ενημέρωση 3:21, 23 July, 2024

Βερόνικα Ράιμο - Η συγγραφέας που έκανε το autofiction δημοφιλές είδος στην Ιταλία

Η Ιταλίδα συγγραφέας που βρέθηκε στη λίστα για το International Booker Prize μιλάει για την απρόσμενη επιτυχία του βιβλίου της, «Ας πούμε πως είμαι εγώ».

Βερόνικα Ράιμο ποζάρει δίπλα στη Μητρόπολη, με ντάλα ήλιο, φορώντας τα γυαλιά της, και δεν μοιάζει πάνω από 25 χρονών. Την έχουμε βγάλει από το ξενοδοχείο μέσα στη ζέστη και την περιφέρουμε στους δρόμους για να τη φωτογραφίσουμε ανάμεσα σε τουρίστες που δεν φαίνεται να τους ενοχλεί ο καύσωνας.

«Μου θυμίζει τη Ρώμη», μας λέει, «όλος αυτός ο χαμός του κέντρου, είναι πολύ ζωντανή πόλη η Αθήνα και όμορφη, μου αρέσει που δεν έχει πολιτιστικό κενό. Δεν έχω δει πολλά, θα ήθελα να ζήσω εδώ για έναν μήνα για να τη μάθω καλύτερα, τώρα είμαι άλλη μία τουρίστρια».

Δεν είναι η πρώτη φορά που έρχεται στην Αθήνα, ο λόγος για τον οποίο έχει έρθει τώρα, όμως, είναι για να παρουσιάσει το νέο, τέταρτο μυθιστόρημά της με τίτλο «Ας πούμε πως είμαι εγώ», που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Δώμα σε μια σπαρταριστή μετάφραση της Δήμητρας Δότση, ένα βιβλίο που απέσπασε εγκώμια και βραβεία και την τοποθέτησε στις κορυφαίες φωνές της σύγχρονης λογοτεχνίας.

Αφού κέρδισε ένα σωρό βραβεία στην Ιταλία, το «Ας πούμε πως είμαι εγώ» βρέθηκε στις υποψηφιότητες για το φετινό International Booker Prize, παρότι είναι ένα βιβλίο χιουμοριστικό, ειρωνικό, αυτοσαρκαστικό. Από τη στιγμή που κυκλοφόρησε (και έγινε best seller) στην Ιταλία δημιούργησε ολόκληρη τάση που ονομάζεται αυτοβιογραφική μυθοπλασία ή μυθοπλαστική αυτοβιογραφία – στα αγγλικά autofiction, ένα είδος που λείπει από την ελληνική λογοτεχνία.

Η Βερόνικα γράφει με ιδιαίτερο χιούμορ και εκθέτει τον εαυτό της, αποκαλύπτει χαρούμενες και πληγωμένες στιγμές, περιστατικά που την έχουν σημαδέψει, αλλά πάνω απ’ όλα το πώς είναι να μεγαλώνει ένα κορίτσι στη Ρώμη, σε μια δυσλειτουργική, νευρωτική οικογένεια με μια μάνα που παθαίνει υστερία αν ο γιος της δεν επικοινωνήσει για μερικές ώρες και έναν πατέρα με μικροβιοφοβία που απολυμαίνει συνεχώς τα πάντα και χτίζει διαχωριστικά στα δωμάτια, κάνοντας το σπίτι των 60 τετραγωνικών να μοιάζει με λαβύρινθο.

Η αποσπασματική αφήγηση της Βερόνικα είναι απολαυστική, από τα περιστατικά της εφηβείας της μεταφέρεται στα χρόνια της ενηλικίωσης, στην αποτυχημένη ερωτική ζωή της, τη βαρεμάρα, τα χρόνια του Βερολίνου, τον θάνατο του πάτερα της και μία έκτρωση που περιγράφονται σχεδόν αποστασιοποιημένα, με χιούμορ και ειρωνεία.

Όταν είσαι γυναίκα και γράφεις λογοτεχνία, περιμένουν από σένα να γράψεις για σεξ, επιθυμία και σώματα, αν κάτι προέρχεται από γυναίκα υπάρχει η αίσθηση ότι πρέπει να κάνεις σεξ μέσα σε ένα συναισθηματικό ή ρομαντικό πλαίσιο ή, απ’ την άλλη πλευρά, σε ένα πολύ βίαιο πλαίσιο. Δεν μπορείς να γράψεις απλώς ότι κάνεις σεξ. 

