ενημέρωση 3:57, 18 May, 2026

Tο 2000 πεθαίνει ο Βασίλης Ραφαηλίδης

Βασίλης Ραφαηλίδης γεννήθηκε την Πρωτοχρονιά του 1934 στα Σέρβια του νομού Κοζάνης και πέθανε στις 8 Σεπτεμβρίου 2000, μετά από μάχη με τον καρκίνο, στην Αθήνα. Μεγάλος διανοητής, με αιχμηρή πένα, εργάστηκε ως δημοσιογράφος, και κριτικός κινηματογράφου, ενώ έγραψε σπουδαία βιβλία. Εκρηκτικός, ισοπεδωτικός με πηγαίο χιούμορ, ήταν ένας από τους ανθρώπους που η εμβληματική του μορφή σημάδεψε όχι μόνο τον κινηματογράφο, αλλά και την τηλεόραση, αφού ο ίδιος εμφανιζόταν συχνά στη μικρή οθόνη και γινόταν ο λόγος να παρακολουθήσει κανείς τις πολιτικές (κυρίως) εκπομπές του 90.  

Αυτό είναι ένα απόσπασμα από την Ιστορία (κωμικοτραγική) του Nεοελληνικού Kράτους όπου «καταγράφει την ιστορία της Ελλάδας από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους το 1830 έως και την πτώση της χούντας»:  

Ο φασισμός δεν αγαπά το μεγάλο κεφάλαιο (εκτός από το πάρα πολύ μεγάλο που τον γεννάει) και λατρεύει το μικρομεσαίο. Ο φασισμός είναι κοινωνικό καθεστώς σπέσιαλ για μικροαστούς. Όχι για αστούς, ούτε για προλετάριους. Οι αστοί και οι προλετάριοι βρέθηκαν αντίπαλοί του εξ αρχής. Και δεδομένου ότι στη λεγόμενη αστική κοινωνία δεν κυριαρχούν οι αστοί αλλά οι μικροαστοί, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς την απήχηση που είχαν στο λαό τα φασιστικά καθεστώτα.  

Άλλωστε, οι στολές, οι παρελάσεις, οι λαμπαδηδρομίες, τα κολοσσιαία θεάματα αρένας, τα συνθήματα, το προγονικό μεγαλείο απ' το οποίο ο χάλιας μικροαστός αντλεί δύναμη για να υποφέρει την ασημαντότητά του, όλα αυτά τα εκμεταλλεύτηκαν τέλεια όλοι οι φασίστες δικτάτορες. Και τα πλήθη ουρλιάζουν "ζήτω! Είσαι ο μπαμπάς μας"! Ο χάλιας μικροαστός πάντα έχει ανάγκη από έναν σούπερ πατέρα του έθνους, που να τον προστατεύει απ' τους παμφάγους καπιταλιστές, αλλά και από τους κομμουνιστές που απειλούν το όνειρό του για ένα πέρασμα στην "ανώτερη τάξη".  

Κάθε μικροαστός ονειρεύεται τον αστό που ζεσταίνει μέσα του, που τον μεγαλώνει στο θερμοκήπιο της μεγάλης ελπίδας για ένα πέρασμα στην "ανώτερη τάξη". Κάθε ψιλικατζής ονειρεύεται ένα σούπερ μάρκετ. Και επειδή το όνειρο για μερικούς πραγματοποιείται, όλοι οι χάχες πιστεύουν πως θα βγει αληθινό και γι αυτούς. Δεν έχει σημασία που οι περισσότεροι πεθαίνουν φτωχοί. Σημασία έχει που ο καπιταλισμός τους επιτρέπει να ονειρεύονται το δικό τους πλούτο. Και ο φασισμός, που είναι η ακραία μορφή καπιταλισμού, είναι μια εγγύηση για τη διατήρηση του ονείρου για ένα πέρασμα στην "ανώτερη τάξη".  

