώδες, σχεδόν αόρατο, τέλος. Η σύμπραξη ντοκουμέντου-μυθοπλασίας ήταν επιβεβλημένη και ο Βασιλικός την πραγματοποίησε άψογα. Το «Ζ» είναι η σύνοψη ενός κόσμου που έφυγε, ενός που φτιάχτηκε αργότερα και αυτού που ζούμε σήμερα

Η δομή του «Ζ» μοιάζει με την κάθοδο στην «Κόλαση του Δάντη». Μόνο που εδώ ο Παράδεισος απουσιάζει. Αχνοφαίνεται, αλλά η ομίχλη των ελεεινών ανθρώπων και πράξεων τον σκεπάζει. Μεθοδικά και με ξεκάθαρο πλάνο απλώνει την ιστορία του ο Βασιλικός. Η ομιλία τού Υφυπουργού Γεωργίας για τον περονόσπορο αποτυπώνει με αλληγορικό και σαφή τρόπο το κλίμα της εποχής. Συλλαμβάνει το σώμα του φιδιού που έρπεται κάτω από την κανονικότητα του κράτους. Θήραμά του η «κόκκινη απειλή» απ’ όπου κι αν προέρχεται (σ.σ κάτι θυμίζει αυτό) και όπως κι αν εκδηλώνεται. Στην προκειμένη περίπτωση είναι οι «Φίλοι της Ειρήνης» που απειλούν το σεπτό ελληνοχριστιανικό καθεστώς. Προσοχή όμως… Ο Βασιλικός δεν έχει πρώτιστο σκοπό την υπεράσπιση των διωκόμενων.

Πρώτα απ’ όλα θέλει να βάλει τον αναγνώστη στην ερεβώδη, καθοδική πορεία του φιδιού. Η περιγραφή της Κόλασης είναι το κύριο μέλημά του. Αν δεν την αποκαλύψει όπως είναι δεν πρόκειται να τον ακολουθήσει κανείς. Ο Βασιλικός διαδηλώνει με ντοκουμέντα και μύθους. Ποτάμι οι λέξεις και τα γεγονότα. Τη ροή τους ακολουθεί και εκεί που τον πάνε πάει. Για να μη χαθεί στη δίνη τους όμως, εισχωρεί πνευματικά στον πυρήνα των γεγονότων, των προσώπων, των συναισθημάτων. Γι’ αυτό και δεν έχουν τόση σημασία τα ονόματα, όσο αυτό που κουβαλάνε.  Σε αυτή την Κόλαση ζει ένας ξεχασμένος λυρισμός. Μια γλυκόπικρη ελεγεία που πασχίζει να ελευθερωθεί. Ο Βασιλικός εστιάζει στους ανθρώπους και τους ξεγυμνώνει. Σε ηλεκτρισμένα μονοπάτια και λυτρωτικές οάσεις πατάμε. Με την εκφραστική του δύναμη φτάνουμε στο Καθαρτήριο και περιμένουμε τον Παράδεισο που κάποτε μπορεί να έρθει ακολουθώντας την ακανόνιστη πορεία του δολοφονημένου Ζ. Απόκοσμος ρεαλισμός, αιχμηρός εξπρεσιονισμός και πάνω απ’ όλα η ποιητική ερμηνεία στο αδιάκοπα παλλόμενο «Ζ».

Πηγή : tvxs

Ο ζωντανός θρύλος του Φρέντι Μέρκιουρι

Στις 24 Νοεμβρίου 1991, ο κόσμος της τέχνης «χάνει» τον frontman του γνωστού συγκροτήματος Queen, Φρέντι Μέρκιουρι. Ωστόσο, η χαρακτηριστική φωνή του, ο ιδιαίτερος ήχος των Queen, παραμένουν ζωντανές έως και σήμερα, μέσα από την δισκογραφική τους δουλειά. Αναμφίβολα, πρόκειται για πολιτιστική κληρονομιά μεγάλης αξίας, παρακαταθήκη για παλαιότερες αλλά και μεταγενέστερες γενιές ανθρώπων.  