«Ο αδερφός μου πεθαίνει κάμποσες φορές τον μήνα. Κι αυτή που μου τηλεφωνεί για να με ενημερώσει για την εκδημία του είναι η μητέρα μου», γράφει στην αρχή του βιβλίου. «“Ο αδερφός σου δεν σηκώνει το τηλέφωνο”, μου λέει ξεψυχισμένα. Για τη μητέρα μου το τηλέφωνο πιστοποιεί την παραμονή μας στη Γη, κι έτσι όποτε ο άλλος δεν απαντάει, η μοναδική εξήγηση είναι πως έχει διακοπεί κάθε ζωτική του λειτουργία. Όταν μου τηλεφωνεί για να μου πει ότι ο αδερφός μου αποδήμησε εις Κύριον, δεν το κάνει για να την καθησυχάσω, αλλά για να συμμετάσχω στο πένθος της. Ο κοινός θρήνος είναι ο τρόπος της να αντιλαμβάνεται την ευτυχία: πόνος μοιρασμένος, χαρά διπλή. Ενίοτε τα αίτια θανάτου του είναι τελείως μπανάλ: διαρροή αερίου, μετωπική με το αυτοκίνητο, χτύπημα στο κεφάλι έπειτα από μία γερή γλίστρα. Άλλοτε πάλι τα σενάρια γίνονται πιο περίπλοκα. Το περασμένο Πάσχα, έπειτα από το κλασικό τηλεφώνημα της μητέρας μου, ακολούθησε το τηλεφώνημα ενός νεαρού καραμπινιέρου. “Η μητέρα σας δήλωσε την εξαφάνιση του αδερφού σας, μπορείτε να το επιβεβαιώσετε κι εσείς;”. Είχαν μερικές ώρες να επικοινωνήσουν. Εκείνος είχε βγει για φαγητό με την κοπέλα του, κι η μητέρα μου ήταν χολοσκασμένη που ο αδερφός μου δεν είχε πάει να φάει με τη γυναίκα που τον έφερε στον κόσμο. Προσπάθησα να καθησυχάσω τον νεαρό καραμπινιέρο πως όλα ήταν υπό έλεγχο. “Όχι” ξέσπασε. “Τίποτα δεν είναι υπό έλεγχο. Στο τηλεφωνικό κέντρο γίνεται χαμός”».

«Δεν σκόπευα να γράψω μυθιστόρημα, αρχικά σκεφτόμουν να γράψω ένα θεατρικό, έναν μονόλογο για μια ηθοποιό που είναι φίλη μου και ήθελα να δουλέψουμε μαζί σε ένα πρότζεκτ», λέει. «Ξεκίνησα να γράφω γι’ αυτή, αλλά άρχισα να αξιοποιώ και περιστατικά από τη δική μου ζωή. Δεν είναι ακριβώς αυτοβιογραφία, γιατί ξεκίνησα να το γράφω για κάποιον άλλο. Μετά ήρθε η πανδημία, τα θέατρα έκλεισαν –ήταν από τα πρώτα πράγματα που η κυβέρνηση αποφάσισε να κλείσει–, έτσι το υλικό που είχα γράψει αποφάσισα να το κάνω βιβλίο, μυθιστόρημα. Αυτό κάνω κυρίως, γράφω. Μεταφράζω για να βγάλω τα προς το ζην, δουλεύω ως δημοσιογράφος, γράφω σενάρια για το σινεμά και θεατρικά έργα, όλα αυτά συνδέονται με το γράψιμο.

Βερόνικα Ράιμο: Η συγγραφέας που έκανε το autofiction δημοφιλές είδος στην Ιταλία
 Συχνά αναγκάζομαι να απαντήσω σε ερωτήσεις του τύπου γιατί γράφω για το σώμα μου, αν είμαι φεμινίστρια, που σημαίνει ότι το βλέπουν ως κάτι περίεργο, δεν θα μου έκαναν τις ίδιες ερωτήσεις αν ήμουν άντρας. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

Πολλές αναφορές και επεισόδια προέρχονται από τη ζωή μου, χρησιμοποιώ και κάποια αληθινά ονόματα ανθρώπων. Υπάρχει μετα-αφήγηση στο βιβλίο –προσπαθώ να διατυπώσω απορίες και ερωτήματα για το αν και πώς μπορούμε να πούμε την αλήθεια για τον εαυτό μας, γιατί δεν εμπιστεύομαι και πολύ την αυτοβιογραφία. Δηλαδή λέμε όσα θέλουμε να δείξουμε προς τα έξω, ανακαλούμε τις αναμνήσεις που θέλουμε, αποκαλύπτουμε αυτά που θέλουμε, τις απόψεις μας, συνήθως υπάρχει επιτήδευση, οπότε η αυτοβιογραφία είναι έργο φαντασίας.