Το Φολκσβάγκεν ( το Λαϊκό Όχημα) είναι δημιούργημα του Χίτλερ. Αλλά υπάρχει ακόμα. Και ο αγκυλωτός σταυρός (η σβάστικα), αυτό το εκπληχτικής ψυχολογικής αποτελεσματικότητας λαϊκό σύμβολο, που δίνει φτερά στο σταυρό και τον κάνει να γυρίζει και να αλέθει, θα δώσει και στο χριστιανισμό τη δυναμική που του λείπει. Τώρα πια δεν είναι αμαρτία να σκοτώνει ο καλός χριστιανός. Και ο Μεταξάς, όπως και ο Μουσολίνι άλλωστε, ξέρουν καλά τι κάνουν όταν υιοθετούν σα σύμβολο το διπλό πέλεκυ. Που κόβει κεφάλια και από τα δεξιά και από τ' αριστερά.  

Κάτω απ' αυτές τις ιδιάζουσες στο φασισμό συνθήκες ψυχολογίας της μάζας, και με το πρόσθετο πραγματικό κίνητρο της απειλής της περιουσίας απ' τον καταχτητή που, βέβαια, δεν καταχτά μια χώρα για να κάνει περίπατο υπό το σεληνόφως στις ακρογιαλιές αλλά για να επωφεληθεί υλικά, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί οι Έλληνες έτρεξαν με τέτοια προθυμία στο μέτωπο και πολέμησαν τόσο καλά τους Ιταλούς. Όχι όμως και τους Γερμανούς. Που είχαν ισχυρότερα σύμβολα, ισχυρότερα κίνητρα και κυρίως ισχυρότερη μικροαστική τάξη απ' αυτή των μεσογειακών λαών. Που ακόμα και τον πόλεμο τον αντιλαμβάνονται σαν λαϊκή γιορτή ."  

Πηγή:lifo

Μια φθινοπωρινή μπόρα

Γράφει ο Γιάννης Γ. Κατσίμπας

Σεπτέμβρης, όπως κάθε χρόνο της ίδια εποχή τα πρωτοβρόχια είναι κάτι αναμενόμενο, φυσιολογικό.

Έπιασε λοιπόν μια φθινοπωρινή μπόρα και στην Κηφισιά και μας πήρε και μας σήκωσε, αυτό είναι τα συμπέρασμα. Οι δρόμοι πλημμύρισαν, έγιναν για μια ακόμη φορά σαν τους δρόμους της Βενετίας. Οι δρόμοι κατέβαζαν ότι βρώμικο υπήρχε πεταμένο στους δρόμους, τα φύλλα ήταν –αναμενόμενο και ως ένα σημείο φυσιολογικό- πολλά, η κατάσταση από πλευράς συνήθειας φυσιολογική. Υπάρχει όμως και η πλευρά της πραγματικότητας, Τα υπόγεια –για μια ακόμη φορά- πλημμύρησαν, οι δρόμοι αδιάβατοι, όχι για τους πεζούς αυτή την κατηγορία την ξεχνάμε, προς το παρόν. Για τα αυτοκίνητα, οι περιουσίες των άτυχων κατοίκων της Κηφισιάς για μια ακόμη φορά χάθηκαν μαζί με τους κόπους μιας ζωής. Μέχρι και στα χθεσινά δελτία ειδήσεων, έγινε αναφορά για την Κηφισιά-Ν. Ερυθραία.

Ας Θυμηθούμε λίγο τι έχει γίνει τα τελευταία 16 χρόνια στην πόλη από πλευράς υποδομών. Ουσίας. Θα μιλήσω για την Όθωνος ειδικότερα, Δήμαρχος Ν. Χιωτάκης, αρχικά είχε αναλάβει η κ. Κορογιαννάκη να στενέψει τους δρόμους. Στην οδό Όθωνος οι παλιοί Κηφισιώτες γνωρίζουμε ότι υπήρχαν οι αμπολές, που χρησίμευαν για την μεταφορά νερού στην Κάτω Κηφισιά μέχρι την Εθνική οδό, στη Μεταμόρφωση. Θα τους καταργήσω, απεφάνθη η «ειδήμων- δεν θα υπάρχουν, τι χρειάζονται; Κατόπιν παρεμβάσεων –πιο ψύχραιμων- δεν απομακρύνθηκαν, αλλά στην πράξη καταργήθηκαν.

Αναλαμβάνει μετά το έργο ο άλλος «ειδήμων-ειδικός», ο αρχιτέκτων, κ. Βάρδας. Η μόνη παρέμβαση που κάνει είναι μια μικρή σχάρα, γελοίων μικρών διαστάσεων, που έριχνε τα νερά του δρόμου –όταν αυτή ήταν καθαρή- στις αμπολές.