Το πραγματικό όνομα του Μέρκιουρι είναι Φαρόκ Μπουλσάρα. Είναι γεννημένος στην Ζανζιβάρη στις 5 Σεπτεμβρίου 1946, καρπός του έρωτα των Bomi και Jer Bulsara, οι οποίοι κατάγονται από την Ινδία. Ο Μέρκιουρι αργότερα αποκτά και μία νεότερη αδερφή, την Κασμίρα.

Το «Φρέντι» προκύπτει ως παρατσούκλι, όταν ο Μέρκιουρι βρίσκεται στο St. Peter’s School στην Ινδία, ένα αγγλικό οικοτροφείο αρρένων στον Παντσάνι. Το ταλέντο του νεαρού Μέρκιουρι κεντρίζει το ενδιαφέρον του τότε διευθυντή του σχολείου. Προτείνει στους Bom και Jer να αφήσουν τον γιο τους να παρακολουθήσει μαθήματα πιάνου, πράγμα που τελικά γίνεται. Σε ηλικία δώδεκα ετών ο Μέρκιουρι συμμετέχει στο πενταμελές συγκρότημα The Hectics, το οποίο εμφανίζεται κυρίως σε σχολικές εκδηλώσεις.
 
Το 1964, ο Μέρκιουρι και η οικογένειά του βρίσκονται στην πατρίδα τους, τη Ζανζιβάρη, η οποία έχει ανεξαρτητοποιηθεί από το Ηνωμένο Βασίλειο, ήδη από τα τέλη της προηγούμενης χρονιάς. Τον Ιανουάριο του ’64, αναγκάζονται να εγκατασταθούν στο Λονδίνο, εξαιτίας της βίαιης επανάστασης που ξεσπά κατά του σουλτάνου της Ζανζιβάρης. Ο Μέρκιουρι ολοκληρώνει τις σπουδές του στη γραφιστική στο Ealing College of Art ενώ παράλληλα κάνει τα πρώτα του μουσικά βήματα με τους Wreckage. Μέσω του συμφοιτητή του Tim Staffell έρχεται σε επαφή με το συγκρότημα Smile, το οποίο απαρτίζουν,  εκτός από τον Staffell (τραγούδι), οι Μπράιαν Μέι (κιθάρα) και Ρότζερ Τέιλορ (ντραμς). Το 1969 ο Μέρκιουρι τραγουδά για το  συγκρότημα  Ibex το οποίο μετονομάζεται σε Wreckage λίγους μήνες αργότερα ενώ το 1970 κάνει μερικές εμφανίσεις ως τραγουδιστής των Sour Milk Sea.
 
Μετά τη διάλυση των Smile, τον Απρίλιο του 1970, οι Μπράιαν Μέι, Ρότζερ Τέιλορ και Φρέντι Μέρκιουρι ιδρύουν τους Queen, όνομα που εμπνέεται ο Μέρκιουρι. Λίγο μετά από την ίδρυση του συγκροτήματος, κι ενόσω ο  Φρέντι ακόμη χρησιμοποιεί το επώνυμο «Μπουλσάρα», υιοθετεί το καλλιτεχνικό «Μέρκιουρι», το ρωμαϊκό αντίστοιχο του αγγελιοφόρου των θεών των αρχαίων Ελλήνων, Ερμή. Τον επόμενο χρόνο οι Queen αποκτούν το τελευταίο τους μέλος, τον μπασίστα Τζον Ντίκον.
 
Το πρώτο τους στούντιο άλμπουμ φέρει το όνομα της μπάντας και κυκλοφορεί το 1973, χωρίς όμως να προκαλέσει ιδιαίτερη αίσθηση στο κοινό. Ομοίως και τα «Queen II» και «Sheer heart attack» που ακολουθούν.
 