Θα έλεγα ότι ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου προέρχεται από τη ζωή μου, αλλά ως μυθιστόρημα το θεωρώ έργο φαντασίας και μεταχειρίζομαι τους χαρακτήρες ως φανταστικούς. Η κεντρική ηρωίδα αναρωτιέται συνεχώς για την πλασματική κατάστασή της, γιατί δεν νομίζω ότι μπορούμε να είμαστε εντελώς ειλικρινείς απέναντι στον εαυτό μας. Είναι ωστόσο γοητευτικό να ανακαλύπτεις τον άγνωστο εαυτό σου όταν γράφεις, γιατί αυτό κάνεις, γράφεις για κάποιον που δεν γνωρίζεις και τόσο καλά και αυτό δεν είναι μόνο ένα πράγμα. Έχεις πολλούς εαυτούς να ανακαλύψεις.

Φυσικά και υπερβάλλω σε κάποια σημεία για λογοτεχνικούς σκοπούς, αλλά ναι, περιγράφω την παιδική μου ηλικία και τον τρόπο που μεγάλωσα. Η εκπαίδευσή μου ήταν διαφορετική από αυτή που βλέπω πλέον γύρω μου σε νεότερους γονείς, από τους φίλους μου που έχουν γίνει γονείς. Ως παιδί που γεννήθηκε πριν από τα ’70s αλλά και μέχρι τις αρχές των ’80s, βαριόσουν, γιατί οι γονείς δεν ενδιαφέρονταν για όλα αυτά στα οποία δίνουν προσοχή σήμερα, να πάνε τα παιδιά τους για κολύμπι, να κάνουν μαθήματα μουσικής, μαθήματα κάθε είδους. Η γενιά μου ήταν μια μεταβατική γενιά, δεν είχες παιδική ηλικία να προστατέψεις, γιατί η ίδια η παιδική ηλικία δεν σήμαινε κάτι. Το είδος της μάνας που περιγράφω, ένα στερεότυπο μάνας σε χώρες όπως η Ιταλία, η Ελλάδα και η Ισπανία –γιατί ήθελα να παίξω με τα κλισέ–, είναι αληθινό, κάπως έτσι ήταν η μάνα μου.

Δεν με φοβίζουν τα κλισέ, νομίζω ότι είναι πολύ χρήσιμα για να γράψεις με χιουμοριστικό τρόπο λογοτεχνία. Η μάνα μου είναι ένα αγχωτικό πρόσωπο, έχω υπερβάλει αλλά όχι και πολύ, προσπάθησα να την κάνω λίγο πιο λογοτεχνικό χαρακτήρα από ό,τι είναι, αλλά γι’ αυτό ακριβώς τόσο πολλοί άνθρωποι μπορούν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους στις νευρώσεις του βιβλίου».

Τη ρωτάω ποιες ήταν οι αντιδράσεις της οικογένειάς της όταν διάβασε το βιβλίο. «Ο αδελφός μου είναι επίσης συγγραφέας και διαβάζουμε ο ένας τα κείμενα του άλλου όταν ετοιμάζουμε ένα σημαντικό πρότζεκτ, οπότε του είχα στείλει διαφορετικά προσχέδια του βιβλίου και ήταν πολύ ενθαρρυντικός», λέει.

«Όταν το βιβλίο κυκλοφόρησε δεν περίμενε να κάνει τέτοια επιτυχία, ούτε εγώ το περίμενα. Μου είχε πει ότι είναι αστείο βιβλίο, απλώς να αλλάξω κάποιες μικρές λεπτομέρειες που έδιναν στο κείμενο μεγαλύτερη συνάφεια. Έχω πολύ καλή σχέση με τον αδελφό μου και νομίζω ότι εξαιτίας αυτού που έκανε ως γιος πήρα κι εγώ λίγη ελευθερία. Όταν διάβασε η μάνα μου το βιβλίο, έλαβα ένα μήνυμα ότι την έκανε να αισθάνεται άσχημα, γιατί κατάλαβε κάποια πράγματα, ότι θα μπορούσε να είναι καλύτερη η σχέση μας, αλλά τώρα όλα είναι μια χαρά.