Φέτος, η περιφέρεια έκανε αντιπλημμυρικά έργα στην πόλη. Καλά και αναγκαία στο σημείο που έγιναν. Το πρόβλημα όμως παραμένει, οι δρόμοι όλοι πλημυρίζουν, οι περιουσίες υποβαθμίζονται, οι κάτοικοι δικαίως εξοργίζονται. Τα κοινωνικά δίκτυα γεμάτα από φωτο με την κατάσταση στους δρόμους της πόλης.

Στην πόλη πριν μόλις 1 εβδομάδα παρέδωσε η απερχόμενη διοίκηση τη «σκυτάλη» στη νέα. Πριν παραδώσει έκανε –εικονικά, στους ιθαγενείς- εγκαίνια σε παρκινγκ που δεν είναι έτοιμο, σε παιδικό σταθμό, εξαγγελίες για αθλητικό κέντρο, για επέκταση του ηλεκτρικού προς τον Αγ. Στέφανο.

Αυτή είναι μια μικρή περιγραφή της ζοφερής πραγματικότητας, που σύμφωνα με το αποτέλεσμα των πρόσφατων εκλογών δεν το ενστερνίζονται 4 και πλέον πολίτες αυτής της πόλης. Η νέα διοίκηση ας τα λάβει καλά υπ’ όψιν της.-    

Υ.Γ. Είναι λίγο άσχετο αλλά το θυμήθηκα και ήθελα να το μοιραστώ μαζί σας. Σήμερα διαβάζω άρθρο με τίτλο «δουλέψτε μας κι’ άλλο αντέχουμε». Δημοσιογράφος, μεγάλος ατακαδόρος είχε πει για την περίπτωση των ψεκασμένων ότι «το γεγονός ότι το1/3 των Ελλήνων πιστεύουν ότι μας ψεκάζουν είναι απόδειξη ότι μας ψεκάζουν, απλά πιάνει μία στις τρεις φορές». Οργιάστε τώρα… 

Μοναχικό κοτσύφι

Γράφει ο Νίκος Δήμου

Στη φωτογραφία δεν είναι ο φοβερός κόρακας Nevermore του Edgar Allan Poe, το  νυχτερινό πουλί του «Ποτέ πια». Ένα κοτσύφι είναι, μόνο του σε άσπρο φόντο, στην πράσινη χλόη. Όμως κι αυτό αποπνέει μελαγχολία.

Μελαγχολία που νιώθω όπως κι αν σκέπτομαι τον κόσμο. Με τόσους ανθρώπους να είναι πρόσφυγες (διαβάζω: «ο μισός πληθυσμός της Συρίας έχει εγκαταλείψει το σπίτι του») ή άνεργοι (διαβάζω: «πρώτη και πάλι στην ανεργία η Ελλάδα»), ή φτωχοί.

Με τόσους φανατικούς να βασανίζουν τους απλούς ανθρώπους για να επιβάλλουν την τρέλα τους. Τζιχαντιστές, Μπόκο Χαράμ – περιπτώσεις ψυχοπάθειας σε παγκόσμιο πλαίσιο.

Κι εμείς, ούτε πρόσφυγες, ούτε άνεργοι, ούτε αιχμάλωτοι, ασχολούμαστε με ασημαντότητες. 

Θυμήθηκα την Κατοχή. Γκρίνιαζα για το φαγητό και η μάνα μου μουρμούριζε: «δεν λες που βρέθηκε κάτι για σήμερα. Αύριο τι θα σας φτιάξω;»

Κάθομαι σε ένα πολύ ήσυχο δωμάτιο. Από το παράθυρο βλέπω ένα δέντρο κι ένα κοτσύφι. Θα έπρεπε να νιώθω προνομιούχος. Η μισή Ελλάδα καταδυναστεύεται ηχητικά από βροντώδεις τρύπιες εξατμίσεις – και η άλλη μισή βλέπει σκέτο μπετόν.