Λίγο πριν από την κυκλοφορία του «A night at the opera», οι Queen  εμπιστεύονται ένα πολύ ιδιαίτερο τραγούδι στον φίλο τους  και γνωστό ραδιοφωνικό παραγωγό, Kenny Everett. Το μουσικό κομμάτι τον συναρπάζει, με αποτέλεσμα να το παίξει όσες περισσότερες φορές μπορεί στη ραδιοφωνική του εκπομπή, χωρίς ωστόσο να έχει την άδεια του συγκροτήματος. Σύντομα, πλήθη ακροατών αναζητούν το τραγούδι στα δισκοπωλεία, το οποίο όμως δεν έχει διατεθεί προς κυκλοφορία ακόμη. Πρόκειται για το «Bohemian Rhapsody», ένα κράμα όπερας και ροκ. Η πρωτότυπη αυτή μουσική συνταγή του τραγουδιού, καρφώνει το «A night at the opera» στο Νο 1 των charts της Αγγλίας για εννέα συνεχόμενες εβδομάδες, το 1975.

Το «Bohemian Rhapsody» ανακηρύσσεται σε «Τραγούδι της Χιλιετίας» από το το Guiness Book of Records ενώ για την προώθησή δημιουργείται το πρώτο στην ιστορία σκηνοθετημένο βίντεοκλιπ. Οι Queen πλέον βρίσκονται στην κορυφή του μουσικού στερεώματος.


Μέχρι το τέλος του 1970 ηχογραφούν τα άλμπουμ «Jazz» και «The game». Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 κυκλοφορεί το «Hot space» και τέσσερα χρόνια αργότερα γράφουν το σάουντρακ για την ταινία «Flash Gordon» ενώ έπειτα έρχεται το άλμπουμ «Τhe works» από το οποίο ξεχωρίζουν τα «I want to break free» και «Hammer to fall».

Το 1985 οι Queen, πλαισιωμένοι από πολλούς γνωστούς καλλιτέχνες, συμμετέχουν στο Live Aid. Εμπνευσμένοι από το κλίμα του Live Aid, μπαίνουν για ακόμη μία φορά στο στούντιο και ολοκληρώνουν το «A kind of magic» το οποίο περιλαμβάνει και soundtracks για την ταινία «Highlander». Η περιοδεία «Magic Tour» σημειώνει τεράστια επιτυχία, με κορυφαία στιγμή τη συναυλία που  δίνουν στο στάδιο Γουέμπλεϋ το 1986. Πρόκειται ωστόσο για την τελευταία περιοδεία της μπάντας, ως σύνολο.

Για το επόμενο χρονικό διάστημα οι Queen διαλύονται. Ο Φρέντι Μέρκιουρι κάνει solo δουλειές (Mr Bad Guy) και συνεργάζεται με τη ντίβα της όπερας Μονσερά Καμπαγιέ για το άλμπουμ Barcellona. Το ομότιτλο τραγούδι γίνεται σήμα κατατεθέν των Ολυμπιακών Αγώνων της Βαρκελώνης το 1992.

Εν τω μεταξύ, έντονη φημολογία θέλει τον  Μέρκιουρι να πάσχει από AIDS, ο ίδιος όμως διαψεύδει αυτό το σενάριο. Το 1989 οι Queen επιστρέφουν δυναμικά με το «The miracle». Οι Queen δεν κάνουν καμία περιοδεία για να προωθήσουν το άλμπουμ ενώ ο Μέρκιουρι εμφανίζεται στα video clips αρκετά αδυνατισμένος και με αραιωμένα μαλλιά.

Το 1991 το συγκρότημα μπαίνει ξανά στο στούντιο για την τελευταία του δουλειά με τίτλο  «Innuendo». Το διαχρονικό «The show must go on», μάλλον φανερώνει ότι ο Μέρκιουρι αντιλαμβάνεται πως σύντομα δεν θα είναι ανάμεσά μας. Η διαίσθησή του αποδεικνύεται, δυστυχώς, αληθινή. 

Στις 23 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, ο Φρέντι Μέρκιουρι ανακοινώνει σε δημοσιογράφους που κυριολεκτικά έχουν κατασκηνώσει έξω από το σπίτι του στο Λονδίνο, ότι πάσχει από AIDS.

Μία ημέρα αργότερα, πεθαίνει.

Πηγή : tvxs 



Το τελευταίο διάστημα της ζωής του, ο Φρέντι είχε συντροφιά τους γονείς του, την πρώην σύντροφό του Mary Austin, και τον  Jim Hutton, με τον οποίο συμπορευόταν για 6 χρόνια.