Δεν θέλω να χρησιμοποιήσω τη λογοτεχνία ως ψυχοθεραπεία για τη σχέση μου με τη μητέρα μου. Δεν πιστεύω ότι το γράψιμο είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας. Δεν πιστεύω γενικά στην ψυχοθεραπεία. Συχνά δίνουμε μεγάλη έμφαση στην επούλωση των τραυμάτων μας και υπάρχουν πολλών ειδών ψυχοθεραπείες, αλλά η ψυχοθεραπεία είναι ένας τρόπος για να είσαι λειτουργικός, να έχεις μια κανονική ζωή, που σημαίνει να δουλεύεις ώστε να είσαι μέρος του συστήματος, γιατί αν είσαι εκτός συστήματος, δεν είσαι παραγωγικός, και αυτό είναι πρόβλημα. Αυτό το πράγμα, που δημιουργεί μια μείξη μεταξύ της ανατολίτικης πειθαρχίας και του καπιταλισμού, το ότι πρέπει να είσαι υγιής γιατί πρέπει να είσαι λειτουργικός και κατά κάποιον τρόπο νικητής, δεν είναι για μένα.

cover

Ξεκίνησα να γράφω κάπως κατά τύχη. Όπως αναφέρω και στο βιβλίο, έγινα συγγραφέας από τη βαρεμάρα που υπέφερα όταν ήμουν παιδί. Όταν ήμουν μικρή μου άρεσε να γράφω, είχα δυο νευρωτικούς γονείς και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να σκαρώνω ιστορίες στο μυαλό μου.

Όταν πήγα στο πανεπιστήμιο σταμάτησα το γράψιμο. Πήρα μια υποτροφία για να σπουδάσω στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου και ήταν η πρώτη φορά που πήρα αληθινό μισθό. Όσο ήμουν στο πανεπιστήμιο δούλευα ως σερβιτόρα για να βγάλω κάποια λεφτά για να επιβιώσω, είχα χρόνο για την έρευνά μου, αλλά μετά κατάλαβα ότι δεν ήθελα να ακολουθήσω ακαδημαϊκή καριέρα, έτσι στον ελεύθερο χρόνο μου άρχισα ξανά να γράφω. Δεν είχα ιδέα τι ήταν αυτά που έγραφα, αλλά κάπως έτσι προέκυψε το πρώτο μου μυθιστόρημα. Υπάρχει μια πλοκή, αλλά είναι απλώς αποσπάσματα από πράγματα τα οποία παρατηρούσα στην πόλη και έπειτα κατάλαβα ότι ήταν κάτι που μου άρεσε.

Δεν ήθελα ακαδημαϊκή καριέρα, ούτε δουλειά γραφείου, έτσι σκέφτηκα μήπως έπρεπε να πάρω το γράψιμο στα σοβαρά. Οπότε άρχισα να γράφω ως δημοσιογράφος, να κάνω μεταφράσεις. Ήθελα να γίνω freelancer γιατί η ιδέα τού να κάνω ό,τι θέλω τον χρόνο μου ήταν θεμελιώδης για μένα. Είμαι ακόμα έτσι, η ζωή μου δεν έχει αλλάξει από τότε που ήμουν είκοσι.

Από παιδί διάβαζα κάθε είδους βιβλίο, επειδή υπήρχαν πολλά βιβλία στο σπίτι και δεν υπήρχε διαχωρισμός μεταξύ βιβλίων για παιδιά και βιβλίων για ενήλικες. Μου άρεσαν τα βιβλία που ήταν κάπως παράλογα, μου άρεσε πολύ ο Ντίνο Μπουτζάτι που έγραφε εξωφρενικές ιστορίες, μετά παθιάστηκα με τις ιστορίες τρόμου, τον Λάβκραφτ, τον Πόε, και στην εφηβεία μού άρεσαν ο Μποντλέρ και ο Ρεμπό, άρχισα να γράφω και ποιήματα. Όλα αυτά τα κλισέ. Ο Ξένος του Καμί ήταν το βιβλίο που άλλαξε τον τρόπο που βλέπω τα πράγματα.  