Κι ακόμα πιο προνομιούχος πρέπει να αισθάνομαι, που είμαι στην Ελλάδα, όπου εκπυρσοκροτούν μόνον οι εξατμίσεις, κι όχι π. χ. στην Λιβύη…

Τι έχουν πάθει οι άνθρωποι, κι ενώ θα μπορούσε η Γη να είναι Παράδεισος, την κάνουνε Κόλαση; Τόση πια η διαφορά ανάμεσα σε ρωσόφωνους και ουκρανόφωνους Ουκρανούς, που να σκοτώνει ο ένας τον άλλο;

Ζούμε σε ένα κόσμο παραφροσύνης. Οι άνθρωποι φανατίζονται, διαπληκτίζονται και σφάζονται για ασήμαντες αφορμές. Κι από πίσω είναι τα δύο σκουλήκια που μας τρώνε: η θρησκεία και το έθνος. Τι είσαι; Ρωσόφονος; Θάνατος! Σιίτης και όχι Σουνίτης; Θάνατος!

Θάνατος, επειδή πιστεύεις στον ίδιο Θεό, την ίδια θρησκεία, τον ίδιο προφήτη, το ίδιο ιερό βιβλίο, αλλά όχι στον ίδιο εξάδελφο του Μωάμεθ. Έλεος!

Στο ήσυχο δωμάτιο, παρατηρώντας το μοναχικό κοτσύφι, αναρωτιέμαι αν (και πότε) σε αυτόν τον κόσμο θα κυριαρχήσουν η λογική και η αγάπη.

Το μόνο βέβαιο: αν – θα είναι πολύ μετά από μας...

Πηγή : protagon
 

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Φουλ του Τσέχοφ

Εκατόν δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του και την πρεμιέρα του «Βυσσινόκηπου» ο ρώσος δραματουργός επιστρέφει στις σκηνές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, από τις οποίες δεν έφυγε ποτέ
 
Φουλ του Τσέχοφ
  1  
 
«Πρέπει να ανεβάζουμε κάθε δυο-τρία χρόνια Τσέχοφ γιατί κάνει καλό στην ηθική μας υγεία" λέει ο Πέτερ Στάιν» υπενθυμίζει ο Νίκος Καραθάνος που καταπιάνεται φέτος με τον πρώτο του Τσέχοφ, υιοθετώντας την άποψη του γερμανού θεατρανθρώπου: την προσεχή άνοιξη στη Στέγη θα παιχθεί ο «Βυσσινόκηπος». «Επιστρέφουμε στον Τσέχοφ σήμερα γιατί όλο και πιο πολύ αναρωτιόμαστε τι νόημα έχει η ασυνάρτητη δυστυχισμένη μας ζωή» προσθέτει καθώς ανατρέχει σε μια χαρακτηριστική φράση του έργου: «Να τη η ευτυχία, να τη έρχεται... Κι αν δεν τη δούμε εμείς, θα τη δουν κάποιοι άλλοι».

Με τα μικρά και τα μεγάλα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης στο επίκεντρο, ο γιατρόςΤσέχοφ έδωσε στον συγγραφέα Τσέχοφ την πρώτη ύλη για θεατρικά και πεζά που μιλούν κατευθείαν στην ψυχή.  
Τρία από τέσσερα μεγάλα του έργα - εκτός από τις «Τρεις αδελφές» - και ένα από τα δύο του πρώιμα - όχι ο «Ιβάνοφ», θα παιχτούν στις σκηνές της Αθήνας αλλά και στη Θεσσαλονίκη: Είναι ο «Γλάρος», ο «Θείος Βάνιας», ο «Βυσσινόκηπος» και ο «Πλατόνοφ».

Ο κορυφαίος ρώσος δραματουργός έχει (και) φέτος την τιμητική του, ίσως γιατί συμπληρώνονται 110 χρόνια από τον θάνατό του (1904) αλλά και από την πρεμιέρα του «Βυσσινόκηπου». Ισως πάλι γιατί ο Τσέχοφ και το θέατρο πάνε μαζί. Μόνος του, λένε στο θέατρο, είναι μια ολόκληρη κατηγορία.
 
Συγκίνηση και ουσία

«Κλασικός για πάντα θα μείνει ο Τσέχοφ» επισημαίνει ο Κώστας Φιλίππογλου «γιατί χτυπάει στο γενικό. Δεν πιάνει την ειδική ψυχοσύνθεση, πιάνει όλη την κατάθλιψη, πιάνει την ανάγκη για αποδοχή, τον φόβο της απόρριψης και συγκινεί. Συγκινεί, κι αυτό είναι το σημαντικό. Μιλάει για το δράμα που βιώνουμε» εξηγεί.

