ενημέρωση 1:35, 16 May, 2022

Οταν ο Σταύρος Ξαρχάκος ήταν «αλητάμπουρας κι ο πιο άτακτος μαθητής»

Ο σπουδαίος συνθέτης μιλάει σπανιότατα στους δημοσιογράφους, να όμως που έδωσε πρόθυμα μία συναρπαστική συνέντευξη στους μικρούς δημοσιογράφους της εφημερίδας «Το Κουνούπι» του 1ου Δημοτικού Σχολείου Νέου Ψυχικού.

Οτι ο Σταύρος Ξαρχάκος δεν μιλά συχνά και πολύ στους δημοσιογράφους το ξέρουμε σχεδόν όλοι όσοι ασχολούμαστε με το σχετικό ρεπορτάζ. Δεν ξέραμε, όμως, πόσο αποκαλυπτικός και ανοικτός μπορεί να γίνει μπροστά στα «κασετοφωνάκια» νέων παιδιών που του ζητούν συνέντευξη για τη μαθητική τους δημοσιογραφική απόπειρα.

«Το Κουνούπι», λοιπόν, η εφημερίδα του 1ου Δημοτικού Σχολείου Νέου Ψυχικού (που ξεκίνησε την έκδοση της το 2006 χάρη στην πρωτοβουλία του δασκάλου Γιώργου Θεοδοσίου και της τότε Πέμπτης Δημοτικού του σχολείου και έκτοτε συνεχίζει να κυκλοφορεί, έχοντας βραβευτεί και από το Ιδρυμα Μπότση) είχε στην πρόσφατη έκδοση που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο μια χορταστική συνέντευξη με τον κορυφαίο Ελληνα συνθέτη.

Η εφημερίδα έχει παράδοση στους ανθρώπους του πολιτισμού, καθώς κατά καιρούς έχει φιλοξενήσει από την ποιήτρια Κική Δημουλά, τον Μάνο Ελευθερίου, τον ζωγράφο Κώστα Τσόκλη, τη μοναδική Δόμνα Σαμίου, τον Κώστα Βουτσά, τον συνθέτη Θάνο Μικρούτσικο, την ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, τη βυζαντινολόγο Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, τον ηθοποιό Γιώργο Μιχαλακόπουλο μέχρι τους Λευτέρη Παπαδόπουλο, Αλκη Ζέη, Ηλία Λογοθέτη, Βασίλη Βασιλικό, Βασίλη Παπαβασιλείου, Θανάση Βαλτινό και Δημήτρη Πλατανιά.

Η συζήτηση με τους νεαρούς «δημοσιογράφους« ξεκίνησε από τα παιδικά χρόνια του Στ. Ξαρχάκου, μια πολύ ζοφερή περίοδο, για τον ίδιο αλλά και τη χώρα: «Εχω γεννηθεί το 1939 και έζησα σε μία εποχή όπου μόλις άρχισε ο Β′ Παγκόσμιος. Γεννήθηκα στις 14 Μαρτίου του 1939, εδώ, στα Εξάρχεια, όπως η γιαγιά μου, ο πατέρας μου και η μητέρα μου. Δηλαδή είμαστε κομμάτι της ιστορίας των Εξαρχείων.

Οι εποχές αυτές ήταν πάρα πολύ δύσκολες και ειδικά για τους ανθρώπους οι οποίοι ήταν στην πρωτεύουσα. Στα χωριά είχαν και κάποιες ευκολίες. Η διατροφή μας ήταν ισχνή έως μηδενική καμιά φορά. Τρεφόμαστε με πλιγούρι. Με χαρούπια, τα ξέρετε τα χαρούπια; Κρέατα και ψάρια δεν υπήρχαν. Ψωμί... υπήρχε η μπομπότα την οποία και παίρναμε με δελτίο. Δεν ήταν μόνο όμως η διατροφή, ήταν και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Εννοώ οι ήχοι στους δρόμους· οι ήχοι στους δρόμους ενίοτε ήταν ανατριχιαστικοί. Ανθρωποι δεν είχαν να φάνε. Θυμάμαι, παρά το γεγονός ότι ήμουν πάρα πολύ μικρός, θυμάμαι ακόμα αυτή τη σπαρακτική κραυγή που έβγαζε κάποιος και έλεγε “πεινάω”, και μετά από λίγο μπορεί να τον έβλεπες κάτω να σωριάζεται και να πεθαίνει. Αυτός ήταν ένας από τους ανατριχιαστικούς ήχους.