Βερόνικα Ράιμο: Η συγγραφέας που έκανε το autofiction δημοφιλές είδος στην Ιταλία
 Δεν γίνεται να μην υπάρχει παραξενιά σε μια οικογένεια, δεν μπορεί να υπάρξει ένα πρότυπο οικογένειας. Η ίδια η οικογένεια ως θεσμός είναι παλιός, ίσως να πρέπει να τον αλλάξουμε, να φεύγουν τα παιδιά πολύ νωρίτερα από το σπίτι. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

Στην Ιταλία είναι πολλά τα βιβλία αυτοβιογραφικής μυθοπλασίας. Για μένα δεν ήταν δύσκολο, γιατί δεν έχω γράψει άλλου είδους μυθιστόρημα. Ήταν εύκολο, αλλά ίσως ήταν εύκολο επειδή σκεφτόμουν ότι έγραφα ένα θεατρικό και πέρασα καλά γράφοντάς το, πιο καλά από ό,τι με τα άλλα βιβλία που έχω γράψει. Ίσως αν πειραματιζόμουν με κάτι που δεν μου είναι τόσο οικείο να μην ήταν το ίδιο. Ήταν εύκολο να γράψω αυτό το βιβλίο, αλλά δεν το έκανα εσκεμμένα, δεν είπα ότι θα γράψω ένα βιβλίο autofiction, δεν είχα επίγνωση του τι έγραφα.

Συχνά αναγκάζομαι να απαντήσω σε ερωτήσεις του τύπου γιατί γράφω για το σώμα μου, αν είμαι φεμινίστρια, που σημαίνει ότι το βλέπουν ως κάτι περίεργο, δεν θα μου έκαναν τις ίδιες ερωτήσεις αν ήμουν άντρας. Ξέρεις, όταν είσαι γυναίκα και γράφεις λογοτεχνία, περιμένουν από σένα να γράψεις για σεξ, επιθυμία και σώματα, αν κάτι προέρχεται από γυναίκα υπάρχει η αίσθηση ότι πρέπει να κάνεις σεξ μέσα σε ένα συναισθηματικό ή ρομαντικό πλαίσιο ή, απ’ την άλλη πλευρά, σε ένα πολύ βίαιο πλαίσιο. Δεν μπορείς να γράψεις απλώς ότι κάνεις σεξ που μερικές φορές είναι κακό και μερικές φορές δεν είναι, να γράψεις για σεξ απλώς γι’ αυτό που είναι, όχι για κάτι άλλο στο οποίο παραπέμπει».

«Το κωμικό στυλ σου το έχεις δουλέψει ή είναι κάτι φυσικό;». «Και τα δύο. Πριν γράψω αυτό το βιβλίο δούλευα με μια φίλη μου ηθοποιό σε μια εταιρεία που κάνει κωμικά σόου, αρχίσαμε ως ένα πολύ ανεξάρτητο πρότζεκτ και μετά ήρθαν πολλοί άνθρωποι να μας δουν. Ήταν πολύ ωραίο και πολύ έντονο να βλέπεις το κοινό να γελάει. Ήθελα να δω αν μπορώ να γράψω μεγαλύτερο κείμενο με αυτό το κωμικό αποτέλεσμα, κάτι που το είχα μέσα μου. Αποφάσισα να το απλώσω αυτό, να το δουλέψω και φυσικά να γράψω κωμικά εσκεμμένα, για να αποσπάσω τις ίδιες αντιδράσεις. Πέρασα πολύ καλά όσο το έγραφα.

Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι δεν αντιδρούν όλοι το ίδιο διαβάζοντας το βιβλίο. Διαφορετικά αντιδρούν οι Έλληνες, οι Μεσόγειοι γενικά, και οι Λατινοαμερικανοί και διαφορετικά το κοινό της Βόρειας Ευρώπης, ακόμα και των ΗΠΑ, που δεν πιάνει την ειρωνεία και την καταπίεση. Είναι θέμα διαφορετικών βιωμάτων, υπάρχουν πράγματα που δεν τα καταλαβαίνουν όσοι έχουν μεγαλώσει με διαφορετική νοοτροπία.