Για τον σκηνοθέτη που από πέρυσι είχε στραφεί προς τον «Γλάρο» και τον μελετούσε, η συνύπαρξη πολλών έργων του Τσέχοφ στις αθηναϊκές σκηνές φέτος εξηγείται από το«συλλογικό ασυνείδητο».

«Ο Τσέχοφ δεν ανεβάζει στη σκηνής σούπερ ήρωες. Το δράμα που περνούν οι ήρωές του ταυτίζεται με το δικό μας. Είναι υπαρξιακό και απολύτως αναγνωρίσιμο» καταλήγει.

«Μας αγαπάει πολύ ο Τσέχοφ και γι' αυτό πιστεύω ότι τον αγαπάμε κι εμείς» αναφέρει σχετικά η Λίλυ Μελεμέ: «Αγκαλιάζει με αγάπη και τρυφερότητα τις αδυναμίες, τα λάθη και τα πάθη μας... Σήμερα, που υπάρχει τόση ανάγκη επιστροφής στα ουσιώδη της ζωής, είναι φυσικό ο Τσέχοφ να δεσπόζει στο σανίδι».

Οσο για τον «Θείο Βάνια», η σκηνοθέτρια τονίζει: «Παρά την ατμόσφαιρα φθοράς και αδιεξόδου που ζουν οι ήρωές του, καταφέρνει να δώσει μια ελπίδα. Παρουσιάζει έναν καθρέφτη και είναι σαν να μας λέει: Μη χάσετε το τρένο. Μην επενδύετε στο μέλλον, μη γυρνάτε στο παρελθόν. Ζήστε το τώρα. Ισως γιατί πίστευε στη δυνατότητα της ανθρώπινης φύσης».

Ο Γιάννης Βούρος βλέπει τον «Γλάρο» μέσα από τη ματιά της «διαφορετικότητας» και επισημαίνει ότι «κάθε δεκαετία βρίσκει τη δική της οπτική και ανάγκη για να ακουμπήσει πάνω στο έργο του Τσέχοφ, ίσως γιατί η οπτική και οι ανάγκες των χαρακτήρων του έργου είναι τόσο αρχέγονες όσο και διαχρονικές». Ειδικότερα, συνεχίζει, «αυτό που με ενδιαφέρει και με γοητεύει είναι ότι όλοι οι ήρωές του ανήκουν στην ίδια ομάδα, ότι συνδέονται μεταξύ τους. Κι όμως μέσα στην ίδια ομάδα έχουμε όλες αυτές τις διαφορετικές τάσεις».

Οσο για τον «Βυσσινόκηπο» που υπογράφει η ντίβα της όπερας Τζένη Δριβάλα να πούμε ότι η ιδέα αυτής της παραγωγής προέκυψε από τον ίδιο τον χώρο. Το νεοκλασικό με τους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους θα λειτουργήσει ως «φυσικό σκηνικό». «Θέλω να νιώσει ο θεατής σαν να παρίσταται σε ένα κινηματογραφικό πλατό, όπου γυρίζεται ταινία το θεατρικό έργο» λέει σχετικά.
 
Οι παραστάσεις που θα δούμε

Πρώτος, στις 26 Σεπτεμβρίου, θα ανέβει ο «Βυσσινόκηπος» από την Τζένη Δριβάλα στο Ιδιόμελο, στο Μαρούσι. Μαζί της οι Μαρία Κοντογούρη, Ερμίνα Γεράρδη, Ελένη Μονιώδη, Γιάννης Μπόγρης, Ανδρέας Παπαγιαννάκης, Βασίλης Ασημάκης, Αλέξανδρος Γάβαρης, Γαβριήλ Αντωνέλλος. Συνολικά θα δοθούν δώδεκα παραστάσεις ως τις 19/10.

Στα μέσα φθινοπώρου θα κάνει πρεμιέρα «Ο γλάρος» στο Θησείον, σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου με τους Ναταλία Τσαλίκη, Αλέξανδρο Λογοθέτη, Γιάννη Στεφόπουλο, Σοφία Γεωργοβασίλη, Ιριδα Μάρα, Γιάννη Καραούλη, Σοφία Γεωργοβασίλη.