Ο δεύτερος ήταν η σειρήνα. Οταν χτυπούσε η σειρήνα, είχαμε βομβαρδισμό και έπρεπε να πάμε στα καταφύγια. Αυτό μπορεί να συνέβαινε και πρωί και απόγευμα, αλλά ενίοτε συνέβαινε τα ξημερώματα. Σε άρπαζαν από το κρεβάτι για να σε πάνε στο πιο κοντινό καταφύγιο. Αυτή η σειρήνα όμως σου μένει σαν ήχος. Ενας ανατριχιαστικός ήχος. Αυτοί οι ήχοι που με συνόδευαν στη νηπιακή μου ηλικία νομίζω ότι έπαιξαν ρόλο και αργότερα στη δουλειά μου. Τελειώνει η κατοχή και πάμε στον εμφύλιο. Ελληνες εναντίον Ελλήνων. Ο εμφύλιος έπαιξε πολύ σπουδαίο και καταλυτικό ρόλο στην ψυχοσύνθεσή μου».

Αμέσως μετά η κουβέντα φτάνει στα δικά του μαθητικά χρόνια με τον συνθέτη να παραδέχεται στα παιδιά αφενός πως αρχικά ήθελε να γίνει πυροσβέστης, μετά πειρατής, μετά παπάς κι αφετέρου να τους αποκαλύπτει τη σχέση του με το σχολείο.

«Ημουν αλητάμπουρας, ο πιο άτακτος μαθητής. Στο Γυμνάσιο έπαιρνα συνέχεια αποβολές. Με είχε σώσει όμως ότι επειδή τραγουδούσα πάρα πολύ ωραία και έπαιζα και κιθάρα με είχαν ανάγκη οι καθηγητές κάθε 28η Οκτωβρίου και 25η Μαρτίου και βέβαια στο τέλος της χρονιάς. Είχα βρει και είχα δημιουργήσει με δυο- τρία άλλα παιδιά ένα συγκρότημα, οπότε έτσι γλίτωνα πάρα πολλά πράγματα... Τότε τα σχολεία διαχωρίζονταν σε κλασικό και πρακτικό. Πήγαινα σε κλασικό, γιατί δεν τα πήγαινα καθόλου καλά με τα Μαθηματικά, τη Χημεία και τη Φυσική, καθόλου καλά. Σε αντίθεση, τα πήγαινα καλά με την Ιστορία, τα Θρησκευτικά, τα Αρχαία Ελληνικά, αλλά η διαγωγή ήταν κοσμία».

Σήμερα, ο Στ. Ξαρχάκος λέει ότι η τεμπελιά παραμένει αδυναμία του, ότι ανησυχεί για τον καθοριστικό ρόλο που παίζει πια η τεχνολογία και η τέχνη στις ζωές μας και επιμένει πως επιτυχία είναι «να μπορέσεις με το έργο σου να κάνεις ανθρώπους καλύτερους».

Τέλος, λίγο πριν κλείσουν την ενδιαφέρουσα κουβέντα τα παιδιά τον ρωτούν: «Τι θα λέγατε σε ένα παιδί;«. Κι εκείνος με τη χαρακτηριστική του ευθύτητα απαντά: «Δεν θα του έλεγα τίποτα, γιατί είμαι κακός συμβουλάτορας. Θα του έλεγα να κάνει αλητείες και να ζει κάθε στιγμή. Ο δάσκαλος σαφώς πρέπει να συμβουλεύει τα παιδιά. Ο δάσκαλος κρατά τα κλειδιά για να ανοίγει πόρτες. Στο θέμα της τέχνης, τώρα, δεν πρέπει να υπάρχει καμία παρέμβαση στο δημιουργικό έργο ενός παιδιού. Παράδειγμα, ένα χρώμα για κάθε παιδί είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Δεν χρειάζεται μεζούρα στο μυαλό ενός παιδιού. Δεν θα υπήρχε Πικάσο, Ρέμπραντ, όλα θα ήταν προκαθορισμένα».

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2022 11:20

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.