Αν πρέπει να μιλήσουμε με αυστηρά κλινικούς όρους, οι δυσλειτουργικές οικογένειες είναι οι οικογένειες με κάποιου είδους κανόνες, αλλά τώρα χρησιμοποιούμε τη λέξη δυσλειτουργικός με έναν γενικό τρόπο. Δεν γίνεται να μην υπάρχει παραξενιά σε μια οικογένεια, δεν μπορεί να υπάρξει ένα πρότυπο οικογένειας. Η ίδια η οικογένεια ως θεσμός είναι παλιός, ίσως να πρέπει να τον αλλάξουμε, να φεύγουν τα παιδιά πολύ νωρίτερα από το σπίτι. Σήμερα ένας δεκαεξάχρονος θεωρείται ακόμα παιδί. Θα ήταν ωραίο να μην είναι μόνο οι γονείς οικογένεια, να θεωρούμε τους φίλους αδελφούς ή αδελφές, να υπάρχει μια κοινωνία που σπάει λίγο τη μονάδα της οικογένειας, γιατί είναι αρκετά κλειστοφοβική όπως είναι. 

Δεν θα έλεγα ότι δεν με αφορά η πολιτική ορθότητα, αλλά η λογοτεχνία σού δίνει ένα πεδίο ελευθερίας και ταυτόχρονα πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός για τον τόπο και τον χρόνο που γράφεις, να είσαι ενήμερος γι’ αυτά. Θέτω στον εαυτό μου συνεχώς ερωτήσεις για το αν κάτι είναι σωστό, αλλά δεν υπάρχει περιορισμός, ειδικά αν είναι ένα θέμα που προκύπτει με τη μετάφραση. Τώρα μεταφράζω Κάρολο Ντίκενς και πρέπει να είμαι κάπως πιστή στο στυλ και στη γλώσσα του, αλλά υπάρχουν και κάποιες προκαταλήψεις που θα ήθελα να τις λειάνω κάπως, να τις αποδυναμώσω. Μπορείς να επιλέξεις, αλλά πρέπει να έχεις συνεχώς επίγνωση της επιλογής σου. Το γεγονός ότι αμφισβητούμε ένα έργο του παρελθόντος είναι θετικό, δεν υπάρχει μόνο μία απάντηση στο ερώτημα πώς το αντιμετωπίζουμε σήμερα, δεν υπάρχει τέλεια λύση, αλλά το να μην αμφισβητούμε είναι επικίνδυνο».  

«Πες μου μερικούς συγγραφείς της γενιάς σου με τους οποίους αισθάνεσαι ότι συνδέεσαι». «Η Claudia Durastanti, ο Marco Rossari, ο Vincenzo Latronico, ο Francesco Pacifico, η Giulia Caminito, είναι όλοι συγγραφείς που είναι επίσης μεταφραστές».

«Τι σημαίνει για σένα η υποψηφιότητα για το φετινό International Booker Prize;».

«Ήταν τεράστια έκπληξη η υποψηφιότητά μου, δεν το περίμενα καθόλου. Ήταν όμορφο και περίεργο που ένα βιβλίο σαν κι αυτό, ένα είδος ειρωνικού autofiction, ήταν σε αυτήν τη λίστα και προωθήθηκε ανάμεσα σε βιβλία πιο πολιτικής λογοτεχνίας. Εξεπλάγην θετικά».

«Τι έχεις διαβάσει από τις υπόλοιπες υποψηφιότητες;». «Το “The house on via Gemito” του Domenico Starnone και αυτό που κέρδισε το βραβείο, το “Kairos” της Jenny Erpenbeck, που μου άρεσε πολύ».

«Τι διαβάζεις αυτήν τη στιγμή;». «Καλή ερώτηση, ψάχνω ένα βιβλίο να διαβάσω, το προηγούμενο που διάβασα γράφτηκε τη δεκαετία του 1920, ονομάζεται “Ex-Wife” της Ursula Parrot, ήταν μπεστ σέλερ στην εποχή του, αλλά μετά ξεχάστηκε τελείως. Πρόσφατα το εξέδωσαν ξανά στις ΗΠΑ και έτσι κυκλοφόρησε και στην Ιταλία. Είναι πολύ όμορφο, είναι λίγο σαν Σκοτ Φιτζέραλντ, αλλά από την πλευρά μιας γυναίκας, και είναι πολύ αστείο και θλιμμένο, μου άρεσε πραγματικά πολύ». 

«Γράφεις νέο βιβλίο;». «Προσπαθώ να γράψω ένα νέο μυθιστόρημα αλλά αυτήν τη στιγμή μεταφράζω περισσότερο, δεν γράφω».

Πηγή: lifo

Τελευταία τροποποίηση στιςΔευτέρα, 08 Ιουλίου 2024 08:32

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.