Θα ακολουθήσει, τον προσεχή Δεκέμβριο, «Ο θείος Βάνιας» στη σκηνή του θεάτρου Δημήτρης Χορν σε σκηνοθεσία Λίλυς Μελεμέ με τους Γιάννη Φέρτη, Γιάννη Βόγλη, Στέλιο Μάινα, Μαρίνα Ψάλτη, Ερση Μαλικένζου, Αλεξία Καλτσίκη, Μελίνα Βαμβακά, Χάρη Χαραλάμπους.  

Τον «Πλατόνοφ» θα ανεβάσει ο Ενκε Φεζολάρι στον Τεχνοχώρο Cartel με τον Παναγιώτη Σούλη ενώ η Κατερίνα Μπερδέκα καταπιάνεται εμμέσως με τον Τσέχοφ: Ετοιμάζει ένα άτιτλο προς το παρόν έργο που εξελίσσεται στο φουαγέ ενός θεάτρου ενώ στο βάθος ακούγεται ως  παράσταση εν εξελίξει «Ο βυσσινόκηπος».  

Το ύστατο θεατρικό του ρώσου δραματουργού θα κλείσει ατύπως την τσεχοφική σεζόν: τον Απρίλιο, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών ο Νίκος Καραθάνος θα παρουσιάσει τη δική του σκηνοθετική εκδοχή για τον «Βυσσινόκηπο».

Κι αν το Εθνικό Θέατρο δεν έχει περιλάβει Τσέχοφ στο φετινό του ρεπερτόριο, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος έχει ήδη ανακοινώσει ένα έργο του: Συγκεκριμένα, τον Μάρτιο, στο θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών θα κάνει πρεμιέρα άλλος ένας «Γλάρος», σε σκηνοθεσία του καλλιτεχνικού του διευθυντή Γιάννη Βούρου και μετάφραση της Ξένιας Καλογεροπούλου, με την Κοραλία Καράντη στον ρόλο της Αρκάντινα και πιθανότατα τον ίδιο τον σκηνοθέτη, σε διπλή διανομή, στον ρόλο του Τριγκόριν.

Τέλος, φαίνεται πως και το Θέατρο Τέχνης θα ανεβάσει τη σεζόν 2014-2015 ένα από τα θεατρικά του έργα.

«Τελικά είμαι μέτριος δραματουργός» 

«Θα έλεγα τελικά πως είμαι μέτριος δραματουργός» έγραφε ο Αντον Πάβλοβιτς Τσέχοφ στη συγγραφέα Ελενα Σαβρόβα με αφορμή τον «Γλάρο», το έργο που ξεκίνησε με παταγώδη αποτυχία (1896) για να καταλήξει στο αναπάντητο ως σήμερα ερώτημα αν «ο "Γλάρος" ή ο Στανισλάφσκι έφερε την ανανέωση στο θέατρο». Ακολούθησαν τα θεατρικά «Ιβάνοφ» (1898), «Θείος Βάνιας» (1899) «Τρεις αδελφές» (1901) και «Βυσσινόκηπος» (1904), ενώ ο «Πλατόνοφ», που γράφτηκε το 1880,  ανακαλύφθηκε και παίχθηκε πολύ αργότερα, το 1920. Νωρίτερα, ενδιαμέσως και αργότερα ο Τσέχοφ σκιαγράφησε, παράλληλα μέσα από νουβέλες, διηγήματα και μονόπρακτα, κάθε πτυχή της ανθρώπινης ψυχής, με μια σπάνια αμεσότητα και ακρίβεια. Μίλησε τόσο πολύ για την ευτυχία και τη δυστυχία ενώ χρωμάτισε με χιούμορ τις τραγωδίες του για να τις βαφτίσει, ο ίδιος, κωμωδίες. Σήμερα, πάνω από έναν αιώνα μετά, παραμένει ίσως ο πιο «οικείος» συγγραφέας. Και γι' αυτό ένας από τους πιο αγαπητούς για ηθοποιούς, σκηνοθέτες και θεατές...

 
 
  • Κατηγορία ART-DISING
  • 0